307/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 307 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 307/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλ...
Legislator headnote
Keywords
Placeholder
Full text
Απόφαση 307 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 307/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Αστικός και Παραθεριστικός Οικοδομικός Συνεταιρισμός Ιατρών, Συν.Π.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπουμένου νομίμως, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Τσούμα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Α. χας Μ. Μ., 2. Ν. Μ. Μ. και 3. Γ. Μ. Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Σκαρίπα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-12-1994 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 402/1996 μη οριστική, 305/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 81/2009 του Εφετείου Αθηνών (μεταβατική έδρα Χαλκίδας). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11-5-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 24-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρo 28 του ν. 1337/1983 "Επέκταση πολεοδομικών σχεδίων, οικιστική ανάπτυξη κλπ", "Ιδιωτικοί δρόμοι, πλατείες και λοιποί χώροι κοινής χρήσεως που έχουν σχηματισθεί με οποιοδήποτε τρόπο έστω και κατά παράβαση των κειμένων πολεοδομικών διατάξεων και που βρίσκονται μέσα σε εγκεκριμένα σχέδια πόλεων, θεωρούνται ως κοινόχρηστοι χώροι και ανήκουν στον οικείο Δήμο ή Κοινότητα. Για τους χώρους αυτούς δεν οφείλεται καμία αποζημίωση λόγω ρυμοτομίας. Σε περίπτωση, όμως, που οι χώροι αυτοί καταργούνται με το σχέδιο πόλεως, προσκυρώνονται κατά τις κείμενες διατάξεις". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, όπως διαφωτίζεται από τις προπαρασκευαστικές εργασίες ψήφισής της, ιδιωτικά ακίνητα αποκτούν την ιδιότητα του κοινοχρήστου χωρίς την καταβολή αποζημίωσης, εφόσον α) προβλέπονται από το εγκεκριμένο σχέδιο πόλεως ως κοινόχρηστοι χώροι και β) η κοινοχρησία είναι αποτέλεσμα της βούλησης του ιδιοκτήτη (ρητής ή συναγόμενης εμμέσως από τις ενέργειές του) ή προκύπτει από πραγματική κατάσταση που διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, κατ' ανοχή του ιδιοκτήτη. Έτσι, για την μετάθεση της κυριότητας ακινήτων υπέρ του οικείου Ο.Τ.Α. δεν αρκεί οποιαδήποτε ενέργεια διάθεσης του ακινήτου στην κοινή χρήση, αλλά πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις, η συνδρομή των οποίων ελέγχεται παρεμπιπτόντως από τη Διοίκηση και κρίνεται οριστικώς από τα αρμόδια πολιτικά δικαστήρια (Ολ.ΣτΕ 774/1987). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1094 ΑΚ, ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή τον κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση του πράγματος. Έτσι, μόλις επέλθει προσβολή κατά της κυριότητας, η εμπράγματη εξουσία λαμβάνει προσωπική κατεύθυνση κατά του προσβολέως και γεννιέται κατ' αυτού η αξίωση από την κυριότητα και η προστατεύουσα την κυριότητα διεκδικητική αγωγή. Από δε τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1710 παρ. 1, 1712, 1721, 1724, 1813, 1846, 1193, 1195, 1198 1199 και 1033 ΑΚ, συνάγεται ότι η κυριότητα ακινήτου αποκτάται παραγώγως, με κληρονομική μεν διαδοχή, από το θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον ο κληρονόμος αποδεχθεί την κληρονομιά με δημόσιο έγγραφο και μεταγράψει την περί αποδοχής δήλωσή του, με συμφωνία δε μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα, για κάποια νόμιμη αιτία, η οποία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο που υποβάλλεται σε μεταγραφή. Για τη μεταβίβαση, με τους τρόπους αυτούς, της κυριότητας του ακινήτου, προϋπόθεση είναι ο αποβιώσας ή εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της να ήταν κύριος του ακινήτου. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1043, 1045, 1051 ΑΚ, προκύπτει, ότι, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου, με τακτική χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής με καλή πίστη και νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο για μια δεκαετία, και με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα, και στις δύο περιπτώσεις, εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι είναι συγκύριοι κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου 2/8 η πρώτη και 3/8 κάθε ένας από τους δεύτερο και τρίτο ενός ακινήτου και συγκεκριμένα ενός αγρού, έκτασης 14.500 τετραγωνικών μέτρων, που βρίσκεται στη θέση "Κοκκίνη" της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας Μαρμαρίου Καρυστίας της Εύβοιας και συνορεύει βορειοδυτικά με ιδιοκτησία του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Συνεταιρισμού, βορειοανατολικά με κοινοτική οδό και πέραν αυτής με ιδιοκτησία του αναιρεσείοντος, νοτιοανατολικά με ιδιοκτησία Γ. Μ. και νοτιοδυτικά με ζώνη παραλίας. Το εν λόγω ακίνητο περιήλθε στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσιβλήτους από κληρονομιά του Μ. Ν. Μ., που πέθανε το έτος 1968 και ήταν σύζυγος της πρώτης αναιρεσίβλητης και πατέρας των λοιπών αναιρεσιβλήτων, την οποία αυτοί αποδέχθηκαν με τη με αριθμό .../1970 πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Μανώλη, που έχει νόμιμα μεταγραφεί. Το ακίνητο αυτό είχε περιέλθει στο δικαιοπάροχο των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων με αγορά, δυνάμει του με αριθμό .../1964 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Μαρμαρίου Δημ. Παπαζαχαρίου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί. Ειδικότερα, ο δικαιοπάροχός τους, με το προαναφερόμενο συμβόλαιο, αγόρασε από τους Π. Π., Π. σύζυγο Π. Π., Ε. χήρα Ν. Χ., Ά. Ν. Χ., Ι. σύζυγο Ι. Α. και Ι. Α., σε εκτέλεση του με αριθμό .../28-7-1963 συμβολαιογραφικού προσυμφώνου του συμβολαιογράφου Μαρμαρίου Δημ. Παπαζαχαρίου, έκταση δεκατεσσάρων και μισό στρεμμάτων, στη θέση "Κοκκίνη" της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας Μαρμαρίου Εύβοιας, η οποία αποτελεί τμήμα της ευρύτερης εκεί ιδιοκτησίας των πωλητών. Το ως άνω ακίνητο, που πωλήθηκε στο δικαιοπάροχο των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων, βρίσκεται στη νοτιοδυτική πλευρά του όλου αρχικού ακινήτου αυτών και στο συμβόλαιο πώλησης αναφέρεται ότι τα δώδεκα (12) στρέμματα είναι βοσκότοπος και τα 2,5 στρέμματα είναι αγρός με ελαιόδεντρα και συνορεύει, κατά το συμβόλαιο πώλησης, νοτιοδυτικά με θάλασσα, νοτιοανατολικά με κτήμα της Θ. Γ. Μ., σε πλευρά όση και η πλευρά του κτήματος αυτής (της Θ. Μ.), βορειοανατολικά με υπόλοιπο κτήμα των πωλητών, από το οποίο διαχωρίζεται από αυτό των πωλητών εν μέρει από το δρόμο Μαρμαρίου - Φυγιάς και εν μέρει με ευθεία γραμμή, αρχόμενη από το ψηλότερο σημείο της καμπύλης του δρόμου προς Φυγιά και βορειοδυτικά επίσης με υπόλοιπο κτήμα των πωλητών, με διαχωριστικό όριο, το οποίο συμφωνήθηκε ότι επρόκειτο να τοποθετηθεί από τους συμβαλλόμενους σε τέτοια απόσταση από το κτήμα της Θ. Μ., ώστε να ολοκληρωθεί η πωλούμενη έκταση των 14,5 στρεμμάτων. Η προς τη θάλασσα πλευρά, αναφέρεται στο πωλητήριο συμβόλαιο, ότι έχει μήκος 190 μέτρων περίπου, ή και περισσότερο. Επίσης, στο ίδιο συμβόλαιο επισημαίνεται ότι, το βορειοδυτικό όριο της μεταβιβαζόμενης έκτασης, θα τοποθετηθεί κατά τέτοιο τρόπο, ώστε αυτή να καλύπτει το εμβαδόν των 14,5 στρεμμάτων, ενώ καθορίζεται ότι το βορειοανατολικό όριο, το οποίο θα χωρίζει τη μεταβιβαζόμενη έκταση από το υπόλοιπο κτήμα των πωλητών, είναι τεθλασμένη γραμμή και ως όρια θα είναι κατά ένα τμήμα ο δρόμος προς Φυγιά κατά ένα άλλο τμήμα η ευθεία γραμμή, η οποία θα αρχίζει από το ψηλότερο σημείο της καμπύλης του δρόμου Μαρμαρίου Φυγιάς. Για τη θέση των ορίων, στο ίδιο συμβόλαιο αναγράφεται η φράση "των ορίων των καθοριζομένων και τοποθετουμένων παρά των συμβαλλομένων και εις απόστασιν από του κτήματος της Θ. Μ., τόση, όση απαιτείται ίνα ολοκληρωθεί η πωλούμενη έκταση των δέκα τεσσάρων και ημίσεως στρεμμάτων". Επίσης, οι διαστάσεις του εν λόγω ακινήτου, όπως αναγράφονται στο από Σεπτεμβρίου 1963 τοπογραφικό διάγραμμα του Μηχανικού Ξ. Μ., το οποίο έχει επισυναφθεί στο με αριθμό .../1964 συμβόλαιο, το μήκος ΒΓ της βορειοδυτικής πλευράς της μεταβιβαζόμενης έκτασης, δηλαδή 110 μέτρα και η απόσταση της κορυφής Β από την κορυφή Α που είναι 100 μέτρα. Εξ άλλου, οι προαναφερόμενοι πωλητές, πώλησαν στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα Συνεταιρισμό με το .../20-6-1968 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Καρύστου Κωνσταντίνου Μαστρογιάννη, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, όμορη έκταση με αυτήν του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων. Συγκεκριμένα, με το εν λόγω συμβόλαιο αγοράς, σε συνδυασμό με το .../1972 συμβόλαιο πράξης επανάληψης αγοραπωλησίας του ίδιου συμβολαιογράφου, οι ίδιοι ως άνω πωλητές, πώλησαν στον αναιρεσείοντα ένα αγρόκτημα, έκτασης 688.010 τετραγωνικών μέτρων, που βρίσκεται στη θέση "Κοκκίνη" της κτηματικής περιφέρειας της κοινότητας Μαρμαρίου, με θέση και όρια, όπως απεικονίζονται στο από Μαρτίου 1966 τοπογραφικό διάγραμμα του Μηχανικού Γ. Γ., που έχει επισυναφθεί στο .../1968 πωλητήριο συμβόλαιο, το οποίο συντάχθηκε προς εκτέλεση του με αριθμό .../1968 προσυμφώνου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Αριστείδη Σωτηρακόπουλου. Από τον τίτλο αυτό του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Συνεταιρισμού, συνάγεται ότι, μεταξύ των γειτονικών ιδιοκτησιών, όσον αφορά την περιγραφή των ορίων, μνημονεύεται και η ιδιοκτησία του Μ. Μ., άμεσου δικαιοπαρόχου των εναγόντων και επίσης γίνεται μνεία ότι οι δικαιοπάροχοι πωλητές του αναιρεσείοντος, που είναι και οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων, έχουν ήδη πωλήσει έκταση 14,5 στρεμμάτων στο δικαιοπάροχο των τελευταίων Μ. Μ., το οποίο τοποθετούν, κατά την περιγραφή, μεταξύ των ορίων του δρόμου προς Φυγιά, του κτήματος Μ., της θάλασσας και της υπόλοιπης ιδιοκτησίας των πωλητών, ενώ στο ανωτέρω συμβόλαιο πώλησης προς τον αναιρεσείοντα, επισυνάπτονται το διάγραμμα του μηχανικού Γ. Γ. και το τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Μ., το οποίο είχε ήδη επισυναφθεί στο .../1964 συμβόλαιο πώλησης προς το δικαιοπάροχο των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων και το οποίο συνυπογράφεται και από όλους τους συμβαλλομένους του .../1968 συμβολαίου. Μάλιστα επιβεβαιώνεται πως η επισύναψη του διαγράμματος του μηχανικού Μ. στο ανωτέρω .../1968 συμβόλαιο αγοράς του αναιρεσείοντος, που είχε ήδη επισυναφθεί στο με αριθμό .../1964 συμβόλαιο του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων, αποτυπώνει το διαχωρισμό των πωλούμενων ακινήτων, που είναι τμήματα της ευρύτερης ιδιοκτησίας των κοινών δικαιοπαρόχων των διαδίκων. Περαιτέρω, αποδεικνύεται, ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα, κατά την πρόσφατη καταμέτρηση από τον πραγματογνώμονα Ε. Π., έχει έκταση 3.290,17 τετραγωνικά μέτρα, εμφαίνεται στο συνημμένο στην πραγματογνωμοσύνη που αυτός συνέταξε τοπογραφικό διάγραμμα με τα στοιχεία ΑΑ'ΒΒ'ΕΖΑ, με όρια, βορειοανατολικά, σε πλευρά τεθλασμένη ΑΑ'Β, μήκους 100,24 μέτρων με κοινοτικό δρόμο προς Φυγιά και πέραν αυτού με ιδιοκτησία του αναιρεσείοντος, βορειοδυτικά, σε πλευρά ΒΒ', μήκους 56,99 μέτρων, με ιδιοκτησία του αναιρεσείοντος και νότια, σε τεθλασμένη πλευρά Β'ΕΖΑ, μήκους 101,45 μέτρων με υπόλοιπη ιδιοκτησία των αναιρεσιβλήτων, όπως η τελευταία αυτή έκταση προκύπτει από τη θεωρημένη από το Υπουργείο Δημόσιων Έργων πινακίδα ρυμοτομικού σχεδίου του οικοδομικού Συνεταιρισμού, σε συνδυασμό με τις .../1980 και .../1980 συμβολαιογραφικές πράξεις παραίτησης κυριότητας του συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Φραγκογιάννη, από τους κοινόχρηστους χώρους υπέρ της Κοινότητας Μαρμαρίου Ευβοίας, εμβαδού 14.500 τετραγωνικών μέτρων, με τα στοιχεία ΑΑ'ΒΓΙΙ1Ι2Ι3Ι4ΔΔ1Δ2Α και με όρια βορειοανατολικά, σε πλευρά τεθλασμένη ΑΑ'Β, μήκους 100,24 μέτρων με ιδιοκτησία αναιρεσείοντος ή σήμερα κοινοτικό δρόμο, βορειοδυτικά, σε πλευρά ΒΓ, μήκους 110 μέτρων με ιδιοκτησία αναιρεσείοντος, νοτιοδυτικά, σε πλευρά τεθλασμένη (χειμέριο κύμα) ΓΙΙ1Ι2Ι3Ι4Δ, μήκους 220,55 μέτρων με θάλασσα και νοτιοανατολικά, σε τεθλασμένη πλευρά ΔΔ1Δ2Α, μήκους 180,49 μέτρων με κτήμα Θ. Μ.. Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα και, κατά το τελικό πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης, η επίδικη εδαφική έκταση, συμπεριλαμβάνεται στους τίτλους κτήσης των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων και ειδικότερα, τόσο στη με αριθμό .../1970 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Μανώλη, όσο και στον τίτλο του άμεσου δικαιοπαρόχου τους Μ. Μ., δηλαδή στο .../1964 πωλητήριο συμβόλαιο. Στην επίδικη εδαφική έκταση, ως τμήματος του μείζονος ακινήτου των 14,5 στρεμμάτων, οι αναιρεσίβλητοι και πριν από αυτούς ο άμεσος δικαιοπάροχός τους, ασκούσαν αδιαλείπτως και με διάνοια κυρίου, όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό της πράξεις νομής και, ειδικότερα, συνέλεγαν τον ελαιόκαρπο, εκμίσθωναν αυτό σε κτηνοτρόφους, δεδομένου ότι ήταν βοσκότοπος, το επισκέπτονταν και το επέβλεπαν, ασκούσαν σε αυτό εποπτεία και προέβαιναν στις προσήκουσες, κατά περίπτωση, ενέργειες για την προστασία των δικαιωμάτων τους, χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από κανένα. Ειδικότερα, ο μάρτυρας απόδειξης Ι. Μ., ο οποίος γεννήθηκε στο Μαρμάρι και έχει σπίτι και κτήμα στην περιοχή, την οποία γνωρίζει καλά, καταθέτει ότι οι ενάγοντες νέμονταν το ακίνητό τους, το οποίο είχαν νοικιάσει σε κάποιο Φ. Μ., ο οποίος έβοσκε τα κοπάδια του και μάζευε τις ελιές τους, μάλιστα είχε κάνει περίφραξη μέσα στο κτήμα, για να μη φεύγουν τα ζώα του. Τα ανωτέρω επιβεβαιώνει ο δεύτερος μάρτυρας απόδειξης Φ. Μ., που γεννήθηκε και ζει στο Μαρμάρι, όπου έχει ιδιοκτησία όμορη με αυτήν της Μ. και ο οποίος κατέθεσε ότι είχε νοικιάσει το κτήμα των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων, το οποίο χρησιμοποιούσε για τα ζώα του, ότι μάζευε τις ελιές και ότι είχε κατασκευάσει μέσα σ' αυτήν περίφραξη για να περιορίζει τα πρόβατά του. Τα ανωτέρω δεν ανατρέπονται από κανένα αξιόπιστο αποδεικτικό στοιχείο του εναγομένου-αναιρεσείοντος. Ο ισχυρισμός του ότι, κατόπιν καταγγελίας του, επιβλήθηκε στους αναιρεσιβλήτους πρόστιμο για μία αυθαίρετη κατασκευή μέσα στο επίδικο, δεν αποδεικνύει έλλειψη κυριότητάς τους, ούτε κυριότητα αυτού (του αναιρεσείοντος). Το θέρος του 1988, ο εναγόμενος-αναιρεσείων Συνεταιρισμός, με τα εντεταλμένα όργανά του, κατέλαβε την επίδικη έκταση και κατασκεύασε μέσα σε αυτήν δεξαμενή βιολογικού καθαρισμού λυμάτων, διαστάσεων 30 Χ 21 μέτρων και άνοιξε οδούς προσπέλασης προς τη δεξαμενή. Άλλες πράξεις νομής ή κατοχής, σε προγενέστερο χρόνο, δεν προκύπτει ότι άσκησε ο αναιρεσείων. Ο ισχυρισμός του ότι το επίδικο αποτελεί μέρος της ιδιοκτησίας του και αναφέρεται στους τίτλους κτήσης του ευρύτερου ακινήτου του, δεν προκύπτει από κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Αντίθετα, στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Ε. Π., βεβαιώνεται ρητά, ότι η επίδικη έκταση περιλαμβάνεται στους τίτλους κτήσης των αναιρεσιβλήτων και του δικαιοπαρόχου τους και ότι δεν περιλαμβάνεται στον τίτλο κτήσης του εναγομένου-αναιρεσείοντος". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο έκρινε, ότι η επίδικη εδαφική έκταση συμπεριλαμβάνεται στους τίτλους κτήσης των αναιρεσιβλήτων, ότι επίσης στο επίδικο οι αναιρεσίβλητοι και πριν από αυτούς ο άμεσος δικαιοπάροχός τους ασκούσαν αδιαλείπτως και με διάνοια κυρίου όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του πράξεις νομής για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι ετών, ότι οι αναιρεσίβλητοι έγιναν συγκύριοι της επίδικης εδαφικής έκτασης τόσο με παράγωγο τρόπο όσο και με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), ότι ο αναιρεσείων μόλις το θέρος του 1988 κατέλαβε την επίδικη εδαφική έκταση και κατασκεύασε μέσα σ' αυτή δεξαμενή βιολογικού καθαρισμού λυμάτων και ότι δεν αποδείχθηκε κάποια προγενέστερη πράξη νομής αυτού και ότι η επίδικη έκταση ανήκε στην ιδιοκτησία των αναιρεσιβλήτων και ουδέποτε υπήρξε κοινόχρηστος χώρος που ανήκει στον οικείο ΟΤΑ. Με αυτά, που δέχτηκε, και έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1094, 974 και 1045 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφού τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν ήταν αρκετά για την εφαρμογή τους, ενώ, περαιτέρω, ορθώς ερμήνευσε την προδιαληφθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 28 του Ν. 1337/1983, την οποία και δεν παραβίασε με τη μη εφαρμογή της, αφού υπό τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα με την προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περιστατικά, η επίδικη έκταση δεν απέκτησε την ιδιότητα του κοινοχρήστου, δεδομένου ότι δεν συνέτρεχαν και μάλιστα σωρευτικώς οι τασσόμενες από την εν λόγω διάταξη προϋποθέσεις, που αναφέρθηκαν στην προεκτεθείσα νομική σκέψη. Επομένως, οι συναφείς πρώτος και τρίτος λόγοι της αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 1094 και 986 ΑΚ, προκύπτει, ότι η διεκδικητική αγωγή απευθύνεται από τον κύριο του πράγματος κατά του νομέα ή κατόχου αυτού που τέτοιος όμως δεν είναι και ο βοηθός νομής. Κριτήρια, πάντως, του βοηθού νομής είναι: α) ότι τελεί προς το νομέα σε σχέση εξάρτησης είτε οικιακής είτε υπηρεσιακής και β) ότι οφείλει ως προς το πράγμα να ακολουθεί τις οδηγίες του νομέα. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, σε σχέση με την προβληθείσα από τον εναγόμενο Συνεταιρισμό και ήδη αναιρεσείοντα ένσταση ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως με τον ισχυρισμό, ότι αυτός κατέχει την επίδικη έκταση ως βοηθός νομής και συγκεκριμένα ως βοηθός της Κοινότητας Μαρμαρίου, διότι ο Συνεταιρισμός παραχώρησε τους κοινόχρηστους χώρους του εγκριθέντος σχεδίου του οικισμού προς την άνω Κοινότητα, στους οποίους χώρους περιλαμβάνεται και η επίδικη έκταση, και αυτός απλώς έχει εκτελέσει έργα κοινωφελή υπέρ του κυρίου της, ήτοι της Κοινότητας Μαρμαρίου, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Όπως αποδείχθηκε συνιδιοκτήτες της επίδικης εδαφικής έκτασης είναι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι. Η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα παραχώρηση προς την Κοινότητα των κοινόχρηστων χώρων του οικισμού του με τις με αριθμούς .../25-2-1980 και .../4-3-1980 πράξεις του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Φραγκογιάννη, προφανώς αναφέρεται σε χώρους που ανήκαν στην ιδιοκτησία του και μόνο, αφού προϋπόθεση για την παραχώρηση είναι η κυριότητα επί του παραχωρουμένου ακινήτου, ενώ αποδείχθηκε, ότι η επίδικη έκταση δεν περιλαμβάνεται στην ιδιοκτησία του αναιρεσείοντος". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε, ότι η επίδικη έκταση δεν ανήκει στην ιδιοκτησία του αναιρεσείοντος, αλλά στην ιδιοκτησία των αναιρεσιβλήτων και κατόπιν τούτου, απέρριψε την άνω ένσταση παθητικής νομιμοποιήσεως του αντιδίκου τους και δέχθηκε την ένδικη διεκδικητική ακινήτου αγωγή, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που έκρινε όμοια. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που υποστηρίζει, ότι το Εφετείο, με την ως άνω παραδοχή του, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1094 ΑΚ, διότι ο αναιρεσείων είχε απλώς την ιδιότητα του βοηθού νομέως της Κοινότητας Μαρμαρίου, στην οποία είχε περιέλθει το επίδικο, είναι αβάσιμος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, εφόσον δεν υπάρχει παραδοχή του Εφετείου, ότι ο αναιρεσείων ήταν βοηθός νομής, αλλά, αντίθετα, το Εφετείο δέχτηκε, ότι η έκταση που παραχωρήθηκε από τον αναιρεσείοντα στην Κοινότητα για κοινόχρηστους χώρους δεν ανήκει σ'αυτόν - αναιρεσείοντα Συνεταιρισμό,- αλλά στην ιδιοκτησία των αναιρεσιβλήτων.
Επειδή, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπάρχει, όταν από την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν, η εκ των υστέρων άσκηση του δικαιώματος έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και εντιμότητα, που πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές ή προς τα επιβαλλόμενα χρηστά συναλλακτικά ήθη ή προς τον κοινωνικό ή τον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, έτσι ώστε η ενάσκηση του δικαιώματος αυτού να προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Ειδικότερα, στην περίπτωση της μακράς αδράνειας του δικαιούχου, υπάρχει τέτοια κατάχρηση, εφόσον συντρέχουν πρόσθετα περιστατικά, αναγόμενα στον ίδιο χρόνο και στην όλη συμπεριφορά τόσο αυτού, όσο και εκείνου που αποκρούει το δικαίωμα, από τα οποία γεννάται στον υπόχρεο η πεποίθηση, ότι το τελευταίο δεν πρόκειται να ασκηθεί κατ' αυτού, έτσι ώστε η επιδίωξη ανατροπής της κατάστασης που δημιουργήθηκε με τη μεταγενέστερη άσκησή του, να συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την ένσταση του αναιρεσείοντος περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγής, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ακόμη και με την εκδοχή, ότι τα επικαλούμενα περιστατικά είναι αληθή, η άσκηση του ένδικου δικαιώματος των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων δεν υπερβαίνει προφανώς τα τασσόμενα από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ όρια, αφού μόνο αυτά δεν είναι ικανά να επιφέρουν το αποτέλεσμα αυτό και δεν προκαλούν έντονη εντύπωση αδικίας σε βάρος του υπόχρεου αναιρεσείοντος, σε σχέση με το όφελος των δικαιούχων. Ειδικότερα, το επικαλούμενο ύψος της δαπάνης, πέραν του ότι δεν αποδείχθηκε, δεν μπορεί να θεωρηθεί, ότι είναι επαχθέστερη συνέπεια σε βάρος του αναιρεσείοντος, από τις επαχθείς συνέπειες που προκλήθηκαν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων από τη μείωση της έκτασης του ακινήτου τους, μετά την κατάληψη εκ μέρους του αναιρεσείοντος της επίδικης έκτασης, ούτε δικαιούται να επικαλείται την ευαισθησία του σε θέματα προστασίας του περιβάλλοντος, όταν, για την υλοποίησή της, ενεργεί σε βάρος αλλότριας περιουσίας. Εξάλλου, η πάροδος χρονικού διαστήματος 6,5 περίπου ετών από το χρόνο της αποβολής τους, μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, δεν αποτελεί μακροχρόνια αδράνεια των αναιρεσιβλήτων, ώστε να μπορεί να δημιουργήσει την εντύπωση σε οποιονδήποτε, ότι δεν προτίθενται να ασκήσουν τα δικαιώματά τους". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε, ότι η άσκηση του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων δεν προκαλεί κατάφωρη αδικία σε βάρος του αναιρεσείοντος και κατόπιν τούτου, απέρριψε την ένσταση καταχρηστικής άσκησης ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, επικυρώνοντας και κατά τούτο την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει παρόμοια κρίση. Με αυτά, που δέχθηκε, το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αφού δέχθηκε, ότι η άσκηση του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων δεν προκαλεί κατάφωρη αδικία σε βάρος του αναιρεσείοντος. Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-5-2010 αίτηση του νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Αστικός και Παραθεριστικός Οικοδομικός Συνεταιρισμός Ιατρών, Συν.Π.Ε." για αναίρεση της 81/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατικής Έδρας Χαλκίδος).
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2011 . Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ