Legislator Case Law & Legislation
307/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal due to failure to examine absent party's appeal.

Case Number 307/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of the second appellant's appeal and the first appellant's supplementary intervention. The lower court erred by rejecting these claims because it failed to recognize that the absent appellant was represented by the supplementary intervener through a necessary co-litigation relationship. Consequently, the Supreme Court ordered the case to be remitted to the same court for further examination with a different judge.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 and 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must examine appeals and supplementary interventions even if one party is absent, provided that party is represented by another litigant through a necessary co-litigation relationship.

Keywords

AI generated
necessary co-litigation supplementary intervention absence of party remittal for retrial Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraphs 1 and 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraphs 6 and 14 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 307 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 307/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "I. H. Α. Ε. Δ. Α. Α. Δ. Κ. Π." και τον διακριτικό τίτλο "I. H. Α..Ε..Δ..Α..Δ..Π..", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. Π. Α. Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θωμά Καναβέλη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ρ. Π. Α. Ε. Β. Ε." και τον διακριτικό τίτλο "R. D. S..A..", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Α. Ρ. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ...-2017 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: .../2018 του ίδιου Δικαστηρίου και .../2021 του Μονομελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από ...-2021 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείουσες, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ολΑΠ 14/2015, ΑΠ 548/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθ. 11.225Γ'/25-7-2022, 11.226Γ'/25-7-2022, 11.227Γ'/25-7-2022, και 11.228Γ'/25-7-2022 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου ... Α. Α., τις οποίες επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι αναιρεσείουσες, επιμελεία των οποίων προσδιορίστηκε η συζήτηση της ένδικης αίτησης για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (15-1-2024), προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ως άνω δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα σε κάθε έναν των αναιρεσιβλήτων.

Κατά συνέπεια, αφού οι τελευταίοι δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την εν λόγω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1 περ.β, 309 εδ.α, 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ως άνω ενδίκου μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης (ΟλΑΠ 5/2001 και 9/1996). Εξάλλου, κατά την παρ. 1 του άρθρου 503 ΚΠολΔ η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας είναι δέκα πέντε ημέρες, αν ο διάδικος που δικάστηκε ερήμην διαμένει στην Ελλάδα και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης.

Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφού έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας είτε διότι παρήλθε η δεκαπενθήμερη προς άσκηση αυτής προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή του δικαιώματος προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 553 αρ 1β ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 17/2013, ΑΠ 458/2020, ΑΠ 925/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ... εκδόθηκε ερήμην της εκκαλούσας και ήδη δεύτερης αναιρεσείουσας. Από τα προσκομιζόμενα με επίκληση από τις αναιρεσείουσες έγγραφα και δη α) από την υπ` αριθ. 8807Γ'/23.6.2021 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου ...

Α. Α., και β) το υπ' αριθ. 66/13....021 πιστοποιητικό του Εφετείου ... περί μη κατάθεσης ανακοπής ερημοδικίας κατά της άνω απόφασης, προκύπτει ότι η άνω απόφαση επιδόθηκε στην ερημοδικασθείσα εκκαλούσα στις 23.6.2021 και αυτή δεν άσκησε ανακοπή ερημοδικίας εντός της νόμιμης δεκαπενθήμερης προθεσμίας, μετά δε την πάροδο της προθεσμίας και δη στις 21....021 κατατέθηκε η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, η οποία, ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 524 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι επί ερημοδικίας του εκκαλούντος στην κατ` έφεση δίκη η έφεση απορρίπτεται, εφόσον ο εκκαλών έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, διότι τεκμαίρεται παραίτηση του εκκαλούντος από την έφεσή του. Η απόρριψη της εφέσεως, λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος, γίνεται κατ' ουσία και όχι κατά τύπους.

Γιατί, παρόλο που στην πραγματικότητα οι λόγοι της εφέσεως δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίδεται στο δικαστήριο η δυνατότητα εκδόσεως αντίθετης αποφάσεως περί παραδοχής τους (Ολ.

ΑΠ 16/1990, ΑΠ 165/2023, ΑΠ 2/2022). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Εφετείου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της έφεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον.

Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της αποφάσεως που θα εκδοθεί είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υποθέσεως (ΑΠ 1329/2017, ΑΠ 611/2013, ΑΠ 1171/2012).

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.

Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.

Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου.

Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1731/2011). Τέλος, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 περ.

γ του ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων....", "Τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους.

οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις". Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015, "Οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ.

του ν. 4307/2014 (Α` 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης". Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 76 παρ. 4 ΚΠολΔ, η άσκηση των ενδίκων μέσων από κάποιον από τους αναγκαίους ομοδίκους έχει αποτέλεσμα και για τους άλλους.

Έτσι, αν κάποιος αναγκαίος ομόδικος άσκησε ένδικο μέσο, θεωρούνται από το νόμο ως ασκήσαντες αυτό και οι ομόδικοί του παρόλο που αδράνησαν, έστω και αν έχει παρέλθει ως προς αυτούς η προθεσμία άσκησης του ενδίκου μέσου (ΟλΑΠ 63/1981). Επομένως, για τους αναγκαίους ομοδίκους που απουσιάζουν, δεν επέρχονται οι συνέπειες της ερημοδικίας, αλλά αυτοί αντιπροσωπεύονται από τους παριστάμενους ομοδίκους τους (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 756/2017, ΑΠ 681/2016).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 6 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν παρά το νόμο και ιδίως παρά τις σχετικές με την επίδοση διατάξεις ο διάδικος δικάστηκε ερήμην. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι θεμελιώνεται λόγος αναιρέσεως για παράνομη ερημοδικία του διαδίκου, ανεξαρτήτως αν η ερημοδικία του είναι πραγματική ή πλασματική ή αν υφίσταται ή όχι δικονομική βλάβη από την άκυρη ερημοδικία του, αρκεί μόνον ότι οι σχετικοί κανόνες εφαρμόστηκαν εσφαλμένα (ΑΠ 635/2020, ΑΠ 11/2016, ΑΠ 1858/2014, ΑΠ 1040/2013).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ "αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Υπό τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, αυτό, δηλαδή, που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διατάξεως, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΑΠ 532/2020, ΑΠ 846/2019, ΑΠ 503/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι κατόπιν αιτήσεως της δεύτερης αναιρεσείουσας Τράπεζας εκδόθηκε η με αριθμό .../2017 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία υποχρεώθηκαν οι αναιρεσίβλητοι να καταβάλουν σ' αυτήν, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 248.192,05 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων.

Κατά της διαταγής αυτής πληρωμής άσκησαν οι αναιρεσίβλητοι την από 17....017 ανακοπή, ζητώντας να ακυρωθεί αυτή για τους διαλαμβανόμενους στο δικόγραφό της λόγους. Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό .../2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία έγινε δεκτή η ανακοπή και ακυρώθηκε στο σύνολό της η άνω διαταγή πληρωμής.

Κατά της απόφασης αυτής η καθ' ης η ανακοπή άσκησε την από ...2018 έφεση, η συζήτηση της οποίας ορίσθηκε, με επιμέλεια της εκκαλούσας, για τη δικάσιμο της ...-2019, οπότε αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της ....2020. Μετά την άσκηση της άνω έφεσης και πριν από τη συζήτηση αυτής, η πρώτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "....

Α..Ε..Δ..Α..Δ..Π..", η οποία έχει νόμιμα αδειοδοτηθεί, ως εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4354/2015, όπως αυτός ισχύει, κατέστη διαχειρίστρια απαιτήσεων της εταιρείας "P. S. D. A. C.", με έδρα το ..., ειδικής διαδόχου της δεύτερης αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Τ.

Π. Α. Ε.", από χορηγήσεις δανείων και πιστώσεων προς οφειλέτες, που οι οφειλές τους έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες και έχουν καταγγελθεί. Υπό την ιδιότητα λοιπόν αυτή άσκησε υπέρ της δεύτερης αναιρεσείουσας και κατά των αναιρεσιβλήτων την από ....2019 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, ζητώντας να γίνει δεκτή η έφεση της δεύτερης αναιρεσείουσας και να απορριφθεί η ανακοπή των αναιρεσιβλήτων.

Κατά την παραπάνω δικάσιμο, ήτοι την ....2020, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, η εκκαλούσα δεν εμφανίστηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ παραστάθηκαν προσηκόντως η εκουσίως αυτοτελώς προσθέτως υπέρ της εκκαλούσας παρεμβαίνουσα και οι εφεσίβλητοι - καθ' ων η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση.

Έτσι η ανωτέρω έφεση και η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση συζητήθηκαν ερήμην της εκκαλούσας - υπέρ ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων. Ακολούθως εκδόθηκε η ήδη προσβαλλόμενη με αριθ. .../2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ..., με την οποία, αφού συνεκδικάσθηκαν τα άνω δικόγραφα, κρίθηκε κατ' αρχάς ότι "...

η ως άνω από ....2019 πρόσθετη παρέμβαση, η οποία έχει σαφώς χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, είναι παραδεκτή και νόμιμη κατ' άρθρ. 80 και 83 ΚΠολΔ, με αποτέλεσμα μεταξύ της κυρίας διαδίκου εκκαλούσας και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας να έχει δημιουργηθεί σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας...".

Στη συνέχεια, όμως, παρά την παραδοχή ότι πρόκειται περί αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, όπως και πράγματι είναι, και ότι μεταξύ της εκκαλούσας και της προσθέτως παρεμβαίνουσας έχει δημιουργηθεί σχέση επιγενόμενης αναγκαστικής ομοδικίας, το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη έφεση πρέπει να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη, με τις ακόλουθες σκέψεις και παραδοχές: "Όπως δε προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του παρόντος Δικαστηρίου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο προς συζήτηση της έφεσης, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, η εκκαλούσα δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση κατ' άρθρο 242 ΚΠολΔ, ότι επιθυμεί να συζητηθεί η υπόθεση χωρίς την εμφάνιση της στο ακροατήριο, με έγγραφες προτάσεις.

Επομένως, εφόσον η εκκαλούσα, που η ίδια επέσπευσε τη συζήτηση της έφεσης για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση και εφόσον σύμφωνα με τα προαναφερόμενα η αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή, ερημοδικεί, κατά τα ομοίως παραπάνω αναφερόμενα πρέπει η ένδικη έφεσή της να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη, χωρίς να ακολουθήσει περαιτέρω έρευνα των λόγων της...

Τέλος, εφόσον η έφεση απορρίπτεται, παρέλκει και η συζήτηση της πρόσθετης παρέμβασης...". Με βάση τις σκέψεις αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της δεύτερης αναιρεσείουσας ως ανυποστήρικτη και την αυτοτελή πρόσθετη υπέρ αυτής παρέμβαση της πρώτης αναιρεσείουσας ως άνευ αντικειμένου. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, εσφαλμένα απέρριψε την έφεση της δεύτερης αναιρεσίβλητης ως ανυποστήρικτη και συνακόλουθα και την αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση της πρώτης αναιρεσείουσας ως άνευ αντικειμένου.

Και τούτο διότι η ως άνω από ...-2019 πρόσθετη παρέμβαση, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες σκέψεις, έχει σαφώς χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, με αποτέλεσμα μεταξύ της κυρίας διαδίκου εκκαλούσας και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας να έχει δημιουργηθεί σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας, καθόσον η ισχύς της εκδοθησόμενης απόφασης, δηλαδή το εξ αυτής δεδικασμένο, η εκτελεστότητα και η τυχόν διαπλαστική ενέργεια, καταλαμβάνει και την ίδια, ως ειδική διάδοχο μετά την εκκρεμοδικία, όπως άλλωστε δέχθηκε και το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του και, συνεπώς, εφόσον για τους αναγκαίους ομοδίκους δεν επέρχονται οι συνέπειες της ερημοδικίας, έπρεπε η απούσα εκκαλούσα - υπέρ ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση και ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα να θεωρηθεί ότι εκπροσωπείτο στην ενώπιον του Εφετείου δίκη από την ειδική διάδοχό της, εκουσίως υπέρ αυτής αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα πρώτη αναιρεσείουσα, με την οποία τη συνδέει ο δεσμός της αναγκαστικής ομοδικίας και κατόπιν αυτού έπρεπε να ερευνηθούν περαιτέρω τόσο η έφεση όσο και η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση.

Επομένως, το Εφετείο, δικάζοντας ερήμην την εκκαλούσα-δεύτερη αναιρεσείουσα και απορρίπτοντας, λόγω της ερημοδικίας της, την έφεσή της και συνακόλουθα και την υπέρ αυτής πρόσθετη παρέμβαση, υπέπεσε στις πλημμέλειες από τους αριθμούς 6 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και έτσι οι σχετικοί, κατ' εκτίμηση, συναφείς λόγοι της αναίρεσης είναι βάσιμοι.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Στη συνέχεια πρέπει, κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση.

Επίσης, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ, η απόδοση στις αναιρεσείουσες του παραβόλου που καταβλήθηκε από αυτές. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων λόγω της ήττας τους (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. .../2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ....

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλον από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση δικαστή. Διατάσσει την απόδοση στις αναιρεσείουσες του παραβόλου που καταβλήθηκε από αυτές. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000,00) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Φεβρουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Φεβρουαρίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ