308/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 308 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 308/2011
Legislator headnote
AI generated308/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 308 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 308/2011
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 308 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 308/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ν. Σ. του Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Παπανικολάου. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο - Σέργιο Σακαλή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-10-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την προφορικώς ασκηθείσα ενώπιον του ακροατηρίου, αλλά και διά των από 5-5-2008 προτάσεών του, πρόσθετη υπέρ της αναιρεσείουσας παρέμβαση του Συλλόγου Υπαλλήλων Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Σ.Υ.Ε.Τ.Ε.). Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1771/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3397/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-12-2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 11-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά το άρθρο 82 παρ. 3 του ΚΠολΔ αποφάσεις και δικόγραφα που επιδίδονται στους κυρίους διαδίκους πρέπει να επιδίδονται και σε εκείνον που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς την παρ. 3 του άρθρου 81 του ίδιου Κώδικα, η οποία ορίζει ότι ο παρεμβαίνων καλείται στις επόμενες διαδικαστικές πράξεις από το διάδικο που επισπεύδει τη δίκη, προκύπτει σαφώς, ότι η κλήση προς συζήτηση της αναιρέσεως που γίνεται είτε κάτω από το αντίγραφο της αναιρέσεως είτε αυτοτελώς (άρθρο 568 ΚΠολΔ), πρέπει να επιδίδεται και προς τον μη εμφανισθέντα κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο, έχοντα κατ' αμφοτέρους τους βαθμούς την ιδιότητα του προσθέτως υπέρ κάποιου από τους κυρίους διαδίκους παρεμβάντος, για να ενημερώνεται αυτός περί της εξελίξεως της δίκης που ανοίγεται με την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως και ασκεί τα νόμιμα δικαιώματά του, διότι αυτός είναι διάδικος, χωρίς δε την κλήτευση αυτού, παραβιάζεται η αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως, ειδική εφαρμογή της οποίας περιέχουν οι αναφερθείσες διατάξεις, αλλιώς δημιουργείται απαράδεκτα της συζητήσεως της αναιρέσεως, το οποίο ως αναφερόμενο στην προδικασία λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο. Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά της του οικείου πινακίου δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου το σωματείο με την επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", που είχε παρέμβει προσθέτως υπέρ της αναιρεσείουσας ενώπιον των Δικαστηρίων της ουσίας. Η αναιρεσίβλητη που επισπεύδει τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης προσκομίζει την υπ' αριθμ. 1881 Β/15-4-2010 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πειραιά Κ. Π., από την οποία προκύπτει ότι επιδόθηκε αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και κλήση για συζήτηση στο ως άνω προσθέτως παρεμβάν. Επομένως, αφού το απολειπόμενο προσθέτως παρεμβάν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου του, πρέπει παρά την απουσία του η συζήτηση να προχωρήσει.
ΙΙ.- Κατά το άρθρο 672 ΑΚ καθένα από τα μέρη έχει δικαίωμα σε κάθε περίπτωση να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση εργασίας για σπουδαίο λόγο, χωρίς να τηρήσει προθεσμία. Το δικαίωμα αυτό δεν μπορεί να αποκλεισθεί με συμφωνία. Σπουδαίο λόγο, κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης, αποτελούν πραγματικά περιστατικά τα οποία, κατ' αντικειμενική κρίση, καθιστούν στη συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, μη ανεκτή για τον καταγγέλοντα τη συνέχιση της σύμβασης εργασίας. Έτσι, η ουσιώδης παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων του μισθωτού αποτελεί σπουδαίο λόγο καταγγελίας. Αρκεί δε ακόμη και ένα περιστατικό, το οποίο αντικειμενικά θεωρούμενο, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, να καθιστά μη ανεκτή την περαιτέρω διατήρηση της συμβατικής σχέσης για εκείνον που δικαιούται να την καταγγείλει. Εξάλλου, κατά το άρθρο 33 του Κανονισμού Εργασίας της αναιρεσείουσας, που καταρτίστηκε με την από 9-3-2001 ΕΣΣΕ σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1876/1990 και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου, η λύση της συμβάσεως εργασίας του προσωπικού της Τράπεζας επέρχεται με το θάνατο, την έγγραφη παραίτηση του υπαλλήλου, την αυθαίρετη απουσία αυτού για χρονικό διάστημα τουλάχιστον ενός μηνός, με καταγγελία της συμβάσεως από την Τράπεζα για σπουδαίο λόγο και λόγω επιβολής κατά το άρθρο 29 του Κανονισμού της ποινής της οριστικής παύσεως, σε κάθε δε περίπτωση η λύση της συμβάσεως επέρχεται αυτοδικαίως με τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας του υπαλλήλου. Στο άρθρο 29 του Κανονισμού προβλέπεται και η ποινή της προσωρινής παύσεως. Αν στον κανονισμό εργασίας του εργοδότη προβλέπονται πειθαρχικά παραπτώματα και αντίστοιχες ποινές, τότε ναι μεν ο εργοδότης δεν υποχρεούται να επιλέξει αντί της έκτακτης καταγγελίας την επιβολή πειθαρχικής ποινής, λόγω της διαφορετικής λειτουργίας τους, αφού με την πρώτη απομακρύνεται ο εργαζόμενος, διότι η εργασιακή σχέση δεν μπορεί να συνεχιστεί ως επαχθής για τον εργοδότη, ενώ με τη δεύτερη επιδιώκεται η διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της επιχειρήσεως, όμως, η προσφυγή του εργοδότη στην έκτακτη καταγγελία ελέγχεται κατά το άρθρο 281 ΑΚ από το δικαστήριο, το οποίο, επίσης, ερευνά αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, με την άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας, παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού, η οποία (αρχή) αποτελεί εκδήλωση της καλής πίστεως και στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος. Ειδικότερα, το δικαστήριο, κατόπιν σχετικού ισχυρισμού, εξετάζει αν υπάρχουν άλλα ηπιότερα από την καταγγελία μέτρα εξίσου πρόσφορα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτή σκοπού, δηλαδή αν η καταγγελία είναι όχι μόνο πρόσφορο αλλά και αναγκαίο μέσο για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του εργοδότη. Περαιτέρω, κατά την παρ. 1 του άρθρου 15 του ν. 1483/1984, "απαγορεύεται και είναι απόλυτα άκυρη η καταγγελία της σχέσης εργασίας εργαζομένης από τον εργοδότη της τόσο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της όσο και για το χρονικό διάστημα ενός έτους μετά τον τοκετό ή κατά την απουσία της για μεγαλύτερο χρόνο, λόγω ασθενείας που οφείλεται στην κύηση ή τον τοκετό, εκτός εάν υπάρχει σπουδαίος λόγος για καταγγελία. Ως σπουδαίος λόγος δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ενδεχόμενη μείωση της απόδοσης της εργασίας της εγκύου που οφείλονται στην εγκυμοσύνη". Κατά το άρθρ. 10 του ΠΔ 176/15-7-1997(ΦΕΚ Α'150) "Μέτρα για τη βελτίωση της ασφάλειας και της υγείας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών", με το οποίο προσαρμόστηκε η ελληνική νομοθεσία προς τις διατάξεις της οδηγίας 92/85/ΕΟΚ της 19-10-1992, "Προκειμένου να εξασφαλισθεί στις εργαζόμενες γυναίκες κατά την έννοια του άρθρου 2, η άσκηση των δικαιωμάτων προστασίας της ασφάλειας και της υγείας τους, τα οποία αναγνωρίζονται στο παρόν άρθρο, προβλέπεται ότι: 1. Απαγορεύεται η καταγγελία της σχέσης εργασίας των εργαζομένων γυναικών, κατά την έννοια του άρθρου 2, σύμφωνα με το άρθρο 15 του ν. 1483/84. 2. Σε περίπτωση καταγγελίας της σχέσης εργασίας εφόσον υπάρχει σπουδαίος λόγος σύμφωνα με το άρθρο 15 του ν. 1483/84, ο εργοδότης οφείλει να αιτιολογήσει δεόντως την καταγγελία γραπτώς και να προβεί σε σχετική κοινοποίηση και προς τις αρμόδιες υπηρεσίες επιθεώρησης εργασίας των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων". Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών ως σπουδαίος για την καταγγελία λόγος, ο οποίος πρέπει να περιέχεται στο έγγραφο αυτής που κοινοποιείται από τον εργοδότη στην εργαζόμενη έγκυο, όταν αυτός, τελώντας σε γνώση της εγκυμοσύνης της, επιθυμεί την λύση της σύμβασης με αυτόν, θεωρούνται ένα ή περισσότερα περιστατικά, τα οποία, κατ' αντικειμενική κρίση, καθιστούν, κατά την συναλλακτική καλή πίστη, μη ανεκτή από τον εργοδότη, στην συγκεκριμένη περίπτωση και ύστερα από εκτίμηση των ειδικών συνθηκών, την περαιτέρω εξακολούθηση της εργασιακής σχέσης, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πταίσματος της εργαζομένης, τέτοιο δε γεγονός συνιστά και η πλημμελής ή μη προσήκουσα εκτέλεση των καθηκόντων της εγκύου εργαζομένης ή η μη συμμόρφωσή της σε οδηγίες του εργοδότη, με την προϋπόθεση, βέβαια, ότι η συμπεριφορά της αυτή δεν είναι απότοκος της κατάστασης της εγκυμοσύνης της. Η ύπαρξη σπουδαίου λόγου για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της εγκύου εργαζομένης αποτελεί περιεχόμενο ένστασης του εργοδότη που ενάγεται για την καταβολή αποδοχών υπερημερίας λόγω της για την αιτία αυτή ακυρότητας της καταγγελίας. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Η ενάγουσα προσλήφθηκε από την εναγομένη με ετήσια σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στις 9-2-1995, ως κλητήρας και τοποθετήθηκε στο Ναυτιλιακό Υποκατάστημά της, ενώ από 9-2-1996 εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό της με το βαθμό του κλητήρα Γ'. Στη συνέχεια μετατάχθηκε στον κλάδο των εισπρακτόρων με το βαθμό του εισπράκτορα Γ' από 1-7-1997, ενώ από 1-7-1998 προήχθη σε εισπράκτορα Β' και στις 21-9-1998 μετατέθηκε στο Υποκατάστημά της επί της Ακτής Μιαούλη αρ. 65, στον Πειραιά , όπου υπηρέτησε μέχρι τις 15-11-2006. Την 1-1-2000 έγινε η μετάταξή της στο Λογιστικό Κλάδο με το βαθμό του Δόκιμου, ενώ από 1-7-2001 προήχθη σε Υπολογιστή Γ', από 1-7-2003 σε Υπολογιστή Β1 και από 1-7-2005 σε Υπολογιστή Α1. Κατά το διάστημα της υπηρεσίας της στο κατάστημα Ακτής Μιαούλη, από 1-2-1999 μέχρι 31-12-2002 ασκούσε καθήκοντα Teller, από 1-1-2003 μέχρι 20-5-2003 απασχολήθηκε ως υπάλληλος Επιχειρηματικής Πίστης και από 21-5-2003 έως 15-11-2006 ως υπάλληλος Καταναλωτικής Πίστης. Από τις 16-11-2006, όμως, αυτή (ενάγουσα) απαλλάχθηκε των καθηκόντων της και τέθηκε στη διάθεση της Υποδιεύθυνσης Διοικητικού της Διεύθυνσης Δικτύου Γ' της εναγομένης, επειδή της καταλογίστηκαν ευθύνες για πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων της και ουσιώδη παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων της. Συγκεκριμένα, μεταξύ 16 και 18 Οκτωβρίου 2006, σε τηλεφωνική επικοινωνία στελέχους της Μονάδας με τον πελάτη-δανειολήπτη του Καταστήματος Β. Α. ζητήθηκε από τον τελευταίο η καταβολή ποσού 43,14 ευρώ, το οποίο αφορούσε χρεωστικούς τόκους τρεχούμενου λογαριασμού, με χρήση ορίου υπερανάληψης (Overdraft). Ο πελάτης αυτός δήλωσε ότι ουδέποτε είχε ζητήσει τη χρήση τέτοιου ορίου από τη Μονάδα, ενώ οι μοναδικές οφειλές του στην εν λόγω Τράπεζα από καταναλωτικά δάνεια αφορούσαν σε ένα "Προσωπικό" και ένα "Ανταπόδοσης" που είχαν χορηγηθεί από το παραπάνω κατάστημα, τα οποία εξυπηρετούσε χωρίς καμία καθυστέρηση. Κατόπιν διερεύνησης του θέματος, που ανέκυψε, διαπιστώθηκε ότι την 1-6-2006 είχε ενεργοποιηθεί από το τερματικό της ενάγουσας όριο υπερανάληψης ποσού 5.000 ευρώ σε τρεχούμενο λογαριασμό του παραπάνω πελάτη. Η εν λόγω υπόλογος (ενάγουσα), η οποία απουσίαζε με άδεια λοχείας από τις 11-9-2006, εκλήθη και προσήλθε στο Κατάστημα δηλώνοντας ότι την 1-6-2006 συνέταξε τη σύμβαση δημιουργίας χρεωστικού υπολοίπου σε τρεχούμενο λογαριασμό, επ' ονόματι του πελάτη, καθώς και όλα τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, έχοντας υπογράψει αντ' αυτού και εν αγνοία του τελευταίου. Επίσης, την προηγούμενη ημέρα (31-5-2006) είχε συντάξει, πλαστογραφώντας την υπογραφή του ίδιου πελάτη, την οικεία αίτηση για παροχή του ορίου υπερανάληψης. Στη συνέχεια στις 5-6-2006 η ενάγουσα χρέωσε τον προαναφερόμενο τρεχούμενο λογαριασμό με το ποσό των 5.000 ευρώ, πλαστογραφώντας την υπογραφή του πελάτη στο οικείο ένταλμα πληρωμής και ισοπόσως πίστωσε πέντε λογαριασμούς (δανείων και ταμιευτηρίου), μεταξύ των οποίων και δικό της αποταμιευτικό λογαριασμό με 4.525 ευρώ Κατόπιν των ανωτέρω ειδοποιήθηκε η Διεύθυνση Εσωτερικού Ελέγχου-Επιθεώρησης της εναγομένης Τράπεζας και κλιμάκιο Επιθεωρητών διενήργησε έλεγχο στο Κατάστημα, προκειμένου να εντοπιστούν άλλες παρόμοιες ενέργειες της ενάγουσας. Το αποτέλεσμα της έρευνας περιλαμβάνεται στο νόμιμα επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από την εναγομένη από 21-12-2006 Εμπιστευτικό Υπηρεσιακό Σημείωμα του Επιθεωρητή Ν. Τ., κατά το οποίο, με την προσέλευση των Επιθεωρητών στο Κατάστημα η ενάγουσα παραδέχθηκε εγγράφως τις προαναφερόμενες ενέργειες της, τις οποίες απέδωσε στα έντονα οικονομικά προβλήματα, που τότε αντιμετώπιζε, σε συνδυασμό με σοβαρό πρόβλημα υγείας του νεογέννητου τέκνου της. Αυθημερόν δε έσπευσε να τακτοποιήσει, με εξόφληση, το χρεωστικό υπόλοιπο του παραπάνω πελάτη, καταβάλλοντος ποσό 5.100 ευρώ, από την πώληση του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου της. Παράλληλα ανέφερε εγγράφως ότι είχε εξυπηρετηθεί με πέντε (5) ανοικτά ή προσωπικά δάνεια, τα οποία είχαν λάβει νομοτύπως φιλικά ή συγγενικά της πρόσωπα. Αυτές τις οικονομικές της υποχρεώσεις προς τους τελευταίους τις εξόφλησε με τη λήψη δυο καταναλωτικών δανείων (Άρση Βαρών για ποσό 45.000 ευρώ και Ανοικτό Εθνοδάνειο με όριο υπερανάληψης, μέσω τρεχούμενου λογαριασμού, για ποσό 45.000 ευρώ), τα οποία χορηγήθηκαν σε οικογενειακό φίλο και κουμπάρο του πατέρα της. Επίσης, δήλωσε ότι όλες οι συμβάσεις, καθώς και τα εντάλματα πληρωμής των ως άνω δανειοδοτηθέντων πέντε πελατών έχουν υπογραφεί από αυτούς. Σε συμπληρωματική δε και με την αυτή ημερομηνία με την αρχική (24-10-2006) επιστολή της ανέφερε και άλλους εννέα (9) δανειολήπτες, οι οποίοι ομοίως την είχαν εξυπηρετήσει, χωρίς, ωστόσο, να υπάρχει πλέον καμία οφειλή επ' ονόματι τους, όπως επιβεβαιώθηκε και από τη διερεύνηση των σχετικών παραστατικών. Από τον έλεγχο όμως προέκυψαν και άλλα δάνεια Καταναλωτικής Πίστης, τα οποία η υπόλογος ενάγουσα δεν ανέφερε, καίτοι είχε ιδιοποιηθεί το προϊόν τους, ενώ διαπιστώθηκαν οι ακόλουθες μεθοδεύσεις της: 1] χρησιμοποίησε εν αγνοία τεσσάρων (4) πελατών, δανειοληπτών προσωπικά τους στοιχεία (εκκαθαριστικά φόρου εισοδήματος, φωτοτυπίες Α.Δ.Τ. κ.λ.π.), τα οποία άντλησε από προϋπάρχοντες φακέλους δανείων των τελευταίων, προκειμένου να τεκμηριώσει νέα αιτήματα και να λάβει τις σχετικές εγκρίσεις από την αρμόδια Κεντρική Υπηρεσία, 2] πλαστογράφησε τις υπογραφές των ως άνω πελατών στα απαιτούμενα έντυπα (αιτήσεις, συμβάσεις των προαναφερομένων δανείων, το προϊόν των οποίων καρπώθηκε η ίδια πλαστογραφώντας, ομοίως, τα σχετικά εντάλματα πληρωμής, όπως αποδεικνύεται από τους νόμιμα επικαλούμενους και προσαγόμενους από την εναγομένη οικείους πίνακες υπ' αριθμ. 4-6 και 9, που συντάχθηκαν από τον διενεργήσαντα τη σχετική έρευνα Επιθεωρητή Ν. Τ., των οποίων έλαβε γνώση ενυπογράφως και η ενάγουσα συμφωνώντας με τις επισημάνσεις και διαπιστώσεις της Επιθεώρησης, και οι οποίοι (πίνακες)ειδικότερα αφορούν κινήσεις κοινού λογαριασμού ταμιευτηρίου επ' ονόματι Αντωνίου Σχιζοπούλου ή Ηλία Σχιζοπούλου, χρεώσεις τρεχούμενου λογαριασμού επ' ονόματι Γ. Μ. με ευχέρεια υπερανάληψης μέχρι ποσού 10.000 ευρώ, ανοικτό προσωπικό δάνειο μέσω τρεχούμενου λογαριασμού επ' ονόματι Σ. Σ. με χρεωστικό όριο μέχρι ποσού 6.000 ευρώ και χρεώσεις τρεχούμενου λογαριασμού επ' ονόματι Α. Σ. μέσω Ανοικτού Εθνοδανείου με ευχέρεια υπεραναληψης μέχρι ποσού 5.000 ευρώ, αντίστοιχα, και 3] πλαστογράφησε μόνο τις υπογραφές διαφόρων πελατών σε εντάλματα πληρωμής επί τρεχούμενων λογαριασμών, όπως, επίσης, αποδεικνύεται από τους νόμιμα επικαλούμενους και προσαγόμενους από την εναγομένη οικείους πίνακες υπ' αριθμ. 1, 2, 7 και 8, που συντάχθηκαν, ομοίως ως άνω από τον Επιθεωρητή Ν. Τ. και των οποίων, επίσης, έλαβε γνώση ενυπογράφως και η ενάγουσα συμφωνώντας με τις επισημάνσεις και διαπιστώσεις της Επιθεώρησης, αφορούν δε ειδικότερα, αντίστοιχα: α) κίνηση λογαριασμού Ανοικτού Εθνοδανείου επ' ονόματι Κ. Χ. με ευχέρεια υπερανάληψης μέχρι ποσού 13.600 ευρώ και ενώ η ενάγουσα διατείνεται ότι δεν έχει καμία σχέση με αυτό, από τον έλεγχο διαπιστώθηκε ότι στις 10-5-2005 ποσό 5.600 ευρώ από το προϊόν του δανείου πιστώθηκε σε κοινό λογαριασμό της, στις 7-3-2006 πραγματοποίησε ανάληψη ποσού 4.000 ευρώ υπογράφοντας αντί του δικαιούχου του λογαριασμού στο σχετικό ένταλμα πληρωμής και με το προϊόν της ανάληψης πίστωσε το λογαριασμό άλλου πελάτη και στις 16-5-2006 πραγματοποίησε ανάληψη ποσού 400 ευρώ υπογράφοντας αντί του δικαιούχου του λογαριασμού στο σχετικό ένταλμα πληρωμής και με το προϊόν της ανάληψης πίστωσε το λογαριασμό τρίτου πελάτη, β)κίνηση λογαριασμού Ανοικτού Εθνοδανείου επ' ονόματι του συγγενή της Α. Τ. με ευχέρεια υπερανάληψης μέχρι ποσού 45.000 ευρώ, στον οποίο η ενάγουσα πραγματοποίησε αναλήψεις, αλλά ο δικαιούχος εκλήθη εκ των υστέρων και υπέγραψε τα σχετικά παραστατικά και δήλωση "καλώς έχειν", γ) χρεώσεις τρεχούμενων λογαριασμών επ' ονόματι Γ. Ζ., μέσω Ανοικτών Εθνοδανείων μέχρι ποσού και 10.000 ευρώ, αντίστοιχα, και από τους οποίους τις 25-7-2006 πραγματοποιήθηκαν αναλήψεις από την ενάγουσα ποσών 2.000 και 4.000 ευρώ, αντίστοιχα, υπογράφοντας η ίδια αντί του δικαιούχου τα σχετικά εντάλματα πληρωμής, το δε προϊόν των συναλλαγών πιστώθηκε σε αποταμιευτικό λογαριασμό τρίτου πελάτη, προς εκπλήρωση οικονομικής υποχρέωσης της ενάγουσας έναντι του τελευταίου και δ) χρέωση τρεχούμενου λογαριασμού ετέρου πελάτη (Ε.Γ.) μέσω Ανοικτού Εθνοδανείου μέχρι ποσού 4.400 ευρώ, από τον οποίο στις 27-6-2006 αυτή (ενάγουσα) πραγματοποίησε ανάληψη αντί του δικαιούχου και εν αγνοία του τελευταίου, υπογράφοντας η ίδια στο σχετικό ένταλμα πληρωμής, το προϊόν της οποίας συναλλαγής πίστωσε σε ίδιο αποταμιευτικό της λογαριασμό. Με βάση, συνεπώς, τα προεκτεθέντα και με δεδομένη την περιεχόμενη στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής ομολογία της ενάγουσας ότι εν γνώσει της παραβίαζε συστηματικά τις οδηγίες της εναγομένης Τράπεζας να μη θέτει η ίδια, ως υπάλληλος, υπογραφές για λογαριασμό πελατών της στην πραγματοποίηση τραπεζικών τους συναλλαγών, ανεξάρτητα της συναίνεσης ή μη των τελευταίων, σ' αυτές, είναι αδιαμφισβήτητη η πραγματοποίηση αντισυμβατικών και αντίθετων με την ιδιότητα του τραπεζικού υπαλλήλου ενεργειών και παραλείψεων εκ μέρους αυτής (ως άνω ενάγουσας), οι οποίες συνιστούν, κατ' αντικειμενική κρίση, σπουδαίο λόγο που πράγματι δικαιολογούσε την καταγγελία της σύμβασης εργασίας αυτής, εφόσον αιτιολογημένα κλονίστηκε η όλως απαραίτητη για τη συνέχιση της συνδέουσας τα διάδικα μέρη υπαλληλικής και εν γένει εργασιακής σχέσης εμπιστοσύνη της εναγομένης εργοδότριας τράπεζας προς το πρόσωπο της ενάγουσας και διαταράχθηκε η ομαλή συνεργασία τους, ώστε να υφίστανται πλέον ικανές αμφιβολίες εκ μέρους της εναγομένης για τη δυνατότητα της εκ μέρους της ενάγουσας προσφοράς υπεύθυνου τραπεζικού έργου. Επιπροσθέτως, εκ των ενεργειών και παραλείψεων της ενάγουσας προκλήθηκε κλονισμός του κύρους της εναγομένης και επηρεάσθηκε αρνητικά η φήμη της έναντι τρίτων, όσον αφορά την εύρυθμη, ικανοποιητική και κυρίως ασφαλή ανάληψη και εκπλήρωση εκ μέρους της συνήθων και καθημερινής φύσης τραπεζικών εργασιών.
Συνεπώς, η εκ μέρους της εναγομένης τράπεζας γενόμενη στις 3-8-2007 νομότυπα, σύμφωνα με τις απαιτούμενες κατά τις διατάξεις του Π.Δ. 176/1997 κοινοποιήσεις στην ίδια την ενάγουσα και στη Διεύθυνση Κοινωνικής Επιθεώρησης, Τμήμα Κοινωνικής Επιθεώρησης Ανατολικού Τομέα Αθηνών και στη Διεύθυνση Κοινωνικής Επιθεώρησης Πειραιά του Σ.Ε.Π.Ε., έκτακτη καταγγελία της συνδέουσας αυτήν και την εν λόγω ενάγουσα υπάλληλο συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, αφού προηγουμένως(η εναγομένη) παραιτήθηκε από την αρχική από 24-7-2007 καταγγελία της και ενώ η ενάγουσα τελούσε, όπως προεκτέθηκε, από 16-11-2006 σε διαθεσιμότητα, αποτελούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση πρόσφορο και αναγκαίο για τη διαφύλαξη των συμφερόντων της μέτρο, χωρίς να έχει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, προφανώς υπερβεί τα τιθέμενα με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ αξιολογικά όρια της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικοοικονομικού σκοπού για τον οποίο αναγνωρίζεται από την έννομη τάξη το αντίστοιχο δικαίωμα της για τη στο μέλλον κατάργηση της συμβάσεως εργασίας, ώστε να μη μπορεί να αποκρουστεί βάσιμα (η άσκηση του εν λόγω δικαιώματος της εναγομένης) από την ενάγουσα ως καταχρηστική, και συνακόλουθα άκυρη μη δυναμένων των ως άνω περιγραφέντων παραπτωμάτων της ενάγουσας να αντιμετωπισθούν με τυχόν ηπιότερα μέτρα από αυτό της καταγγελίας. Κρίνοντας, επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση του τα αντίθετα, και συγκεκριμένα ότι μπορούσε να αξιωθεί από την εναγομένη η διατήρηση της ενάγουσας στην υπηρεσία της με την εναντίον της λήψη ηπιότερου της απόλυσης της μέτρου και ιδία εκείνου της, κατ εφαρμογή του προβλεπόμενου από τον Κανονισμό της εναγομένης πειθαρχικού δικαίου, ποινής της προσωρινής αργίας (άρθρ. 29 του ισχύοντος Κανονισμού Εργασίας της εναγομένης), έσφαλε περί την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, αφού παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 672, 281 ΑΚ, καθόσον, υπό τα γενόμενα δεκτά περιστατικά συνέτρεχε σπουδαίος λόγος, για την καταγγελία της ένδικης σύμβασης εργασίας, δοθέντος ότι, λόγω της βαρύτητας των ανωτέρω ενεργειών της ενάγουσας και της παράβασης των καθηκόντων που της είχαν ανατεθεί, υφίστανται ικανές αμφιβολίες εκ μέρους της εναγομένης για τη δυνατότητα εκ μέρους της πρώτης (ενάγουσας) προσφοράς υπεύθυνου τραπεζικού έργου, με κίνδυνο βλάβης των δικαιολογημένων συμφερόντων της τελευταίας (εναγομένης), για την αποτροπή του οποίου το μόνο πρόσφορο αλλά και αναγκαίο μέσο ήταν, όπως προεκτέθηκε, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της. Αντίθετη κρίση, ότι δηλαδή η εν λόγω αντισυμβατική και παράνομη συμπεριφορά της ενάγουσας, ενόψει του ότι αυτή ουδέποτε τιμωρήθηκε πειθαρχικά, ούτε κινήθηκε εις βάρος της πειθαρχική διαδικασία, ήταν φίλεργη και επιδίωξε να άρει τις δυσμενείς συνέπειες των υπαλληλικών παραπτωμάτων της, δεν καθιστά, σύμφωνα με την καλή πίστη, μη ανεκτή τη συνέχιση της σύμβασης, επειδή το ζήτημα θα μπορούσε να αντιμετωπισθεί με την επιβολή ηπιότερων μέτρων από αυτό της καταγγελίας, δεν δικαιολογείται, αν ληφθεί μάλιστα υπόψη και ότι, όπως προεκτέθηκε, από τις ενέργειες και παραλείψεις της εν λόγω ενάγουσας προκλήθηκε κλονισμός του κύρους της εναγομένης και επηρεάστηκε αρνητικά η φήμη της έναντι τρίτων, όσον αφορά την εύρυθμη, ικανοποιητική και κυρίως ασφαλή ανάληψη και εκπλήρωση εκ μέρους της συνήθων και καθημερινής φύσης τραπεζικών εργασιών. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 672 και 281 ΑΚ, διότι υπό τα γενόμενα πιο πάνω δεκτά η ένδικη καταγγελία της συμβάσεως ορισμένου χρόνου εργασίας της αναιρεσείουσας έγινε για σπουδαίο λόγο, συνιστάμενο στην υπαίτια παράβαση των εργασιακών υποχρεώσεων της και δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από το άρθρο 281 του ΑΚ. Επομένως, οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αρ. 1 πέμπτος και έκτος λόγοι της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν λήφθηκαν υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την εν λόγω διάταξη, νοούνται αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό. Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί παρέλειψε να αναφερθεί στους ακόλουθους θεμελιωτικούς της ένδικης αγωγής αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς: 1) Περί μη συνδρομής σπουδαίου λόγου για την απόλυσή της. 2) Ότι δεν συνέτρεχαν εξαιρετικοί λόγοι για να μπορεί να καταγγελθεί η σύμβασή της λόγω της μητρότητάς της. 3) Ότι υπαγόταν στις προστατευτικές διατάξεις του νόμου περί προστασίας της μητρότητας. 4) Ότι για τον ίδιο λόγο έπρεπε η καταγγελία να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη. 5) Ότι η εναγομένη παραβίασε το δικαίωμά της της προηγούμενης ακροάσεώς της. 6) Ότι η απόλυσή της πραγματοποιήθηκε χωρίς να έχει προηγηθεί απόφαση του αρμόδιου εργοδοτικού οργάνου και συγκεκριμένα του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης και χωρίς τα υπογράφοντα αυτήν άτομα να έχουν την απαραίτητα αντιπροσωπευτική εξουσία προκειμένου να προβούν σε αυτήν. 7) Ότι, εφόσον η εναγομένη της καταλογίζει τα ποινικά αδικήματα της πλαστογραφίας και της απάτης, θα έπρεπε πριν από την απόλυσή της να έχει υποβάλει μήνυση εναντίον της , πράγμα που δεν έχει κάνει. Επίσης, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως από την ίδια πιο πάνω διάταξη η αναιρεσείουσα μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη, γιατί δεν έλαβε υπόψη τους αναφερόμενους ισχυρισμούς και διαδόσεις της αναιρεσίβλητης σε βάρος της προς θεμελίωση του αιτήματός της για επιδίκαση εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής της βλάβης. Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως ως προς τους ισχυρισμούς με αριθμούς 1,2,3 και 4 ελέγχεται ως αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, αφού με βάση τις αναφερόμενες παραπάνω ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν έγιναν δεκτοί οι αγωγικοί αυτοί ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας και απορρίφθηκε η ένδικη αγωγή της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως που περιέχει και τις περαιτέρω αιτιάσεις ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τους σχετικούς ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, αναφορικά με τη μη τήρηση της πειθαρχικής διαδικασίας και την παραβίαση του δικαιώματος της προηγούμενης ακροάσεώς της, καθώς και τη μη υποβολή πριν την απόλυσή της ποινικής δίωξης εναντίον της, αφού της καταλογίζει ποινικά αδικήματα, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Και τούτο διότι, στην πρώτη περίπτωση, σύμφωνα με γενικότερη αρχή του εργασιακού δικαίου, η πειθαρχική διαδικασία είναι ανεξάρτητη από το δικαίωμα καταγγελίας του εργοδότη, ο οποίος και επί διαπράξεως πειθαρχικού, κατά τον οικείο Κανονισμό, παραπτώματος από το μισθωτό, δεν κωλύεται στις εν γένει εργασιακές σχέσεις, και χωρίς την τήρηση της πειθαρχικής διαδικασίας, να καταγγείλει την εργασιακή σχέση κατά τις κοινές διατάξεις. Στη δεύτερη περίπτωση διότι, από τις διατάξεις των άρθρων 5 § 1 του ν. 2112/1920 και 7 του ν. 3198/1955 που ορίζουν ότι ο εργοδότης δικαιούται να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου χωρίς να τηρήσει προθεσμία, αν εναντίον του μισθωτού υποβλήθηκε μήνυση για αξιόποινη πράξη η οποία διαπράχθηκε κατά την άσκηση της υπηρεσίας του ή απαγγέλθηκε κατ' αυτού κατηγορία για αδίκημα που φέρει το χαρακτήρα πλημμελήματος, συνάγεται ότι η υποβολή μηνύσεως συναρτάται μόνο με την τήρηση της προθεσμίας και δεν αποτελεί προϋπόθεση της καταγγελίας, ώστε να προηγείται αυτής. Από τις διατάξεις των άρθρ. 65, 67, 68 και 70 του ΑΚ και 18 §§ 1 και 2 του Κωδ. ν. 2190/1920 προκύπτει ότι την ανώνυμη εταιρεία εκπροσωπεί δικαστικά και εξώδικα το διοικητικό της συμβούλιο, που ενεργεί συλλογικά και είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε πράξη που αφορά την διοίκηση της εταιρείας, την διαχείριση της περιουσίας της και γενικά την εκπλήρωση του σκοπού της. Η παραπάνω οργανική εκπροσώπηση της ανώνυμης εταιρείας μπορεί να ανατεθεί εν όλω ή εν μέρει σε ένα ή περισσότερα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ή και σε τρίτους, είτε απευθείας με διάταξη του καταστατικού είτε με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, αν υφίσταται σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό. Τα πρόσωπα αυτά (μέλη του Δ.Σ. ή τρίτοι) είναι όργανα της εταιρείας με αντιπροσωπευτική εξουσία παράλληλη με εκείνη του Δ.Σ. και ενεργούν ως υποκατάστατα αυτού, αντλώντας την εξουσία τους από το νόμο και το καταστατικό. Όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του ίδιου κώδικα, η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο ή απαράδεκτο και άρα σε ισχυρισμό που δεν έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν ιδρύει τον προβλεπόμενο από την τελευταία αυτή διάταξη λόγο αναιρέσεως.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός, με τον οποίο αποδίδεται το παραπάνω με αρ. 6 σφάλμα, χωρίς, όπως από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής προκύπτει, να προσδιορίζεται ποιο ή ποια πρόσωπα υπέγραψαν την καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης της αναιρεσείουσας, είναι αόριστος και ως εκ τούτου ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το σχετικό μέρος του είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Επίσης, ελέγχεται ως αβάσιμος και ο ισχυρισμός που περιέχεται στο δεύτερο λόγο αναιρέσεως, αφού με την απόρριψη της ένδικης αγωγής από την προσβαλλόμενη απόφαση δεν έγινε δεκτός και ο ισχυρισμός αυτός. Περαιτέρω, το Εφετείο, με τις παραπάνω παραδοχές του, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, όπως ορίζεται στο άρθρο 25 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, και ο περί του αντιθέτου έβδομος λόγος του αναιρετηρίου από το άρθρο 559 άρθρ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Ο από το άρθ. 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση εγγράφου, συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο σε αποδεικτικό έγγραφο, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο, που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση, η οποία είναι σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση του να σχημάτισε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο, το φερόμενο ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει, όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας αυτού. Στην κρινόμενη υπόθεση, με τους τρίτο και τέταρτο, από το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, λόγους αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, παραμόρφωσε τα παρακάτω έγγραφα, που αναφέρονται στις προαναφερόμενες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, ήτοι: την από 1-6-2006 σύμβαση δημιουργίας χρεωστικού υπολοίπου σε τρεχούμενο λογαριασμό επ' ονόματι πελάτη της αναιρεσίβλητης, την από 31-5-2006 αίτηση πελάτη για παροχή του ορίου υπερανάληψης, το από 5-6-2006 ένταλμα πληρωμής, την από 24-10-2006 επιστολή αυτής (αναιρεσείουσας), έντυπα αιτήσεων και συμβάσεις που έφεραν υπογραφές πελατών της αναιρεσίβλητης και εντάλματα πληρωμής επί τρεχούμενων λογαριασμών. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, διότι η αιτίαση από το ως άνω άρθρο αναφέρεται σε σφάλμα του δικάσαντος Δικαστηρίου, ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου των εγγράφων αυτών προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος και όχι σε διαγνωστικό σφάλμα, ενώ, εξάλλου, από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν μόρφωσε τη γνώμη του, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο, από το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών, αλλά ότι συνεκτίμησε αυτά μαζί με τα λοιπά μνημονευόμενα στην απόφασή του αποδεικτικά στοιχεία, μεταξύ των οποίων και ομολογία της αναιρεσείουσας για την πλαστογραφία, ώστε να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα σχετικά με το κρίσιμο ζήτημα της πλαστογραφίας. Τέλος, κατά την επιβολή των εξόδων εις βάρος του ηττηθέντος διαδίκου (ΚΠολΔ 176) το δικαστήριο δεν απαιτείται να αιτιολογήσει ειδικά την κρίση του, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Επομένως, το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη με αριθμό 1771/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάζοντας δε επί της αγωγής απέρριψε αυτήν ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και καταδίκασε την ενάγουσα στα δικαστικά έξοδα της εναγομένης και για τους δυο βαθμούς δικαιοδοσίας, τα οποία όρισε στο ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 176 και 183 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο αντίθετος όγδοος λόγος της αναίρεσης. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-12-2009 αίτηση της Ν. Σ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3397/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Φεβρουαρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του την 1η Μαρτίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ