Supreme Court dismisses appeal against family debt judgment due to lack of fraud and inadmissible procedural grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appeal filed by the Deposit and Loan Fund against a family court judgment regarding a borrower's inability to repay monthly installments. The court found the lower court's reasoning sufficient to establish that the borrower's income was adequate to cover the debts and explicitly denied the presence of fraud. Consequently, the appeal was dismissed as the sole ground relied upon was legally inadmissible because it challenged the substantive evaluation of facts and evidence by the first-instance court.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560(6), 561(1), 576(2) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may examine the absence of a party ex officio to verify if the hearing was expedited, but it must reject an appeal based on the inadequacy of the first-instance court's reasoning regarding the assessment of facts and evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 307 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 307/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μ. Γ., Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Τ. του Β., συζ. Γ. Κ., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Φραίμη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, για την 3η εμφανίστηκε ο δικηγόρος Φώτιος Σαρρής και δήλωσε ότι παρίσταται για την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ως άνω αναιρεσίβλητης εταιρείας με την επωνυμία "...", ενώ η 2η δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-11-2013 αίτηση της ήδη 1ης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Μεσολογγίου.
Εκδόθηκε η 5/2019 απόφαση του Ειρηνοδικείου Μεσολογγίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 18-10-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Βάρκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και οι 1η και 3η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της 3ης αναιρεσίβλητης ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1747/2017, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 1545/2017, ΑΠ 242/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, από την 2639/19-5-2020 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Ευαγγέλου Ασημάκη, που επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα το αναιρεσείον-πιστωτής της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, νπδδ, με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 18-10-2019 (αριθμ.
εκθ. Καταθ. 2/21-10-2019) αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 19-3-2021, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια του επισπεύδοντος αναιρεσείοντος, στην δεύτερη των αναιρεσιβλήτων ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, με την επωνυμία "...", καθ'ης η αίτηση -πιστώτριας της πρώτης αναιρεσίβλητης, αναγκαίας ομοδίκου του αναιρεσείοντος, κατ' άρθρα 769 εδάφ.
β' και 762 ΚΠολΔ. Κατά την ως άνω δικάσιμο όμως, η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ματαιώθηκε, λόγω της αναστολής λειτουργίας δικαστηρίων, κατά την περίοδο από 15-2-2021 έως την 10-5-2021 με τις διαδοχικά εκδοθείσες ΚΥΑ, για προληπτικούς λόγους δημόσιας υγείας, εξαιτίας της πανδημίας covid-19 (άρθρο 14 της ΚΥΑ υπ' αριθ.
Δ1α/Γ.Π.οικ. 20651/03-4-2021), στη συνέχεια δε νομίμως αυτή φέρεται, αυτεπαγγέλτως, με πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, προς εκδίκαση, στην δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης (5-11-2021), η εγγραφή δε της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο από το Γραμματέα, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (κατά τη διάταξη του άρθρου 83 παρ. 2 Ν. 4790/2021 του ΚΠολΔ), ενώ η ημερομηνία της νέας δικασίμου γνωστοποιείται με ανάρτησή της στο διαδίκτυο, μη απαιτουμένης κλήσεως του διαδίκου για την εμφάνισή του κατά την ως άνω αυτεπαγγέλτως ορισθείσα δικάσιμο.
Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, η δεύτερη αναιρεσίβλητη (η οποία είχε κληθεί νόμιμα για την αρχική δικάσιμο της 19-3-2021, όπως αναφέρθηκε), δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ, αλλά παραστάθηκαν νομίμως και προσηκόντως μόνον το επισπεύδον τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναιρεσείον, η πρώτη αναιρεσίβλητη και η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, με την επωνυμία "...", ως καθολική διάδοχος της τρίτης των αναιρεσιβλήτων τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία "ΑΤΕ ...".
Κατά συνέπεια, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της δεύτερης (άρθρο 576 παρ.2 του ΚΠολΔ).
Κατά την διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 περ. β' του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των μη υποκειμένων σε ανακοπή ερημοδικίας και έφεση οριστικών αποφάσεων, που περατώνουν όλη την δίκη ή μόνο την δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ο χαρακτήρας της απόφασης ως τελεσίδικης ή μη κρίνεται κατά το χρόνο άσκησης της αίτησης για αναίρεση, δηλαδή κατά το χρόνο κατάθεσής της στον αρμόδιο γραμματέα, όπως ορίζει το άρθρο 495 παρ.1 του ιδίου κώδικα, διαφορετικά η αίτηση είναι απαράδεκτη.
Από δε το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ.1 εδ. β' και 76 παρ.1,4 ΚΠολΔ συνάγεται ότι επί αναγκαστικής ομοδικίας η οριστική απόφαση προσβάλλεται παραδεκτά μόνον όταν αυτή καταστεί τελεσίδικη για όλους τους ομοδίκους (Ολ ΑΠ 18/2001). Η προθεσμία της άσκησης αίτησης αναίρεσης κατά το άρθρο 564 παρ. 1ΚΠολΔ, αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης.
Επί αναγκαστικής ομοδικίας η επίδοση της πιο πάνω απόφασης στον αντίδικο από ένα μόνο αναγκαίο ομόδικο κινεί την προθεσμία της αναίρεσης και ως προς τους υπόλοιπους (ΑΠ 1836/2014, ΑΠ 746/2019). Η προθεσμία αυτή της άσκησης αναίρεσης κατά απόφασης που εκδόθηκε στον πρώτο βαθμό, και ανεξάρτητα αν εκδόθηκε ερήμην ή αντιμωλία δεν συντρέχει με την προθεσμία άσκησης έφεσης κατ'αυτής.
Η πρώτη (προθεσμία αναίρεσης) ηρεμεί κατά τη διάρκεια της δεύτερης (προθεσμία έφεσης) και αρχίζει από, τότε που έληξε η προθεσμία για την άσκηση της έφεσης, οπότε η πρωτόδικη απόφαση τελεσιδίκησε, υποκείμενη σε αναίρεση, όπως προαναφέρθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 553 παρ.1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 709/2007, ΑΠ 1000/2001). Η πρωτοβάθμια απόφαση, η οποία υπόκειται σε έφεση γίνεται, αν δεν είναι κατά την έκδοσή της, τελεσίδικη, για κάποια αιτία που έχει επέλθει π.χ.
διότι έχει περάσει η προθεσμία για έφεση ή διότι ο διάδικος έχει παραιτηθεί από το δικαίωμα προς άσκηση της έφεσης ή διότι αυτός έχει παραιτηθεί από το δικόγραφο της ασκηθείσης έφεσης, εφόσον στην τελευταία περίπτωση δεν υπάρχει πλέον προθεσμία προς άσκησή της. Η απόδειξη της τελεσιδικίας της προσβαλλομένης με αναίρεση απόφασης, γίνεται με την προσκομιδή των σχετικών εκθέσεων επιδόσεως ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο που επιδόθηκε σε συνδυασμό με βεβαίωση της Γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο.
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 3 εδ. τελευταίο του Ν. 3869/2010 για την εκδίκαση της αιτήσεως του οφειλέτη προς ρύθμιση των χρεών του εφαρμόζεται η διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 739 επ. του ΚΠολΔ, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 741 του ΚΠολΔ στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας εφαρμόζονται τα άρθρα 1 έως 590 του ιδίου Κώδικα, εκτός αν είναι αντίθετα προς ειδικές διατάξεις ή δεν προσαρμόζονται στη διαδικασία αυτή.
Τέλος, εφόσον στην αίτηση του οφειλέτη για δικαστική ρύθμιση των οφειλών του, κατά τις διατάξεις του Ν. 3869/2010, αναφέρονται περισσότεροι πιστωτές και οι απαιτήσεις αυτών, αυτοί τελούν μεταξύ τους σε σχέση οιονεί αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 76 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1049/2017 και 1978/2017).
Η κρινόμενη από 18-10-2019 (αρ. κατ.2/ 2019) αίτηση αναίρεσης του καθ'ου - πιστωτού ΝΠΔΔ, με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", κατά της, εκδοθείσης με την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 ν.3869/2010 σε συνδυασμό με το άρθρο 739 επ. Κ.Πολ.Δ.), υπ' αρ. 5/2019 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Μεσολογγίου, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 σε συνδ.
με το άρθρο 553 παρ1 ΚΠολΔ) σύμφωνα με τα παραπάνω αφού, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την έρευνα των διαδικαστικών εγγράφων, που επιτρεπτά επισκοπούνται (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) η ανωτέρω προσβαλλόμενη απόφαση, που εκδόθηκε ερήμην της τότε 2ης των καθ'ων η αίτηση τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία "...", στη θέση της οποίας υπεισήλθε, ως καθολική διάδοχoς, η ανώνυμη τράπεζα με την επωνυμία "..." (και ήδη 3η αναιρεσίβλητη) και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων και η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, επιδόθηκε επιμελεία του αναιρεσείοντος στην πρώτη αναιρεσίβλητη την 4-6-2019 και έκτοτε κινήθηκε η προθεσμία για την άσκηση έφεσης ως προς όλους τους διαδίκους.
Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε την 21-10-2019, ημέρα Δευτέρα. Επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση κατέστη τελεσίδικη, παρελθούσης της 30νθήμερης προθεσμίας άσκησης έφεσης κατ' αυτής την 19-9-2019, μετά την αναστολή της προθεσμίας αυτής κατά την διάρκεια των δικαστικών διακοπών από 1-7 μέχρι 15-9 δυνάμει του άρθρου 11 του Διατάγματος της 26.6/10.7.1944 κώδικος περί δικών του Δημοσίου, και μη ασκηθέντος κατ' αυτής του ενδίκου μέσου της έφεσης (βλ.
το με αριθμό 198/2021 πιστοποιητικό της Γραμματέως του Ειρηνοδικείου Μεσολογγίου), η δε αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα στην νόμιμη προθεσμία που άρχισε την επομένη ημέρα μετά την λήξη της προθεσμίας προς άσκηση έφεσης (20-9-2019) και έληγε την 21-10-2019, διότι η 20η/10 ήταν εξαιρετέα αφού ήταν Κυριακή (άρθρο 144 Κ.Πολ.Δ.) Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Με την διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ("("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως το άρθρο αυτό ισχύει και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.
Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την (1-1-2016) έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/201 απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών του.
Ο νόμος 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από την γενική θεωρεία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος προβλέπεται στην διάταξη του άρθρου 330 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του.
Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές ". Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια.
Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ., που ορίζει ότι "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης.
Επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει τον δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του.
Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται" (Ολ.ΑΠ 4/2010, Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 297/2007). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή (ΑΠ 677/2010).
Δόλο, κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ.
Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.
Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στον βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του Ν. 3869/ 2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και την συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών.
Περαιτέρω από την διατύπωση της παρ. 1 εδ. α' του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσον κατά τον χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσον και κατά τον χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.
Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.
Επομένως η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας την διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από την χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.
Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για την συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.
Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα το νόμου.
Εξ άλλου, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου επικαλείται και αποδεικνύει ο πιστωτής, η νομοθετική αυτή ρύθμιση τάσσεται προς το συμφέρον των πιστωτών (ΑΠ 641/2019, ΑΠ1446/2018, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 153/2017). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 1384/2018, ΑΠ 1206/2018). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984).
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ή, αναλόγως, του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ή αναλόγως του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012, ΑΠ 1351/2011).
Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον 'Αρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1384/2018, ΑΠ 198/2015).
Με το μοναδικό λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον νπδδ, αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια εκ του αριθμ. 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ με την αιτίαση, κατ' εκτίμηση όσων αναφέρονται στο αναιρετήριο, ότι αυτή στερείται νομίμου βάσεως επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ήτοι εκείνου της χωρίς δόλο περιέλευσής της αιτούσης και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών των ληξιπροθέσμων χρεών της, αφού με το να κρίνει απορριπτέα την προβληθείσα ένστασή του περί δόλιας περιέλευσής της (αιτούσης και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης) σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των δανειακών της υποχρεώσεων, περιέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, παραβιάζοντας έτσι, κατ'εκτίμηση του περιεχομένου της αιτήσεως αναιρέσεως, τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 περί ρυθμίσεως οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων και 330 ΑΚ.
Το δικάσαν Ειρηνοδικείο Μεσολογγίου, με την προσβαλλομένη 5/2019 απόφασή του, δέχθηκε, ανελέγκτως, ως προς το ενδιαφέρον την αναίρεση, εν προκειμένω θέμα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η αιτούσα γεννήθηκε το έτος 1970, είναι έγγαμη με τον Γ. Κ., που γεννήθηκε το έτος 1966 και μητέρα ενός ανήλικου τέκνου, που γεννήθηκε το έτος 2005.
Η αιτούσα είναι υπάλληλος στο Δήμο ….., ο δε σύζυγός της αστυνομικός υπάλληλος. Οι αποδοχές της αιτούσας ανέρχονται σε 1.178,16 ευρώ, οι δε αποδοχές του συζύγου της σε 1.434,92 ευρώ (βλ. τις βεβαιώσεις αποδοχών Οκτωβρίου 2018), υπερβαίνοντας έτσι το ποσόν των 2.500 ευρώ μηνιαίως. Όπως προκύπτει από το πλέον πρόσφατο εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος, φορολογικού έτους 2017 της ΔΟΥ Μεσολογγίου, το συνολικό οικογενειακό εισόδημα της αιτούσας (φορολογητέο εισόδημα αυτής και του συζύγου της πλέον αυτοτελώς φορολογούμενα ή αφορολόγητα ποσά μείον το ποσό πληρωμής φόρου εισοδήματος) ανερχόταν σε 42.939,87 ευρώ υπερβαίνοντας το ποσό των 3.000 ευρώ μηνιαίως.
Εξάλλου, οι μηνιαίες βιοτικές της ανάγκες ανέρχονταν κατά την κατάθεση της ένδικης αίτησης σε 1.000 ευρώ, ήδη δε εμφανίζονται αυξημένες λόγω των εκπαιδευτικών και λοιπών αναγκών του ανήλικου τέκνου της αιτούσας. Όπως προκύπτει από την οικεία βεβαίωση δηλωθείσας περιουσιακής κατάστασης της αιτούσας αυτή έχει το 50% μιας μονοκατοικίας δευτέρου ορόφου επιφανείας 149,05 τ.μ.
πλέον των βοηθητικών χώρων 39,60 τ.μ....στη θέση "..., το άλλο δε 50% ανήκει στο σύζυγό της. Η αντικειμενική αξία του ακινήτου αυτού, το οποίο αποτελεί την κύρια κατοικία της αιτούσας, ανέρχεται σε 119.439,82 ευρώ..., επί του ανωτέρω ακινήτου έχει εγγραφεί προσημείωση υποθήκης από το 3ο των καθ' ων. Η αιτούσα έχει ένα ακόμα διαμέρισμα 32,94 τ.μ....εντός του οικισμού Τουρλίδας Μεσολογγίου...η αντικειμενική αξία του οποίου ανέρχεται σε 5.195.81 ευρώ, η δε αγοραία αξία κατά τα κοινώς γνωστά σε 10.000 ευρώ.
Τέλος, η αιτούσα έχει ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο, 1.598 κυβικών εκατοστών και έτους πρώτης κυκλοφορίας 2008, η αγοραία αξία του οποίου ανέρχεται σε 6.000 ευρώ. Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης η αιτούσα έχει λάβει από τους καθ'ων τα κάτωθι δάνεια: 1) από την πρώτη των καθ'ων ... έλαβε με την ...
σύμβαση ένα ανέγγυο δάνειο, από το οποίο οφείλει συνολικώς το ποσόν των 22.724,63 ευρώ, με μηνιαία δόση 217,30 ευρώ..2) από το 2ο των καθ' ων Νέο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο έλαβε με την ... σύμβαση ένα καταναλωτικό δάνειο από το οποίο οφείλει συνολικώς ποσόν 7.201,26 ευρώ, με μηνιαία δόση 147,90 ευρώ και επομένως, η συνολική οφειλή της προς το 2ο των καθ'ων ανέρχεται σε 7.793,88 ευρώ...3) από το 3ο των καθ'ων Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων έλαβε ένα ενυπόθηκο δάνειο με αριθμό λογαριασμού ..., από το οποίο οφείλει συνολικώς ποσόν 53.736,77 ευρώ και μηνιαία δόση 320,23 ευρώ και ένα ανέγγυο δάνειο μικροεπισκευών με αριθμό λογαριασμού ..., από το οποίο οφείλει συνολικώς ποσόν 10.506,92 ευρώ και μηνιαία δόση 132.76 ευρώ και, επομένως, η συνολική της οφειλή προς το 3ο των καθ'ων ανέρχεται σε 64.243,69 ευρώ...
Συνεπώς, η συνολική οφειλή της αιτούσας προς τους καθ'ων ανέρχεται σε 94.762,00 ευρώ, με μηνιαία δόση 866,39 ευρώ. Ήδη, η αιτούσα περιήλθε σε κατάσταση μόνιμης και διαρκούς αδυναμίας πληρωμής, αφού με τα προαναφερόμενα εισοδήματά της, τα οποία δεν προβλέπεται να βελτιωθούν στο μέλλον, σε συνδυασμό με τις αυξημένες βιοτικές της ανάγκες, αδυνατεί να εξυπηρετήσει τα ανωτέρω δάνεια, τα οποία ανέρχονται σε σημαντικό ύψος, λαμβανομένου υπόψιν ότι από το ανωτέρω αναφερόμενο οικογενειακό εισόδημα πρέπει να εξυπηρετηθούν και οι δανειακές υποχρεώσεις του συζύγου της, οι οποίες ανέρχονται συνολικώς σε 148.627,19 ευρώ, με μηνιαία δόση 1.157,56 ευρώ, γεγονός γνωστό στο Δικαστήριο από προηγούμενη δικαστική του ενέργεια και, επομένως, η συνολική δόση που πρέπει να εξυπηρετηθεί από το οικογενειακό εισόδημα της αιτούσας ανέρχεται σε 2.024,95 ευρώ.
Η αδυναμία δε αυτή δεν οφείλεται σε δόλο, όπως προβάλλουν η 1η και το 3ο των καθ'ων, αφού τα δάνεια της αιτούσας, στεγαστικά στο μεγαλύτερο μέρος τους, μπορούσαν να εξυπηρετηθούν από το οικογενειακό εισόδημα της αιτούσας, που ανέρχονταν κατά το παρελθόν σε αρκετά μεγαλύτερο ύψος (βλ. ενδεικτικώς το εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος χρήσεως 2012 με οικογενειακό εισόδημα 48.001,10 ευρώ)".
Κρίνοντας έτσι το Ειρηνοδικείο Μεσολογγίου, περιέλαβε επαρκείς αιτιολογίες ικανές να στηρίξουν το αποδεικτικό του πόρισμα, στο ουσιώδες εν προκειμένω ζήτημα για την έκβαση της δίκης, ήτοι του δόλου, εφόσον, στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, εξειδικεύονται αναλυτικά, οι δανειακές συμβάσεις, το οικογενειακό εισόδημα της αναιρεσίβλητης κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, που ανερχόταν στα επακριβώς αναγραφόμενα στην απόφαση χρηματικά ποσά, όπως και η οικογενειακή της κατάσταση, η περιουσία αυτής και του συζύγου της, όπως και η μη ύπαρξη δόλου, αφού, όπως εκτίθεται αναλυτικά, το οικογενειακό της εισόδημα αρκούσε και μπορούσε να εξυπηρετήσει τα επίδικα δάνειά της προς τους πιστωτές της.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, πρέπει ν 'απορριφθεί ως αβάσιμος κατ'ουσία. Σε κάθε περίπτωση, οι επικαλούμενες αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δικ., πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), καθ' όσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το δικάσαν δικαστήριο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα.
Κατ' ακολουθίαν, ο μοναδικός λόγος της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να απορριφθεί, κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις.
Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδάφ.β' του ν.3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ.6 εδάφ.β' του πιο πάνω ν.3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 426/2019).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18 Οκτωβρίου 2019 αίτηση του ΝΠΠΔ, με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" για αναίρεση της υπ' αριθμόν 5/2019 απόφασης του Ειρηνοδικείου Μεσολογγίου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Φεβρουαρίου 2022.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ