Legislator Case Law & Legislation
307/2015 AI generated

307/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 307/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη, Προεδρεύoντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη), Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Μαρία Βαρελά και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

307/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τις κλητεύσεις επικαλούνται και αποδεικνύουν οι παριστάμενοι διάδικοι (ΑΠ 94/2015, ΑΠ 2079/2014, ΑΠ 2175/2014). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 568 § 4 ΚΠολΔικ "αν ο αναιρεσείων επισπεύδει τη συζήτηση, κλήση συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου που έχει κατατεθεί και επιδίδεται με επιμέλειά του στους αντιδίκους τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα .....

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 307 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 307/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη, Προεδρεύoντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη), Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Μαρία Βαρελά και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καθού η κλήση: Ι. Π. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευθύμιο Παναγιωτόπουλο.

Του αναιρεσιβλήτου - καλούντος: Σ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Σιούλη

Της αναιρεσίβλητης: Α. χήρας Γ. Π., η οποία απεβίωσε όπως αναφέρεται στην από 10/3/2014 κλήση και κληρονομήθηκε από τον καθού η κλήση Ι. Α. του Γ., κάτοικο ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Του αναιρεσιβλήτου - καθού η κλήση: Σ. Χ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, που παραστάθηκαν όπως σημειώνεται παραπάνω, ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης για τους λόγους που ανέπτυξε. Για το ζήτημα της αναβολής, έλαβε το λόγο και η πληρεξούσια του παραστάντος αναιρεσιβλήτου, η οποία δε συναίνεσε. Το Δικαστήριο διασκέφθηκε επί της έδρας και δια του Προεδρεύοντος του απέρριψε το αίτημα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/2/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3552/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 1513/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 23/2/2013 αίτησή του. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 8/1/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του παραστάντος αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 576 § 1 και 2 ΚΠολΔικ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο 'Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός τους, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση.

Κατά την § 3 εδβ του ίδιου άρθρου (που προστέθηκε σ'αυτό με το άρθρο 62 του ν. 4139/20.3.2013), αν στη δίκη μετείχαν περισσότεροι συνδεόμενοι με απλή ομοδικία και κάποιος από αυτούς είτε δεν κλητεύθηκε, είτε δεν εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Εξάλλου κατά το άρθρο 94 § 1 ΚΠολΔικ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 96 § 1 του ίδιου κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 104, για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της.

Τις κλητεύσεις επικαλούνται και αποδεικνύουν οι παριστάμενοι διάδικοι (ΑΠ 94/2015, ΑΠ 2079/2014, ΑΠ 2175/2014). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 568 § 4 ΚΠολΔικ "αν ο αναιρεσείων επισπεύδει τη συζήτηση, κλήση συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου που έχει κατατεθεί και επιδίδεται με επιμέλειά του στους αντιδίκους τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα .....

Αν ο αναιρεσίβλητος επισπεύδει τη συζήτηση ή την επισπεύδει άλλος διάδικος εκτός από τον αναιρεσείοντα, η κλήση επιδίδεται μέσα στην ίδια προθεσμία, με επιμέλεια εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση, στον αναιρεσείοντα και τους άλλους διαδίκους". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για να είναι νόμιμη η κλήτευση του αναιρεσίβλητου, για την ορισθείσα από τον Πρόεδρο του αρμόδιου τμήματος δικάσιμο, απαιτείται η επίδοση προς αυτόν και αντιγράφου του κατατεθέντος δικογράφου της αναίρεσης.

Αν τη συζήτηση επισπεύδει ένας από τους αναιρεσίβλητους ή άλλος διάδικος, εκτός από τον αναιρεσείοντα, τότε δεν απαιτείται μεν η επίδοση στον τελευταίο αντιγράφου από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, είναι όμως υποχρεωτική η επίδοση αυτού με κλήση προς συζήτηση, προς τους υπολοίπους αναιρεσίβλητους, αλλιώς η κλήτευσή τους δεν είναι νόμιμη.

Αν όμως έχει ήδη επιδοθεί το αναιρετήριο, όπως πχ όταν ματαιώθηκε η συζήτηση, τότε αρκεί η επίδοση μόνο της κλήσης. (ΑΠ 837/2014). Στην προκειμένη περίπτωση από το σχετικό πινάκιο, τα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου, το πινάκιο της μετά από ματαίωση της συζήτησης και με κλήση του δεύτερου αναιρεσιβλήτου ορισθείσας δικασίμου της 19.11.2014 και τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα:

Κατά τη σημερινή συζήτηση της υποθέσεως και κατά τη σειρά εγγραφής της στο οικείο πινάκιο ο αναιρεσείων εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευθύμιο Παναγιωτόπουλο, ενώ ο δεύτερος και ο τρίτος - καθού η κλήση Ι. Α., που ως κληρονόμος υπεισήλθε στη θέση της αποβιώσασας αναιρεσίβλητης Α. χήρας Γ.

Π. (βλ. το από 20.5.2013 πιστοποιητικό κληρονομητηρίου και το υπ'αριθμ. .../10.2.2014 πιστοποιητικό περί δημοσιεύσεως ιδιόγραφης διαθήκης του Πρωτοδικείου Αθηνών) δεν παραστάθηκαν, ούτε κατέθεσαν δήλωση ότι δεν θα παραστούν, κατά την εκφώνηση αυτής, σύμφωνα με τα άρθρα 242 § 2 και 573 § 1 ΚΠολΔικ. Πλην όμως ο παραστάς ως πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος δεν έχει την απαιτουμένη κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔικ, ρητή, προς τούτο, πληρεξουσιότητα και συγκεκριμένα αυτός προσκομίζει την ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Αγλαίας Δημ.

Κατσούλα δοθείσα από τον αναιρεσείοντα πληρεξουσιότητα με το υπ'αριθμ. …/4.3.2015 συμβ. έγγραφο, που όμως δεν αφορά την ένδικη υπόθεση, αλλά την από 4.11.2009 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ'αριθμ. 3176/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών (για την οποία και έχει καταθέσει σχετικό υπόμνημα). Επομένως ο αναιρεσείων δεν παρίσταται νόμιμα και γι'αυτό πρέπει να ερευνηθεί αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, πράγμα το οποίο αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση (και καλούντα) πρώτο αναιρεσίβλητο (Σ.

Κ. του Ι.) υπ'αριθμ. 6289/12.7.2013 και 7183/21.5.2014 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Ν. Σ., από τις οποίες προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 23.2.2013 αιτήσεως αναιρέσεως καθώς και της από 10.3.2014 κλήσεως για συζήτηση για τη δικάσιμο της 19.11.2014 κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως δικάσιμο επιδόθηκαν σ'αυτόν, (και μάλιστα της αναιρέσεως ως εκ περισσού) μετά από παραγγελία της έχουσας προς τούτο πληρεξουσιότητα και παραστάσεως στο ακροατήριο πληρεξουσίας δικηγόρου του εν λόγω πρώτου αναιρεσίβλητου.

Νέα κλήτευση για την μετ'αναβολή σημερινή δικάσιμο δεν χρειαζόταν, αφού η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρ. 575 § 2 και 226 § 4 εδγ ΚΠολΔικ). Οι προαναφερθέντες λοιποί αναιρεσίβλητοι δεν έχουν κλητευθεί νόμιμα, καθόσον όπως προκύπτει από τις υπ'αριθμ. 7181/21.5.2014 και 7171/14.5.2014 εκθέσεις επιδόσεως του προαναφερθέντος δικαστικού επιμελητή, σ'αυτούς επιδόθηκε με επιμέλεια του ίδιου επισπεύδοντος και μετά από παραγγελία της ίδιας δικηγόρου μόνο ακριβές αντίγραφο της κλήσεως για συζήτηση της 19.11.2014, όχι όμως και επίδοση του αναιρετηρίου, η οποία δεν προκύπτει ότι είχε γίνει ούτε κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 22.1.2014 και την μετ'αναβολή της 5.3.2014 κατά την οποία αυτή (συζήτηση) ματαιώθηκε.

Εφόσον όμως δεν αποδεικνύεται η νόμιμη κλήτευση των απολιπομένων αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι συνδέονται μεταξύ τους και με τον παριστάμενο αναιρεσίβλητο με τον δεσμό της απλής ομοδικίας (άρθρ. 74 § 1 ΚΠολΔικ) καθόσον η ένδικη διαφορά αφορά σε αναγνώριση κυριότητας ακινήτου του αναιρεσείοντος - ενάγοντος, πρέπει, κατά τις αναφερόμενες στη νομική σκέψη διατάξεις των άρθρων 576 § 2 και 3 ΚΠολΔικ, να χωρισθεί η υπόθεση και αφού κηρυχθεί η συζήτηση απαράδεκτη ως προς τους απολιπομένους αναιρεσιβλήτους να προχωρήσει η συζήτηση ως προς τους λοιπούς διαδίκους, ήτοι του αναιρεσείοντα, ως νομίμως κλητευθέντα (άρθρ. 576 § 2 ΚΠολΔικ) και του πρώτου αναιρεσίβλητου.

Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 1033 ΑΚ για τη μεταβίβαση κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά ότι μετατίθεται σ'αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο, που υποβάλλεται σε μεταγραφή. Για την μεταβίβαση, με τον παράγωγο αυτό τρόπο της κυριότητας του ακινήτου, αποτελεί προϋπόθεση το να ήταν κύριος εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της, επί δε πλειστηριασμού η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης επέχει θέση συμβολαιογραφικού εγγράφου, δεδομένου ότι αφορά ιδιόρρυθμη σύμβαση πωλήσεως, η οποία ενεργείται υπό το κύρος και τη συμμετοχή της αρχής και επιφέρει μετάθεση κυριότητας, όπως τούτο προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1002 §1α, 1003 § 1, 1004 § 1 και 1005 §1 ΚΠολΔικ, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 1003 ΚΠολΔικ 1192 αρ. 2 και 1198 ΑΚ (ΑΠ 1725/2013).

Περαιτέρω κατά τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1045 και 1051 ΑΚ συνάγεται ότι για την κτήση κυριότητας ακινήτου με τακτική μεν χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής, με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο για μία δεκαετία, με έκτακτη δε χρησικτησία, άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία με τη δυνατότητα και στις δύο περιπτώσεις του νομέα να συνυπολογίσει (εάν προς τούτο δεν αρκεί ο δικός του χρόνος) και τον χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του. 'Ασκηση νομής αποτελούν, όταν πρόκειται για ακίνητα οι υλικές και εμφανείς πάνω σ'αυτά πράξεις, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό τους, με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να είναι το πράγμα δικό του.

Ενδεικτικά στις πράξεις αυτές περιλαμβάνονται η εποπτεία η επίβλεψη, η επίσκεψη, η οριοθέτηση και καταμέτρηση των διαστάσεών του, η ανάθεση σύνταξης τοπογραφικών διαγραμμάτων και εφόσον πρόκειται για κληρονομιαίο ακίνητο, η αποδοχή της κληρονομιάς και η μεταγραφή της (ΑΠ 26/2015, ΑΠ 40/2014, ΑΠ 367/2014, ΑΠ 1383/2014).

Μόνες οι πράξεις σύνταξης, σχεδιαγραμμάτων και η υποβολή τους στις αρχές (δασική υπηρεσία, αρχαιολογική υπηρεσία, υπηρεσία καθαρισμού του αιγιαλού), εφόσον δεν συνδυάζονται και με άλλες διακατοχικές πράξεις δεν αποτελούν εμφανείς πράξεις νομής, σε περίπτωση όμως που υπάρχουν και άλλες διακατοχικές πράξεις συνυπολογίζεται σ'αυτές και η σύνταξη σχεδιαγραμμάτων (ΑΠ 1388/2014).

Εξάλλου ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ'ουσίαν την υπόθεση, κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε δεν αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 145/2015, 2170/2014, ΑΠ 2174/2014).

Εξ ετέρου κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 26/2014, ΑΠ 2248/2014, ΑΠ 2173/2014).

Εξάλλου οι ίδιοι λόγοι αναιρέσεως, είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττουν την προσβαλλομένη απόφαση, γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔικ γιατί πλήττει την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου (1180/2014, 2248/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔικ), το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ'αυτό προσκομισθέντων και επικληθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατ'ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, αναφορικά με την ένδικη, περί αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου, αγωγή του αναιρεσείοντος:

"Δυνάμει της υπ' αριθμ. 788/19-7-1964 Έκθεσης Πλειστηριασμού του τότε Συμβ/φου Μαραθώνος Σταματίου Βασιλάκου εκπλειστηριάστηκε η ακίνητη περιουσία του αποβιώσαντος ήδη κατά το χρόνο αυτό οφειλέτη Μ. Π., η οποία είχε περιέλθει στους κληρονόμους του, ήτοι στη σύζυγο του Ε. κατά ποσοστό 4/16 ες αδιαιρέτου και στα τέκνα του Μ., Ε., Ά.

και Ι. (ενάγοντα) κατά ποσοστό 3/16 σε καθένα. Μεταξύ των ακινήτων που εκπλειστηριάσθηκαν ήταν και το επίδικο ακίνητο το οποίο περιγράφεται ως "άμπελος εκτάσεως δώδεκα στρεμμάτων (12) ή όσης είναι κειμένη εις θέσιν ΑΡΝΟΣ περιφερείας Κοινότητας Μαραθώνος Αττικής συνορευομένης ανατολικώς με άμπελον Γ. Γ., δυτικώς με άμπελον Α.

Λ., βορείως με κληρονόμους Δ. Γ. και νοτίως με άμπελον Κ. Χ....". Το εν λόγω ακίνητο κατακυρώθηκε στους υπερθεματιστές Σ. Π., Χ. Κ. και στο δεύτερο εναγόμενο Σ. Χ., κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, συνταχθείσης της υπ' αριθμ. …/1964 κατακυρωτικής έκθεσης του ιδίου Συμβ/φου Μαραθώνος, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα, στον τόμο 82 με αυξ.

αριθμό … των βιβλίων Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μαραθώνος. Οι προαναφερόμενοι κληρονόμοι του Μ. Π., κατά του πλειστηριασμού αυτού, άσκησαν την από 17-11-1964 ανακοπή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 22712/1967 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών (καταστάτα τελεσίδικη μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 453/1964 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, που απέρριψε την έφεση των ανακοπτόντων), η οποία έκανε δεκτή την ανακοπή μόνο ως προς την Ά.

Π. -κληρονόμο του Μ. Π. κατά ποσοστό 3/16 εξ αδιαιρέτου - ως προς την οποία ακυρώθηκε η Έκθεση Πλειστηριασμού και η κατακυρωτική έκθεση, με αντίστοιχη μείωση των ποσοστών των τριών υπερθεματιστών, το ποσοστό του καθενός των οποίων διαμορφώθηκε σε 4,33/16 εξ αδιαιρέτου (16/16 - 3/16+ = 13/16 : 3= 4,33/16). Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι οι παραπάνω υπερθεματιστές του πλειστηριασμού (Σ.

Π., Χ. Κ. και Σ. Χ.) από της εγκαταστάσεώς τους στο επίδικο ακίνητο (δυνάμει της υπ' αριθμ. …/4-9-1965 έκθεσης βίαιης αποβολής και εγκατάστασης του δικαστικού κλητήρα του Πρωτοδικείου Αθηνών Γ. Π.), προέβησαν, με εργάτες που προσέλαβαν, στην περιποίηση του αμπελιού, δυνάμει δε του από 30-4-1965 Ιδιωτικού Συμφωνητικού πώλησαν στον ενάγοντα "...τον ανηρτημένον καρπόν εσοδείας 1965 κατ' αποκοπής αντί του ποσού των δρ. 31.000 τριάντα μίας χιλιάδων".

Ο τελευταίος αμφισβήτησε την ισχύ του επίμαχου, ως άνω, ιδιωτικού συμφωνητικού χωρίς, όμως, να το προσβάλει ως πλαστό. Να σημειωθεί ότι το εν λόγω Ιδιωτικό Συμφωνητικό επιδείχθηκε στον εξετασθέντα, στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου μάρτυρα αυτού Γ. Π., ο οποίος αμφισβήτησε την υπογραφή του ενάγοντος.

Από το αυτό αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε ότι δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1971 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του Συμβ/φου Αθηνών Παναγιώτη Πολίτη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μαραθώνος (τόμος 138 και αυξ. αριθμό …) ο εκ των υπερθεματιστών Χ. Κ., πώλησε και μεταβίβασε στην πρώτη των εναγομένων (Α.

χα Γ. Π.) το μερίδιο του επί του επιδίκου ακινήτου -το οποίο είχε διαμορφωθεί, όπως προαναφέρθηκε, σε ποσοστό 4,33/16 εξ αδιαιρέτου. Συγκύριοι, επομένως, του επιδίκου κατέστησαν, πλέον, ο Σ. Π., Σ. Χ., Α. χήρα Γ. Π., κατά ποσοστό 4,33/16 εξ αδιαιρέτου ο καθένας απ' αυτούς και η Ά. Π. κατά ποσοστό 3/16 εξ αδιαιρέτου, οι οποίοι και συνέχισαν να νέμονται τούτο, καλλιεργώντας, με εργάτες που προσλάμβαναν, το εντός αυτού υφιστάμενο αμπέλι και πωλώντας τους καρπούς του.

Μάλιστα δε, οι τρεις πρώτοι, των προαναφερομένων, συγκύριοι με την από 3-8-1977 εξώδικη διαμαρτυρία και πρόσκλησή τους προς την συγκυρία του επιδίκου, κατά ποσοστό 3/16, Ά. Π. (αδελφή του ενάγοντος) η οποία της επιδόθηκε δυνάμει της υπ' αριθμ. 1993/1977 Έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθήνας Ν.

Π., παραπονούνταν σ' αυτήν για το ότι επί τετραετία κατακρατούσε παράνομα την αναλογία τους στα έσοδα των καρπών του επιδίκου. Στη συνέχεια δε συνέλεξαν, με προσληφθέντες απ' αυτούς εργάτες, τους καρπούς. Ουδέποτε, επομένως, η Ά. Π. και οι αδελφές της - οι οποίες, σημειωτέον, ουδέν δικαίωμα κυριότητας είχαν επί του επιδίκου, όπως αναγνωρίστηκε, με την προαναφερομένη υπ' αριθμ. 2771/1967 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών - είχαν αναγνωρίσει ότι το επίδικο ανήκε, κατά πλήρη κυριότητα στον ενάγοντα.

Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι ο εκ των συγκυρίων του επιδίκου Σ. Χ., άσκησε κατά των λοιπών την από 31-8-1981 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζήτησε τη διανομή αυτού. Επί της παραπάνω αγωγής εκδόθηκαν οι υπ' αριθμ. 6345/1982. και 10476/1982 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και του Εφετείου Αθηνών, αντίστοιχα, με τις οποίες διατάχθηκε η αιτούμενη διανομή η οποία, τελικώς δεν πραγματοποιήθηκε.

Αποδείχθηκε ακόμη, ότι οι παραπάνω, συνέχισαν να νέμονται το επίδικο και, ειδικότερα, να καλλιεργούν το αμπέλι προβαίνοντας στις σχετικές καλλιεργητικές εργασίες (κλάδεμα, σκάψιμο κ.λ.π.) και τη συλλογή του καρπού με εργάτες της περιοχής που προσλάμβαναν, μέχρι το έτος 2007 όταν οι δύο πρώτοι των εναγομένων μεταβίβασαν στον τρίτο τούτων, τα μερίδιά τους επί του επιδίκου (4,33/16 ο καθένας) δυνάμει του υπ' αριθμ. .../2007 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της Συμ/φου Αθηνών Ευμορφίας Μασουρίδη - Δασαργύρη.

Με βάση τα όσα προεκτέθηκαν αποδείχθηκε ότι οι δύο πρώτοι των εναγομένων έγιναν συγκύριοι του προπεριγραφομένου, επιδίκου, ακινήτου, κατά τα, ως άνω, εξ αδιαιρέτου ποσοστά ο καθένας, με παράγωγο τρόπο, δηλαδή δυνάμει της υπ' αριθμ. …/19-7-1964 Έκθεσης Πλειστηριασμού του τότε Συμβ/φου Μαραθώνος Σταματίου Βασιλάκου, που μεταγράφηκε νόμιμα (ΑΠ 605/2007 Δ. 2008 σελ. 185), αλλιώς, σε κάθε περίπτωση και με πρωτότυπο τρόπο (τακτική, αλλιώς έκτακτη χρησικτησία), καθόσον αυτοί το νεμήθηκαν με καλή πίστη, με βάση την παραπάνω Έκθεση Πλειστηριασμού και το υπ' αριθμ. .../1971 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο όσον αφορά την πρώτη εναγομένη, ως νόμιμους τίτλους για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας αλλιώς, ανεξάρτητα από την καλή τους πίστη και τους νόμιμους τίτλους, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, με το συνυπολογισμό στον δικό τους χρόνο νομής και εκείνου του δικαιοπαρόχου τους (άρθρα 1041, 1042, 1044, 1045, 1051 AK).

Ισχυρίζεται ο ενάγων ότι ρ ίδιος νέμεται το επίδικο από το έτος 1957 αλλιώς από το έτος 1964, ασκώντας σ' αυτό τις πράξεις νομής που αρμόζουν στη φύση και τον προορισμό του, ήτοι καλλιέργεια του αμπελιού και τη συλλογή των καρπών. Ο ισχυρισμός του όμως αυτός, σύμφωνα με τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν αποδεικνύεται βάσιμος.

Η επικαλούμενη δε, κατά το έτος 1977 τοπογράφηση του επιδίκου από τον Πολιτικό Υπομηχανικό, που προσέλαβε, Δ. Μ. δεν αναιρεί την παραπάνω κρίση καθόσον μόνες οι πράξεις σύνταξης σχεδιαγραμμάτων δεν αποτελούν εμφανείς υλικές πράξεις με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση εξουσίασης ακινήτου (ΑΠ 966/2007 ΝοΒ 2008.888).

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η εκκαλούμενη απόφαση η οποία έκρινε ότι ο ενάγων νεμόταν το επίδικο ακίνητο έκτασης 14.405,70 τ.μ. συνεχώς και αδιαλείπτως με διάνοια κυρίου από το 1957, σε κάθε δε περίπτωση από το έτος 1965 μέχρι του χρόνου άσκησης της ένδικης αγωγής, δηλαδή για χρόνο μεγαλύτερο της εικοσαετίας, ασκώντας επ' .αυτού όλες τις διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, καθιστάμενος, έτσι, μόνος και αποκλειστικός κύριος και, ακολούθως, ανεγνώρισε αυτόν κύριο του επιδίκου κακώς εκτίμησε, τις , προσαχθείσες αποδείξεις.

Γι' αυτό πρέπει να γίνουν δεκτοί οι σχετικοί λόγοι των υπό κρίση εφέσεων - οι οποίοι συνίστανται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων - ως βάσιμοι κατ'ουσίαν". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμες τις συνεκδικασθείσες δύο εφέσεις των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, δίκασε εκ νέου την αγωγή και την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεχθέν ότι ο ενάγων - αναιρεσείων δεν απέκτησε την συγκυριότητα του επιδίκου ακινήτου κατά το καταχθέν σε δίκη ποσοστό των 8,66/16 εξ αδιαιρέτου με έκτακτη χρησικτησία ως μη νεμηθείς τούτο από το 1957 ή το 1964 και επέκεινα και ότι τούτο, κατά το επίμαχο εξ αδιαιρέτου ποσοστό έχει αποκτηθεί παραγώγως από τον τρίτο εναγόμενο και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο Σ.

Κ. του Ι., με νόμιμα μεταγεγραμμένο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, με πωλητές την αρχικά πρώτη εναγομένη Α. χα Γ. Π. και τον δεύτερο εναγόμενο Σ. Χ., οι οποίοι είχαν γίνει συγκύριοι παραγώγως δυνάμει νόμιμα μεταγραφέντος αγοραπωλητηρίου συμβολαίου και κατακυρωτικής, αντίστοιχα, εκθέσεως, άλλως πρωτοτύπως με τακτική, άλλως με έκτακτη χρησικτησία.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προδιαληφθείσες περί πρωτοτύπου και παραγώγου τρόπου κτήσεως κυριότητας διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1044, 1045, 1033 ΑΚ 1003 ΚΠολΔικ αφού υπό τα ως άνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, δεν συνέτρεχαν μεν ως προς τον ενάγοντα - αναιρεσείοντα οι νόμιμες προϋποθέσεις εφαρμογής των περί έκτακτης χρησικτησίας διατάξεων, ενώ συνέτρεχαν ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο Σ.

Κ. του Ι. στον οποίο και αφορά η αναιρετική δίκη - χωρισθείσα ως προς τους λοιπούς - οι νόμιμες προϋποθέσεις εφαρμογής των περί παραγώγου τρόπου απαιτήσεως κυριότητας διατάξεων. Περαιτέρω το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενό της, διέλαβε σ'αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα παραπάνω ζητήματα, οι οποίες (αιτιολογίες) επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την εφαρμογή των παραπάνω μνημονευθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.

Ειδικότερα διαλαμβάνεται στην απόφαση ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων - αναιρεσείων από το 1957 και επέκεινα άσκησε με διάνοια κυρίου πράξεις νομής στο επίδικο, μη θεωρηθείσας ικανής να προσπορίσει δικαιώματα, της σύνταξης, το 1977, τοπογραφικού και ότι αντίθετα αποδείχθηκε ότι αναιρεσίβλητος απέκτησε τη συγκυριότητα του επιδίκου κατά τα ένδικα 866/16 ποσοστά εξ αδιαιρέτου το 2007 με νόμιμα μεταγεγραμμένο συμβόλαιο από πωλητές που είχαν απαντήσει την κυριότητα τόσο παραγώγως και δη με πλειστηριασμό και αγορά (Σ.

Χ. και Χ. Κ., ως δικαιοπάροχος της Α. Π. .../1964 κατακυρωτική έκθεση συμβ/φου Μαραθώνος Στ. Βασιλείου Α. Παπαδοπούλου .../1971 συμβόλαιο συμβ/φου Αθηνών Παναγ. Πολίτη) όσο και πρωτοτύπως με τακτική χρησικτησία, αφού αυτοί από τότε που οι ίδιοι και ο δικαιοπάροχος της Α.ς Παπαδοπούλου εγκαταστάθηκαν στο επίδικο, δυνάμει της υπ'αριθμ. 1083/4.9.1965 εκθέσεως βίαιης αποβολής και εγκατάστασης, άσκησαν με καλή πίστη τις περιγραφόμενες πράξεις νομής με τους προαναφερθέντες νόμιμους τίτλους, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας, άλλως ανεξάρτητα από τίτλους και καλή πίστη άσκησαν πράξεις νομής για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας.

Ενόψει τούτων ο από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ μοναδικός λόγος της αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω οι αιτιάσεις του ίδιου λόγου, κατά τις οποίες υφίσταται ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των παραπάνω διατάξεων, καθόσον δεν αμφισβητήθηκε από κανέναν, ότι ο ενάγων από το 1957 και η γιαγιά και ο πατέρας του από το 1940 και 1946 αντίστοιχα, νεμόντουσαν το επίδικο, του οποίου αυτός (ενάγων) έχει αναγνωρισθεί κύριος με την ήδη καταστάσα αμετάκλητη υπ'αριθμ. 1642/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που έχει εκδοθεί επί κατ'αυτού αγωγής του δεύτερου και της αρχικά τρίτης αναιρεσίβλητης (που ισχύει και έναντι του πρώτου αναιρεσίβλητου ως ειδικού διαδόχου των λοιπών - 325 αρ. 2 Κ.Πολ.Δικ-), ενώ η παραδοχή περί εγκαταστάσεως των εναγομένων και των δικαιοπαρόχων τους στο επίδικο μετά την κατά το 1965 έκθεση αποβολής είναι ανακριβείς, αφού αυτοί μόλις το 1977 διαμαρτυρήθηκαν στη συγκύριο αδελφή του ενάγοντος Α., για την μη απόδοση των ωφελημάτων του επιδίκου είναι απαράδεκτες, γιατί υπό την επίφαση της παραβιάσεως των επικαλουμένων κανόνων δικαίου, πλήττεται η περί τα πράγματα αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ενώ ως προς την επικαλούμενη τελεσίδικη απόφαση δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, αλλά ούτε και προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας ότι έγινε στο δικαστήριο της ουσίας επίκληση δεδικασμένου ή των τυχόν πραγματικών περιστατικών που το συγκροτούν.

Περαιτέρω οι αιτιάσεις ότι δεν αιτιολογεί από ποιες πράξεις προκύπτει έλλειψη της θελήσεως του αναιρεσείοντος και των δικαιοπαρόχων είναι απαράδεκτες, γιατί αναφέρονται σε ελλείψεις ως προς την αιτιολόγηση των αποδειχθέντων, ήτοι του πορίσματος που εξήχθη από τις αποδείξεις, οι οποίες όμως δεν ιδρύουν τον ερευνώμενο λόγο, αφού μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 197/2013, ΑΠ 835/2013).

Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ του ΚΠολΔικ.,αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο.

Καμμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ'είδος αποδεικτικών μέσων, η μη λήψη υπόψη των οποίων δεν ιδρύει και τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 8 εδβ του άρθρου 559, καθόσον τα αποδεικτικά μέσα πρέπει μεν να αναφέρονται σε απόδειξη ισχυρισμών, αλλά δεν αποτελούν ισχυρισμούς, ήτοι "πράγματα" κατά την απαιτούμενη κατά την εν λόγω διάταξη έννοια (ΑΠ 2076/2014, ΑΠ 2079/2014).Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ή κατ'άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο, ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 1371/2014, ΑΠ 2073/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον ίδιο λόγο της αναιρέσεως και κατά το δεύτερο σκέλος του και με την επίκληση της παραπάνω διατάξεως του αριθμού 11 περ. γ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο, κατά τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, ως προς την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, αναφέρεται γενικά και αόριστα στα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη, χωρίς να τα εξειδικεύει, χρησιμοποιώντας τις γενικόλογες εκφράσεις "από την επανεκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων" "από τα έγγραφα που επικαλούνται νόμιμα και προσκομίζουν οι διάδικοι" και "χωρίς πάντως να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης" ενώ δεν έλαβε υπόψη τα ακόλουθα έγγραφα, που συνιστούν και "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 8εδβ του ίδιου άρθρου και δη α) την υπ'αριθμ. 2561/1996 απόφαση του Ειρηνοδικείου Μαραθώνος, β) την υπ'αριθμ. 3495/1997 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, γ) την υπ'αριθμ. 96242/2001 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελ.

Αθηνών, δ) την από 16.3.2009 τεχνική έκθεση φωτοερμηνείας του αγρονόμου - τοπογράφου Ν. Ζ., ε) την υπ'αριθμ. 1642/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και το υπ'αριθμ. 1600/2009 πιστοποιητικό του γραμματέα του Πρωτοδικείου περί μη ασκήσεως κατ'αυτής ενδίκου μέσου, και στ) την από 5.2.2008 μήνυση του αναιρεσείοντα κατά των αναιρεσιβλήτων.

Ο λόγος αυτός κατά τις αιτιάσεις του περί μη ξεχωριστής μνείας των αποδεικτικών μέσων και περί του ότι τα επικαλούμενα έγγραφα συνιστούν και "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 8 εδβ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, είναι, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη απαράδεκτος, αφού η ξεχωριστή μνεία δεν απαιτείται και αρκεί η και γενομένη στην προσβαλλομένη απόφαση γενική μνεία των κατ'είδος αποδεικτικών μέσων, τα οποία δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια της επικαλουμένης διατάξεως του αριθμού 8 εδβ.

Επίσης απαράδεκτος είναι ο λόγος και ως προς την υπό στοιχ. δ έκθεση φωτοερμηνείας, η οποία είναι μεταγενέστερη της πρωτοβάθμιας δίκης και θα έπρεπε το πρώτο να γίνει επίκλησή της με τις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης, πράγμα το οποίο, από την επισκόπησή τους δεν προκύπτει. Περαιτέρω από την προσβαλλομένη απόφαση και ειδικότερα την περιεχόμενη σ'αυτήν αναφορά ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα, σε συνδυασμό με το περιεχόμενό της και το σύνολο των αιτιολογιών της, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία ότι τα αποδεικτικά αυτά μέσα λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν με τις λοιπές αποδείξεις για τη στήριξη του εξαχθέντος αποδεικτικού πορίσματος.

Ενόψει τούτων ο ερευνώμενος μοναδικός λόγος της αναιρέσεως και κατά το δεύτερο μέρος του πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου, κατά το άρθρο 495 § 4 ΚΠολΔικ. Ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του πρώτου αναιρεσίβλητου (άρθρο. 176 και 183 ΚΠολΔικ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Χωρίζει την υπόθεση ως προς τους απολιπομένους δεύτερο αναιρεσίβλητο και τον υποκατασταθέντα στη θέση της τρίτης αναιρεσίβλητης καθού η κλήση Ι. Α. του Γ..

Κηρύσσει ως προς αυτούς απαράδεκτη τη συζήτηση.

Απορρίπτει την από 23.2.2013 αίτηση του Ι. Π. του Μ. κατά του Σ. Κ. του Ι. για αναίρεση της υπ'αριθμ. 1513/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο το κατατεθέν παράβολο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του πρώτου αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 18 Μαρτίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ