Legislator Case Law & Legislation
308/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and rejects claim of contradictory rulings in civil judgment.

Case Number 308/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the lower court's decision regarding a property dispute and moral damages. The appellant argued that the lower court contained contradictory rulings and failed to properly address the legal representative's negligence, while the defendants maintained the judgment was sound. The court ruled that the alleged contradiction existed only in the reasoning section, not the operative part, and thus did not constitute a valid ground for appeal under the Civil Procedure Code.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 17 KPolD; Art. 576 para. 2 KPolD: An appeal based on contradictory provisions is inadmissible if the contradiction exists only in the reasoning and not the operative part of the judgment; the Supreme Court examines appeals ex officio to verify if the summoned party appeared or participated as required by law.

Keywords

AI generated
Civil Procedure Code Grounds for Appeal Contradictory Provisions Reasoning vs Operative Part Procedural Default Moral Damages Property Dispute

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 17 KPolD
Art. 576 para. 2 KPolD
Art. 176 KPolD
Art. 183 KPolD
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 308 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 308/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ζ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ψαρρό.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Μ. χας Π. Ζ., το γένος Α. Τ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Ηλιακόπουλο, 2. Γ. Κ. του Δ. , 3. Ε. συζ. Γ. Κ., το γένος Κ. Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Λύτρα και 4. Οικοδομικού Συνεταιρισμού Εφέδρων Αξιωματικών Βορείου Ελλάδος με την επωνυμία "Η ΒΟΡΕΙΟΣ ΕΛΛΑΣ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε α) με την από 21-11-2003 αγωγή της ήδη πρώτης των αναιρεσιβλήτων, β) με την από 27-12-2003 ανταγωγή και την από 15-10-2004 παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και γ) με την από 23-9-2003 παρεμπίπτουσα αγωγή και με την από 23-9-2004 ανταγωγή, των δεύτερου και τρίτη αναιρεσιβλήτων (Γ. και Ε. Κ.), που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 113/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 97/2010 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-4-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 24-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη με αριθμό 4890β/22-10-2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ... προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (2-11-2011), επιδόθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος, στον τέταρτο αναιρεσίβλητο Οικοδομικό Συνεταιρισμό Εφέδρων Αξιωματικών Βορείου Ελλάδος με την επωνυμία "Η ΒΟΡΕΙΟΣ ΕΛΛΑΣ". Επομένως, εφόσον, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, κατά την παραπάνω δικάσιμο, ο τέταρτος των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίσθηκε, ούτε υπέβαλε την κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ έγγραφη δήλωση μη παράστασης στο ακροατήριο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330, και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, εάν διαπιστωθεί συντρέχον πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Περαιτέρω, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ύψος της οφειλόμενης, κατά το άρθρο 932 ΑΚ, χρηματικής ικανοποιήσεως για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή του αποδεικτικού πορίσματος σε κάποια νομική έννοια, ώστε να είναι νοητή εσφαλμένη εφαρμογή νόμου ευθέως ή εκ πλαγίου ή παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας.

Επίσης, με τη διάταξη αυτή ο κοινός νομοθέτης έλαβε υπόψη του την αρχή της αναλογικότητας, εξειδικεύοντάς την στο ζήτημα του προσδιορισμού του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως και δεν υπάρχει έδαφος άμεσης εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 25 παρ.1 εδάφ. δ' του Συντάγματος, η ευθεία δε επίκλησή της κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως στερείται σημασίας, αφού δεν θα οδηγούσε σε διαφορετικό, σε σχέση με τον κατ' εφαρμογή του άρθρου 932 ΑΚ προσδιορισμό αυτής, αποτέλεσμα (Ολ.ΑΠ 6/2009).

Συνίσταται δε η ηθική βλάβη και στην περίπτωση αυτή, στη μη αποτιμητή σε χρήμα ζημία, που υφίσταται το πρόσωπο από την προσβολή σε προστατευόμενα από το νόμο έννομα αγαθά του. Κατά κανόνα, η ηθική βλάβη προκαλείται από την προσβολή μη περιουσιακών αγαθών, (ζωή, σωματική ακεραιότητα, ελευθερία, τιμή), δεν αποκλείεται όμως να προκαλείται και από την προσβολή περιουσιακών αγαθών, όπως π.χ.

η κυριότητα ή συγκυριότητα. Ουσιαστική προϋπόθεση για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, είναι η απόδειξη, ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση το ενδιαφερόμενο πρόσωπο υπέστη πράγματι τέτοια. Για τον καθορισμό του ύψους της ηθικής βλάβης, το δικαστήριο κρίνει το επιδικαστέο ποσό της χρηματικής ικανοποίησης κατά τις αρχές της εύλογης αποζημίωσης, (άρθρο 932 παρ. 1 ΑΚ), λαμβάνοντας, ως κριτήρια για τον καθορισμό αυτό, μεταξύ άλλων, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 904 εδάφ. α' του ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, ενώ κατά το εδάφ. β' της ίδιας διάταξης περ. γ', η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής που έληξε και που δεν μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρή σύμβαση, δικαιολογούσα τον πλουτισμό, ούτε σε νόμιμη υποχρέωση.

Κατά την ως άνω διάταξη, προϋποθέσεις αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι: α) ο πλουτισμός του υποχρέου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας. Από την ίδια διάταξη του άρθρου 904 του ΑΚ προκύπτει, ότι η αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι επιβοηθητικής ουσιαστικά φύσης και μπορεί να ασκηθεί μόνον όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός εάν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση (επικουρικώς) της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία (Ολ.ΑΠ 22/2003).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ. 24/1992).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Με το .../29-5-1978 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννη Λιάτση, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αλεξανδρούπολης στον τόμο ... και με αριθμό 229, ο Οικοδομικός Συνεταιρισμός Εφέδρων Αξιωματικών Βορείου Ελλάδος με την επωνυμία "Η ΒΟΡΕΙΟΣ ΕΛΛΑΣ" αγόρασε έκταση 110.500 τετρ.

μέτρων στη θέση "ΔΡΑΓΑΝ ΝΤΕΡΕ" της περιοχής Μάκρης Αλεξανδρούπολης, η οποία προέκυψε από τη συνένωση ενός αγρού, εκτάσεως 100.000 τετρ. μέτρων στη θέση "ΔΡΑΓΑΝ ΝΤΕΡΕ" ή "ΔΓΑΓΑΝ ΔΕΡΕΣΗ" και ενός αγρού εκτάσεως 10.500 τετρ. μέτρων, που βρισκόταν στην ίδια τοποθεσία. Το εν λόγω ακίνητο προοριζόταν για την κάλυψη των παραθεριστικών αναγκών των μελών του ως άνω συνεταιρισμού.

Στις 20-3-1978, πραγματοποιήθηκε στο Διδυμότειχο η κλήρωση των οικοπέδων κατά ομάδες τεσσάρων ατόμων, κατά την οποία στο με αριθμό 3 οικόπεδο κληρώθηκαν ο Α. Τ., Δ. Τ., Α. Τ. και Κ. Ε., ενώ στο με αριθμό 34, όπως αποδεικνύεται από το με αριθμό 5 πρακτικό της 20-3-1978, κληρώθηκαν οι Ζ. Μ., Γ. Τ., κληρονόμοι Κ. και Ι. Μ.. Το έτος 1980 ο Α.

Τ. ζήτησε τη διαγραφή του από τον συνεταιρισμό και την εγγραφή στη θέση του της θυγατέρας του Μ. Ζ., ενάγουσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης. Από αυτό το χρονικό σημείο και πέρα η τελευταία εκπλήρωνε τις υποχρεώσεις της ως μέλος του συνεταιρισμού, λάμβανε μέρος στις συνελεύσεις που συγκαλούνταν κατά καιρούς και κατέβαλε τις εισφορές της για τις δαπάνες της σύνταξης μελετών και εκτέλεσης έργων υποδομής κλπ.

Ενόψει του γεγονότος ότι η κλήρωση των οικοπέδων έγινε καθ' ομάδες, προβλεπόταν, ότι στη συνέχεια θα γινόταν δεύτερη κλήρωση μεταξύ των μελών της ομάδας, προκειμένου να ορισθεί το συγκεκριμένο τμήμα, στο οποίο ο καθένας από τους κληρωθέντες θα είχε δικαίωμα ανοικοδόμησης κατοικίας. Κατά την ημέρα της πρώτης κλήρωσης, στις 20-3-1978, δεν παραδόθηκε στους κληρωθέντες φάκελος με τα σχετικά έγγραφα, στα οποία προσδιορίζονταν συγκεκριμένα το τμήμα του οικοπέδου στο οποίο αυτοί είχαν δικαίωμα ανοικοδόμησης.

Όπως κατέθεσε ο μάρτυρας Γ. Β., υπάλληλος του συνεταιρισμού, οι φάκελοι απεστάλησαν αργότερα, περί το έτος 1982, από ένα γραφείο μελετών των Αθηνών, στο οποίο είχε ανατεθεί η εκπόνηση των σχεδίων, αναγράφοντας το όνομα του κληρούχου τον αριθμό του οικοπέδου και τον τύπο της κατοικίας που θα ανεγειρόταν. Μάλιστα ο ένας από τους τέσσερις που είχε κληρωθεί στο με αριθμό 3 οικόπεδο, ο Κ.

Ε. απηύθυνε την από 22-7-1986 εξώδικη πρόσκληση προς την ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη Μ. Ζ. και τους Δ. Τ. και Α. Τ., προκειμένου να συναντηθούν και να προβούν στη διανομή του οικοπέδου που τους έλαχε, διενεργώντας μεταξύ τους νέα κλήρωση, ούτως ώστε να καθορισθεί το συγκεκριμένο τμήμα, στο οποίο ο καθένας τους θα είχε το δικαίωμα ανοικοδόμησης.

Την πιο πάνω εξώδικη πρόσκληση συνέταξε ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων Ζ. Μ. με την ιδιότητά του ως Δικηγόρου, το γραφείο του οποίου μάλιστα ορίσθηκε ως τόπος διενέργειας της εν λόγω κλήρωσης. Κατά την κλήρωση αυτή έλαχε στην αναιρεσίβλητη Μ. Ζ. το με αριθμό β τμήμα, το οποίο και έλαβε τον αριθμό 3β. Στις 22-12-1989 εκδόθηκε η 5347/1989 οικοδομική άδεια ανέγερσης κατοικιών επί όλων των οικοπέδων του συνεταιρισμού από την πολεοδομία Αλεξανδρούπολης.

Κατόπιν τούτου, ο συνεταιρισμός με το .../1991 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αλεξανδρούπολης Σταύρου Στογίου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αλεξανδρούπολης στον τόμο ... και με αριθμό 95, πώλησε και μεταβίβασε στην αναιρεσίβλητη Μ. Ζ. την κυριότητα επί του ποσοστού 1/184 εξ αδιαιρέτου επί της συνολικής εκτάσεως των 110.500 τετρ.

μέτρων, που αντιστοιχούσε σε 600,54 τετρ. μέτρα, από τα οποία 300,54 τετρ. μέτρα παραχωρήθηκαν για διαμόρφωση κοινοχρήστων μερών και τα υπόλοιπα 300 μέτρα αποτελούσαν το με αριθμό 3β τμήμα, στο οποίο η αναιρεσίβλητη είχε το δικαίωμα κατασκευής οικίας. Το εν λόγω τμήμα συνορεύει βόρεια με δρόμο, νότια με πλατεία, ανατολικά με πλατεία και το 3γ οικόπεδο και δυτικά με δρόμο και το 3α οικόπεδο, σύμφωνα με το σχεδιάγραμμα της οικοδομικής άδειας.

Το επόμενο έτος ο ως άνω συνεταιρισμός, ενεργώντας δια του νομίμου εκπροσώπου του, με το .../7-10-1992 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αλεξανδρούπολης Αναστασίας Αστρίδου-Παπαδοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αλεξανδρούπολης στον τόμο ... και με αριθμό 74, μεταβίβασε την κυριότητα επί του ιδίου ακινήτου, ήτοι του με αριθμού 3 β οικοπεδικού τμήματος, στον αναιρεσείοντα Ζ.

Μ., ο οποίος στη συνέχεια με το .../1997 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αλεξανδρούπολης στον τόμο ... και με αριθμό 53, το μεταβίβασε λόγω πώλησης στους εναγομένους-ενάγοντες και ήδη δεύτερο και τρίτη των αναιρεσιβλήτων Γ.

Κ. και Ε. Κ.. Οι τελευταίοι με το .../1997 συμβόλαιο της ίδιας συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αλεξανδρούπολης, στον τόμο ... και με αριθμό 54, μεταβίβασαν το παραπάνω ακίνητο, κατά ψιλή κυριότητα, λόγω γονικής παροχής, στον υιό τους Δ. Κ.. Μετά τον θάνατο του τελευταίου στις 24-10-2002, αυτοί αποδέχθηκαν την κληρονομιά του, ως μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού, με την 15817/2002 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Αλεξανδρούπολης Σταύρου Στογίου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αλεξανδρούπολης, στον τόμο 984 και με αριθμό 52, καταστάντες έτσι και πάλι πλήρως κύριοι του επιδίκου ακινήτου κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας.

Ήδη, όμως, οι προαναφερόμενοι αναιρεσίβλητοι, Γ. και Ε. Κ. από το 1998 έως το 2000 ανήγειραν εντός του επιδίκου οικοδομή, στην οποία διαμένουν έκτοτε. Η πρώτη αναιρεσίβλητη Μ. Ζ. δεν έλαβε γνώση τόσο της ως άνω μεταβίβασης από τον αναιρεσείοντα Ζ. Μ. όσο και της εκ μέρους των αγοραστών ανέγερσης οικοδομής εντός του οικοπέδου της, για τον λόγο ότι κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα, λόγω σοβαρής ασθένειας του συζύγου της, ο οποίος μάλιστα απεβίωσε το 2000, ήταν επιφορτισμένη με τη φροντίδα αυτού και έτσι δεν είχε τον χρόνο να επισκεφθεί το ακίνητό της.

Όταν, όμως, το έτος 2000 επισκέφθηκε τούτο και διαπίστωσε την υφισταμένη κατάσταση διαμαρτυρήθηκε έντονα στους αναιρεσίβλητους Γ. και Ε. Κ. για την ανέγερση της οικοδομής τους στο δικό της ακίνητο. Στη συνέχεια η πρώτη αναιρεσίβλητη απευθύνθηκε στον συνεταιρισμό, ο οποίος με την από 7-9-2000 βεβαίωσή του την βεβαίωσε, ότι ο πατέρας της Α.

Τ. είχε κληρωθεί στο με αριθμό 3 οικοπεδικό τμήμα. Ο αναιρεσείων Ζ. Μ. ισχυρίσθηκε, ότι αυτός κατά την ημέρα της κλήρωσης στις 20-3-1978 έλαβε από τον συνεταιρισμό ένα φάκελλο, στον οποίο αναγραφόταν ότι αυτός είναι δικαιούχος του με αριθμό 3 β οικοπεδικού τμήματος. Ο ισχυρισμός αυτός από το σύνολο των προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων αποδεικνύεται αβάσιμος, καθόσον κατ' εκείνη την ημέρα απλώς γινόταν η κλήρωση, ανά ομάδα τεσσάρων ατόμων, επί ενός τμήματος (καθόσον το όλο οικόπεδο είχε διαιρεθεί σε τεμάχια) και στη συνέχεια ακολουθούσε δεύτερη κλήρωση, για να προσδιορισθεί συγκεκριμένα το τμήμα, στο οποίο ο καθένας από τους τέσσαρεις θα είχε δικαίωμα ανοικοδόμησης.

Ο αναιρεσείων ουδόλως επικαλέσθηκε ότι έλαβε χώρα η δεύτερη αυτή κλήρωση, προκειμένου να θεωρεί τον εαυτό του δικαιούχο του με αριθμού 3β τμήματος. Άλλωστε, οι φάκελοι με τα σχέδια και τα στατικά δεν χορηγούνταν εκείνη την ημέρα, αλλά απεστάλησαν μεταγενέστερα στους δικαιούχους. Ο ίδιος ήταν γνώστης της όλης διαδικασίας, καθόσον είχε λάβει το οικοπεδικό τμήμα από τον συνεταιρισμό για τις νομικές υπηρεσίες που είχε προσφέρει σ' αυτόν.

Επίσης, ο ίδιος ως νομικός παραστάτης του Κ. Ε. είχε ενεργήσει, ώστε να γίνει η κλήρωση μεταξύ των δικαιούχων που είχαν κληρωθεί στο 3 τεμάχιο. Εφόσον, κατά τους ισχυρισμούς του, τού είχε παραχωρηθεί το 3β τεμάχιο, έπρεπε να εκφράσει την απορία του, όταν εμφανίζονταν άλλοι δικαιούχοι αυτού. Επί πλέον για την κατάρτιση του συμβολαίου μεταβίβασης της κυριότητας επί του οικοπεδικού τμήματος επέλεξε ο ίδιος τη συμβολαιογράφο Αλεξανδρούπολης Αναστασία Αστρίδου-Παπαδοπούλου και όχι τον συμβολαιογράφο στον οποίο έως τότε προσέφευγε ο συνεταιρισμός για τη σύνταξη των αγοραπωλητηρίων συμβολαίων προς τους κληρούχους.

Στην εν λόγω συμβολαιογράφο ο ίδιος προσκόμισε τον φάκελο με τα σχετικά έγγραφα και σχέδια, βάσει των οποίων στη συνέχεια συντάχθηκε το συμβόλαιο. Βέβαια ο ίδιος προβάλλει τον ισχυρισμό, ότι, όταν επρόκειτο να καταρτισθεί το συμβόλαιο, εξέφρασε στον εκπρόσωπο του συνεταιρισμού που παρίστατο τις αμφιβολίες του σχετικά με το αν το μεταβιβαζόμενο σ' αυτόν οικοπεδικό τμήμα ταυτιζόταν με αυτό στο οποίο είχε κληρωθεί.

Μάλιστα, εκφράζοντας τις αμφιβολίες του είπε, ότι θυμόταν ότι αυτός είχε κληρωθεί επί οικοπέδου με άλλους τρεις κατοίκους της Ορεστιάδας και όχι του Διδυμοτείχου. Παρά τις σχετικές επιφυλάξεις του ούτε αυτός ούτε ο εκπρόσωπος του συνεταιρισμού συμβουλεύθηκαν τα από 20-3-1978 πρακτικά κληρώσεως, προκειμένου να βεβαιωθούν για την ταυτότητα του μεταβιβαζομένου τμήματος.

Αμφότεροι δηλαδή δεν επέδειξαν την επιβαλλόμενη στις συναλλαγές επιμέλεια του μέσου συνετού συναλλασσομένου, να προβούν στον έλεγχο των εγγράφων, πριν από την κατάρτιση του συμβολαίου, αλλά αρκέσθηκαν στο γεγονός, ότι ο αναιρεσείων Ζ. Μ. κατείχε ένα φάκελο που ανέγραφε ότι περιέχει τα σχετικά με το 3β ακίνητο έγγραφα.

Ο εκπρόσωπος μάλιστα του συνεταιρισμού γνώριζε ότι στις 20-3-1978 δεν είχαν δοθεί φάκελοι στους δικαιούχους και ότι οι αποσταλέντες από το μελετητικό γραφείο των Αθηνών, μετά το έτος 1982, φάκελοι ανέγραφαν μόνο τον αριθμό του οικοπεδικού τμήματος που ανήκε σε τέσσαρεις δικαιούχους και ότι δεν παραδόθηκαν ποτέ φάκελοι με το τμήμα που είχε κληρωθεί στη συνέχεια στον καθένα από τους τέσσερις.

Αλλά και μετέπειτα, όταν επρόκειτο να το μεταβιβάσει στους αναιρεσιβλήτους Γ. και Ε. Κ., δεν φρόντισε και πάλι να βεβαιωθεί, ότι το μεταβιβαζόμενο από αυτόν τμήμα ταυτίζεται με αυτό στο οποίο κληρώθηκε, δεδομένου ότι ο ίδιος ως πωλητής εγγυάτο στο καταρτισθέν .../1997 συμβόλαιο το ακίνητο ελεύθερο παντός βάρους, χρέους, υποθήκης κλπ.

Σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν πιο πάνω, ο αναιρεσείων Ζ. Μ. επέδειξε κατά τον χρόνιο καταρτίσεως του .../7-10-1992 συμβολαίου βαρειά αμέλεια, καθόσον δεν φρόντισε να ελέγξει τα σχετικά έγγραφα, από κανένα δε αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε, ότι αυτός τελούσε σε καλή πίστη. Επίσης, βαρειά αμέλεια επέδειξε και όταν μεταβίβασε το επίδικο ακίνητο στους αναιρεσιβλήτους Γ.

και Ε. Κ., τελώντας ομοίως και κατά τον χρόνο εκείνο σε κακή πίστη. Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε, ότι και οι εκπρόσωποι του συνεταιρισμού, κατά την κατάρτιση του .../7-10-1992 συμβολαίου, δεν επέδειξαν την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια και δεν έλεγξαν το αρχείο τους, όπου φυλάσσονταν το με αριθμό 5 πρακτικό κληρώσεως της 20-3-1978, για να βεβαιωθούν σχετικά με το τμήμα, στο οποίο είχε κληρωθεί ο αναιρεσείων.

Ακόμη και όταν ο τελευταίος εξέφρασε τις επιφυλάξεις του όσον αφορά τη θέση του ακινήτου που του μεταβιβάζονταν κατά κυριότητα, αυτοί πάλι δεν προέβησαν στις αναγκαίες εκείνες ενέργειες για να άρουν κάθε επιφύλαξη, αλλά επέδειξαν εμπιστοσύνη στα έγγραφα που είχαν προσκομισθεί από τον αντισυμβαλλόμενό τους, παρά το γεγονός ότι γνώριζαν, ότι ο φάκελος που αυτός εμφάνιζε, δεν είχε σχέση με τους φακέλους που είχαν αποσταλεί στους δικαιούχους από το μελετητικό γραφείο.

Πρέπει δε να σημειωθεί, ότι κατά του αναιρεσείοντος Ζ. Μ. ασκήθηκε ποινική δίωξη για το αδίκημα της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, για τον λόγο ότι, κατά το κατηγορητήριο, ενώ γνώριζε ότι δεν είχε παραχωρηθεί σ' αυτόν το με αριθμό 3 β οικόπεδο, εν τούτοις, παριστάνοντας ότι είναι κύριος αυτού, το πώλησε στους αναιρεσιβλήτους Γ.

και Ε. Κ., αποκρύπτοντας ότι αυτό στο οποίο είχε κληρωθεί βρισκόταν σε άλλη θέση και ότι η κυριότητα του πωλουμένου είχε ήδη μεταβιβασθεί από τον οικοδομικό συνεταιρισμό στην αναιρεσείουσα Μ. Ζ. με το .../1991 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αλεξανδρούπολης Σταύρου Στόγιου που είχε μεταγραφεί νόμιμα, με αποτέλεσμα ο ίδιος να μη έχει αποκτήσει την κυριότητα αυτού, προέβη δε στην εν λόγω πράξη προκειμένου να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο όφελος, ίσο με το τίμημα που έλαβε από τους αγοραστές ζημιώνοντας αντίστοιχα την αναιρεσίβλητη Μ.

Ζ. και τους αγοραστές. Με την 1220/2002 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης κηρύχθηκε ένοχος για την πιο πάνω πράξη, ενώ στη συνέχεια με την 186/2001 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης κηρύχθηκε αθώος, λόγω μη στοιχειοθέτησης της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος. Όσον αφορά δε τους εναγομένους της αρχικής αγωγής της Μ.

Ζ. και ήδη δεύτερο και τρίτη των αναιρεσιβλήτων Γ. και Ε. Κ., αυτοί επιδεικνύοντας εμπιστοσύνη στο πρόσωπο του πωλητή και στην ιδιότητα αυτού ως δικηγόρου, δεν ερεύνησαν δια του πληρεξουσίου τους δικηγόρου την κυριότητα του πωλητή επί του μεταβιβαζομένου ακινήτου, περιοριζόμενοι στην έρευνα μόνο περί της υπάρξεως ή μη βαρών και διεκδικήσεων επ' αυτού.

Γι' αυτούς καθοριστικής σημασίας ήταν το γεγονός, ότι επί του επιδίκου ο πωλητής είχε τοποθετήσει, σε άγνωστο χρόνο, πινακίδα, όπου αναγράφονταν ότι πωλείται το ακίνητο, το όνομα και το τηλέφωνό του, τους προσκόμισε δε και φάκελο που περιείχε έγγραφα, στα οποία αυτός εφέρετο κύριος του 3β οικοπέδου. Βέβαια, ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος Ζ.

Μ., ότι η πινακίδα υπήρχε εκεί επί σειρά ετών, δεν αποδείχθηκε, πρόδηλα δε αυτή τοποθετήθηκε ολίγο πριν από τον Αύγουστο του 1997, οπότε το ακίνητο πωλήθηκε στους αναιρεσιβλήτους Γ. και Ε. Κ.. Με βάση όσα εκτέθηκαν πιο πάνω , οι τελευταίοι τελούσαν σε καλή πίστη, όταν απέκτησαν τη νομή επί του επιδίκου, προέβησαν δε άμεσα στην ανέγερση εντός αυτού οικοδομής, καθόσον εξέπνεε σύντομα ο χρόνος ισχύος της οικοδομικής αδείας.

Με βάση όσα αποδείχθηκαν κυρία του επιδίκου είναι η πρώτη αναιρεσίβλητη Μ. Ζ., η οποία απέκτησε την κυριότητα επ' αυτού κατά παράγωγο τρόπο με το .../1991 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αλεξανδρούπολης Σταύρου Στόγιου που μεταγράφηκε νόμιμα. Συνακόλουθα, οι αναιρεσίβλητοι Γεώργιος και Ε. Κ., στους οποίους πωλήθηκε το επίδικο από τον αναιρεσείοντα Ζ.

Μ., δεν απέκτησαν την κυριότητα επ' αυτού, αφού αγόρασαν από μη κύριο, εφόσον αποδείχθηκε, ότι ο δικαιοπάροχος αυτών Ζ. Μ. ήδη από την προς αυτόν (7-10-1992) μεταβίβαση του εν λόγω ακινήτου τελούσε σε κακή πίστη, δεν μπορεί να προσμετρηθεί στον χρόνο της νομής αυτών ο χρόνος νομής του δικαιοπαρόχου τους (από το 1992) και, ως εκ τούτου, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της παρ' αυτών κτήσεως του δικαιώματος κυριότητας κατά πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με τακτική χρησικτησία.

Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε, ότι ο δικαιοπάροχός τους ασκούσε διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίου επί του επιδίκου από το έτος 1978, καθόσον αρχικά δεν ήταν διαμορφωμένη η όλη έκταση που είχε αγοράσει ο συνεταιρισμός κατά τρόπο ώστε να υπάρχουν διακριτές ιδιοκτησίες και έτσι δεν υπήρχε η δυνατότητα σε κανένα να ασκήσει οποιαδήποτε διακατοχική πράξη σε συγκεκριμένο ακίνητο.

Στο τέλος του έτους 1989 έγιναν τα έργα υποδομής και εκδόθηκε από την πολεοδομία Αλεξανδρούπολης η οικοδομική άδεια για το σύνολο των οικοπέδων. Το γεγονός ότι κατέβαλε τις εισφορές του στον οικοδομικό συνεταιρισμό δεν αποτελεί άσκηση διακατοχικών πράξεων επί του επιδίκου, καθόσον ο ίδιος ήταν ήδη δικαιούχος και είχε κληρωθεί στο με αριθμό 34 οικόπεδο, για το οποίο και ο συνεταιρισμός εισέπραττε τις αντιστοιχούσες στην ιδιοκτησία του εισφορές.

Μάλιστα, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, κατά τη σύνταξη του .../7-10-1992 συμβολαίου και ο ίδιος είχε εκφράσει τις επιφυλάξεις του σε σχέση με τη θέση του ακινήτου, του οποίου η κυριότητά του μεταβιβάζονταν.

Συνεπώς, είναι λογικά ανακόλουθο αφενός μεν να μη γνωρίζει επακριβώς τη θέση του ακινήτου του, αφετέρου δε να ισχυρίζεται ότι ασκούσε διακατοχικές πράξεις επ' αυτού. Οποιεσδήποτε διακατοχικές πράξεις ενδεχόμενα άσκησε αυτός στο επίδικο, τις άσκησε μετά τη σύνταξη του .../7-10-1992 συμβολαίου, οπότε και προσδιορίσθηκε η θέση του επιδίκου.

Επομένως, οι δεύτερος και τρίτη των αναιρεσιβλήτων Γ. και Ε. Κ. δεν κατέστησαν κύριοι του επιδίκου ούτε με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθόσον προσμετρουμένου στον χρόνο της κατοχής εκ μέρους τους του επιδίκου από 21-8-1997 και του χρόνου της από το έτος 1992 κατοχής, με διάνοια κυρίου, του επιδίκου από τον δικαιοπάροχό τους δεν συμπληρώνεται μέχρι την άσκηση κατ' αυτού της ένδικης αγωγής της πρώτης αναιρεσίβλητης Μ.

Ζ. (το έτος 2003) ο απαιτούμενος χρόνος των είκοσι ετών. Περαιτέρω, συνεχίζει το Εφετείο, αποδείχθηκε, ότι η ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη Μ. Ζ. υπέστη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ζ. Μ. ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες, υπό τις οποίες έλαβε χώρα η ένδικη αδικοπραξία, το είδος της προσβολής, το μέγεθος της βλάβης, τον βαθμό υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος, την περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών, πρέπει να επιδικαστεί σ' αυτήν (ενάγουσα) ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 20.000 ευρώ, το οποίο μετά τη στάθμιση των πιο πάνω στοιχείων, κρίνεται εύλογο, καθώς και ότι οι αναιρεσίβλητοι Γ.

και Ε. Κ. κατέβαλαν στον δικαιοπάροχό τους αναιρεσείοντα Ζ. Μ. το ποσό των 23.477,62 ευρώ (8.000.000 δραχμών), από το οποίο ποσό 2.500.000 δραχμών αντιστοιχούσε στην αξία του οικοπέδου και 5.500.000 δραχμών στις οφειλές αυτού προς τον οικοδομικό συνεταιρισμό για τα έργα υποδομής, που αυτός είχε εκτελέσει στο 34β οικόπεδο και τις οποίες ανέλαβαν αυτοί την υποχρέωση να τις καταβάλουν.

Το ποσό αυτό καταβλήθηκε στον αναιρεσείοντα χωρίς νόμιμη αιτία και κατ' αυτό το ποσό αυτός κατέστη πλουσιότερος αδικαιολόγητα. Ακόμη οι παρεμπιπτόντως ενάγοντες και ήδη δεύτερος και τρίτη των αναιρεσιβλήτων Γ. και Ε. Κ. υπέστησαν από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος Ζ. Μ. ηθική βλάβη, καθόσον από βαριά αμέλειά του τους πώλησε ακίνητο, το οποίο δεν του ανήκε κατά κυριότητα, εξαιτίας δε αυτού ενεπλάκησαν σε δικαστικούς αγώνες, δεδομένου ότι αυτοί είχαν ήδη ανεγείρει εντός αυτού καλοπίστως οικία, για την οποία δαπάνησαν μεγάλα ποσά και τα οποία έπρεπε να απαιτήσουν.

Για την αποκατάσταση της ηθικής τους βλάβης πρέπει να αναγνωριστεί ότι ο αναιρεσείων είναι υπόχρεος στην καταβολή ως χρηματικής ικανοποιήσεως του ποσού των 20.000 ευρώ στον καθένα των αναιρεσιβλήτων Γ. και Ε. Κ., το οποίο κρίνεται εύλογο, μετά τη στάθμιση του μεγέθους της προσβολής και της βλάβης που προκλήθηκε σ' αυτούς, καθώς επίσης της περιουσιακής και κοινωνικής κατάστασης των μερών.

Επίσης, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε, ότι ο παρεμπιπτόντως ενάγων και ήδη αναιρεσείων Ζ. Μ. υπέστη βλάβη από τη συμπεριφορά των εκπροσωπούντων τον τέταρτο των αναιρεσιβλήτων οικοδομικό συνεταιρισμό οργάνων κατά την προς αυτόν πώληση του επίδικου ακινήτου. Βέβαια, οι εκπροσωπούντες τον τέταρτο των αναιρεσιβλήτων οικοδομικό συνεταιρισμό δεν επέδειξαν την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια κατά την κατάρτιση του συμβολαίου και δεν ερεύνησαν τα έγγραφα του αρχείου τους, αλλά εμπιστεύθηκαν τον αναιρεσείοντα, ο οποίος είχε στην κατοχή του έγγραφα και παρά τις αμφιβολίες που αυτός εξέφρασε όσον αφορά τη θέση του ακινήτου, στο οποίο είχε κληρωθεί, δεν συμβουλεύθηκαν και πάλι τα έγγραφά τους, πλην όμως η εμπιστοσύνη την οποία επέδειξαν οφείλονταν στο γεγονός ότι αυτός ήταν ο νομικός παραστάτης τους και για τις προσφερθείσες υπηρεσίες του είχαν παραχωρήσει σ' αυτόν ένα οικοπεδικό τμήμα.

Εξαιτίας αυτής ακριβώς της τελευταίας ιδιότητάς του, ο αναιρεσείων είχε κάθε δυνατότητα να ερευνήσει τα σχετικά έγγραφα του αναιρεσιβλήτου συνεταιρισμού, προκειμένου να άρει οποιαδήποτε επιφύλαξή του.

Συνεπώς, η προκληθείσα σ' αυτόν βλάβη από τη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την αμελή συμπεριφορά των οργάνων του αναιρεσιβλήτου οικοδομικού συνεταιρισμού, αλλά αντίθετα αυτός ήταν εκείνος ο οποίος ισχυρίσθηκε ότι του είχε κληρωθεί το με αριθμό 3β ακίνητο". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο έκρινε, ότι την κυριότητα του επιδίκου απέκτησε με παράγωγο τρόπο η ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη Μ.

Ζ., η οποία από την αναφερόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος υπέστη ηθική βλάβη, ότι οι αναιρεσίβλητοι Γ. και Ε. Κ. για την ως άνω αγορά του επιδίκου κατέβαλαν στον αναιρεσείοντα το συνολικό ποσό των 23.477,62 ευρώ, χωρίς νόμιμη αιτία και έτσι ο αναιρεσείων κατά το ποσό αυτό κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερος, και από την αδικοπρακτική αυτή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος αυτοί υπέστησαν ηθική βλάβη και ότι ουδόλως αποδείχθηκε, ότι ο παρεμπιπτόντως ενάγων και ήδη αναιρεσείων Ζ.

Μ. υπέστη βλάβη από τη συμπεριφορά των εκπροσωπούντων τον τέταρτο αναιρεσίβλητο οικοδομικό συνεταιρισμό οργάνων κατά την προς αυτόν πώληση του επίδικου οικοπέδου. Κατόπιν τούτου, το Εφετείο απέρριψε την παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος Ζ. Μ. και δέχθηκε την ένδικη αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης και ως προς τον αναιρεσείοντα, επικυρώνοντας κατά τούτο την πρωτόδικη απόφαση, που κατά τούτο είχε εκφράσει παρόμοια κρίση.

Με αυτά, που δέχτηκε, και, έτσι, που έκρινε, το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330, 914, 904 και 1042 του ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ ορθά δεν εφάρμοσε τη μη εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της κτήσης της κυριότητας του επιδίκου από την ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη Μ.

Ζ., της ηθικής βλάβης που υπέστη αυτή από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος οι δεύτερος και τρίτη των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι είχαν καταβάλει σ' αυτόν χωρίς νόμιμη αιτία το ποσό των 23.477,62 ευρώ και της μη απόδειξης, ότι ο παρεμπιπτόντως ενάγων και ήδη αναιρεσείων Ζ.

Μ. υπέστη βλάβη από τη συμπεριφορά των εκπροσωπούντων τον τέταρτο αναιρεσίβλητο οικοδομικό συνεταιρισμό οργάνων κατά την προς αυτόν πώληση του επίδικου οικοπέδου. Ειδικότερα, το Εφετείο σαφώς δέχτηκε, ότι ο Α. Τ. κληρώθηκε το 1978 μαζί με άλλους τρεις στο με αριθμό 3 οικόπεδο του τέταρτου αναιρεσιβλήτου Οικοδομικού Συνεταιρισμού, ότι το 1980 αυτός ζήτησε τη διαγραφή του από τον συνεταιρισμό και την εγγραφή στη θέση του της θυγατέρας του ενάγουσας-αντεναγομένης και ήδη πρώτης των αναιρεσιβλήτων Μ.

Ζ., η οποία έκτοτε εκπλήρωνε όλες τις υποχρεώσεις της ως μέλος του Συνεταιρισμού, ότι τον Ιούλιο του 1986 στο γραφείο του εναγομένου-αντενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος μετά από πρόσκληση, που συνέταξε αυτός, έγινε κλήρωση του άνω οικοπέδου και στην πρώτη αναιρεσίβλητη έλαχε το με αριθμό β' τμήμα, το οποίο και έλαβε τον αριθμό 3β, το οποίο ο τέταρτος αναιρεσίβλητος συνεταιρισμός πώλησε και μεταβίβασε στην ως άνω πρώτη αναιρεσίβλητη κατά κυριότητα επί του ποσοστού 1/184 εξ αδιαιρέτου επί της αναφερόμενης συνολικής εκτάσεως.

Ότι το επόμενο έτος 1992 ο συνεταιρισμός με το αναφερόμενο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο μεταβίβασε την κυριότητα επί του ιδίου με αριθμό 3β οικοπεδικού τμήματος στον ήδη αναιρεσείοντα, οποίος το 1997 με το αναφερόμενο συμβόλαιο μεταβίβασε κατά κυριότητα στους εναγομένους-ενάγοντες και ήδη δεύτερο και τρίτη των αναιρεσιβλήτων Γ.

Κ. και Ε. Κ.. Ότι ο αναιρεσείων ήταν γνώστης της όλης διαδικασίας και επέδειξε βαριά αμέλεια κατά το χρόνο κατάρτισης το 1992 του συμβολαίου, με το οποίο ο συνεταιρισμός μεταβίβασε σ' αυτόν το επίδικο οικόπεδο και ουδόλως αποδείχθηκε, ότι τελούσε σε καλή πίστη, αφού δεν φρόντισε να ελέγξει τα σχετικά έγγραφα και απέκρυψε, ότι η προαναφερθείσα κλήρωση είχε ήδη γίνει στο γραφείο του το έτος 1986, όπως επίσης επέδειξε βαριά αμέλεια και όταν μεταβίβασε το επίδικο στους δεύτερο και τρίτη των αναιρεσιβλήτων Γ.

και Ε. Κ., τελώντας ομοίως σε κακή πίστη. Ότι οι πιο πάνω αναιρεσίβλητοι δεν απέκτησαν την κυριότητα επ' αυτού, αφού αγόρασαν από μη κύριο και έτσι, την κυριότητα του επιδίκου απέκτησε με παράγωγο τρόπο η πρώτη αναιρεσίβλητη Μ. Ζ.. Ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη Μ. Ζ. υπέστη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος ηθική βλάβη, καθώς και ότι οι αναιρεσίβλητοι Γ.

και Ε. Κ. για την ως άνω αγορά του επιδίκου κατέβαλαν στον αναιρεσείοντα το συνολικό ποσό των 23.477,62 ευρώ, χωρίς νόμιμη αιτία και, έτσι, ο αναιρεσείων κατά το ποσό αυτό κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερος, και από την αδικοπρακτική αυτή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος αυτοί υπέστησαν ηθική βλάβη και ότι ουδόλως αποδείχθηκε, ότι ο παρεμπιπτόντως ενάγων και ήδη αναιρεσείων Ζ.

Μ. υπέστη βλάβη από τη συμπεριφορά των εκπροσωπούντων τον τέταρτο αναιρεσίβλητο οικοδομικό συνεταιρισμό οργάνων κατά την προς αυτόν πώληση του επίδικου οικοπέδου, διότι ναι μεν οι εκπρόσωποι αυτοί δεν επέδειξαν την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια κατά την κατάρτιση του συμβολαίου πωλήσεως, αλλά όμως επέδειξαν εμπιστοσύνη στον αναιρεσείοντα, ο οποίος ήταν ο νομικός παραστάτης τους και είχε κάθε δυνατότητα να ερευνήσει τα σχετικά έγγραφα και έτσι η προκληθείσα στον αναιρεσείοντα βλάβη δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την αμελή συμπεριφορά των ως άνω οργάνων του αναιρεσίβλητου συνεταιρισμού.

Επομένως, οι συναφείς πρώτος, δεύτερος, κατά το δεύτερο και τρίτο μέρος του, και τρίτος, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι αναίρεσης, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 17 δημιουργείται, αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων πρέπει να υπάρχει στο διατακτικό της αποφάσεως και δεν αρκεί η ύπαρξη αντιφάσεως στο αιτιολογικό αυτής. Επομένως, ο δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, αλλά και τελευταίος εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει αντιφατικές διατάξεις, καθόσον "δέχθηκε την αγωγή των αναιρεσιβλήτων Γ. και Ε. Κ. ως προς το αίτημα επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, που προϋποθέτει τη συνδρομή αδικοπραξίας και που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά της πωλήσεως από μέρους του ακινήτου, του οποίου δεν ήταν κύριος", είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η αποδιδόμενη με αυτόν πλημμέλεια ανάγεται στο αιτιολογικό της απόφασης και επομένως δεν ιδρύει τον από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αφενός πρώτης και αφετέρου δεύτερου και τρίτης των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι έχουν χωριστή υπεράσπιση (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-4-2010 αίτηση του Ζ. Μ. του Ι. για αναίρεση της 97/2010 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των παριστάμενων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, επιμεριζόμενα μεταξύ της πρώτης αναιρεσίβλητης Μ. Ζ. και των δεύτερου και τρίτης των αναιρεσιβλήτων Γ. Κ. και Ε. Κ., αντίστοιχα, λόγω της χωριστής τους υπεράσπισης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2011 . Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2012.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ