307/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-11-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντα, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1042/2009 μη οριστική του και την 4358/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1635/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-6-2013 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated307/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε ότι η επέλευση του τροχαίου ατυχήματος, που έλαβε χώρα, την 1-6-2006, στη Λεωφ. Κατεχάκη-Αλίμου, περιοχής Παπάγου Αττικής, οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα της εναγομένης-νυν πρώτης των αναιρεσιβλήτων, οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο στη δεύτερη εναγομένη-νυν δεύτερη αναιρεσίβλητη, ασφαλιστική εταιρεία.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 307 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 307/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Σπανέλη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ε. Κ. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φανή Τσούμα και δεν κατέθεσε προτάσεις 2. Της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ ΕΕΑΖ ΑΕ, που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Κοπακάκης, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-11-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντα, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1042/2009 μη οριστική του και την 4358/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1635/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-6-2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, ανέγνωσε την από 19-11-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της από 28-6-2013 αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της 1ης αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της απόφασης, τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διάταξης, ή της μη συνδρομής των όρων αυτών, που αποκλείουν την εφαρμογή της, όπως, επίσης και όταν η απόφαση έχει ελλείπεις ή αντιφατικές αιτιολογίες, σε ότι αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ανάλυση - στάθμιση- αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού) και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί το αποδεικτικό πόρισμα να αναφέρεται με σαφήνεια. Ανεπάρκεια και ασάφεια αιτιολογιών υπάρχει όταν από το αιτιολογικό δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία για την δικαιολόγηση της εφαρμοσθείσας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.
Με τον δεύτερο, από το άρθρο 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, η οποία, με τους λόγους της υπό κρίση αναίρεσης προσβάλλεται μόνον κατά το κεφάλαιο αυτής, που αφορά το αγωγικό αίτημα του ενάγοντα-νυν αναιρεσείοντα για αποζημίωση, λόγω διαφυγόντος κέρδους, για μελλοντικά εισοδήματα, εξ αιτίας της ανικανότητάς του προς εργασία, της προκληθείσας από τον τραυματισμό του, κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα, υπέπεσε στην πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης των άρθρ. 914, 297, 298 ΑΚ, εκ του ότι οι αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, με βάση τις οποίες απορρίφθηκε, ως κατ'ουσία αβάσιμο το ως άνω αίτημα, είναι ελλιπείς και αντιφατικές.
Το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε ότι η επέλευση του τροχαίου ατυχήματος, που έλαβε χώρα, την 1-6-2006, στη Λεωφ. Κατεχάκη-Αλίμου, περιοχής Παπάγου Αττικής, οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα της εναγομένης-νυν πρώτης των αναιρεσιβλήτων, οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο στη δεύτερη εναγομένη-νυν δεύτερη αναιρεσίβλητη, ασφαλιστική εταιρεία.
Δέχθηκε, επίσης, ότι εξ αιτίας του ατυχήματος, ο ενάγων-νυν αναιρεσείων τραυματίσθηκε, υποστάς ανοικτό συντριπτικό κάταγμα 3ης μεσότητας μηρού και γόνατος (ΔΕ), ανοικτό συντριπτικό κάταγμα 3ου κάτω τριτημορίου κνήμης (ΑΡ) , με οστικό έλλειμμα και υποβλήθηκε σε χειρουργική αντιμετώπιση καθώς και ότι ο τραυματισμός του είχε σαν αποτέλεσμα τη βάδιση αυτού με χωλότητα, λόγω της ανισοσκελίας τριών (3) εκατοστών και τη μόνιμη μερική αναπηρία του σε ποσοστό 27,1% καθώς και την επιβάρυνση των αρθρώσεων του γόνατος και του ισχύου του αριστερού σκέλους και της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης λόγω της ανισοσκελίας και της επακόλουθης ασύμμετρης και υπερβολικής φόρτισης της υγιούς πλευράς.
Δέχθηκε, τέλος, ότι: ο πρώτος ενάγων, από του έτους 1996, διατηρεί επιχείρηση στεγανοποιήσεων και θερμομονώσεων, η οποία προ του ενδίκου τραυματισμού του αριθμούσε τριάντα (30) περίπου άτομα προσωπικό και της οποίας είχε το συντονισμό και τη διεύθυνση. Τα καθαρά του εισοδήματα από την εργασία του αυτή, σύμφωνα με τις επικαλούμενες και νομίμως προσκομιζόμενες φορολογικές
δηλώσεις των οικονομικών ετών 2004, 2005, 2006 και 2007, ανήρχοντο σε 40.069,30, 34.610,51, 47.869,48 και 41.271,92 ευρώ, αντίστοιχα, ενώ για το οικονομικό έτος 2008 ανήλθαν σε 12.777,23 ευρώ. Ο τελευταίος συνεπεία του ενδίκου τραυματισμού του και της εξ αυτής καταστάσεως της υγείας του ήταν ανίκανος για την ανωτέρω εργασία για το χρονικό διάστημα από του τραυματισμού του στις 1-6-2006 μέχρι 31-12-2007, ήτοι για χρονικό διάστημα 19 μηνών, κατά το οποίο απώλεσε το ποσό των 1.000 ευρώ μηνιαίως, το οποίο μετά πιθανότητας θα αποκέρδαινε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την ως άνω εργασία του δεδομένου ότι σ' αυτή θα χρησιμοποιούσε κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα υποκατάστατο πρόσωπο το οποίο θα τελούσε υπό τις οδηγίες του γεγονός το οποίο ενισχύεται εκ των δηλωθέντων καθαρών εισοδημάτων του το οικονομικό έτος 2007 που αφορούσε τα εισοδήματα του κατά το έτος 2006 και ήταν της τάξεως των 41.271,92 ευρώ, λαμβανομένου μάλιστα υπ' όψη ότι στις 1-6-2006 έλαβε χώρα το ένδικο τροχαίο ατύχημα και ήταν ανίκανος για την ανωτέρω εργασία μέχρι 31-12-2006.
Τα ανωτέρω δεν δύναται να αναιρεθούν από τα δηλωθέντα καθαρά εισοδήματά του του οικονομικού έτους 2008 και αφορούσαν το έτος 2007 κατά το οποίο αυτός ήταν, κατά τα προαναφερθέντα, ανίκανος προς εργασία και ήταν της τάξεως των 12.777,93 ευρώ, ήτοι σαφώς μειωμένα από αυτά των προηγούμενων ετών, πλην, όμως, δεν αποδείχθηκε ότι το ποσό αυτό ανταποκρίνεται και στα πραγματικά καθαρά του εισοδήματα από την ανωτέρω εργασία του, αφού δεν προέκυψε ότι η φορολογική του δήλωση του οικονομικού έτους 2008 ελέγχθηκε από την αρμόδια ΔΟΥ και βρέθηκε ειλικρινής.
Επομένως, ο πρώτος ενάγων απώλεσε από την ανωτέρω εργασία του το ποσό των 19.000 (19 μήνες Χ 1.000 ευρώ) ευρώ, της οποίας αυτός έχει το συντονισμό και τη διεύθυνση. Περαιτέρω, ως προς το κρίσιμο, για την έκβαση της κρινόμενης αναίρεσης ζήτημα της, εκ του τραυματισμού του, ανικανότητάς του για εργασία και τα διαφυγόντα μελλοντικά κέρδη, για το μετέπειτα χρονικό διάστημα (από 1-1-2008 μέχρι 15-7-2033) δέχθηκε τα εξής:
Δεν αποδείχθηκε, όμως, ότι ο τελευταίος ήταν ανίκανος για την προαναφερόμενη εργασία που ασκούσε προ του ενδίκου τραυματισμού του κατά το μετέπειτα χρονικό διάστημα, ήτοι από 1-1-2008 και μέχρι 15-7-2033, δηλαδή της συμπλήρωσης του 65ου έτους της ηλικίας του, όπως αυτός αβάσιμα υποστηρίζει περί τούτου, καθόσον η μόνιμη μερική αναπηρία του κατά 27,1% και η αδυναμία του για πολύωρη ορθοστασία, άνοδο σε σκάλες και σκαλωσιές καθώς και για γονάτισμα και βαθύ κάθισμα δεν τον παρεμποδίζουν στο συντονισμό και τη διεύθυνση της επιχειρήσεως του καθώς και στην επίβλεψη των εκτελεσθησομένων έργων, ενώ ο ίδιος δεν ασκεί χειρονακτική εργασία σχετικά με θερμομονώσεις και στεγανοποιήσεις, που συνιστούν το αντικείμενο της επιχειρήσεως του, τη στιγμή που αυτή (επιχείρηση του) αριθμεί προσωπικό τριάντα ατόμων περίπου και σε κάθε περίπτωση έστω και μικρότερο αριθμό τούτων, της οποίας αυτός έχει το συντονισμό και τη διεύθυνση.
Κατά συνέπειαν το σχετικό αγωγικό κονδύλιο περί διαφυγόντων κερδών για το ως άνω χρονικό διάστημα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο. Υπό τις άνω παραδοχές το Εφετείο, καταλήγοντας στην κρίση του ότι είναι απορριπτέο, ως αβάσιμο κατ' ουσία το προαναφερόμενο αίτημα, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ.19 Κ.Πολ.Δ προβλεπόμενη πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσεως, διότι διέλαβε, ως προς τα κρίσιμο ζήτημα επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των άρθρων 914, 297, 298 ΑΚ.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρ.559 αριθ 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335,338,339 και 340ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ας προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων επικαλείται ότι το δικάσαν Εφετείο υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ.11γ ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, εκ του ότι κατέληξε στη δικανική του κρίση περί απορρίψεως, ως ουσιαστικά αβασίμου του αιτήματος, για αποζημίωση, για διαφυγόντα μελλοντικά κέρδη, χωρίς να λάβει υπόψη του τα επικληθέντα και προσκομισθέντα υπ'αυτού έγγραφα και ειδικώτερα: α) τα πρακτικά της υπ'αριθμό 1042/2009 απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) και την διαλαμβανόμενη σαυτά κατάθεσή του, β) την υπ'αριθμ. 1992/19-2-2008 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Ν. Γ., τη δοθείσα ενώπιον του Ειρηνοδίκου Αθηνών, γ) το από 3-4-2004 πιστοποιητικό του Γερμανικού Φορέα Τεχνικής Πιστοποίησης DINCERTO, δ) το από 12-7-2005 πιστοποιητικό του Διεθνή Κατασκευαστικού οίκου DEITERMANN, ε) τo από 1-7-2004 πιστοποιητικό του κατασκευαστικού οίκου VANDEX, στ) μετάφραση του από 24-6-2004 πιστοποιητικού εκπαίδευσης, TERHURNE, Γερμανίας, ζ) δύο διπλώματα σχετικά με την εκπαίδευση μου.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι από την διαλαμβανόμενη στην απόφαση βεβαίωση ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς το κρίσιμο για την έκβαση του προκείμενου λόγου αναιρέσεως ζήτημα, έλαβε υπόψη του "τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι", ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα ως άνω φερόμενα, ως μη ληφθέντα υπόψη έγγραφα, ορισμένα από τα οποία, μάλιστα και συγκεκριμένα η περιεχόμενη στα υπ' αριθμ. 1042/2008 πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ανώμοτη κατάθεση του ενάγοντα και η υπ' αριθμ. 1992/2008 ένορκη κατάθεση ενώπιον του Ειρηνοδίκου μνημονεύοντα ρητά ως ληφθέντα υπόψη, στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Μετά από αυτά, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο ηττηθείς αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρο 183 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό, χωριστά για τον καθένα εκ των δύο αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι παρέστησαν με διαφορετικούς πληρεξουσίους δικηγόρους και η πρώτη εκ των οποίων δεν κατέθεσε προτάσεις.
Πρέπει, επίσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αριθμ. κατάθεσης 498/2013 αίτηση του Μ. Κ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1635/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) Ευρώ, για την πρώτη εξ' αυτών και στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) Ευρώ, για τη δεύτερη εξ' αυτών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου των 300 Ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιανουαρίου 2014 .
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Φεβρουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ