308/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated308/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το αίτημα αυτό πρέπει ν' απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, αφού από τα υπάρχοντα στον φάκελο της δικογραφίας στοιχεία δεν αποδεικνύεται η επικαλούμενη οικονομική αδυναμία της αναιρεσείουσας, μη αρκούντος προς τούτο μόνου του γεγονότος της λύσεως αυτής.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 308 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 308/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Ελένη Σπίτσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "...... ΓΙΩΤΙΝΓΚ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" που εδρεύει στον ...... και εκπροσωπείται νόμιμα η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Χάμπα.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, για λογαριασμό του και για λογαριασμό όλων των ασφαλιστών- μελών του ασφαλιστικού συνδικάτου του LIOYD's με αριθμό ...... και κωδικό ...... κατά το ασσφαλιστικό έτος 2000 που συνήψε την υπ' αριθ. ...... ασφαλιστική σύμβαση, όλων κατοίκων ......, που εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Σπαϊδιώτη, ο οποίος ανακάλεσε την από 19-9-2008 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-10-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1761/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 441/2006 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 12-11-2006 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Σπίτσα ανέγνωσε την από 29-9-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρο 62 ΚΠολΔ όποιος έχει ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης και εξετάζεται σε κάθε στάση της δίκης και αυτεπαγγέλτως (άρθρο 72 ΚΠολΔ). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 46, 47 και 49 του Ν. 3190/1955 "Περί Εταιριών Περιωρισμένης Ευθύνης" και 72, 73 και 74 ΑΚ συνάγεται ότι η λύση του νομικού προσώπου της εταιρίας περιωρισμένης ευθύνης δεν θίγει την ικανότητά της να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων διότι και μετά τη λύση της η νομική προσωπικότητα της εταιρίας λογίζεται υφισταμένη, εφόσον τούτο απαιτείται για τις ανάγκες και προς τον σκοπό της εκκαθάρισης. Εφεξής η εταιρία εκπροσωπείται από τους εκκαθαριστές, οι οποίοι είναι οι διαχειριστές, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στο καταστατικό ή άλλως απεφάσισε η συνέλευση των εταίρων. Υπό τα ως άνω εκτιθέμενα, ο προβαλλόμενος με τις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, εμπροθέσμως κατατεθείσες, κατ' άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ, έγγραφες προτάσεις του αναιρεσιβλήτου ισχυρισμός περί απαραδέκτου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης για το λόγο ότι η αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από το ΦΕΚ ΤΑΕ - ΕΠΕ 76/4-1-2006, έχει λυθεί και δεν υφίσταται ως νομικό πρόσωπο είναι νόμω αβάσιμος.
Επειδή, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 233 έως 236, 242 παρ. 2, 245, 246, 252 έως 261, 286 έως 308, 310 και 312 έως 334. Η απαρίθμηση όμως αυτή δεν είναι περιοριστική αφού ο νομοθέτης δεν χρησιμοποιεί το στερητικό μόριο "μόνο" και συνεπώς στην αναιρετική δίκη εφαρμόζονται και άλλες διατάξεις που δεν καλύπτονται από τις ειδικές ρυθμίσεις του περί αναιρέσεως ειδικού κεφαλαίου του ΚΠολΔ, εφόσον βέβαια αυτές δεν προσήκουν μόνο στη διαδικασία των δικαστηρίων της ουσίας.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 169 ΚΠολΔ, το δικαστήριο, ύστερα από αίτηση του εναγομένου ή του διαδίκου ενώπιον του οποίου ασκήθηκε κυρία παρέμβαση ή ένδικο μέσο, μπορεί να υποχρεώσει σε εγγυοδοσία τον ενάγοντα ή τον διάδικο που άσκησε κύρια παρέμβαση ή ένδικο μέσο για τα έξοδα της διαδικασίας, που γίνεται στο ίδιο δικαστήριο, αν αυτό κρίνει, ότι υπάρχει προφανής κίνδυνος αδυναμίας να εκτελεστεί η ενδεχόμενη καταδίκη του διαδίκου αυτού στη δικαστική δαπάνη του αντιδίκου του.
Από τη διάταξη αυτή, που αποσκοπεί στην εξασφάλιση του εναγομένου (του καθ' ου η κυρία παρέμβαση ή του καθ' ου ασκήθηκε το ένδικο μέσο) για την είσπραξη των εξόδων της διαδικασίας ενώπιον του οικείου δικαστηρίου και εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη αφού δεν γίνεται σ' αυτή διάκριση μεταξύ τακτικών και εκτάκτων ενδίκων μέσων, δεν προσήκει δε μόνον στην διαγνωστική δίκη, προκύπτει ότι :
α) για να υπάρξει υποχρέωση προς παροχή εγγυοδοσίας του ενεργούντος την επιθετική πράξη διαδίκου υπέρ του αντιδίκου του απαιτείται να υποβληθεί αίτηση του τελευταίου και μάλιστα κατά την πρώτη συζήτηση επί ποινή απαραδέκτου (άρθρ. 263 περ. γ' ΚΠολΔ), β) κριτήριο της υποχρέωσης εγγυοδοσίας είναι η προφανής οικονομική αδυναμία του επιτιθέμενου διαδίκου, ανεξάρτητα από τις πιθανότητες ουσιαστικής κρίσεως της διαφοράς υπέρ του ενός ή του άλλου διαδίκου μέρους.
Ο σχετικός κίνδυνος πρέπει να είναι προφανής και τούτο ισχύει, λόγου χάρη, όταν ο επιτιθέμενος διάδικος στερείται εμφανούς περιουσίας είναι άγνωστης διαμονής, αναξιόχρεος λόγω πολλαπλών χρεών έναντι τρίτων ή και του ίδιου του διαδίκου και ήδη αιτούντος και εν γένει αφερέγγυος, γ) για να διαταχθεί η ανωτέρω εγγυοδοσία, πρέπει, κατά την κρίση του δικαστηρίου που δικάζει και σχηματίζεται με ελεύθερη απόδειξη από τα στοιχεία που έχουν τεθεί υπ' όψιν του, να υπάρχει προφανής κίνδυνος για τη μη εκτέλεση της διάταξης για τα δικαστικά έξοδα σε περίπτωση ενδεχόμενης καταδίκης σ' αυτά του υπόχρεου διαδίκου στην εγγυοδοσία, δ) το δικαστήριο, που δέχεται τη διακωλυτική ένσταση για εγγυοδοσία, καθορίζει όχι μόνο το μέγεθος αυτής, αλλά και την προθεσμία εντός της οποίας οφείλει ο υπόχρεος να την καταβάλει, ενώ, αν αυτή παρέλθει άπρακτη το δικαστήριο με αίτηση εκείνου που ζήτησε την εγγυοδοσία ανακαλεί την αγωγή, κύρια παρέμβαση ή το ένδικο μέσο.
Η ανάκληση, μάλιστα, αυτή θεωρείται ότι αφορά το δικόγραφο και όχι το δικαίωμα προς άσκηση της αγωγής, της κυρίας παρέμβασης ή του ένδικου μέσου (άρθρ. 171, 172 και 162 ΚΠολΔ). Το βάρος απόδειξης των προϋποθέσεων της εν λόγω αναβλητικής ενστάσεως (που εισάγει εξαιρετικού χαρακτήρα δικονομικό κανόνα) φέρει ο εναγόμενος, ο καθ' ου η κύρια παρέμβαση ή εκείνος κατά του οποίου ασκείται το ένδικο μέσο, ενώ αυτή (ένσταση) είναι βάσιμη αν αποδειχθεί πλήρως, χωρίς να αρκεί απλή πιθανολόγηση.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσίβλητος με τις ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις του ζητεί να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα σε εγγυοδοσία, λόγω υπάρξεως προφανούς κινδύνου αδυναμίας εισπράξεως των τυχόν επιδικασθησομένων δικαστικών εξόδων σε περίπτωση ήττας της, αφού η ίδια και πριν από τη λύση της είχε ως μοναδικό εμφανές περιουσιακό στοιχείο το βυθισθέν σκάφος "......" και είχε ζημιογόνα οικονομικά αποτελέσματα.
Το αίτημα αυτό πρέπει ν' απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, αφού από τα υπάρχοντα στον φάκελο της δικογραφίας στοιχεία δεν αποδεικνύεται η επικαλούμενη οικονομική αδυναμία της αναιρεσείουσας, μη αρκούντος προς τούτο μόνου του γεγονότος της λύσεως αυτής.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Εξάλλου, κατά το αυτό άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Εν προκειμένω, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα : "Στο Αγγλικό δίκαιο, διατάξεις και κανόνες του οποίου (που έχουν σχέση με την επίδικη διαφορά) προσκομίζονται κατά το μεγαλύτερο μέρος νόμιμα από τους διαδίκους, αλλά είναι και γνωστοί στο Δικαστήριο από προηγούμενες ενέργειες του (και το οποίο, αλλοδαπό δίκαιο, ας αναφερθεί, κατά διεθνή συναλλακτική συνήθεια επιλέγεται από τα συμβαλλόμενα μέρη στις ναυτασφαλιστικές συναλλαγές, με σχετική ρήτρα των όρων της ασφάλισης, ανεξαρτήτως μάλιστα του ουσιώδους ή μη συνδέσμου με αυτές), και δη στο άρθρο 17 του Αγγλικού Νόμου "περί θαλασσιάς -ναυτικής ασφαλίσεως του 1906", (γνωστού με το όνομα Marine Insurance Act 1906, εφεξής ΜΙΑ 1906) ορίζεται ότι "η ναυτική ασφάλιση βασίζεται επί της αρχής της υπέρτατης καλής πίστης και, αν η υπέρτατη καλή πίστη δεν τηρηθεί από οποιονδήποτε των συναλλασσομένων μερών, η σύμβαση δύναται να ακυρωθεί από το άλλο μέρος".
Η έννοια της "απόλυτης καλής πίστεως" εκτείνεται πολύ πέρα από την έννοια του δόλου και συγκεκριμένα έχει ως αφετηρία απλώς την αποσιώπηση ή απόκρυψη ενός ουσιώδους περιστατικού ή τη λανθασμένη πεπλανημένη δήλωση ή, σε επίγνωση του ασφαλιζόμενου, την μη τήρηση ορισμένων βασικών προϋποθέσεων, αδιάφορα αν αυτές οι εσφαλμένες απεικονίσεις έγιναν με δόλια πρόθεση, από απλή αμέλεια, εκ παραδρομής ή από αδιαφορία.
Περαιτέρω, στο άρθρο 18 της ΜΙΑ 1906 ορίζεται ότι "1. Ο ασφαλιζόμενος οφείλει να αποκαλύψει στον ασφαλιστή, πριν ολοκληρωθεί το συμβόλαιο, οποιοδήποτε ουσιώδες περιστατικό που είναι γνωστό σε αυτόν και ο ασφαλιζόμενος θεωρείται ότι είναι γνώστης όλων των περιστατικών που κατά την κανονική πορεία των εργασιών, θα έπρεπε να του ήσαν γνωστά.
Αν ο ασφαλιζόμενος παραλείψει να προβεί σε τέτοια αποκάλυψη, ο ασφαλιστής έχει τη δυνατότητα να ακυρώσει το συμβόλαιο. 2. Κάθε περιστατικό θεωρείται ουσιώδες, εφόσον μπορεί να επηρεάσει ένα συνετό ασφαλιστή στον προσδιορισμό του ασφαλίστρου ή στην απόφασή του να αναλάβει τον κίνδυνο. ... 4. Κατά πόσον ένα περιστατικό συγκεκριμένο το οποίο δεν ανακοινώθηκε είναι ή όχι ουσιώδες κρίνεται κατά περίσταση".
Σύμφωνα δε με το άρθρο 20 του νόμου ΜΙΑ 1906 "1. Οποιαδήποτε ουσιώδες απεικόνιση που δίνεται από τον ασφαλιζόμενο ή τον πράκτορα του στον ασφαλιστή, κατά την διαπραγμάτευση του συμβολαίου και πριν αυτό οριστικοποιηθεί, πρέπει να είναι αληθής. Εαν είναι αναληθής, ο ασφαλιστής έχει τη δυνατότητα να ακυρώσει το συμβόλαιο. 2.
Η απεικόνιση είναι ουσιώδης, εφόσον θα επηρέαζε την κρίση ενός συνετού ασφαλιστή ως προς τον προσδιορισμό του ασφαλίστρου ή ως προς την ανάληψη του κινδύνου". Τόσο δε η παράλειψη ανακοινώσεως (non-disclosure) που αναφέρεται στο άρθρο 18 της ΜΙΑ του 1906 όσο και η αναληθής απεικόνιση (misrepresentation) του άρθρου 20 της ΜΙΑ 1906, οι οποίες αμφότερες είναι αρχές που απορρέουν και έχουν τις ρίζες τους στην "απόλυτη καλή πίστη", έχουν ως συνέπεια σε περίπτωση παραβάσεων τους ότι καθιστούν τη σύμβαση ακυρώσιμη κατά την απόλυτη διακριτική ευχέρεια του βλαπτόμενου μέρους και συγκεκριμένα του ασφαλιστή, ο οποίος δικαιούται να αποστεί από το συμβόλαιο.
Ότι από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, από τις ...... και ...... ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων της ενάγουσας και από τις ...... και ...... ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων των εναγομένων αντίστοιχα, που λήφθηκαν όλες νομότυπα καν εμπρόθεσμα σύμφωνα με το άρθρο 270 του Κ.Πολ.Δ. (βλ.
τις ......, ...... και ......εκθέσεις επιδόσεως τον αρμόδιων δικαστικών επιμελητών ...... και ......, αντίστοιχα) και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, σε νόμιμη μετάφραση από την αγγλική στην ελληνική όπου απαιτείται, αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά:
Με σύμβαση θαλάσσης ασφάλισης που καταρτίστηκε την 1η Απριλίου 2000 μεταξύ της ενάγουσας εταιρίας ...... ΓΙΩΤΙΝΓΚ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ, πλοιοκτήτριας του επαγγελματικού/τουριστικού θαλαμηγού σκάφους, τύπου "ξύλινο τρεχαντήρι", "......" (με αριθμό νηολογίου Πειραιά ......, κοχ 74,04, κκχ 45,96, μήκ.
Ολ. 17,90 μ., πλάτ. ολ. 5,80 μ., βυθ. 1,80 μ. ΔΔΣ ......, με μία μηχανή ΜΕREDES OM 403) και των εναγομένων ασφαλιστών - μελών του ασφαλιστικού συνδικάτου των Lloyd's Λονδίνου με αριθμό ...... και κωδικό "......" κατά το λογιστικό έτος 2000, οι τελευταίοι, μέσω της ασφαλειομεσιτικής εταιρίας "Hellas Yachts Insurance Ltd" που εκπροσωπούσε στην Ελλάδα τους ασφαλομεσίτες των Lloyd's Λονδίνου "Fastnet Marine" και της αντιπροσώπου και διαχειρίστριάς τους στο Λονδίνο εταιρίας "Yachtline", ασφάλισαν, δυνάμει του υπ' αριθ. ......
ασφαλιστηρίου συμβολαίου, το ανωτέρω σκάφος τους με την κύρια μηχανή του και το λοιπό εξοπλισμό, όργανα και άλλα αντικείμενα αυτού, κατά των θαλασσίων κινδύνων, σύμφωνα με τους στερεότυπους όρους ασφάλισης σκαφών αναψυχής (των ρητρών του Ινστιτούτου των Ασφαλιστών του Λονδίνου της 1-11-1985, εξαιρουμένων των όρων 10.1, 10.6 και 11.6.3) για χρονικό διάστημα δώδεκα μηνών, (από 1-4-2000 ώρα Ελλάδος 00.00' έως 1-4-2001 ώρα Ελλάδος 00.01'), αντί συμφωνηθέντος ασφαλίστρου ποσού 3.888 δολλ.
ΗΠΑ και με ασφαλιζόμενη αξία συνολικού ποσού 360.000 δολλ. ΗΠΑ, η οποία περιελάμβανε το βοηθητικό σκάφος με την εξωλέμβια μηχανή του αξίας 7.000 δολλ. ΗΠΑ, προσωπικά αντικείμενα αξίας 3.500 δολλ. ΗΠΑ, ραντάρ αξίας 3.500 δολλ. ΗΠΑ και σωσίβια αξίας 4.500 δολλ. ΗΠΑ, με ένα μη καλυπτόμενο αρχικό ποσό 1.800 δολλ. ΗΠΑ, για περιοχή πλεύσεως Μεσόγειο θάλασσα, εξαιρουμένης της θαλάσσιας περιοχής Ισραήλ, περιλαμβανομένης της θαλάσσιας περιοχής Τουρκίας και θάλασσας του Μαρμαρά μέσω Δαρδανελίων.
Η ανωτέρω σύμβαση ασφαλίσεως καταρτίστηκε σε συνέχεια προγενέστερων συμβάσεων ασφαλίσεως του ιδίου ως άνω σκάφους, με τη μηχανή και τον εξοπλισμό του, η πρώτη εκ των οποίων καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων στις 28-2-1985, με διάρκεια ασφάλισης από 1-3-1985 έως 1-3-1986. Μάλιστα η σύμβαση αυτή είχε καταρτισθεί κατόπιν διαπραγματεύσεων των διαδίκων στο πλαίσιο των οποίων η ενάγουσα είχε υποβάλλει προς τους εναγομένους ασφαλιστές, δια της διαχειρίστριας και εκπροσώπου τους στο ......
εταιρίας "Yachtiline", τη σχετική από 28-2-1985 έγγραφη πρόταση της περί ασφαλίσεως του εν λόγω σκάφους, στην οποία περιέχονταν δηλώσεις της για τα στοιχεία και την αξία του ασφαλιζόμενου σκάφους, μηχανής και λοιπού εξοπλισμού και οργάνων του, στο τέλος δε της προτάσεως της περιεχόταν και δήλωσή της ότι δεν είχε αποκρύψει κάποια πληροφορία που μπορεί να επηρέαζε την απόφαση των ασφαλιστών σε σχέση με την πρόταση και ότι αποδεχόταν πως η πρόταση και δήλωση της θα αποτελούσε τη βάση για τη σύμβαση ασφαλίσεως.
Σε αντίστοιχες έγγραφες προτάσεις της, που ακολούθησαν προς ανανέωση της ετήσιας ασφαλιστικής καλύψεως του σκάφους της, δήλωσε ως αξία του το ποσό των 780.000 δολλ. ΗΠΑ για την περίοδο 1-4-1994 έως 1-4-1995. Και μετά από εκτεταμένη ανακαίνιση του σκάφους περί τα τέλη του έτους 1994 και τις εκτεταμένες επισκευές και εργασίες συντηρήσεως αυτού, που έλαβαν χώρα κατά τα έτη 1997 και 1999 (βλ.
ιδίως το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από την ενάγουσα νόμιμα σε ακριβή μετάφραση από την Αγγλική στην Ελληνική από 10-4-1995 τηλεομοιοτυπικό μήνυμα "Έκθεση εκτίμησης αξίας" της εταιρίας πραγματογνωμόνων ΒΑLΜΑRΙΝΕ LIΜΙΤΕD, τις σχετικές αποδείξεις και τιμολόγια που περιλαμβάνονται στο προσκομιζόμενο από την ενάγουσα με αρίθμ.
σχετ. 16, την από 22-9-1994 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του επιθεωρητή ...... της εταιρίας ΥΕS, την περιγραφή των εργασιών που έλαβαν χώρα στο διάστημα Μαΐου - Ιουνίου 1997 του ναυπηγού ...... και την ένορκη βεβαίωση του Α), δήλωσε ως αξία του το ποσό των 360,000 δολλ. ΗΠΑ για τις περιόδους από 1-4-1995 έως 1-4-1996, 1-4-1996 έως 1-4-1997, 1-4-1997 έως 1-4-1998, 1-4-1998 έως 1-4-1999, 1-4-1999 έως 1-4-2000 και 1-4-2000 έως 1-4-2001.
Πριν την ετήσια ανανέωση της ασφαλιστικής καλύψεως του σκάφους για την περίοδο 1-4-1997 έως 1-4-1998, οι εναγόμενοι ασφαλιστές, δια της αντιπροσώπου τους εταιρίας "Ian McCall & Co. Ltd", ενημέρωσαν εγγράφως την ενάγουσα ότι πριν από την ανανέωση της ασφάλισης όφειλε να τους γνωστοποιήσει οποιοδήποτε ουσιώδες περιστατικό που μπορεί να επηρέαζε τον ασφαλιζόμενο κίνδυνο, όπως, λόγου χάριν τυχόν διαφημιζόμενη και ζητούμενη τιμή πωλήσεως του σκάφους, ώστε να μπορούν και αυτοί να αναθεωρήσουν τους όρους τους (βλ.
το προσκομιζόμενο με επίκληση από τους εναγομένους από 21-2-1997 σχετικό έγγραφο). Δοθέντος δε ότι σύμφωνα με το Αγγλικό δίκαιο η υποχρέωση του ασφαλιζομένου συνεχίζεται και για κάθε μεταγενέστερη ανανέωση ήδη συναφθείσας ασφάλισης, ενώ αντίθετα κάθε μεταβολή των περιστάσεων μετά τη σύναψη της ασφάλισης δεν γεννά υποχρέωση του ασφαλιζόμενου να προβεί σε αντίστοιχη δήλωση προς τον ασφαλιστή, ή ως άνω ανακοίνωση κατέστησε υπόχρεη την ενάγουσα έναντι των ασφαλιστών να αποκαλύπτει σ' αυτούς τέτοια περιστατικά (που θα επηρέαζαν δηλαδή την κρίση συνετού ασφαλιστή) πριν από κάθε ανανέωση της ασφάλισης.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά τη διάρκεια της τελευταίας ασφαλιστικής περιόδου το σκάφος της ενάγουσας είχε ναυλωθεί από την εταιρία "Deep River Maritime S.A. Monrocia Liberia", δια του εκπροσώπου της Α, για εξαήμερη κρουαζιέρα, αρχόμενη από 26-10-2000 έως 31-10-2000 από τη μαρίνα ...... προς τη νήσο ...... και επιστροφή. Περί ώρα 10.30 της 27-10-2000 το σκάφος απέπλευσε από τη μαρίνα ......
με πλήρωμα τον Β (κυβερνήτη) και τον Γ (ναύτη) και με επιβαίνοντα τον άνω εκπρόσωπο της ναυλώτριας Α, με προορισμό τη νήσο ......, όπου θα επιβιβάζονταν η σύζυγος του τελευταίου και ένα φιλικό ζεύγος τους, οι οποίοι περί ώρα 1.00 της 28-10-2000 θα έφθαναν αεροπορικώς στο νησί. Περί ώρα 14.30' της 27-10-2000 και ενώ το σκάφος βρισκόταν πλησίον του άκρου ......
της νήσου ......, οι ανωτέρω αποφάσισαν να αγκυροβολήσουν σε παραπλήσιο όρμο για να γευματίσουν και να ξεκουραστούν και ακολούθως να αποπλεύσουν την 20.00' ώρα, ούτως ώστε το πρωί της επομένης να βρίσκονται στη ...... . Περί ώρα 20.00' απέπλευσαν και ενώ έπλεαν για χρονικό διάστημα 20 λεπτών, ευρισκόμενοι στο στενό ......-......, άκουσαν και αισθάνθηκαν δυνατό κτύπημα στην πλώρη και στη συνέχεια στην αριστερή πλευρά του σκάφους, που προερχόταν από πρόσκρουση σε κάποιο επιπλέον αντικείμενο, που λόγω του σκότους δεν κατόρθωσαν να διακρίνουν.
Από έλεγχο που έγινε αμέσως από τον κυβερνήτη διαπιστώθηκε εισροή υδάτων στο μηχανοστάσιο από προκληθέν ρήγμα και παρά τις προσπάθειες που έγιναν με την αντλία, η στάθμη του ύδατος ανέβαινε λόγω της μεγάλης εισροής. Ο κυβερνήτης αποφάσισε τότε την εγκατάλειψη του σκάφους και αφού επιβίβασε τον επιβάτη και το ναύτη σε πνευστή σωσίβια λέμβο, εξέπεμψε σήμα κινδύνου με το VΗF και στη συνέχεια επιβιβάστηκε και αυτός ενώ το σκάφος βυθιζόταν.
Μετά από λίγο κατέφθασαν στην περιοχή το Ε/Γ-Ο/Γ "......" στο οποίο επιβιβάστηκε ο ναύτης Γ, ενώ οι άλλοι δύο παρελήφθησαν από το σκάφος Π.Λ.Σ. ..., του Λιμεναρχείου Λαυρίου που είχε και αυτό καταπλεύσει (βλ. ιδίως την υπ' αριθμ. ...... έκθεση του ανακριτικού συμβουλίου ναυτικών ατυχημάτων (ΑΣΝΑ) και την ένορκη βεβαίωση του επιβαίνοντος Α, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιά).
Δυο ημέρες αργότερα (την 30-10-2000) η ενάγουσα ανήγγειλε στην προαναφερθείσα εκπρόσωπο των εναγομένων ασφαλιστών στην Ελλάδα εταιρία "Hellas Yachts Insurance Ltd", προς ενημέρωση των εναγομένων, τη βύθιση του σκάφους της, λόγω πρόσκρουσης του σε άγνωστο αντικείμενο. Εξάλλου, από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων της με τους εναγομένους ασφαλιστές για την κατάρτιση της επίδικης συμβάσεως ασφαλίσεως και συγκεκριμένα την 1-4-2000, με σχετική έγγραφη πρότασή της δήλωσε ότι η ασφαλιστική αξία του σκάφους της, με βάση την τρέχουσα αξία του κατά την ημερομηνία ασφαλίσεως, ήταν 360.000 δολλ.
ΗΠΑ. Η δήλωση αυτή της ενάγουσας ήταν ειλικρινής και καλόπιστη, διότι αυτή ενόψει των πιο πάνω εκτεταμένων ανακαινίσεων του σκάφους της αρχικά το 1994 και στη συνέχεια το 1997, είχε κάθε λόγο να πιστεύει ότι η πραγματική αξία αυτού ήταν η δηλωθείσα των 360.000 δολλ. ΗΠΑ (βλ. και την από 27-3-2002 έκθεση εκτιμήσεως του ναυλομεσίτη Δ σύμφωνα με την οποία η αξία του σκάφους της πριν το ατύχημα της 27-10-2000 εκτιμάτο σε 300.000-400.000 δολλ.
ΗΠΑ και την πιο πάνω ένορκη βεβαίωση του ασφαλειομεσίτη Ε). Εξάλλου, το γεγονός ότι κατά την ανανέωση της ασφαλίσεως η τιμή διαθέσεως του σκάφους προς πώληση ήταν μικρότερη της δηλωθείσας, όπως θα αναφερθεί παρακάτω, δεν σημαίνει, άνευ άλλου τινός, ότι η δηλωθείσα δεν αντιπροσώπευε και την αληθή εμπορική αξία αυτού, πόσω μάλλον που πολλές φορές διάφοροι λόγοι, κυρίως οικονομικοί, δημιουργούν ουσιώδη απόκλιση μεταξύ της πραγματικής αξίας και της τιμής διαθέσεως του πράγματος.
Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός των εναγομένων εφεσίβλητων ότι η δήλωση της ενάγουσας ήταν αναληθής αναφορικά με την αξία του σκάφους, όπως δέχθηκε και το Πρωτόδικο Δικαστήριο, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, αναφορικά με τον έτερο ισχυρισμό των εναγομένων εφεσίβλητων, ότι η εκκαλουμένη κατά παράβαση της προαναφερθείσας αρχής της "υπέρτατης καλής πίστης" απέκρυψε από τους ασφαλιστές κατά τις τελευταίες πέντε ετήσιες ανανεώσεις της ασφαλίσεως ότι είχε διαθέσει το σκάφος της προς πώληση καθώς και την τιμή προς την οποία επωλείτο, αποδείχθηκαν, από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά μέσα, τα εξής:
Η ενάγουσα στις 2-4-1993 δια του διαχειριστή και εκπροσώπου της Χ ανέθεσε με έγγραφη εντολή στην ελληνική εταιρία μεσιτών "Seahorse Yacht Brokers" να πωλήσει το σκάφος της. Στην εν λόγω έγγραφη εξουσιοδότηση (βλ. αυτή νόμιμα προσκομιζόμενη με επίκληση από τους εναγομένους) η τιμή πωλήσεως του σκάφους ορίζεται σε 350.000 δολλ.
ΗΠΑ και αναφέρεται ρητά, σχετικά με τη διακύμανση της τιμής, ότι "Σε περίπτωση που η SEAHORSE ΕΠΕ διαπραγματευθεί την πώληση του σκάφους αυτού, ... συμφωνώ να καταβάλω σε αυτήν την καθιερωμένη 10% προμήθεια σε οποιαδήποτε τιμή πώλησης συμφωνήσω και αποδεχθώ. Εάν υπάρξει αλλαγή της τιμής πώλησης ... υποχρεούμαι να ενημερώσω τη SEAHORSE ΕΠΕ το ταχύτερο δυνατόν".
Έτσι, δια της ως άνω εταιρίας μεσιτών, το σκάφος το Μάιο του 1994 είχε διατεθεί προς πώληση για 350.000 δολλ. ΗΠΑ, ενώ η ζητούμενη τιμή πωλήσεως αυτού από τον Οκτώβριο του 1999 ανερχόταν σε 250.000 δολλ. ΗΠΑ (και το Σεπτέμβριο του 2000 σε 150.000 δολλ. ΗΠΑ). Όμως, καίτοι το γεγονός αυτό, της διαθέσεως δηλ. του σκάφους προς πώληση και της τιμής προσφοράς αυτού ήταν ουσιώδες για τους ασφαλιστές, αφού μπορούσε να επηρεάσει την απόφασή τους για την κάλυψη του ασφαλιστικού κινδύνου και το ύψος του ασφαλίστρου, και ανεξάρτητα αν η τιμή διαθέσεως αυτού ήταν μικρότερη της αληθούς εμπορικής του αξίας, γι' αυτό, άλλωστε, οι τελευταίοι είχαν έγκαιρα εγγράφως ενημερώσει την ενάγουσα, η τελευταία αυτή κατά την ανανέωση της ένδικης ασφαλίσεως την 1-4-2000 απέκρυψε το γεγονός αυτό από τους ασφαλιστές, κατά παράβαση των προαναφερομένων διατάξεων των άρθρων 17 και 18 της ΜΙΑ 1906.
Ειδικότερα, στην πιο πάνω από 21-2-1997 πρόσκληση για ανανέωση ασφάλισης που στάλθηκε στην ενάγουσα μέσω των εκπροσώπων των εναγομένων ασφαλειομεσιτών "Ian McCall International Ltd", ρητά επεσείετο η προσοχή του ασφαλισμένου στην ανάγκη ενημερώσεως των ασφαλιστούν για το τυχόν γεγονός της θέσεως του σκάφους προς πώληση ή για την τιμή με την οποία επωλείτο.
Συγκεκριμένα, περιέχεται στο εν λόγω έγγραφο η εξής επισήμανση: "παρακαλώ βεβαιωθείτε ότι οιαδήποτε αλλαγή σε ουσιώδη γεγονότα θα τεθεί εις γνώση μας πριν την εκπνοή της παρούσης ασφαλίσεως για να εκδώσουμε το αναθεωρημένο ασφαλιστήριο ως προς τα ποσά. Οποιαδήποτε αλλαγή στον αρχικό κίνδυνο που μπορεί να επηρεάσει την κρίση των ασφαλιστών θεωρείται ουσιώδες γεγονός και αποτυχία να αποκαλύψετε οιεσδήποτε αλλαγές μπορεί να δώσει το δικαίωμα στους ασφαλιστές να μην καταβάλουν αποζημίωση με βάση αυτό το ασφαλιστήριο.
Για παράδειγμα, εάν το σκάφος σας έχει διατεθεί προς πώληση, οι ασφαλιστές χρειάζονται να γνωρίζουν τη διαφημιζόμενη τιμή πώλησης που ζητάτε, έτσι ώστε να μπορούν να αναθεωρήσουν τους όρους".
Συνεπώς, η ασφαλισμένη εταιρία είχε μία ρητή, συνεχή και γνωστή υποχρέωση να αποκαλύψει στους ασφαλιστές το ανωτέρω γεγονός, ώστε να είναι σε θέση αυτοί να μπορούν να αναθεωρήσουν τους όρους της συμβάσεως. Παρά ταύτα όμως αυτή δεν το έπραξε. Στην παραπάνω κρίση του, περί διαθέσεως δηλαδή του σκάφους προς πώληση και της τιμής της προσφοράς του και αποκρύψεως του εν λόγω γεγονότος κατά τον κρίσιμο χρόνο της ανανεώσεως της συμβάσεως, οδηγήθηκε το Δικαστήριο τούτο από τη σαφή κατάθεση του μάρτυρος των εναγομένων ΣΤ ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων τους Ζ (Επιθεωρητή σκαφών αναψυχής) και Η (Αγγλου δικηγόρου ειδικευμένου στο δίκαιο της ασφάλισης σκαφών αναψυχής) και από τα προσκομιζόμενα με επίκληση έγγραφα, μεταξύ των οποίων και η από 24-10-2001 επιστολή του συμβούλου - μεσίτη σκάφων αναψυχής της εταιρίας μεσιτών "Seahorse Int.
Yacht Brokers" Θ προς τον ιδιώτη - υποψήφιο αγοραστή Κ, κάτοικο ......, στην οποία αναφέρονται τα εξής: "Γνωρίζω το ελληνικής ναυπηγήσεως 1977, με κύτος από ιρόκο, μηχ/κίνητο ιστιοφόρο "......" από το 1994 όταν για πρώτη φορά μπήκε στη λίστα μας για πώληση στο ποσό των 350.000 δολλ. ΗΠΑ. Τον Οκτώβριο του 1999 η ζητούμενη τιμή του σκάφους μειώθηκε σε 250.000 δολλ.
ΗΠΑ. Μετά το Σεπτέμβριο του 2000, για να επιταχυνθεί η πώληση, η τιμή μειώθηκε περαιτέρω σε 150.000 δολλ. ΗΠΑ. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου και γι' αυτή την τιμή εμφανίστηκε ένας πελάτης που ενδιαφέρθηκε να αγοράσει το σκάφος. Οι λόγοι για την πώληση σε αυτή τη μειωμένη τιμή ήσαν, κατά τη γνώμη μου, πρώτον προσωπικοί και δεύτερον οφείλονταν στη μειωμένη δυνατότητα του σκάφους να νοικιασθεί λόγω του ανταγωνισμού από μεγαλύτερα αλλά λιγότερο ακριβά μηχ/κίνητα ιστιοφόρα σκάφη που πλημμύρησαν την αγορά ναυλώσεων.
Από τον αρχικό μου επιφανειακό έλεγχο του σκάφους το 1994 στο ...... του ...... μέχρι τον τελευταίο μου έλεγχο εντός λιμανιού τον Απρίλιο του 2000, βεβαιώνω ότι το σκάφος φαινόταν να είναι γενικά σε καλή κατάσταση και καλά διατηρημένο και η αξία του στην αγορά ήταν τουλάχιστον 150.000 δολλ. ΗΠΑ". Η παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου τούτου δεν μπορεί να ανατραπεί από την κατάθεση του μάρτυρος της ενάγουσας Λ (ναυπηγού και φίλου των κυρίων μετόχων της ενάγουσας Χ και Μ), ο οποίος πειράται με υπεκφεύγουσες και αόριστες απαντήσεις να αποδείξει (ότι το σκάφος ουδέποτε ετέθη προς πώληση, με μόνη πηγή πληροφόρησής του, τους πλοιοκτήτες.
Ούτε όμως και οι ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων της ενάγουσας Ε (ασφαλιστή της πιο πάνω ασφαλειομεσιτικής εταιρίας τουριστικών σκαφών "Hellas Yachts Insurance Ltd" και Α (επιβάτη του σκάφους κατά το τελευταίο θαλάσσιο ταξίδι του) μπορούν να ανατρέψουν την άνω κρίση του Δικαστηρίου, αφού δεν αναφέρονται ούτε ακροθιγώς στον κρίσιμο εν προκειμένω ισχυρισμό των εναγομένων περί παραβιάσεως από την ενάγουσα της αρχής της "υπέρτατης καλής πίστης" που διέπει την επίδικη ασφαλιστική σύμβαση.
Επομένως, εφόσον οι μη αποκαλύψεις της ενάγουσας αφορούσαν περιστατικά που είναι (ουσιώδη) δηλαδή μπορούσαν σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη να επηρεάσουν και επηρέασαν στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως αποδείχθηκε, την απόφαση των ασφαλιστών για την κάλυψη του ασφαλιστικού κινδύνου και το ύψος του ασφαλίστρου, ορθά κατ' αποτέλεσμα το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε, έστω και με εσφαλμένη κατά ένα μέρος και ελλιπή αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται και συμπληρώνεται από την παρούσα, ότι οι εναγόμενοι δεν είναι υπόχρεοι στην καταβολή της επίδικης ασφαλιστικής αποζημιώσεως, καθόσον οι παραπάνω αποκρύψεις είχαν ως αποτέλεσμα από μόνες τους, με επιλογή των εναγομένων, την ακύρωση (ενεργούσα αναδρομικώς) της συμβάσεως.
Συνεπώς, όσα αντίθετα ισχυρίζεται η ενάγουσα με τους σχετικούς 3° έως και 9° λόγους της εφέσεώς της προς απόρριψη της προαναφερθείσας καταλυτικής της αγωγικής αξιώσεως ενστάσεως, και ειδικότερα ότι το σκάφος της ουδέποτε μετά το 1993 είχε διατεθεί προς πώληση και ότι σε κάθε περίπτωση το γεγονός της αποκρύψεως δεν ήταν ουσιώδες και δεν μπορούσε να παρακινήσει ούτε παρακίνησε τους ασφαλιστές στην κατάρτιση της επίμαχης συμβάσεως, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Και αυτό διότι, πέραν του ότι στην προκειμένη περίπτωση το ουσιώδες του γεγονότος ήταν προφανές κατά την ανανέωση της συμβάσεως, αφού η ενάγουσα γνώριζε την ανάγκη των ασφαλιστών να γνωρίζουν ότι αφορούσε την πώληση του σκάφους και την τιμή της προσφοράς του, ώστε να είναι σε θέση να μπορούν να σταθμίσουν αν θα προχωρήσουν στη σύναψη της ασφαλίσεως με τους ίδιους όρους ή μη, με αποτέλεσμα το προφανές του γεγονότος να δικαιολογεί την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, ότι οι σφαλιστές παρακινήθηκαν από αυτό (γεγονός), σε κάθε περίπτωση η ασφαλισμένη ενάγουσα δεν απέδειξε, όπως όφειλε, ότι και αν η απόκρυψη δεν είχε γίνει, οι ασφαλιστές θα είχαν προχωρήσει στη σύναψη της ασφαλίσεως με τους ίδιους όρους (βλ.
σχετ. στην πιο πάνω ένορκη βεβαίωση Η. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της ενάγουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή της, κατά παραδοχή της ενστάσεως του εναγομένου περί ακυρώσεως της ασφαλιστικής σύμβασης και απαλλαγής τους από την υποχρέωση καταβολής του ασφαλίσματος.
Έτσι κρίνοντας το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 17 και 18 του αγγλικού νόμου για τις θαλάσσιες ασφαλίσεις του 1906, αφού, κατά τις εν λόγω διατάξεις και τον επιδιωκόμενο σκοπό αυτών, αρκεί κατά την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης και των ανανεωτικών αυτής συμβάσεων η απόκρυψη ή αποσιώπηση ενός ουσιώδους περιστατικού, ως τοιούτου νοουμένου εκείνου το οποίο θα ηδύνατο να επηρεάσει ένα συνετό ασφαλιστή στον προσδιορισμό του ασφαλίστρου ή στην απόφαση του να αναλάβει τον κίνδυνο, ανεξαρτήτως του αν το αποκρυβέν ουσιώδες περιστατικό ανταποκρινόταν ή όχι στην αλήθεια, αλλ' ούτε (παρεβίασε) και την απορρέουσα από τις άνω διατάξεις αρχή της καλόπιστης συμπεριφοράς που διέπει τις συναλλαγές, αφού κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης το αποκρυβέν στοιχείο ήταν ουσιώδες υπό την παραπάνω έννοια και απεκρύβη από την ενάγουσα, κατά το στάδιο πριν από την οριστικοποίηση της ασφαλιστικής σύμβασης.
Εξάλλου, με την εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων, το Εφετείο δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας. Ειδικότερα, με τις ανωτέρω διατάξεις επιδιώκεται ο σκοπός διασφάλισης του ασφαλιστή από την ανάληψη κινδύνου, τον οποίο δεν θα αναλάμβανε ή θα αναλάμβανε με μικρότερο ασφάλισμα αν γνώριζε όλα τα στοιχεία τα αφορώντα το ασφαλιστέο έννομο συμφέρον και τα οποία, αν και γνωρίζει, αποκρύπτει ο κύριος αυτού.
Ως μέσο δε πραγματώσεως του σκοπού αυτού χρησιμοποιείται η δυνατότητα του ασφαλιστή να ακυρώσει την ασφαλιστική σύμβαση και να απαλλαγεί της καταβολής του ασφαλίσματος. Το μέσον αυτό είναι κατάλληλο προς επίτευξη του σκοπού αυτού της εξασφάλισης του ασφαλιστή, τελεί δε σε εσωτερική αλληλουχία με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη εκ του μέσου ωφέλεια να μην υπολείπεται της επερχόμενης βλάβης στο δικαίωμα λήψης του ασφαλίστρου.
Τέλος, το Εφετείο με τις παραπάνω παραδοχές του δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης λόγω ασαφών και αντιφατικών αιτιολογιών, αφού με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες δέχεται ότι οι μη αποκαλύψεις της ενάγουσας αφορούσαν περιστατικά που είναι ουσιώδη, δηλαδή μπορούσαν να επηρεάσουν και επηρέασαν στην συγκεκριμένη περίπτωση την απόφαση των ασφαλιστών για την κάλυψη του ασφαλιστικού κινδύνου και το ύψος του ασφαλίστρου.
Συνακόλουθα, ο εκ των αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο, δεύτερο και τρίτο μέρος του και ο δεύτερος λόγος κατά το πρώτο μέρος του, είναι αβάσιμοι. Ο πρώτος λόγος, κατά το τέταρτο μέρος του εκ του αριθ. 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, γιατί, κατά τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο, δεν αποδίδεται στο Εφετείο εσφαλμένη ανάγνωση της από 21-02-1997 έγγραφης πρόσκλησης της αναιρεσίβλητης προς την αναιρεσείουσα, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου αυτής.
Ο δεύτερος εκ του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος, περί μη λήψεως υπόψη του ενάτου λόγου έφεσης και της περιεχόμενης σε αυτόν ένστασης περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, είναι αβάσιμος, αφού από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο ερεύνησε τον λόγο έφεσης και τους σε αυτόν περιεχόμενους ισχυρισμούς και τον απέρριψε ως αβάσιμο.
Ο ίδιος λόγος (δεύτερος κατά το δεύτερο μέρος του), με τον οποίο ο αναιρεσείων επικαλείται απλώς την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ χωρίς να την συνδέει με συγκεκριμένη πλημμέλεια της απόφασης σχετικά με την παραβίαση ουσιαστικής διατάξεως, είναι αόριστος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει το αίτημα του αναιρεσιβλήτου περί επιβολής εγγυοδοσίας σε βάρος της αναιρεσείουσας.
Απορρίπτει την από 12-11-2006 αίτηση της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...... ΓΙΩΤΙΝΓΚ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΩΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" για αναίρεση της 441/2006 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ