Legislator Case Law & Legislation
308/2006 AI generated

308/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 308/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Οκτωβρίου 2005, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μπάλια, ο οποίος πρόβαλε την ένσταση του απαραδέκτου ως προς την άσκηση της αναίρεσης, 3. Ι. Π., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, 4. ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΔΑΠ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ειρήνη Φωτιάδου, χωρίς να καταθέσει προτάσεις, 5.

Legislator headnote

AI generated

308/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εκδόθηκε η 311/2003 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας, ζήτησε το αναιρεσείον, με την από 12 ΜαΪου 2003 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1134/2004 απόφαση, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η υπόθεση επανέρχεται και πάλι για συζήτηση με την από 26 Ιανουαρίου 2005 κλήση της ήδη 3ης αναιρεσίβλητης.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 308 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 308/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Ελένη Μαραμαθά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Οκτωβρίου 2005, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καθού η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Αντώνιο Αντωνίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση: 1. Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Οργανισμός Λιμένος Πειραιώς ΑΕ", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Ρεκλείτου - Σπέτσερη, 2. ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Πρότυπος Κτηματική Τουριστική ΑΕ", που εδρεύει στη ...

και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μπάλια, ο οποίος πρόβαλε την ένσταση του απαραδέκτου ως προς την άσκηση της αναίρεσης, 3. Ι. Π., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, 4. ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΔΑΠ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ειρήνη Φωτιάδου, χωρίς να καταθέσει προτάσεις, 5.

ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία " ... Ανώνυμη Εταιρεία Εμπορίας Πετρελαιοειδών" ως καθολικής διαδόχου της εταιρείας με την επωνυμία "... HELLAS Ανώνυμη Εταιρεία Λιπαντικών", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, και 6. ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "B.P. Ελληνική Ανώνυμος Εταιρεία Πετρελαιοειδών", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Αποστολίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης - καλούσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΗΡΑΚΛΗΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δέσποινα Ιακωβίδου - Πολύζου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 8 και 21 Οκτωβρίου 2002 αιτήσεις προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης επί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Πειραιά και συνεκδικάσθηκαν.

Εκδόθηκε η 311/2003 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας, ζήτησε το αναιρεσείον, με την από 12 ΜαΪου 2003 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1134/2004 απόφαση, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η υπόθεση επανέρχεται και πάλι για συζήτηση με την από 26 Ιανουαρίου 2005 κλήση της ήδη 3ης αναιρεσίβλητης.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όλοι πλην του Ι. Π., όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Μαραμαθά, ανάγνωσε την από 21 Σεπτεμβρίου 2004 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος-καθού η κλήση ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των 1ης, 2ης και 4ης εκ των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 576 Κ.Πολ.Δ. αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του κλητευθέντος. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμόν .../06.05.05 έκθεση επιδόσεως του αρμοδίου δικαστικού επιμελητού στο Πρωτοδικείο Πειραιώς Α. Τ., ακριβές αντίγραφο της από 26.01.05 κλήσεως με την στο τέλος αυτής πράξη ορισμού δικασίμου της αναφερομένης στην αρχή της παρούσας συνεδρίασης και κλήση προς συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα με επιμέλεια της τρίτης αναιρεσίβλητης εταιρίας με την επωνυμία "Ανώνυμη Γενική Εταιρία Τσιμέντων Ηρακλής" στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για τον αγνώστου διαμονής αναιρεσίβλητο Ι. Π. και δημοσιεύθηκε στα υπ’ αριθμόν .../12.05.05 και .../12.05.05 φύλλα των ημερησίων εφημερίδων "..." και "...", αντίστοιχα.

Συνεπώς εφόσον ο τελευταίος δεν εμφανίσθηκε κατά την προκειμένη συνεδρίαση πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του.

ΙΙ. Το άρθρο 64 παρ. 2 εδ. α' Κ.Πολ.Δ. ορίζει, ότι "τα νομικά πρόσωπα παρίστανται στο δικαστήριο με όποιον τα εκπροσωπεί". Η παράσταση στο δικαστήριο του νομικού προσώπου δια του νομίμου εκπροσώπου του αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση, η έλλειψη της οποίας ερευνώμενη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας κατά πάσα στάση της δίκης καθιστά απορριπτέα ως απαράδεκτη τη διαδικαστική πράξη.

Αν κατά νόμο ή κατά το καταστατικό η εκπροσώπηση του νομικού προσώπου ανήκει σε πλείονα πρόσωπα υπό την έννοια ότι η παράσταση όλων είναι αναγκαία, τότε η παράσταση του νομικού προσώπου στη σχετική δίκη μόνο με ένα εκ των πλειόνων νομίμων αντιπροσώπων του δεν είναι η προσήκουσα και επάγεται τη συνέπεια της ελλείψεως νόμιμης εκπροσωπήσεως.

Εξ άλλου κατά το άρθρο 1 του Κ.Δ. της 2.6/10.7.1944 "Περί Κώδικος των νόμων περί δικών του δημοσίου" η ενώπιον των δικαστηρίων εκπροσώπηση του Δημοσίου γίνεται δια του Υπουργού των Οικονομικών. Ειδικώς προκειμένου περί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως αφορώσας ακίνητο κείμενο στην περιφέρεια της τέως διοικήσεως πρωτευούσης και κηρυχθείσης υπέρ του Δημοσίου κατά τη διαδικασία προσδιορισμού της αποζημιώσεως και αναγνωρίσεως δικαιούχων τούτο σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 5 του ν. 2882/2001 εκπροσωπείται από τον Υπουργό των Οικονομικών και τον καθύλη αρμόδιο Υπουργό.

Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 2, 3 και 4 του αυτού ως άνω άρθρου συνάγεται ότι εις τον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας εκχωρήθηκαν όλες οι αρμοδιότητες για την ταχύτερη κίνηση της διαδικασίας (διοικητικής και δικαστικής) της απαλλοτριώσεως και την συντέλεση αυτής το συντομότερο δυνατόν, όπως προβλεπόταν με την ίδια διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 797/1971, όπου τη θέση του Γενικού Γραμματέως της Περιφέρειας είχε ο Νομάρχης.

Έτσι ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας έχει τη γενική επιμέλεια για την επίσπευση κάθε εργασίας, ειδικότερα σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 4 του ως άνω άρθρου 14 του ν. 2882/2001 υποχρεούται ως εκπρόσωπος του Ελληνικού Δημοσίου, υπέρ του οποίου κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση, να προβαίνει στις απαραίτητες ενέργειες που αποτελούν αναγκαία προδικασία για τη δίκη του προσδιορισμού της αποζημιώσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση οι εκ των αναιρεσιβλήτων εταιρίες με την επωνυμία "...", "Πρότυπος Κτηματική Τουριστική Α.Ε.", "... Ανώνυμη Εταιρία Πετρελαιοειδών" και "… Ελληνική Ανώνυμη Εταιρία Πετρελαιοειδών" με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις τους προβάλλουν τον ισχυρισμό απαραδέκτου της αιτήσεως αναιρέσεως για το λόγο ότι το Ελληνικό Δημόσιο καίτοι πρόκειται για απαλλοτρίωση ακινήτων της τέως Διοικήσεως Πρωτευούσης δεν εκπροσωπείται από τον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του ν. 2882/2001.

Ο ισχυρισμός αυτός των ως άνω αναιρεσιβλήτων εταιριών πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος αφού η αναίρεση ασκήθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο νομίμως εκπροσωπούμενο, το οποίο επίσης παραστάθηκε κατά τη συζήτηση αυτής όπως τούτο προκύπτει από τα πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου νομίμως εκπροσωπούμενο. Περαιτέρω απορριπτέοι ως αβάσιμοι ελέγχονται και οι έτεροι ισχυρισμοί της δεύτερης των ως άνω αναιρεσιβλήτων: 1) περί απαραδέκτου της αιτήσεως αναιρέσεως για το λόγο ότι στρέφεται κατά μη οριστικής αποφάσεως, αφού η προσβαλλομένη απόφαση όπως προκύπτει και από το διατακτικό της είναι οριστική 2) περί ελλείψεως εννόμου συμφέροντος του Ελληνικού Δημοσίου προς άσκηση της ενδίκου αναιρέσεως λόγω ανεπιφυλάκτου καταβολής της καθορισθείσης προσωρινής τιμής μονάδας αποζημιώσεως και της ορισθείσης δικαστικής δαπάνης προ της ασκήσεως της αιτήσεως περί καθορισμού της οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως από το ίδιο (Ελληνικό Δημόσιο), αφού το μεν δεν πρόκειται για την καθορισθείσα από την προσβαλλομένη απόφαση αποζημίωση και δικαστική δαπάνη, άλλως διότι δεν ισχυρίζεται ότι τον ισχυρισμό αυτό προέβαλε στο Εφετείο και 3) περί ελλείψεως θετικής γνωμοδοτήσεως από το Ν.Σ.Κ.

ως προς τον λόγο με τον οποίο προσβάλλεται η διάταξη περί δικαστικής δαπάνης, αφού όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμόν 59/2003 γνωμοδότηση του Ν.Σ.Κ. τούτο έχει διατυπώσει θετική γνώμη για τον ως άνω λόγο, ο οποίος ερείδεται στο άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ. Περαιτέρω ο περί απαραδέκτου της αναιρέσεως ισχυρισμός της πρώτης των αναιρεσιβλήτων εταιρίας με την επωνυμία "Οργανισμός Λιμένος Πειραιώς Α.Ε." πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού όπως προκύπτει από την επισημείωση της αρμοδίας Γραμματέως του Δικαστηρίου τούτου οι προτάσεις κατατέθηκαν εκπρόθεσμα και δη μετά τη συζήτηση της αναιρέσεως που έγινε στις 21.10.05 ήτοι στις 26.10.05.

ΙΙΙ. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για να είναι ορισμένος πρέπει να περιλαμβάνει: 1) τις πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή τη μνεία ότι στερείται παντελώς αιτιολογίας 2) τον ισχυρισμό (αγωγικό, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του ως προς τον οποίο υπάρχει έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση αιτιολογιών, καθώς και τη σύνδεσή του με το διατακτικό 3) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, ήτοι αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο του περιστατικού αυτού, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επί πλέον πραγματικά περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη στο νομικό χαρακτηρισμό και τέλος αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες ποιές είναι αυτές.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως και υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ., όπως εκτιμάται, προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση, ότι ανεπαρκώς και ελλιπώς αιτιολογεί σε ποία ακριβώς περιστατικά στηρίζει την κρίση της για τον προσδιορισμό της οριστικής τιμής μονάδος των απαλλοτριωθέντων ακινήτων και επικειμένων που καθόρισε, ως και την ζημία που υπέστη το εναπομείναν μετά την απαλλοτρίωση τμήμα του ακινήτου της αναιρεσίβλητης εταιρίας με την επωνυμία ..., την οποία καθόρισε στο 50% της καθορισθείσης οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως με την παραπάνω διατύπωση είναι αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος, γιατί δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ο σχετικός ισχυρισμός και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του ως προς τον οποίο υπάρχει έλλειψη ή ανεπάρκεια αιτιολογίας ή ποία επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται, αλλά και ποίες είναι οι παραδοχές του Εφετείου.

IV. Κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 18 του νόμου 2882/2001 (ΚΑΑΑ) α) η δικαστική δαπάνη βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση και επιδικάζεται από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση β) η εκκαθάριση της δικαστικής δαπάνης γίνεται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες οικείες διατάξεις γ) το άρθρο 22 του ν. 3693/1957 δεν εφαρμόζεται δ) η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου με την οποία καθορίζεται η προσωρινή τιμή μονάδος αποτελεί ως προς την δικαστική δαπάνη εκτελεστό τίτλο σε βάρος του υποχρέου προς αποζημίωση, εάν και οι δύο διάδικοι απεδέχθησαν την απόφαση αυτή ή παρήλθε άπρακτη η προθεσμία ασκήσεως αιτήσεως οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως και ε) σε περίπτωση ασκήσεως εμπρόθεσμης αιτήσεως το Εφετείο αποφαίνεται ενιαίως τόσο για τη δικαστική δαπάνη της ενώπιον αυτού διαδικασίας, όσο και για τη δικαστική δαπάνη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημιώσεως.

Ως ενιαία απόφαση του Εφετείου για τη δικαστική δαπάνη αμφοτέρων των διαδικασιών, προσωρινού και οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, είναι νοητέα η επιδίκαση των δικαστικών εξόδων του δικαιούχου και όχι η επιπρόσθετη επιδίκαση δικαστικών εξόδων για τη δίκη προσωρινού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, δεδομένου ότι σε περίπτωση αιτήσεως στο Εφετείο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως, η προσωρινώς καθορίσασα την αποζημίωση απόφαση του Μονομελούς, Πρωτοδικείου καθίσταται σύμφωνα με τα άρθρα 18 επ.

του ΚΑΑΑ εν όλω ανίσχυρη, ο δε δικαιούχος της αποζημιώσεως διάδικος, αφού μία φορά θα καταβάλει την αμοιβή του Δικηγόρου του, ακόμη και σε περίπτωση διπλού (προσωρινού και οριστικού) προσδιορισμού της αποζημιώσεως. (ΑΠ 1479/1984 Ελλ Δ/νη 26.646), μία φορά πρέπει να λάβει την αμοιβή αυτή από τον αντίδικό του υπόχρεο.

Τα δικαστικά έξοδα της δίκης του οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως περιλαμβάνουν: α) τα γενόμενα για τη διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης έξοδα που ήταν απαραίτητα (άρθρο 189 παρ. 1 ΚΠολΔ), β) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου για την ενώπιον του Εφετείου παράσταση [(άρθρο 111 του Κώδικα περί Δικηγόρων (Ν.Δ 3026/1954)] και γ) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου κατά περίπτωση, εκ ποσοστού επί της καθοριζόμενης αποζημιώσεως και δη:

αα) από 2% για τη σύνταξη αιτήσεως ή ανταιτήσεως δι' ιδίου δικογράφου ή κυρίας παρεμβάσεως δι' ιδίου δικογράφου ββ) από 1% για τη σύνταξη προτάσεων επί της αιτήσεως ή ανταιτήσεως η κυρίας παρεμβάσεως (δι'ιδίου δικογράφου) και γγ) από 2% για την άσκηση ανταιτήσεως δια των προτάσεων ή κυρίας παρεμβάσεως ή τη σύνταξη απλών προτάσεων του καθού [(άρθρα 100 παρ. 1, 103, 107, παρ. 1 και 110 παρ. 3 του Κώδικα περί Δικηγόρων) (ν.δ 3026/1954)].

Τέλος από τις διατάξεις των άρθρων 17 του Σ., 9 παρ. 1, 1α , 5 και 6 του ν. 1093/1980 όπως τούτο διεμορφώθη μετά την τροποποίησή του υπό του άρθρου 22 παρ. 10 του ν. 1868/1989, 189 ΚΠολΔ και 100 επ. Κώδικα περί Δικηγόρων συνάγεται ότι η αμοιβή, την οποία καταβάλλει ο δικαιούχος της αποζημιώσεως, αποτελεί παρακολούθημα της αποζημιώσεως, προσαυξάνει το ποσό της αποζημιώσεως που βαρύνει τον υπόχρεο αυτής και πρέπει να επιδικάζεται σε βάρος του τελευταίου και να περιέρχεται στο δικαιούχο, ώστε να μην επέρχεται φαλκίδευση της πλήρους αποζημιώσεως (Ολ ΑΠ 17/2000).

Όταν η αναγκαστική απαλλοτρίωση αφορά την εκτέλεση Ολυμπιακών Έργων εφαρμόζεται ως προς την εκκαθάριση της δικαστικής δαπάνης και η ειδική διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 του ν. 2730/1999 που ορίζει "στις δίκες προσδιορισμού της αποζημιώσεως των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων για την εκτέλεση των ολυμπιακών έργων του άρθρου 2 παρ. 16 του νόμου 2598/1998 όπως τροποποιείται με το νόμο αυτό, η επιδικαζόμενη από τα Δικαστήρια δικαστική δαπάνη, συμπεριλαμβανόμενης και της αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου των δικαιούχων αποζημιώσεως βαρύνει τον υπόχρεο αποζημιώσεως.

Η αμοιβή του Δικηγόρου υπολογίζεται σε ποσοστό 1/3 των ελαχίστων ορίων των αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων στη περίπτωση που υπολογίζεται με βάση το αντικείμενο της δίκης με ανώτατο όριο αμοιβής δικηγόρου κατά δικαιούχο δύο εκατομμύρια πεντακόσιες χιλιάδες (2.500.000) δραχμές". Η διάταξη αυτή δεν είναι αντισυνταγματική αφού δεν παραβιάζει την κατά το άρθρο 17 παρ. 2 του Συντάγματος επιταγή της πλήρους αποζημιώσεως του καθ’ ού η απαλλοτρίωση, γιατί τη μειωμένη αυτή αμοιβή σε ποσοστό 1/3 όπως προεκτίθεται θα καταβάλει αυτός (δικαιούχος) στον πληρεξούσιο δικηγόρο του και στη συνέχεια θα την εισπράξει κατά το αυτό ποσοστό από τον υπόχρεο σε αποζημίωση μέσω της επιδικαζομένης σχετικώς δικαστικής δαπάνης.

Αλλά ούτε στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. ιβ του Συντάγματος αντίκειται η διάταξη αυτή κατά το μέρος της που εισάγει ανισότητα αμοιβής του Δικηγόρου στη δίκη προσδιορισμού της αποζημιώσεως των αναγκαστικώς απαλλοτριώσεων για την εκτέλεση των Ολυμπιακών Έργων κατ’ απόκλιση προς τα κάτω από τις άλλες απαλλοτριώσεις, αφού σοβαροί λόγοι γενικότερου δημοσίου συμφέροντος επιβάλλουν την διαφορετική αυτή ρύθμιση, συνισταμένη στην εξοικονόμηση από το Ελληνικό Δημόσιο λίαν σημαντικών δαπανών και τη διάθεση αυτών για την έγκαιρη και απρόσκοπτη εκτέλεση των Ολυμπιακών Έργων, εξυπηρετουμένου έτσι του Εθνικού Συμφέροντος (Ολ.

Α.Π. 1348/1985, 1191/1983). Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλομένη απόφαση προσδιόρισε την αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων των δικαιούχων σε ποσοστό 6% επί της καθορισθείσης οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως και περαιτέρω δεν περιόρισε αυτή. Κρίνοντας ως άνω το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 4 του ν.2882/2001 και 9 του ν. 2730/1999.

Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια στην προσβαλλομένη απόφαση από το άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί μερικώς η προσβαλλομένη απόφαση, ήτοι κατά το μέρος της δικαστικής δαπάνης, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση κατά το αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο δικαστήριο του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Αναιρεί την 311/2003 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς μερικώς, ήτοι κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό της παρούσας τμήμα της.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο δικαστήριο για περαιτέρω εκδίκαση.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος την οποία ορίζει στο ποσό των εννιακοσίων εβδομήντα (970) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 2005.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Φεβρουαρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ