Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding missing heirs and insufficient reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by heirs against a first-instance judgment declaring a lawsuit inadmissible. While the court found the appeal inadmissible for missing heirs and rejected arguments regarding insufficient reasoning, it allowed a separate claim concerning a new heir who entered the case after the original death. Consequently, the appeal was partially dismissed with the remaining heirs ordered to pay the opposing party's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 560, 576 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if a party fails to appear or participate legally, and arguments claiming insufficient reasoning are rejected when the lower court dismissed the suit as legally unfounded without examining the merits.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 307 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 307/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1η Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Χ. Α. του Π., κατοίκου ..., 2.Κ. Μ. του Β., κατοίκου ... 3. κλπ 30. Κ. Μ. του Ε., κατοίκου ... 31.α. Γ. Δ. του Χ., 31. β. Π. Ε. του Β., 31.γ. Χ.-Μ. Π. του Β., κατοίκων ..., ως νόμιμοι κληρονόμοι και καθολικοί διάδοχοι του Π. Β. του Γ., ο οποίος απεβίωσε την 24.02.2019, 32.Τ. Δ. του Ε., κατοίκου ..., , 33. α. Π. Θ. συζ. Α. Β., κατοίκου ..., ίδια ατομικά και ως ασκούσα την μέριμνα και επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου τους, 33.β. Σ. Β. του Α., κατοίκου ..., κληρονόμοι και καθολικοί διάδοχοι του ... ο οποίος απεβίωσε την 05.04.2021, 34.Τ. Α. του Ε., κατοίκου ..., 35.Φ. Α. του Μ., κατοίκου ..., εκ των οποίων ο με α/α 33β δεν παραστάθηκε, όλοι οι ανωτέρω παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ελευθερία Βλάχου, η οποία κατέθεσε προτάσεις, εκτός του με α/α 33β ο οποίος δεν παραστάθηκε.
Της αναιρεσίβλητης: εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Τ. Ε. & Α. «Α. (Ε. Α.), ήδη «Ε. Α. Τ. Α..Ε..", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νομίμα, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημήτριου Χριστιανίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-7-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 178/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2057/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9-4-2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ, σε αποφατική περίπτωση, κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση.
Αν δε ο αναιρεσείων είναι εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση και δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος χωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης, σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη του ότι, η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο και κατά το άρθρο 96 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Με το άρθρο 63 του Ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α` 201/22.12.2017), προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 του ΚΠολΔ, με το οποίο ορίσθηκε ότι, ειδικά για τις εργατικές διαφορές, η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.
Κατά το άρθρο 104 του ίδιου Κώδικα, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο, θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης, το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και εκείνων των άρθρων 105, 226 παρ. 4, 576 παρ. 1 και 577 του ΚΠολΔ, που καθιερώνει την αρχή ότι, για τη συζήτηση της υπόθεσης στον Άρειο Πάγο, πρέπει να έχουν κλητευθεί από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση όλοι οι διάδικοι, προκύπτει ότι, εάν ο αναιρεσείων είναι εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση και απουσιάζει ο ίδιος ή παρίσταται, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού, με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μην χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο, σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (Ολ.
Α.Π. 39/2005, 9/2003, ΑΠ 536/2020, 334/2017). Στην περίπτωση αυτή, εάν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευση του απολειπομένου ή μη προσηκόντως παρισταμένου αναιρεσείοντος, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν (ΑΠ 1374/2017, 526/2016, 1622/2013, 453/2011). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 3 εδ. β` του ιδίου Κώδικα, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση μετέχουν περισσότεροι, συνδεόμενοι με απλή ομοδικία και κάποιος από αυτούς είτε δεν κλητεύθηκε, είτε δεν εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 1036/2020).
Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 234/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, η επίσπευση της συζήτησης της ένδικης αίτησης, με την οποία ζητείται η αναίρεση της υπ' αριθ. 2057/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έλαβε χώρα με την επιμέλεια όλων των αναιρεσειόντων, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας της πληρεξουσίας Δικηγόρου αυτών Ε.
Β., όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. ... έκθεση επιδόσεως, την οποίαν συνέταξε η αρμόδια δικαστική επιμελήτρια της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Θ. Τ., που επικαλούνται και προσκομίζουν οι κατά τη συζήτηση παριστάμενοι αναιρεσείοντες, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση προς την αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία "Ε.
Τ. Ε. Κ. Α. Α..Ε.. και τον ειδικό τίτλο «Ε.».Τ..Ε..Α.. Α..Ε.." και ήδη "Ε. Α. Τ. Α..Ε..", ως καθολική διάδοχο της κρατικής ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΕΓΓΥΟΔΟΣΙΑΣ ΜΙΚΡΩΝ ΚΑΙ ΠΟΛΥ ΜΙΚΡΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ Α.Ε." και τον ειδικό τίτλο "...." (Ν. 4608/2019), για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (1.2.2022). Κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κατά την ως άνω ορισθείσα δικάσιμο, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο, ο Σ.
Β. του Α., ως νόμιμος κληρονόμος του αρχικώς ενάγοντος Α. Β. του Σ., δεν εμφανίστηκε, ούτε και εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε υποβλήθηκε η, από το άρθρο 242 του ΚΠολΔ, σχετική δήλωση, ενώ παρέστησαν οι λοιποί αναιρεσείοντες, εκπροσωπηθέντες από την πιο πάνω πληρεξούσια δικηγόρο τους, δια δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Από τα στοιχεία όμως της δικογραφίας, δεν αποδεικνύεται ότι η ως άνω Δικηγόρος Αθηνών, η οποία έδωσε την παραγγελία για την ως άνω επίδοση, είχε πληρεξουσιότητα να επισπεύσει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και από τον απολιπόμενο ως άνω αναιρεσείοντα, αφού δεν γίνεται επίκληση, ούτε αποδεικνύεται η από αυτόν παροχή πληρεξουσιότητας προς την εν λόγω δικηγόρο, με την προσκόμιση του σχετικού συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου ή έγγραφης εξουσιοδότησης του εν λόγω διαδίκου προς αυτή, με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του εντολέως από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή και, κατά συνέπεια, ακύρως αυτή επέσπευσε τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
Ούτε, επίσης, προκύπτει η, εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, κλήτευση του ως άνω αναιρεσείοντος, προκειμένου να παραστεί αυτός, κατά την εκδίκαση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, κατά την ορισθείσα κατά τα άνω δικάσιμο. Επομένως, εφόσον ο ως άνω απολιπόμενος από τους αναιρεσείοντες δεν επέσπευσε νομίμως τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ούτε κλητεύθηκε νομίμως, κατά τη συζήτηση από τον αντίδικό του, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτόν, ο οποίος συνδέεται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσείοντες και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ως προς αυτόν, ενώ για τους παρισταμένους προσηκόντως λοιπούς αναιρεσείοντες, πρέπει ο Άρειος Πάγος να χωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης.
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 επ. περ. α, 287, 291 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης. Η δίκη που διακόπηκε μπορεί να επαναληφθεί εκουσίως ρητώς με δήλωσή των κληρονόμων του θανόντος στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, ακόμα και ταυτόχρονα με τη δήλωση διακοπής, εφόσον παρίσταται ο αντίδικος, είτε με την επίδοση ιδιαιτέρου δικογράφου ή και με εξώδικη δήλωση αλλά και σιωπηρώς με την κοινοποίηση κλήσης για συζήτηση της υπόθεσης (ΑΠ 1045/2017, 711/2015, 1726/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη υπ' αριθ. ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου Καλλιθέας, ο 18ος αναιρεσείων Π. Τ. του Δ, απεβίωσε στις 4.10.2021, ήτοι μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης που κατατέθηκε στις 9.4.2021, άφησε δε μοναδική εκ διαθήκης κληρονόμο του την σύζυγό του Α.
Σ. του Γ., όπως προκύπτει από το υπ' αριθ. ..πρακτικό δημοσίευση διαθήκης του Ειρηνοδικείου Καλλιθέας Αττικής. Επομένως, νομίμως, σύμφωνα με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, η ανωτέρω κληρονόμος του αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου, δήλωσε στο ακροατήριο, κατά την συζήτηση της υποθέσεως, δια της νομίμως παρισταμένης και εκπροσωπούσας αυτήν πληρεξούσιας δικηγόρου της Ε.
Β., τον θάνατο του εν λόγω αναιρεσείοντος και την εκουσία στο όνομά της επανάληψη της βιαίως εκ του λόγου τούτου διακοπείσης δίκης. Κατόπιν τούτου, και αφού δεν αμφισβητείται από την αναιρεσίβλητη η ιδιότητα του ανωτέρω προσώπου ως κληρονόμου του ως άνω θανόντος αναιρεσείοντος 18ου Π. Τ. του Δ., πρέπει να κηρυχθεί η διακοπείσα δίκη επαναληφθείσα επ' ονόματι της προαναφερόμενης κληρονόμου, η οποία υπεισέρχεται στη θέση του αποβιώσαντος.
Mε την από 9.4.2021 και αριθ. εκθ. κατάθ. ... αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, υπ` αριθ. 2057/2021 απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η εν λόγω αίτηση έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564, 566 και 569 ΚΠολΔ και πρέπει κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ίδιου Κώδικα να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.
Σημειωτέον ότι στη θέση των 31ου και 33ου εναγόντων Β. Π. του Γ. και Α. Β. του Σ., οι οποίοι απεβίωσαν την 24.2.2019 και 5.4.2021, αντίστοιχα, ήτοι πριν την άσκηση της ένδικης αίτησης, νομίμως υπεισήλθαν οι νόμιμοι κληρονόμοι τους, οι οποίοι και την άσκησαν την 9.4.2021. Με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 5 του Ν. 3833/2010 "Προστασία της εθνικής οικονομίας - Επείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης" (ΦΕΚ Α 40/15.3.2010), όπως η παράγραφος αυτή συμπληρώθηκε με την παρ.5 του άρθρου 90 του Ν. 3842/2010 (ΦΕΚ Α 58/23.4.2010), ορίζεται ότι: "Οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία προβλεπόμενα των εργαζομένων, χωρίς εξαίρεση, σε Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου (ΝΠΙΔ), που ανήκουν στο Κράτος, σε ΝΠΔΔ ή σε ΟΤΑ ή επιχορηγούνται τακτικά από τον Κρατικό Προϋπολογισμό σε ποσοστό τουλάχιστον 50% του προϋπολογισμού τους ή είναι δημόσιες επιχειρήσεις κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005 (ΦΕΚ 314 Α), μειώνονται κατά ποσοστό επτά τοις εκατό (7%).
Τα επιδόματα των Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας μειώνονται κατά ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%), αντίστοιχα. Από τη μείωση του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής εξαιρούνται τα επιδόματα που συνδέονται με την οικογενειακή κατάσταση ή την υπηρεσιακή εξέλιξη, καθώς και τα συνδεόμενα με το ανθυγιεινό ή επικίνδυνο της εργασίας τους και τον μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών τους.
Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής, καθώς και της παρ. 4 κατισχύουν κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης ή ρήτρας ή όρου συλλογικής συμβάσεως εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνίας". Κατά δε την παρ.1 του άρθρου 20 του ιδίου νόμου 3833/2010, η ισχύς των διατάξεων του άρθρου 1 αρχίζει από 1.1.2010.
Επακολούθησε ο Ν. 3845/2010 "Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη - μέλη της Ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο" (ΦΕΚ Α 65/6.5.2010), στο άρθρο τρίτο παρ. 4 και 6 του οποίου ορίζεται ότι: (Παρ. 4) "Οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής συμβάσεως εργασίας, η διαιτητική απόφαση, ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία προβλεπόμενα των εργαζομένων, χωρίς εξαίρεση, στους φορείς του πρώτου εδαφίου της παρ.5 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, μειώνονται κατά ποσοστό τρία τοις εκατό (3%).
Από τη μείωση του προηγούμενου εδαφίου εξαιρούνται τα επιδόματα που συνδέονται με την οικογενειακή κατάσταση ή την υπηρεσιακή εξέλιξη, καθώς και τα συνδεόμενα με το ανθυγιεινό ή το επικίνδυνο της εργασίας τους και τον μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών τους" και ότι: (Παρ. 6) "Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των παραγράφων 1 έως και 4, καθώς και για πρόσωπα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 5, καθορίζονται ως εξής:
α) επίδομα εορτών Χριστουγέννων σε πεντακόσια (500) ευρώ, β) επίδομα εορτών Πάσχα σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ, γ) επίδομα αδείας σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Τα επιδόματα του προηγουμένου εδαφίου καταβάλλονται, εφόσον οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές, συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων του προηγουμένου εδαφίου, δεν υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, τα τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Αν με την καταβολή των επιδομάτων του προηγουμένου εδαφίου της παραγράφου αυτής, οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές υπερβαίνουν το ύψος αυτό, τα επιδόματα του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής καταβάλλονται μέχρι του ορίου των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, με ανάλογη μείωσή τους".
Περαιτέρω ο Ν. 4024/2011, "Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο - βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012 - 2015", ορίζει στο Κεφάλαιο Δεύτερο αυτού, υπό τον τίτλο "Σύστημα βαθμολογικών προαγωγών και μισθολογικής εξέλιξης των υπαλλήλων του Κράτους, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α` και Β` βαθμού και άλλων φορέων του Δημόσιου Τομέα και συναφείς διατάξεις", στα άρθρα 4 παρ. 1 και 6 παρ. 1, αντιστοίχως, τα εξής: "Στις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί υπάλληλοι και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΙΔΑΧ):
α) του Δημοσίου, β) των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) πρώτου και δεύτερου βαθμού, γ) των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), συμπεριλαμβανομένου του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων (Ο.Γ.Α) ..." και "Οι θέσεις όλων των κατηγοριών εκπαίδευσης - Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (ΠΕ), Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (ΤΕ), Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΔΕ) και Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης (Υ- Ε) - κατατάσσονται σε έξι (6) συνολικά βαθμούς, κατά φθίνουσα σειρά, ως εξής:
Βαθμός Α, Βαθμός Β, Βαθμός Γ, Βαθμός Δ, Βαθμός Ε, Βαθμός ΣΤ", στα άρθρα 12 και 14 του ιδίου Νόμου καθορίζονται αντιστοίχως το σύστημα μισθολογικής εξελίξεως των υπαλλήλων του άρθρου 4 και οι μηνιαίες αποδοχές εκάστου μισθολογικού κλιμακίου, ενώ στα άρθρα 29 παρ. 2, 31 παρ. 1 εδ. α`, 3 εδ. α`, β`, 4 και 7 "Αναλογικές ρυθμίσεις για νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα" και 32 παρ. 4 του αυτού Νόμου ορίζονται αντιστοίχως τα εξής: "Σε περίπτωση που από τις ρυθμίσεις των διατάξεων του Κεφαλαίου αυτού προκύπτουν συνολικές μηνιαίες αποδοχές μεγαλύτερες από αυτές που έπαιρναν οι δικαιούχοι τους κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος Κεφαλαίου, η προκαλούμενη αύξηση καταβάλλεται ως εξής: (...) Εφόσον προκύπτει μείωση η οποία είναι μεγαλύτερη κατά ποσοστό του 25% των αποδοχών που ελάμβαναν οι δικαιούχοι κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, χωρίς στην ανωτέρω σύγκριση να λαμβάνεται υπόψη το ποσό που καταβάλλεται ως επίδομα θέσης ευθύνης, η συνολική μείωση κατανέμεται ως εξής :
α) 25% μείωση επί των αποδοχών που ελάμβαναν οι δικαιούχοι κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, με την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, β) η υπερβάλλουσα μείωση ισόποσα σε χρονικό διάστημα δύο (2) ετών το οποίο αρχίζει ένα έτος μετά την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου", "Στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) που ανήκουν στο κράτος ή σε Ν.Π.Δ.Δ.
ή σε Ο.Τ.Α., κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων Βελτιώσεων, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, καθώς και των λοιπών δημόσιων επιχειρήσεων, οργανισμών και ανώνυμων εταιρειών, που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α` του ν. 3429/2005 (Α` 314), όπως έχουν τροποποιηθεί με τις διατάξεις της παρ. 1α του άρθρου 1 του ν. 3899/2010 (Α` 212), με εξαίρεση τα Ν.Π.Ι.Δ.
του ν. 3864/2010 (Α` 119) και άρθρου 1 του ν. 3986/2011 (Α` 152), εφαρμόζεται ανώτατο όριο μέσου κατά κεφαλή κόστους αμοιβών προσωπικού σύμφωνα με τα οριζόμενα στις επόμενες παραγράφους...", "Για τους εργαζόμενους στους φορείς της υποπαραγράφου 1α με σχέση εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου, το ανώτατο όριο των μηνιαίων τακτικών αποδοχών για κάθε εκπαιδευτική κατηγορία ΥΕ, ΔΕ, ΤΕ και ΠΕ ισούται με το αντίστοιχο ανώτατο όριο που προκύπτει κατ` εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου για τους υπαλλήλους με αντίστοιχη σχέση εργασίας (ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου) στο Δημόσιο.
Για τα διευθυντικά στελέχη των ως άνω φορέων που εργάζονται σε θέσεις ευθύνης, αντίστοιχες των θέσεων Τμηματάρχη, Διευθυντή και Γενικού Διευθυντή του παρόντος Κεφαλαίου, το ανώτατο όριο μηνιαίων τακτικών αποδοχών ισούται με το αντίστοιχο ανώτατο όριο που προκύπτει κατ` εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου για τους κατέχοντες θέση Τμηματάρχη, Διευθυντή ή Γενικού Διευθυντή στο Δημόσιο", "Το μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά, εξαιρουμένων των εργοδοτικών εισφορών, των φορέων της υποπαραγράφου 1α του παρόντος άρθρου, απαγορεύεται να υπερβαίνει τα χίλια εννιακόσια (1.900) ευρώ το μήνα.
Αν με την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου προκύπτει μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά του πάσης φύσεως προσωπικού του φορέα, μικρότερο του 65% του μέσου κατά κεφαλή αντίστοιχου κόστους του φορέα, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί κατά την 31.12.2009, ισχύει ως όριο, το ως άνω όριο του 65%", "Οι διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 29 εφαρμόζονται αναλογικά και στους εργαζόμενους των φορέων που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος άρθρου, εφόσον προκύπτει μείωση των συνολικών μηνιαίων αποδοχών τους μεγαλύτερη από το ποσοστό που ορίζεται στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 29" και "Η ισχύς των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου αρχίζει την 1-11-2011".
Εξάλλου, ο Ν. 4093/2012, "Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 - 2016 - Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 - 2016", ορίζει στην παράγραφο Γ`, υποπαράγραφο Γ1 του άρθρου πρώτου αυτού, υπό τον τίτλο "Μισθολογικές Διατάξεις του Δημόσιου Τομέα", περιπτώσεις 3 και 12, αντιστοίχως, τα εξής: "Αναστέλλεται μέχρι 31.12.2016, η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 19 και της περίπτωσης β` του τελευταίου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 29 του ν. 4024/2011 (Α` 226).
Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου ισχύουν από 31.10.2012" και "Οι διατάξεις του Κεφαλαίου Δεύτερου του ν. 4024/2011 που αφορούν το βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς των υπαλλήλων του άρθρου 4 του ίδιου νόμου, έχουν ανάλογη εφαρμογή, από 1.1.2013, και στο προσωπικό των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.), που ανήκουν στο Κράτος ή σε Ν.Π.Δ.Δ.
ή σε Ο.Τ.Α., κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων Βελτιώσεων, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, καθώς και των λοιπών δημόσιων επιχειρήσεων, οργανισμών και ανωνύμων εταιρειών, που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α` του ν. 3429/2005 (Α` 314), όπως έχουν τροποποιηθεί με τις διατάξεις της παρ. 1α του άρθρου 1 του ν. 3899/2010 (Α` 212).
Από την έναρξη ισχύος των διατάξεων της παρούσας περίπτωσης, για τους ανωτέρω παύουν να ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 31 του ν. 4024/2011, εκτός από αυτές της παραγράφου 2". Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 1 (υπό τον παράτιτλο "Ορισμοί και πεδίο εφαρμογής") του κεφαλαίου Α υπό τον παράτιτλο ("Οργάνωση, λειτουργία, διοίκηση και κρατική εποπτεία των δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών") του Ν. 3429/2005 "Δημόσιες επιχειρήσεις και Οργανισμοί (Δ.Ε.Κ.Ο)" (ΦΕΚ Α 314) ορίζονται στις παρ. 1, 2 και 3 τα εξής: (Παρ. 1) "Για τους σκοπούς του νόμου αυτού, ως "δημόσια επιχείρηση" νοείται κάθε ανώνυμη εταιρεία στην οποία το ελληνικό δημόσιο δύναται να ασκεί άμεσα ή έμμεσα αποφασιστική επιρροή, λόγω της συμμετοχής του στο μετοχικό της κεφάλαιο ή της χρηματοοικονομικής συμμετοχής του ή των κανόνων που τη διέπουν", (Παρ. 2) "Η άσκηση αποφασιστικής επιρροής από το ελληνικό δημόσιο τεκμαίρεται όταν το ελληνικό δημόσιο ή νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου χρηματοδοτούμενα από το ελληνικό δημόσιο ή από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου σε ποσοστό άνω του πενήντα τοις εκατό ή άλλες δημόσιες επιχειρήσεις υπό την έννοια του παρόντος νόμου:
α) είναι κύριοι μετοχών που εκπροσωπούν την απόλυτη πλειοψηφία του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου της ή β) ελέγχουν την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου στη γενική της συνέλευση ή γ) δύνανται να διορίζουν το ήμισυ πλέον ενός των μελών του διοικητικού της συμβουλίου ή δ) χρηματοδοτούν την ετήσια δραστηριότητά της σε ποσοστό άνω του πενήντα τοις εκατό" και (Παρ. 3) "Ως "δημόσια επιχείρηση" νοείται και κάθε ανώνυμη εταιρεία συνδεδεμένη με άλλη δημόσια επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 42 ε παρ. 5 του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει".
Με την παρ. 4 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι το Κεφάλαιο Α του νόμου αυτού εφαρμόζεται σε όλες τις δημόσιες επιχειρήσεις, στις οποίες δεν συμπεριλαμβάνονται οι εταιρείες για τις οποίες εφαρμόζεται το κεφάλαιο Β, ενώ με τη παρ. 5 του ιδίου άρθρου, όπως αυτή συμπληρώθηκε με το άρθρο 42 του Ν. 3891/2010, που προσέθεσε τέταρτη περίπτωση, ορίζεται ότι το κεφάλαιο Β του νόμου αυτού εφαρμόζεται σε ανώνυμες εταιρείες, των οποίων οι μετοχές έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση στο χρηματιστήριο, εφόσον το Δημόσιο ή τα νομικά πρόσωπα της παρ. 2 εξακολουθούν να κατέχουν οποιοδήποτε ποσοστό του μετοχικού τους κεφαλαίου, σε συνδεδεμένες με αυτές επιχειρήσεις του άρθρου 42 ε παρ. 5 του κ.ν. 2190/1920, σε ανώνυμες εταιρείες για τις οποίες με απόφαση της Διυπουργικής Επιτροπής Αποκρατικοποιήσεων έχουν αρχίσει οι διαδικασίες αποκρατικοποίησης με την εισαγωγή μετοχών τους σε οργανωμένη αγορά και σε ανώνυμες εταιρείες, των οποίων το δικαίωμα διορισμού της πλειοψηφίας των μελών του διοικητικού συμβουλίου ή των οργάνων της διοίκησης ή το δικαίωμα άσκησης διαχείρισης έχει μεταβιβασθεί εν όλω ή εν μέρει από το Δημόσιο σε τρίτους με απόφαση της Διϋπουργικής Επιτροπής Αποκρατικοποιήσεων, εφόσον το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο της παρ. 2 εξακολουθούν να συμμετέχουν στο μετοχικό τους κεφάλαιο με οποιοδήποτε ποσοστό συμμετοχής.
Με τις λοιπές διατάξεις του κεφαλαίου Α του Ν. 3429/2005, ήτοι με τις διατάξεις των άρθρων 2 - 14 αυτού, ρυθμίζονται ζητήματα προσαρμογής του καταστατικού αυτών στις ρυθμίσεις του νόμου, οργάνωσης και λειτουργίας του διοικητικού συμβουλίου των ως άνω επιχειρήσεων, κατάρτισης εσωτερικού κανονισμού λειτουργίας και εσωτερικού ελέγχου αυτών, κατάρτισης στρατηγικού και επιχειρησιακού σχεδίου που υποβάλλεται στην Διυπουργική Επιτροπή Δημοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισμών, δια του εποπτεύοντος Υπουργείου, θεσπίζεται σειρά υποχρεώσεων αυτών σε διάφορα ζητήματα, προβλέπεται κρατικός έλεγχος και εποπτεία αυτών, προβλέπονται κυρώσεις για παραβάσεις του νόμου αυτού (δέσμευση εσόδων αυτών, διακοπή παροχής εγγυήσεων του δημοσίου κατά τη λήψη δανείων, παύση διευθύνοντος συμβούλου και μελών του διοικητικού συμβουλίου), ως και ζητήματα σύνταξης ετησίων οικονομικών καταστάσεων σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα χρηματοοικονομικής πληροφόρησης, πρόσληψης νεοπροσλαμβανομένου προσωπικού για δοκιμαστική περίοδο ανεξαρτήτως των ρυθμίσεων των εσωτερικών κανονισμών ή οργανισμών τους, επί των οποίων εφαρμόζονται μόνο οι διατάξεις της κοινής εργατικής νομοθεσίας και αλλαγής των ρυθμίσεων του κανονισμού προσωπικού των, όταν αυτές εμφανίζουν αρνητικά οικονομικά αποτελέσματα, προς καλύτερη αξιοποίηση αυτού.
Αντιθέτως με τις διατάξεις του κεφαλαίου Β του ιδίου νόμου (άρθρα 16 και 17 αυτού) για τις υπαγόμενες σε αυτό εταιρείες (της παρ. 5 του άρθρου 1) ρυθμίζονται ουσιαστικά μόνο ζητήματα πρόσληψης προσωπικού, ενώ για ορισμένες από αυτές, όπου το Δημόσιο εξακολουθεί να κατέχει την πλειοψηφία του μετοχικού τους κεφαλαίου, γίνεται παραπομπή στις ρυθμίσεις του κεφαλαίου Α μόνο για ζητήματα πρόσληψης νεοπροσλαμβανομένου προσωπικού ανεξαρτήτως των ρυθμίσεων των εσωτερικών κανονισμών ή οργανισμών τους, επί των οποίων εφαρμόζονται μόνο οι διατάξεις της κοινής εργατικής νομοθεσίας και αλλαγής των ρυθμίσεων του κανονισμού προσωπικού των, όταν εμφανίζουν αρνητικά οικονομικά αποτελέσματα, προς καλύτερη αξιοποίηση αυτού.
Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 19 του ιδίου Ν. 3429/2005 και με τον τίτλο "Κατάργηση εξαιρέσεων, επέκταση πεδίου εφαρμογής ", όπως αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με την παρ. 2 του άρθρου 240 Ν. 4072/2012 (ΦΕΚ Α 86/11.4.2012), ορίσθηκε ότι από το πεδίο εφαρμογής του κεφαλαίου Α του νόμου αυτού εξαιρούνται, εκτός των άλλων και η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία Εθνικό Ταμείο Επιχειρηματικότητας και Ανάπτυξης Α.Ε. (Ε.Τ.Ε.ΑΝ.
Α.Ε.), με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 2 του Ν. 3899/2010, οι οποίες εφαρμόζονται και για τους εργαζόμενους σε αυτή. Κατά την αληθή έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 19 του Ν. 3429/2005 και ενόψει του επιδιωκομένου με τη σχετική ρύθμιση σκοπού ν` απαλλαγούν ορισμένες δημόσιες επιχειρήσεις από τις υποχρεώσεις που θέτουν οι προπαρατεθείσες ρυθμίσεις του κεφαλαίου Α του Ν. 3429/2005, ούτως ώστε αυτές να καταστούν περισσότερο ευέλικτες στη λειτουργία τους, σε συνδυασμό και προς το πλέγμα των ρυθμίσεων του κεφαλαίου Α του ως άνω νόμου, συνάγεται ότι η προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή εξαίρεση αφορά τις ρυθμίσεις του κεφαλαίου Α που αναφέρονται, κατά τον παράτιτλο αυτού στην οργάνωση, λειτουργία, διοίκηση και κρατική εποπτεία των επιχειρήσεων αυτών (άρθρα 2 - 14 αυτού) και δεν αναφέρεται η διάταξη αυτή σε εξαίρεση των εν λόγω επιχειρήσεων, μεταξύ των οποίων και η Ε.Τ.Ε.ΑΝ.
Α.Ε., η οποία συσταθείσα με το ν. 3912/2011 (Α' 17/17.2.2011) αποτελεί δημόσια επιχείρηση, το μετοχικό κεφάλαιο αυτής ανήκει στο Δημόσιο, επιδιώκει δημόσιο σκοπό, επιχορηγείται (και) από το Κράτος και εποπτεύεται από τον Υπουργό Οικονομίας Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, από τις μειώσεις των αποδοχών που προβλέφθηκαν με τις παραπάνω διατάξεις των υπηρετούντων με οποιαδήποτε σχέση εργασίας στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και ειδικότερα του ν. 4024/2011, ο οποίος νομοθετήθηκε πριν την έναρξη ισχύος του ως άνω άρθρου 240 παρ. 2 ν. 4072/2012, το άρθρο 31 παρ. 4 του οποίου, όπως προεκτέθηκε, όρισε ότι : "Το μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά, εξαιρουμένων των εργοδοτικών εισφορών, των φορέων της υποπαραγράφου 1α του παρόντος άρθρου, απαγορεύεται να υπερβαίνει τα χίλια εννιακόσια (1.900) ευρώ το μήνα".
Δυνάμει του ν. 707/1977 "περί ενοποιήσεως του Εθνικού Οργανισμού Ελληνικής Χειροτεχνίας (ΕΟΕΧ) και του Κέντρου Βιοτεχνικής Αναπτύξεως (ΚΕΒΑ)", ιδρύθηκε το νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου (ν.π.ι.δ.) με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΜΙΚΡΟΜΕΣΑΙΩΝ ΜΕΤΑΠΟΙΗΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΚΑΙ ΧΕΙΡΟΤΕΧΝΙΑΣ (ΕΟΜΜΕΧ)", με σκοπό την προαγωγή και προώθηση της Ελληνικής Βιοτεχνίας και Χειροτεχνίας στο πλαίσιο της εκάστοτε ασκούμενης κυβερνητικής πολιτικής.
Το έτος 1997, δυνάμει του υπ' αρ. 159/1997 προεδρικού διατάγματος, που εκδόθηκε κατ' εφαρμογή του ν. 2414/1996, εγκρίθηκε η μετατροπή του ΕΟΜΜΕΧ σε ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΜΙΚΡΩΝ - ΜΕΣΑΙΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΚΑΙ ΧΕΙΡΟΤΕΧΝΙΑΣ", λειτουργούσα ως δημόσια κοινωφελής επιχείρηση χάριν του δημοσίου συμφέροντος, επιχορηγούμενη από το Κράτος και ανήκουσα στον ευρύτερο δημόσιο τομέα.
Με το άρθρο 66 του ν. 4002/2011, που φέρει τον τίτλο "Κατάργηση, συγχώνευση και αναδιάρθρωση Ν.Π.Ι.Δ. και δημοσίων επιχειρήσεων", ορίσθηκαν τα εξής : "1. Μετά το άρθρο 14Α του ν. 3429/2005 (Α' 314) προστίθεται άρθρο 14Β ως εξής : "Άρθρο 14Β Κατάργηση, συγχώνευση και αναδιάρθρωση Ν.Π.Ι.Δ. και δημοσίων επιχειρήσεων. 1. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του κατά περίπτωση εποπτεύοντος Υπουργού :
α) οι ανώνυμες εταιρείες με την επωνυμία ... "Ελληνικός Οργανισμός Μικρών - Μεσαίων Επιχειρήσεων και Χειροτεχνίας Α.Ε. (Ε.Ο.Μ.Μ.Ε.Χ. Α.Ε.)", ...., μπορεί, αν επιβαρύνουν τον Κρατικό Προϋπολογισμό άμεσα ή έμμεσα ή αν επιδιώκουν παρεμφερή σκοπό ή για τον εξορθολογισμό του κόστους λειτουργίας τους: αα) να καταργούνται, να συγχωνεύονται ή να διασπώνται με απορρόφηση ή με σύσταση νέων εταιρειών ή με απορρόφηση και σύσταση νέων εταιρειών ... 2.
Με την απόφαση της προηγούμενης παραγράφου καθορίζεται η τύχη της περιουσίας του νομικού προσώπου που τυχόν καταργείται, ο φορέας που καθίσταται διάδοχος των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του, το καταστατικό ή ο οργανισμός που το διέπει στην περίπτωση συγχώνευσης και κάθε άλλο σχετικό θέμα για την εφαρμογή της προηγούμενης παραγράφου".
Κατ' εξουσιοδότηση του πιο πάνω άρθρου 66 του ν. 4002/2011 εκδόθηκε η υπ' αρ. 4507/3.11.2011 (ΦΕΚ Β' 2542/7-11-2011) κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Αναπληρωτή Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας ("Συγχώνευση με απορρόφηση της Ανώνυμης Εταιρείας "ΕΟΜΜΕΧ Α.Ε." από την "ΕΤΕΑΝ Α.Ε."), με την οποία προβλέφθηκαν τα εξής:
Άρθρο 1: "Η Ανώνυμη Εταιρεία "ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΜΙΚΡΩΝ - ΜΕΣΑΙΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΚΑΙ ΧΕΙΡΟΤΕΧΝΙΑΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ (ΕΟΜΜΕΧ ΑΕ)", που συνεστήθη ως ΝΠΙΔ με το Ν. 707/1977 και δυνάμει του π.δ. 159/1997 (ΦΕΚ Α' 135) μετατράπηκε σε Ανώνυμη Εταιρεία συγχωνεύεται με απορρόφηση με την παρούσα από την εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΑΕ (ΕΤΕΑΝ ΑΕ)", που έχει συσταθεί ως ανώνυμη εταιρεία με το Ν. 3912/2011 (Α' 17)".
Άρθρο 3: "Το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου της εταιρείας που συγχωνεύεται με απορρόφηση από την ΕΤΕΑΝ ΑΕ και οι δικηγόροι που απασχολούνται σε αυτή με σχέση έμμισθης εντολής μεταφέρονται αυτοδικαίως στην απορροφούσα εταιρεία με τις ίδιες σχέσεις εργασίας, αποτελούν προσωπικό της και λαμβάνουν τις αποδοχές της απορροφούσας εταιρείας.".
Στη συνέχεια με το άρθρο 17 του ν. 4038/2012 (ΦΕΚ Α' 14/2.2.2012) ρυθμίσθηκαν εκ νέου τα ζητήματα της συγχώνευσης των εταιρειών ΕΟΜΜΕΧ Α.Ε. και ΕΤΕΑΝ Α.Ε. και ειδικότερα προβλέφθηκε ότι : "1. Το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου κατηγορίας Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης και Τεχνολογικής Εκπαίδευσης της υπό απορρόφηση εταιρείας ΕΟΜΜΕΧ Α.Ε.
και οι δικηγόροι που απασχολούνται σε αυτή με σχέση έμμισθης εντολής μεταφέρονται από 1.1.2012 στην ΕΤΕΑΝ Α.Ε. με τις ίδιες σχέσεις εργασίας. ... Το υπόλοιπο προσωπικό της ΕΟΜΜΕΧ Α.Ε. με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και συγκεκριμένα το προσωπικό κατηγορίας Δευτεροβάθμιας και Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης μεταφέρεται με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας από 1.1.2012 με τις ίδιες σχέσεις εργασίας στο προσωπικό των εποπτευόμενων φορέων του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, πλην της ΕΤΕΑΝ Α.Ε., χωρίς εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 7 του άρθρου 34 του ν. 4024/2011.
Το άρθρο 3 της απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας με αριθμό 4507/3.11.2011 (Β' 2542) καταργείται. 2. Οι αρμοδιότητες της υπό απορρόφηση εταιρείας ΕΟΜΜΕΧ Α.Ε. μεταφέρονται στη Γενική Γραμματεία Βιομηχανίας κατά τα οριζόμενα στην παρ. 2 του προηγούμενου άρθρου. 3. Η συγχώνευση με απορρόφηση της ΕΟΜΜΕΧ Α.Ε.
από την ΕΤΕΑΝ Α.Ε. κατά τα οριζόμενα στην απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας με αριθμό 4507/3.11.2011 (Β' 2542) γίνεται με δημόσιο συμβόλαιο και απαλλάσσεται από κάθε φόρο ή επιβάρυνση. Στο συμβόλαιο της απορρόφησης περιλαμβάνεται σε παράρτημα απογραφή της περιουσίας της απορροφούμενης εταιρείας, η οποία κατά το άρθρο 5 της απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας με αριθμό 4507/3.11.2011 (Β' 2542) περιέρχεται στο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο με την ολοκλήρωση της συγχώνευσης υποκαθίσταται αυτοδίκαια και χωρίς καμία άλλη διατύπωση, σύμφωνα με το νόμο, σε όλα τα δικαιώματα, υποχρεώσεις και έννομες σχέσεις της απορροφούμενης εταιρείας και η μεταβίβαση αυτή εξομοιώνεται με καθολική διαδοχή, οι δε εκκρεμείς δίκες της απορροφούμενης εταιρείας συνεχίζονται από το Δημόσιο χωρίς καμία άλλη διατύπωση και χωρίς να επέρχεται βίαιη διακοπή αυτών λόγω της συγχώνευσης.
Το άρθρο 4 της απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας με αριθμό 4507/3.11.2011 (Β' 2542) καταργείται". Περαιτέρω, με την υπ' αρ. 7253/1060/3.7.2012 κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Αναπληρωτή Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας τέθηκε ως προθεσμία ολοκλήρωσης της συγχώνευσης της ΕΟΜΜΕΧ ΑΕ με την ΕΤΕΑΝ ΑΕ η 30η-10-2012, κατά την οποία συνήφθη με την υπ' αρ. ...
πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Π. Κ. η σύμβαση συγχώνευσης με απορρόφηση της ΕΟΜΜΕΧ Α.Ε. από την ΕΤΕΑΝ Α.Ε., η οποία εγκρίθηκε με την υπ' αρ. 28910/28.12.2012 απόφαση της Περιφέρειας Αττικής, που καταχωρήθηκε αυθημερόν στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών της εν λόγω υπηρεσίας. Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι οι πρώην υπάλληλοι του ΕΟΜΜΕΧ, οι οποίοι μεταφέρθηκαν στην ΕΤΕΑΝ μετά την απορρόφησή του από την τελευταία, δεν εξαιρούνταν από την εφαρμογή ως προς τις αποδοχές τους της διατάξεως του άρθρου 31 παρ. 4 ν. 4024/2011, η εν λόγω δε ερμηνεία, η οποία προκύπτει σαφώς και από την αιτιολογική έκθεση του Ν. 4024/2011, είναι συμβατή και προς τον επιδιωκόμενο σκοπό θέσπισης των προαναφερομένων διατάξεων του εξορθολογισμού της δημόσιας διοίκησης και της άρσης των ανισοτήτων στις συνολικές αμοιβές των υπαλλήλων του δημοσίου τομέως.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση κατ` αποφάσεων ειρηνοδικείων, καθώς και κατά αποφάσεων πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, 1420/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση με την από 7.7.2014 και αριθ. εκθ. κατάθ. 973/7.7.2014 αγωγή τους οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι και άλλοι μη διάδικοι στην παρούσα δίκη, ισχυριζόμενοι ότι συνδέονταν με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου με την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΟΜΜΕΧ Α.Ε.", η οποία συγχωνεύτηκε με απορρόφηση από την αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία "ΕΤΕΑΝ ΑΕ" και ότι η τελευταία σύμφωνα με το άρθρο 240 ν. 4072/2012 εξαιρέθηκε από το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του ν. 3429/2005 και κατά συνέπεια και από το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 31 του ν. 4024/2011, που προέβλεπε μείωση των αποδοχών των εργαζομένων σε νομικά πρόσωπα, που ανήκουν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ζήτησαν να προσδιοριστούν οι αποδοχές τους όπως είχαν διαμορφωθεί τον Οκτώβριο του έτους 2011, ήτοι προ της εφαρμογής του ν. 4024/2011 και επί των αμοιβών αυτών να εφαρμοστούν οι προβλεπόμενες στο ν. 3899/2010 μειώσεις και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να τους καταβάλει τα αναφερόμενα σ' αυτή (αγωγή) ποσά.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 178/2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία την έκανε δεκτή ως νόμω και ουσία βάσιμη και υποχρέωσε την εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη να καταβάλει σε καθένα από τους ενάγοντες τα αναφερόμενο στο διατακτικό της ποσά. Κατόπιν ασκήσεως της από 6.4.2015 και αριθ. κατάθ. 654/2015 εφέσεως από την ηττηθείσα αναιρεσίβλητη, με μοναδικό λόγο έφεσης ότι "η πρωτοβάθμια απόφαση έσφαλε κατά την εφαρμογή του νόμου κρίνοντας την αγωγή νόμιμη, ενώ για τη μισθοδοσία των εφεσιβλήτων η ίδια νόμιμα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 31 παρ. 4 ν. 4024/2011, που ίσχυε ως προς την ίδια και τους υπαλλήλους της, χωρίς να ασκεί έννομη επιρροή σε αυτή την ισχύ της η διάταξη του άρθρου 240 ν. 4072/2012" εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία, αφού δέχτηκε ότι ο ως άνω λόγος είναι νόμιμος και βάσιμος, "καθώς η εκκαλούσα νόμιμα καθόρισε τις αποδοχές των εφεσίβλητων με βάση τη διάταξη του άρθρου 31 παρ. 4 ν. 4024/2011, ενώ δεν είναι νόμιμος ο ισχυρισμός των εφεσιβλήτων ότι, με βάση τη διάταξη του άρθρου 240 ν. 4072/2012, δεν ήταν νόμιμη η εφαρμογή αυτής της διάταξης για τον καθορισμό των αποδοχών τους κατά το επίδικο χρονικό διάστημα" και στη συνέχεια και την έφεση ως κατ' ουσίαν βάσιμη, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, κράτησε και δίκασε την ένδικη αγωγή, την οποίαν και απέρριψε ως μη νόμιμη.
Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, έστω με συνοπτική αιτιολογία, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 240 παρ. 2 του ν. 4072/2012, 2 ν. 3899/2010 και 31 παρ. 4 Ν. 4024/2011, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και στη συνέχεια εφάρμοσε στην κρινόμενη υπόθεση, καθότι στο πεδίο εφαρμογής αυτών υπαγόταν και οι ενάγοντες προσωπικό της αναιρεσίβλητης, εφόσον αυτή ήταν δημόσια επιχείρηση κατά την έννοια των παρ. 1 και 2 του άρθρου 1 του Ν. 3429/2005, αφού το μετοχικό της κεφάλαιο ανήκει στο Δημόσιο, επιδιώκει δημόσιο σκοπό, επιχορηγείται (και) από το Κράτος και εποπτεύεται από τον Υπουργό Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, αδιαφόρως του εάν από 11.4.2012 αυτή είχε εξαιρεθεί των (λοιπών) ρυθμίσεων του κεφαλαίου Α του τελευταίου αυτού νόμου, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην πιο πάνω νομική σκέψη.
Επομένως είναι αβάσιμος οι δεύτερος και τρίτος, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγοι της αίτησης, εκ του αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τους οποίους προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η αιτίαση της παραβιάσεως των προαναφερόμενων διατάξεων. Με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και επομένως προϋποθέτει έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος από το δικαστήριο της ουσίας. Κατά συνέπεια δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών αναφέρονται στη σκέψη της προσβαλλομένης απόφασης, με την οποία η αγωγή (ή η ένσταση ή η αντένσταση) κρίθηκε απορριπτέα ως μη νόμιμη, απαράδεκτη ή αόριστη (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1410/2017, 701/2011, 121/2009).
Συνεπώς, οι από τον αρ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πρώτος και τρίτος, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγοι, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, λόγω έλλειψης σαφούς και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 240 παρ. 2 του ν. 4072/2012 και 31 παρ. 4 ν. 4024/2011, είναι απαράδεκτοι, αφού το Εφετείο δεν προέβη σε έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος, αλλά απέρριψε την ένδικη αγωγή στο σύνολό της ως νομικά αβάσιμη.
Κατ` ακολουθίαν, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί, εφ' όσον δεν υφίσταται άλλος λόγος αναιρέσεως. Οι αναιρεσείοντες, ως προς τους οποίους απορρίπτεται η αναίρεση, πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτής (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), ως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη τη συζήτηση της υπόθεσης ως προς τον υπεισελθόντα στη θέση του αποβιώσαντος Α. Β. του Σ. κληρονόμο του Σ. Β. του Α..
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ τον χωρισμό της υπόθεσης ως προς τον ως άνω κληρονόμο.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ επαναληφθείσα την δια της γνωστοποιήσεως του θανάτου του Π. Τ. του Δ. βιαίως διακοπείσα προκειμένη δίκη επ' ονόματι της υπεισελθούσας στην θέση αυτού Α. Σ. του Γ., χήρας Π. Τ..
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες την από 9.4.2021 και αριθ. κατάθ. ... αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 2057/2021 του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης της προκειμένης δίκης ποσού χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 23 Φεβρουαρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ