307/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated307/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ακόμη, οι αναιρεσείοντες δεν εκθέτουν με τρόπο σαφή ποιές είναι ακριβώς οι ανεπάρκειες και οι αντιφάσεις στην ελάσσονα πρόταση της αναιρεσιβαλλομένης, ούτε το νομικό της σφάλμα, δηλαδή που ακριβώς εντοπίζεται η παράβαση κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα. Επομένως, οι ως άνω πρώτος (κατά το δεύτερο μέρος του) και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αόριστοι.
Full text
Απόφαση 307 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 307/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, για τον εαυτό της ατομικά και ασκούσα μόνη της την γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου της ......., ορφανού πατέρα, 2) ......., 3) ......, 4) ........, 5) ........., 6) ........ και 7) ......... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Λέντζιο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ......... και 2) Ελληνικής ανώνυμης εταιρείας ασφαλίσεων με την επωνυμία ΕΥΡΩΣΤΑΡ ΕΑΕΑ (EURO STAR), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Βρώτσο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-12-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 917/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 7995/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-1-2007 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Πολυζωγόπουλος, διάβασε την από 21-11-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, αν η αγωγή ή άλλη αυτοτελής αίτηση ή ανταίτηση κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίον προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ 559 αριθ. 1 και 19) δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, η έννοια που αποδίδει αυτός στη φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή μη της αγωγής (ή άλλης αυτοτελούς αιτήσεως ή ανταιτήσεως), διότι η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού, αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης (ΚΠολΔ 578), το τελευταίο δε συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου.
Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία, προκειμένου να ελεγχθεί είτε αν η αποδιδόμενη στην απόφαση ευθεία παραβίαση ουσιαστικού νόμου οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό, είτε αν τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις (χωρίς δηλαδή η ύπαρξη του ενός να αποκλείει λογικά την ύπαρξη του άλλου), ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα δε και ο έλεγχος του διατακτικού της αποφάσεως.
Εξάλλου, η αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής ή της εφέσεως ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος (Ολ. ΑΠ 27/1998). Στην προκειμένη περίπτωση, με τους διαλαμβανομένους στο αναιρετήριο πρώτο (κατά το δεύτερο μέρος του) και δεύτερο λόγους αναιρέσεως προσάπτουν οι αναιρεσείοντες στο Εφετείο τις αιτιάσεις ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου κανόνες ουσιαστικού δικαίου, αναφορικά με την υποστηριζόμενη από αυτούς ανυπαρξία οποιασδήποτε υπαιτιότητας του θανατωθέντος Χ για το ατύχημα.
Στο αναιρετήριο, όμως, εκτίθενται μόνο οι πραγματικοί ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων, η άποψη τους για την έννοια των κανόνων δικαίου που φέρονται ότι παραβιάστηκαν και η καταληκτική κρίση του Εφετείου για τη συνδρομή του όρων της εφαρμογής αυτών, χωρίς να αναφέρονται με πληρότητα, αλλά εντελώς αποσπασματικά, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο, προκειμένου να στηρίζει τη νομική κρίση του περί της συνδρομής των όρων των διατάξεων που εφάρμοσε.
Ακόμη, οι αναιρεσείοντες δεν εκθέτουν με τρόπο σαφή ποιές είναι ακριβώς οι ανεπάρκειες και οι αντιφάσεις στην ελάσσονα πρόταση της αναιρεσιβαλλομένης, ούτε το νομικό της σφάλμα, δηλαδή που ακριβώς εντοπίζεται η παράβαση κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα. Επομένως, οι ως άνω πρώτος (κατά το δεύτερο μέρος του) και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αόριστοι.
ΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, για να θεμελιωθεί ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως απαιτείται να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) για την απόδειξη ποίου συγκεκριμένου ισχυρισμού προσκομίστηκε το σχετικό αποδεικτικό μέσο, καθώς και ποία επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, β) ποία είναι η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ' αυτό από το δικαστήριο της ουσίας και γ) το σχετικό σφάλμα της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Αν λείπει έστω και ένα από τα στοιχεία αυτά ο λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αόριστος.
Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως (κατά το πρώτο μέρος) οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ , διότι, σε σχέση με το σημείο που βρισκόταν επί του οδοστρώματος ο θανατωθείς Χ κατά τη στιγμή της παράσυρσης το οποίο αποδεικνύεται από την περιεχόμενη στις έγγραφες προτάσεις των αναιρεσιβλήτων ομολογία του γεγονότος αυτού, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παραβιάζοντας της ορισμούς του νόμου σχετικά με την αποδεικτική δύναμη της δικαστικής ομολογίας, έκρινε διαφορετικά. Ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αόριστος, εφόσον στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται προς απόδειξη ποιου συγκεκριμένου αγωγικού ισχυρισμού έγινε επίκληση του ως άνω αποδεικτικού μέσου και ποία επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης. Αν δε θεωρηθεί ο λόγος αυτός από τον αριθμό 11 της ΚΠολΔ 559 είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και όλα τα συνομολογημένα από τους διαδίκους πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τον τόπο, τον χρόνο και τον τρόπο του ένδικου τροχαίου ατυχήματος.
ΙΙΙ. Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού αυτή σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς την υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου ή παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας.
Η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο ούτε από άποψη παραβιάσεως ή μη της αρχής της αναλογικότητας, που εισάγεται ως νομικός κανόνας με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος. Και τούτο, διότι ο δικαστικός έλεγχος της τηρήσεως της αρχής της αναλογικότητας περιορίζεται στον έλεγχο της συνταγματικότητας διατάξεως νόμου και συγκεκριμένα, αν ο νομοθετικός περιορισμός ενός συνταγματικώς προστατευομένου δικαιώματος σέβεται ή όχι την αρχή της αναλογικότητας.
Δηλαδή ο έλεγχος από άποψη τηρήσεως της αρχής αυτής γίνεται μεταξύ της συνταγματικής διατάξεως που προστατεύει κάποιο δικαίωμα και της νομοθετικής διατάξεως, που το περιορίζει. 'Εξω, όμως, από το πεδίο αυτό τα δικαστικά όργανα δεν έχουν εξουσία να εφαρμόζουν απευθείας την αρχή της αναλογικότητας, κατά την ενάσκηση της δικαιοδοτικής λειτουργίας τους σε συγκεκριμένη υπόθεση, αλλά εφαρμόζουν την οικεία διάταξη του νόμου, ο οποίος αναθέτει σ' αυτά ν' αποφασίσουν.
Επομένως, δικαστική απόφαση, που δεν πέτυχε σε συγκεκριμένη περίπτωση στον προσδιορισμό της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως του άρθρου 932 ΑΚ, δεν είναι αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας, αλλά εσφαλμένη και θα ελεχθεί με τα επιτρεπόμενα ένδικα μέσα στα πλαίσια, που οι ρυθμίζουσες τα ένδικα μέσα διατάξεις οριοθετούν τον έλεγχο.
Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο ευθεία παραβίαση της κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχής της αναλογικότητας κατά τον προσδιορισμό της οφειλόμενης στους αναιρεσείοντες χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης. Ο πιο πάνω λόγος, με βάση τα όσα προεκτέθηκαν, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Τέλος, όλοι ανωτέρω αναιρετικοί λόγοι είναι απαράδεκτοι κατά το μέρος τους που πλήττουν την αναιρεσιβαλλομένη για κακή εκτίμηση των αποδείξεων (ΚΠολΔ 561 παρ. 1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-1-2007 αίτηση των Χ1 κλπ για αναίρεση της 7995/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Φεβρουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ