Legislator Case Law & Legislation
307/2020 AI generated

307/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 307/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Κωνσταντίνα Αλεβιζοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

307/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Μαζί με το δημόσιο ευθύνεται εις ολόκληρον και το υπαίτιο πρόσωπο, με την επιφύλαξη των διατάξεων για την ευθύνη των υπουργών". Τέλος δε, στο άρθρο 106 του ΕΙΣ Ν ΑΚ ορίζεται ότι "οι διατάξεις των δύο προηγούμενων άρθρων εφαρμόζονται και για την ευθύνη των δήμων, των κοινοτήτων ή τα)ν άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που βρίσκονται στην υπηρεσία τους".

Keywords

AI generated
right of exhibition offences against cultural property safety concerns aesthetic considerations protection of historical monuments escrow deposit contract
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 307 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 307/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Κωνσταντίνα Αλεβιζοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Ευστράτιο Ηλιαδέλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Μ. Α. του Χ., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Διονύσιο - Χαράλαμπο Καλαματιανό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/9/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 863/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 1577/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 28/3/2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 28.3.2013 και με αριθμό κατάθεσης 3322/2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθμό 1577/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η από 25.5.2015 με αριθμό κατάθεσης 3238/26.5.2015 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, εξαφανίστηκε η με αριθμό 863/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κάνει δεκτή κατά ένα μέρος ως βάσιμη στην ουσία της την από 7.9.2011, με αριθμό καταθέσεως 156628/201 1 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, κατά το κεφάλαιο καταβολής χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάσταση ηθικής βλάβης της από αδικοπραξία (αφού απορρίφθηκε ως αόριστο το κονδύλιο για αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ), επιδικάζοντας το ποσό των 30.000 ευρώ και έγινε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η αγωγή κατά το εν λόγω κεφάλαιο για το μικρότερο ποσό των 20.000 ευρώ. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 και 144 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.

Το άρθρο 94 του Συντάγματος ορίζει στην μεν παράγραφο 1 ότι η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στο Συμβούλιο της επικρατείας και στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, στη δε παράγραφο 2 ότι στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας.

Κατά το άρθρο 1 Κ.Πολ.Δ. στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν: α) οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν τις έχει υπαγάγει σε άλλα δικαστήρια, β) οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, που ο νόμος έχει υπαγάγει σ' αυτά και γ) οι υποθέσεις δημόσιου δικαίου, που ο νόμος έχει υπαγάγει σ' αυτά.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 παρ.1 και 2 του Ν. 1406/1983, υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, που δεν έχουν μέχρι σήμερα υπαχθεί σ' αυτή. Στις διαφορές αυτές περιλαμβάνονται ιδίως αυτές που αναφέρονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά την ευθύνη του δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου προς αποζημίωση σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 του ΕισΝΑΚ (περ.

η), καθώς και τις διοικητικές συμβάσεις (περ. ι). Ειδικότερα, στο μεν άρθρο 104 ΕισΝ AK ορίζεται ότι "για πράξεις και παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου, που ανάγονται σε έννομες σχέσεις του ιδιωτικού δικαίου ή σχετικές με την ιδιωτική του περιουσία, το δημόσιο ευθύνεται κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τα νομικά πρόσωπα", ενώ στο άρθρο 105 του ΕισΝ ΑΚ ορίζεται ότι "Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος.

Μαζί με το δημόσιο ευθύνεται εις ολόκληρον και το υπαίτιο πρόσωπο, με την επιφύλαξη των διατάξεων για την ευθύνη των υπουργών". Τέλος δε, στο άρθρο 106 του ΕΙΣ Ν ΑΚ ορίζεται ότι "οι διατάξεις των δύο προηγούμενων άρθρων εφαρμόζονται και για την ευθύνη των δήμων, των κοινοτήτων ή τα)ν άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που βρίσκονται στην υπηρεσία τους".

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι διοικητικές διαφορές ουσίας, που η εκδίκασή τους υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων είναι, κατά κύριο λόγο, εκείνες που πηγάζουν από πράξεις των οργάνων του δημοσίου ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οι οποίες ενέχουν άσκηση δημόσιας εξουσίας, με προέχον δηλαδή στοιχείο την επιβολή της υπέρτερης μονομερούς βούλησης αυτών, χωρίς να αποκλείονται και εκείνες που προκύπτουν από υλικές ενέργειες των ιδίων οργάνων, όταν αυτές απορρέουν από την οργάνωση και λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών ή τελέστηκαν σε συνάρτηση προς την οργάνωση και λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας ή εξαιτίας τους και δεν συνδέονται με την ιδιωτική διαχείριση της περιουσίας του δημοσίου ή των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ούτε οφείλονται σε προσωπικό πταίσμα που έχει ενεργήσει εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών καθηκόντων του (ΑΕΔ 3/2004 ΑΕΔ 5/1995).

Σύμφωνα με τα ανωτέρω και όταν ακόμη επιδιώκεται αποζημίωση για παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, αλλά η επικαλούμενη ως παράνομη ενέργεια, πράξη, παράλειψη συντελέστηκε μέσα στα πλαίσια ή έχει ως υπόβαθρο σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ή σύμβαση έργου, οι εντεύθεν διαφορές υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 7/2014, ΑΠ 207/2019, ΑΠ 59/2017, ΑΠ 1493/2017).

Περαιτέρω υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων (εδάφιο 1), δηλαδή οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπόμενη της συμβάσεως αξίωση.

Είναι δε η σύμβαση διοικητική αν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή οργανισμός τοπικής αυτοδιοίκησης ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και με τη σύναψη τη συμβάσεως επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος ανάγει σε δημόσιο σκοπό, το δε ελληνικό Δημόσιο ή ο οργανισμός τοπικής αυτοδιοίκησης ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, είτε βάσει του κανονιστικού καθεστώτος που διέπει τη σύμβαση είτε βάσει μέτρων που προβλέπονται κανονιστικώς και έχουν περιληφθεί στη σύμβαση και που αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, βρίσκεται χάριν του εν λόγω σκοπού, σε υπερέχουσα θέση απέναντι στο αντισυμβαλλόμενο μέρος, ήτοι σε θέση μη προσιδιάζουσα στον δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό.

Συνεπώς για τον χαρακτηρισμό της συμβάσεως ως διοικητικής, δεν αρκούν οι ιδιότητες των συμβαλλομένων ως ν.π.δ.δ. και η διά της μεταξύ τους συμβάσεως επιδίωξη δημόσιου σκοπού, αλλά θα πρέπει να συντρέχει και η υπερέχουσα θέση του ενός εκ των συμβαλλομένων έναντι του άλλου, με την πρόβλεψη υπέρ αυτού εξαιρετικών όρων που αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο και του εξασφαλίζουν υπεροχή έναντι του άλλου.

Είναι επομένως, ιδιωτικού δικαίου και όχι διοικητική η σύμβαση με την οποία τα συμβαλλόμενα Ν.Π.Δ.Δ. διαχειρίζονται την ιδιωτική περιουσία τους, καθώς και εκείνη με την οποία υπάγουν οικειοθελώς τις μεταξύ τους συμβατικές σχέσεις στους κανόνες του ιδιωτικού δικαίου προβλέποντας ρήτρες επαρκώς σαφείς και υποχρεωτικές (ΑΕΔ 11/2017, ΑΕΔ 3/2012, ΑΕΔ 18/2009, ΑΠ 59/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το παραδεκτά επισκοπούμενο κατ' άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. δικόγραφο της από 7.9.2011, με αριθμό κατάθεσης 156628/201 1 αγωγής, η αναιρεσίβλητη ισχυρίστηκε ότι προσλήφθηκε από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο στις 20.3.2010, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως φύλακας αρχαιοτήτων στο "..." και ότι εργάστηκε μέχρι την 30.4.2010, οπότε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της υπέστη εργατικό ατύχημα, από αποκλειστική υπαιτιότητα των αρμοδίων οργάνων του εναγομένου, που δεν είχαν λάβει τα κατάλληλα μέτρα ασφαλείας στο χώρο εργασίας της.

Ζήτησε δε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει το ποσό των 50.000 ευρώ, ως αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ, εξαιτίας της αναπηρίας που υπέστη από το ένδικο ατύχημα και το ποσό των 200.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Με το ως άνω ιστορικό και αίτημα η αγωγή, με την οποία αξιώνεται αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 648 επ., 914, 931 και 932 ΑΚ, 16 Ν 551/1915, εισήγαγε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα διαφορά, ιδιωτικού δικαίου από αδικοπραξία των αρμοδίων οργάνων του αναιρεσείοντος, που συντελέστηκε στα πλαίσια της συνδέουσας τους διαδίκους σύμβασης εργασίας, ήτοι εννόμου σχέσεως του ιδιωτικού δικαίου που συνδέεται με τη διαχείριση ιδιωτικής περιουσίας του αναιρεσείοντος και χωρίς να γίνεται επίκληση στην αγωγή ότι συντρέχει το στοιχείο της υπερέχουσας θέσης στη σύμβαση του εργοδότη - αναιρεσείοντος έναντι της εργαζόμενης αναιρεσίβλητης, η δε επικαλούμενη ενέργεια του οργάνου του Δημοσίου συντελέστηκε με υπόβαθρο τη σχέση αυτή.

Κατ' ακολουθία, για την εκδίκαση της διαφοράς αυτής δικαιοδοσία, βάσει του άρθρου 94 παρ. 2 του Συντάγματος, έχουν τα πολιτικά δικαστήρια. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το να δεχθεί ότι η διαφορά που εισάγεται με την ένδικη αγωγή προς κρίση, δεν αποτελεί διοικητική διαφορά, αλλά πρόκειται για διαφορά ιδιωτικού δικαίου, η οποία υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και δίκασε αυτήν την αγωγή, υπερέβη τη δικαιοδοσία του.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 914, 932 ΑΚ και 1, 16 του Ν. 551/1915 προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 του Ν. 551/1915, κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα ή τα κατά το άρθρο 6 αυτού πρόσωπα, δικαιούνται να εγείρουν την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσουν πλήρη αποζημίωση μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων, ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τηρήσεως αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι' αυτό μόνο οι γενικές διατάξεις.

Επομένως για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη του παθόντος ή των προστηθέντων απ' αυτούς (άρθρ.922 ΑΚ), με την έννοια της διατάξεως του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή της υπαίτιας ζημιογόνου πράξεως ή παραλείψεως (ΑΠ 1191/2019, ΑΠ 12121/2019, ΑΠ 180/2017).

Περαιτέρω από τα άρθρα 297, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, που υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας του, να είναι παράνομη η πράξη ή παράλειψή του και να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξεως ή της παραλείψεως και της ζημίας.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του υπαιτίου ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή κατά την συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ικανή να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη στιγμή. Το αν η πράξη ή η παράλειψη ήταν ικανή, αντικειμενικά εξεταζόμενη, να επιφέρει τη ζημία, δηλαδή το αν ευρίσκεται σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με το αποτέλεσμα, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο και μάλιστα από την άποψη της παραβάσεως ή μη των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στη νομική έννοια της αιτιώδους συναφείας.

Η κρίση όμως ότι η πράξη ή παράλειψη, υπήρξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος, αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικώς. Δεν αποκλείεται κατ' αρχήν η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός ότι στο αποτέλεσμα συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται επίσης ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά που το Δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος. Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχεται αναιρετικώς (ΑΠ 1212/2019, ΑΠ 1181.2019, ΑΠ 90/2019).

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόστηκε (Ολ ΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά του στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι, την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.

Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα.

Ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1212/2019, ΑΠ 1191/2019, ΑΠ 1 190/2019, ΑΠ 93/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε κατ' ανέλεγκτη κρίση τα ακόλουθα: "...Δυνάμει συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου προσλήφθηκε η ενάγουσα την 20.3.2010 από το εναγόμενο προκειμένου να εργασθεί ως φύλακας αρχαιοτήτων.

Εργαζόταν δε έξι ημέρες την εβδομάδα από τις 8:30 π.μ. έως τις 15:00 μ.μ. και ήταν ασφαλισμένη στο ΙΚΑ. Εργαζόταν στο "..." με καθήκοντα τη φύλαξη του χώρου, την προστασία των εκθεμάτων, την τήρηση των κανόνων και την παροχή πληροφοριών στους επισκέπτες του μουσείου. Στις 30.4.2010 και περί ώρα 10:15 η ενάγουσα ευρίσκετο στην αίθουσα αρχαιοτήτων "...", καθώς ήταν ώρα επισκέψεων του κοινού και παρακολουθούσε τον χώρο για την τήρηση των κανόνων ασφαλείας των αρχαιοτήτων.

Στο συγκεκριμένο μουσείο τα μαρμάρινα εκθέματα ήταν τοποθετημένα πάνω σε ευδιάκριτες βάσεις ύψους 10 εκατοστών περίπου. Η κάθε βάση με το έκθεμα βρίσκεται πάνω σε μία άλλη βάση μεγαλύτερων διαστάσεων που προεξέχει περιμετρικά 20 έως 25 εκατοστά και ύψους 23 εκατοστά από το έδαφος, (δάπεδο). Η βάση αυτή καθορίζει το όριο προσέγγισης των επισκεπτών στο έκθεμα, δηλαδή ο επισκέπτης μπορεί να πλησιάσει το έκθεμα μέχρι εκεί που αρχίζει η βάση αυτή.

Επιπλέον η βάση αυτή χρωματικά μοιάζει με το δάπεδο της αίθουσας. Κάποια στιγμή, καθώς η ενάγουσα έστριψε, σκόνταψε στη γωνία της βάσης και έπεσε με αποτέλεσμα να τραυματισθεί και να υποστεί συντριπτικό κάταγμα δεξιάς ποδοκνημικής άρθρωσης... Υπαίτιο του εργατικού ατυχήματος είναι το εναγόμενο κατά ποσοστό 80%, καθόσον λόγω της αμέλειας των οργάνων του (οι υπεύθυνοι του μουσείου) παρέλειψε τη λήψη των αναγκαίων μέτρων ασφαλείας για το προσωπικό του μουσείου κατά την διάρκεια της εργασίας του.

Ειδικότερα ο συγκεκριμένος τρόπος καθορισμού του ορίου προσέγγισης των εκθεμάτων, όπως περιγράφηκε παραπάνω, εγκυμονούσε κίνδυνο ατυχήματος, δεδομένου ότι δημιουργούσε ανωμαλία στο δάπεδο με κίνδυνο πρόσκρουσης χωρίς ευκρινή επισήμανση. Έπρεπε δε αντί της χαμηλής βάσης να είχαν χαραχθεί διαφορετικά τα όρια προσέγγισης των εκθεμάτων, ώστε να είναι ήταν ευκρινή και να μην δημιουργούντο ανωμαλίες στο δάπεδο (Βλ.

ιδίως την από 21.3.2011 έκθεση έρευνας της τεχνικής επιθεωρήτριας του ΣΕΠΕ Ε. Τ.). Συνυπαίτια όμως κατά ποσοστό 20% του ένδικου εργατικού ατυχήματος, δεκτού γενομένου ως ουσία βάσιμου εν μέρει του ερειδόμενου στο άρθρο 300 ΑΚ ισχυρισμού περί συντρέχοντος πταίσματος κατά ποσοστό 90/100 που προβάλλει και με λόγο έφεσης το εναγόμενο, είναι η ίδια η ενάγουσα, καθόσον αυτή δεν επέδειξε τη δέουσα προσοχή.

Ειδικότερα, πριν από την ανάληψη των καθηκόντων της, δόθηκαν σ' αυτήν, όπως και σε όλους τους φύλακες από τους αρχιφύλακες του εν λόγω μουσείου, σαφείς οδηγίες για το ακριβές σημείο τοποθέτησης τους σε κάθε αίθουσα, πόση απόσταση πρέπει να έχουν από τα εκθέματα του μουσείου και τι οφείλουν να πράξουν σε περίπτωση που οι επισκέπτες του μουσείου δεν τηρούν τους κανόνες λειτουργίας του, δηλαδή προσεγγίζουν υπερβολικά τα εκθέματα και ως εκ τούτου είχε επισημανθεί στην ενάγουσα ότι στη συγκεκριμένη αίθουσα, όπου έλαβε χώρα το ένδικο εργατικό ατύχημα, βρίσκονται αντικείμενα (εικόνες), τα οποία δεν πρέπει να εκτίθενται σε έντονο ηλιακό φως και αν εκτεθούν έπρεπε να είναι προσεκτική στις κινήσεις της.

Κατά το χρόνο δε που συνέβη το ατύχημα η ενάγουσα είχε συμπληρώσει 40 μέρες εργασίας (ημερομηνία πρόσληψης 20.3.2010) και ήταν εξοικειωμένη με τους χώρους και τα εκθέματά του...". Υπό τις παραδοχές αυτές, με βάση τις οποίες το Εφετείο έκρινε ότι το ατύχημα οφείλεται σε συνυπαιτιότητα τόσο των αρμοδίων οργάνων του εναγομένου αναιρεσείοντος όσο και της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης, κατά τα αναφερόμενα ποσοστά, δεν παραβίασε ευθέως ή [εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 932, 300 ΑΚ, καθόσον διέλαβε πλήρεις και σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος, τη συνυπαιτιότητα και την αιτιώδη συνάφεια της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς με το ζημιογόνο αποτέλεσμα.

Ειδικότερα, με τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο περιλαμβάνει πλήρη αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την υπαιτιότητα των αρμοδίων οργάνων του εναγομένου - αναιρεσιβλήτου (υπεύθυνων του μουσείου) και τον αιτιώδη σύνδεσμο με το ατύχημα , τα οποία παρέλειψαν να λάβουν τα αναγκαία μέτρα ασφαλείας για το προσωπικό του μουσείου κατά τη διάρκεια της εργασία του, δεδομένου ότι η χαμηλή βάση, πάνω στην οποία ήταν τοποθετημένα τα μαρμάρινα εκθέματα με τη βάση τους, και η οποία καθορίζει το όριο προσέγγισης των εκθεμάτων εστερείτο ευκρινούς επισήμανσης και έμοιαζε χρωματικά με το δάπεδο, δημιουργώντας έτσι ανωμαλία στο δάπεδο με κίνδυνο πρόσκρουσης.

Επίσης, με τις παραπάνω παραδοχές, το Εφετείο περιλαμβάνει πλήρη και σαφή αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν τη συνυπαιτιότητα της ενάγουσας και τον αιτιώδη σύνδεσμο της συμπεριφοράς της με το ζημιογόνο αποτέλεσμα, συνιστάμενη στο ότι, αν και, πριν από την ανάληψη των καθηκόντων της, δόθηκαν σ' αυτήν από τους αρχιφύλακες του μουσείου σαφείς οδηγίες για το ακριβές σημείο τοποθέτησης των εκθεμάτων σε κάθε αίθουσα και πόση απόσταση πρέπει να έχει από τα εκθέματα αυτά, κατά το χρόνο δε του ατυχήματος ήταν εξοικειωμένη με τους χώρους εργασίας, καθόσον είχε συμπληρώσει (40) ημέρες εργασίας, αυτή δεν επέδειξε τη δέουσα προσοχή, με αποτέλεσμα, ενώ έστριβε να σκοντάψει στη γωνία της βάσης εκθέματος, να πέσει στο έδαφος και να τραυματισθεί.

Επίσης, ουδεμία αντίφασή υπάρχει, όπως διατείνεται το αναιρεσείον, στις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης για ύπαρξη "ευδιάκριτων" βάσεων στήριξης των αγαλμάτων, "εξοικείωση" της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης με το χώρο και τα εκθέματα, υποδείξεις προς αυτή να είναι προσεκτική στις κινήσεις της και μη επίδειξη εκ μέρους της της δέουσας προσοχής ώστε να μην σκοντάψει στη γωνία της πρώτης, χαμηλής βάσης του αγάλματος με την αποδοχή για παράλειψη των οργάνων αναιρεσείοντος Δημοσίου, προς λήψη των απαιτούμενων μέτρων ασφαλείας εφόσον, όπως επίσης έγινε δεκτό από το Εφετείο, η βάση έμοιαζε χρωματικά με το δάπεδο της αίθουσας και δεν υπήρξε επισήμανση ώστε να επιστήσει την προσοχή για ενδεχόμενη πρόσκρουση.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 932 ΑΚ σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Από τη διάταξη αυτή _ προκύπτει ότι παρέχεται με αυτή δυνητική ευχέρεια στο δικαστήριο να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση και να καθορίσει το εύλογο ποσό, αφού εκτιμήσει τα υπόψη του τιθέμενα πραγματικά περιστατικά (βαθμό πταίσματος, είδος προσβολής, περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών, επί θανατώσεως τον βαθμό συγγενείας, την ηλικία του θύματος), με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής.

Συνεπώς, εφόσον ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, το "εύλογο" του επιδικαζόμενου ποσού, δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια και συνακόλουθα η σχετική κρίση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, οπότε και δεν μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη, κατά τούτο, εφαρμογή του νόμου (ΑΚ 932).

Με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρηση του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".

Με την νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων.

Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, και πριν από την ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.

Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος η θεσπιζόμενη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει", και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Συγκεκριμένα πρέπει, τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες, να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.

Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται αυτήν, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κ.λπ.).

Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσης της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που όπως αναφέρθηκε απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου.

Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος.

Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλ. το ασκούμενο δικαίωμα έχει απολέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκηση του είναι απαγορευμένη. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα, και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου "(γενική νομική αρχή), η οποίο προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου. Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλ. να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των. δικαστηρίων. Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας.

Ενόψει αυτών, αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση, από το δικαστήριο της ουσίας, των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, ελέγχονται ως πλημμέλειες, του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.

Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.

Τα στοιχεία αυτό πρέπει να οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.

Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.

Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος) με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων, τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμα του, όπως από την ιδιοκτησία του.

Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ αναλόγως από τους αρ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Ολ.ΑΠ 9/2015, ΑΠ 192/2019, ΑΠ 1131/2019, ΑΠ 414/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον με τον τρίτο λόγο της αίτησης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση, όπως ορθά εκτιμάται, ότι το Εφετείο με το να επιδικάσει με την προσβαλλόμενη απόφαση ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης στην αναιρεσίβλητη, το ποσό των 20.000 ευρώ, παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος και την καθιερούμενη με αυτό αρχή της αναλογικότητας, αναφορικά με τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, κατ' άρθρο 932 ΑΚ.

Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, καθόσον αφορά το αγωγικό κονδύλιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "... κάποια στιγμή, καθώς η ενάγουσα έστριψε, σκόνταψε στη γωνία της βάσης και έπεσε με αποτέλεσμα αν τραυματιστεί και να υποστεί συντριπτικό κάταγμα δεξιάς ποδοκνημικής άρθρωσης.

Υποβλήθηκε δε άμεσα σε χειρουργική επέμβαση για την αφαίρεση των υλικών οστεοσύνθεσης (βλ. την από 4.5.2010 αναγγελία εργατικού ατυχήματος που υπέβαλε η διεύθυνση του ως άνω μουσείου και το από 16.10.2014 ιατρικό σημείωμα του ορθοπεδικού χειρουργού Β. Μ. Ιατρού του ...). Χορηγήθηκε δε στην ενάγουσα αναρρωτική άδεια 2 μηνών...

Λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών που έλαβε χώρα το ένδικο εργατικό ατύχημα, του βαθμού πταίσματος του εναγομένου, του βαθμού συνυπαιτιότητας της ενάγουσας, της οικονομικής και προσωπικής κατάστασης της ενάγουσας (ηλικία 47 ετών και άνεργη μετά το ατύχημα), της ψυχικής ταλαιπωρίας που υπέστη, της οικονομικής κατάστασης του εναγομένου, πρέπει να επιδικαστεί το ποσό των 20.000 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο και δίκαιο για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη..." Με τις κρίσεις και τις παραδοχές αυτές το Εφετείο καθορίζοντας τη χρηματική ικανοποίηση για την ενάγουσα - αναιρεσίβλητη στο ποσό που αναφέρθηκε πιο πάνω, αφού εκτίμησε τα υπόψη του τιθέμενα πραγματικά περιστατικά, ήτοι συνθήκες του ατυχήματος, βαθμό πταίσματος εναγομένου, συνυπαιτιότητα της ενάγουσας, οικονομική κατάσταση των μερών, την προσωπική κατάσταση της ενάγουσας, δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, αφού το εν λόγω ποσό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπερβαίνει καταφανώς τα επιδικαζόμενα σε παρόμοιες περιπτώσεις.

Ενόψει όλων αυτών ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατά συνέπεια, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, που παραστάθηκε με πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας αυτού (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.) μειωμένων κατά το μέτρο του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957, σε συνδυασμό προς την παρ.2 της υπ' αριθ. 194423 οικ της 8.12.1992/20.1.1993 κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης 9ΦΕΚ Β 11), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του Ν. 1738/1987.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 28.3.2019 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της 1577/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Μαρτίου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ