308/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/7/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 86/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2223/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15/4/2004 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated308/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Διότι μέσω των πραγματικών αυτών παραδοχών πραγματώνεται εκάστοτε η συγκεκριμένη ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου και μόνον ενόψει αυτών μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 27/1998, 20/2005).
Full text
Απόφαση 308 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 308/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..... , ο οποίος παραστάθηκε με το δικηγόρο του Νικόλαο Πολυχρονιάδη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πάνο Σαραντόπουλο, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/7/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 86/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2223/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15/4/2004 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Μαρκάκης ανέγνωσε την από 13/10/2005 έκθεση, του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστήριου αυτού Αρεοπαγίτη Αναστασίου-Φιλητά Περίδη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι της αναιρέσεως κατά το μέρος που πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. και να απορριφθούν οι λοιποί. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία ή εκ πλαγίου (λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών της απόφασης) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ), δεν αρκεί να αναφέρεται στο αναιρετήριο το κατά την άποψη του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υπόθεσης, η έννοια την οποία αυτός αποδίδει στη φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη του ουσιαστικού δικαίου και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος αλλά πρέπει επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή μη της αγωγής.
Διότι μέσω των πραγματικών αυτών παραδοχών πραγματώνεται εκάστοτε η συγκεκριμένη ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου και μόνον ενόψει αυτών μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 27/1998, 20/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο κατά το σχετικό μέρος τους, λόγους της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με το να απορρίψει την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι κατά κατάχρηση δικαιώματος (281, 201 και 207 ΑΚ) παραλείφθηκε από την αναιρεσίβλητη να προαχθεί σε Υποδιευθυντή Α΄ από 1.1.1997 άλλως από 1.1.1998, άλλως από 1.1.1999 και σε Διευθυντή από 1.1.1999, παραβίασε τις άνω διατάξεις, διέλαβε δε στην απόφασή του ανεπαρκή αιτιολογία.
Οι λόγοι αυτοί είναι αόριστοι και εντεύθεν απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Και τούτο γιατί στο αναιρετήριο γίνεται μόνο εκτενή αναφορά του κατά τον αναιρεσείοντα πραγματικού μέρους της υπόθεσης και καταχωρίζεται το συμπέρασμα του δικαστηρίου, ενώ δεν περιλαμβάνονται σ΄ αυτό οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με τα προσόντα, τυπικά και ουσιαστικά και τις εν γένει περιστάσεις του αναιρεσείοντος και των προς σύγκριση προταθέντων απ΄ αυτόν συναδέλφων του οι οποίοι προήχθησαν κατά τις σχετικές κρίσεις, ώστε να καθίσταται δυνατό να ελεγχθεί αναιρετικά αν η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις παραπάνω διατάξεις.
Περαιτέρω οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης κατά το μέρος τους που προβάλλεται δια του εξ αυτών πρώτου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα δέχθηκε ότι δήθεν την 22.4.1994 ο αναιρεσείων μετατέθηκε από το κατάστημα της ..... όπου υπηρετούσε ως διευθυντής και τοποθετήθηκε ως υποδιευθυντής με δικαίωμα Α΄ υπογραφής στο κατάστημα του .....
για το λόγο ότι η υπηρεσιακή του παρουσία κρίθηκε ανεπαρκής, ενώ άλλοι ήσαν οι λόγοι για τους οποίους η αναιρεσίβλητη τον μετέθεσε στο τελευταίο κατάστημα, δια δε του εξ αυτών δευτέρου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση α) έσφαλε λαμβάνοντας υπόψη ότι ο αναιρεσείων κατά τα έτη 1987-1990 κρίθηκε ως "Λίαν Επαρκής", ενώ τα έτη αυτά είναι εκτός κρινομένης περιόδου για προαγωγές του έτους 1997, β) δεν έλαβε υπόψη δεδικασμένο από την 2419/1998 απόφαση του Εφετείου Αθηνών με την οποία κρίθηκε ότι ο αναιρεσείων υπερτερεί καταφανώς έναντι του .....
για το βαθμό του Υποδιευθυντή Β΄ με χρόνο 1.1.1993, ο οποίος στη συνέχεια προήχθη στο βαθμό του Υποδιευθυντή Α΄ από 1.1998 και στο βαθμό του Διευθυντή από 1.1.1999 και συνεπώς έπρεπε να προαχθεί και ο αναιρεσείων τουλάχιστον σε σύγκριση με τον .... και γ) δεν έλαβε υπόψη ότι η γνώση από τον αναιρεσείοντα της αγγλικής γλώσσας έχει κριθεί τελεσίδικα με την 2419/1998 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι και τούτο γιατί υπό την επίκληση των εκ του άρθρου 59 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ πλημμελειών πλήττουν την περί πραγματικών περιστατικών αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται περαιτέρω η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8, 9, 11 και 14 ΚΠολΔ με το να μη λάβει υπόψη όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν και επί πλέον τις πειθαρχικές ποινές των .... το έτος 1994, του ..... το έτος 1993 και του ..... το έτος 1996. Ο λόγος αυτός είναι και κατά το άνω μέρος του απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας αυτού.
Ειδικότερα κατά την εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ επικαλούμενη πλημμέλεια της προσβαλλόμενης είναι αόριστος γιατί δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι τα παραπάνω περιστατικά που φέρονται ως μη ληφθέντα υπόψη από την απόφαση απετέλεσαν μέρος του αγωγικού ισχυρισμού του αναιρεσείοντος για κατάδηλη υπεροχή αυτού έναντι των άνω προαχθέντων συναδέλφων του.
Κατά δε τις επικαλούμενες λοιπές εκ του άρθρου 559 αρ. 9, 11 και 14 ΚΠολΔ πλημμέλειες διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο κατά ποίο τρόπο υπέπεσε η προσβαλλόμενη απόφαση στις πλημμέλειες αυτές. Περαιτέρω με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση κατέστη αναιρετέα κατά το άρθρο 559 αρ. 8, 10, 11 και 20 ΚΠολΔ διότι δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα, τα οποία ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι α) τα εννέα σεμινάρια του, β) τις πειθαρχικές ποινές των ...., ...., .....
αλλά και των υπολοίπων συγκριτέων και γ) την απόφαση 2419/1998 που αναφέρει τελεσίδικα τη γνώση απ΄ αυτόν της αγγλικής γλώσσας. Ο λόγος αυτός αληθώς μόνον εκ του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος δεδομένου ότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από την γενική αναφορά αυτής ότι για το σχηματισμό του αποδεικτικού της πορίσματος έλαβε υπόψη και τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, σε συνδυασμό με τις εν γένει παραδοχές αυτής, προκύπτει ότι έλαβε υπόψη και αξιολόγησε και τα παραπάνω έγγραφα που επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων.
Κατ΄ ακολουθίαν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει ν΄ απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15.4.2004 αίτηση του ..... για αναίρεση της 2223/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Δεκεμβρίου 2006.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 13 Φεβρουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ