307/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/3/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 741/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 7767/2001 του Εφετείου Αθηνών. Επί της τελευταίας απόφασης ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 670/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 4678/2005 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20/6/2005 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated307/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 201 του ΑΚ, αν με την δικαιοπραξία τα αποτελέσματα της εξαρτήθηκαν από μελλοντικό και αβέβαιο γεγονός (αναβλητική αίρεση) τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται μόλις συμβεί το γεγονός ενώ κατά το άρθρο 207 παρ. 1 ΑΚ, η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε, αν την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 307 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 307/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Χαράλαμπο Κάπο και Αΐντα Κολοβού-Τζαβέλα. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παναγούλα Κούνη, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/3/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 741/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 7767/2001 του Εφετείου Αθηνών. Επί της τελευταίας απόφασης ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 670/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 4678/2005 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20/6/2005 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Μαρκάκης, ανέγνωσε την από 13/10/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως κατ΄ αποφάσεως του δικαστηρίου της παραπομπής εφόσον με το λόγο αυτό προσβάλλεται η απόφαση κατά το τμήμα της εκείνο κατά το οποίο συμμορφώθηκε προς την αναιρετική. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι με την 670/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, αναιρέθηκε, λόγω παραβίασης των άρθρων 201 και 207 ΑΚ, η 7767/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών με την οποία κρίθηκε ότι ο αναιρεσείων υπερείχε καταφανώς του κατά τις προαγωγικές κρίσεις του 1998, για την πλήρωση κενών θέσεων υποδιευθυντών της αναιρεσίβλητης, προαχθέντος συναδέλφου του Ψ1 και κατά παραδοχή της έφεσης του αναιρεσείοντος και εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης έγινε δεκτή κατά το κύριο αίτημά της, η ένδικη αγωγή αυτού και αναγνωρίσθηκε ότι ο αναιρεσείων έχει δικαίωμα γι προαγωγή στο βαθμό του υποδιευθυντή από 1.9.1998.
Το Εφετείο που επελήφθη στη συνέχεια της υπόθεσης δεχόμενο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά συμμόρφωση προς την άνω αναιρετική, μη υπεροχή του αναιρεσείοντος έναντι του προαχθέντος συναδέλφου του Ψ1, απέρριψε την αγωγή αυτού κατά το άνω αίτημά της. Επομένως, ο πρώτος εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης κατά το υπό στοιχείο α΄ μέρος του, με το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το άνω κεφάλαιό της, για παραβίαση των άρθρων 201 και 207 ΑΚ και για τον οποίο παραιτήθηκε μεν ο αναιρεσείων πλην απαραδέκτως, δεδομένου ότι η περί παραιτήσεως δήλωση έγινε με τις κατατεθείσες μετά τη συζήτηση της υπόθεσης προτάσεις του (άρθρ. 294, 297 και 299 ΚΠολΔ), είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Από τη διάταξη του άρθρου 570 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν ο αναιρεσίβλητος προβάλλει ενστάσεις κατά του παραδεκτού της αναίρεσης ή των προσθέτων λόγων, πρέπει να καταθέσει προτάσεις τουλάχιστον είκοσι ημέρες πριν από τη δικάσιμο, διαφορετικά οι ενστάσεις αυτές είναι απαράδεκτες. Κατ΄ ακολουθίαν αυτών ο με τις προτάσεις της αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν μετά τη συζήτηση της υπόθεσης προβαλλόμενος ισχυρισμός, περί απαραδέκτου του άνω πρώτου λόγου αναίρεσης ως προς το υπό στοιχείο β΄ σκέλος του, κατά το μέρος αυτού που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την παραδοχή της περί μη υπεροχής του αναιρεσείοντος έναντι των εκ των προταθέντων με την επικουρική βάση της αγωγής του προς σύγκριση, Ζ1, Ζ2, Ζ3 και Ζ4, ως προς τους οποίους η αγωγή κατά την εν λόγω βάση της απορρίφθηκε με την 741/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της οποίας ο αναιρεσείων δεν άσκησε έφεση και έτσι αυτή κατέστη τελεσίδικη και αμετάκλητη και υφίσταται εξ αυτής δεδικασμένο, είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος.
Κατά το άρθρο 201 του ΑΚ, αν με την δικαιοπραξία τα αποτελέσματα της εξαρτήθηκαν από μελλοντικό και αβέβαιο γεγονός (αναβλητική αίρεση) τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται μόλις συμβεί το γεγονός ενώ κατά το άρθρο 207 παρ. 1 ΑΚ, η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε, αν την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της.
Τέτοια δικαιοπραξία με αναβλητική αίρεση, στην οποία εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 207 παρ. 1 ΑΚ, είναι και εκείνη με την οποία συμφωνήθηκε μεταξύ του εργοδότη και του μισθωτού η προαγωγή αυτού, αν συντρέξουν ορισμένες προϋποθέσεις, η διαπίστωση συνδρομής των οποίων γίνεται από τον εργοδότη (ή εξουσιοδοτημένο όργανό του), όπως όταν η υπό προϋποθέσεις προαγωγή του υπαλλήλου προβλέπεται από κανονισμό εργασίας που έχει συμβατική ισχύ.
Στην περίπτωση αυτή η αίρεση υπό την οποία τελεί η προαγωγή θεωρείται ότι πληρώθηκε από τότε που αυτή έπρεπε να γίνει, όταν η κρίση του εργοδότη περί μη συνδρομής στο πρόσωπο του μισθωτού των περί της προαγωγής προϋποθέσεων που είναι κατ' αρχήν ελεύθερη, αντίκειται προς την καλή πίστη ως κατάφωρα εξ αντικειμένου άδικη, γεγονός που συμβαίνει όταν παραλείφθηκε να προαχθεί υπάλληλος που υπερείχε καταφανώς ως προς τα υπηρεσιακά προσόντα, συνολικώς εκτιμώμενα, έναντι έστω και ενός προαχθέντος συναδέλφου του.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 12 του Οργανισμού εσωτερικής υπηρεσίας και Κανονισμού βαθμολογικής και μισθολογικής τάξεως των υπαλλήλων της Τράπεζας της Ελλάδος, που έχει συμβατική ισχύ, όπως ισχύει μετά τη συμπλήρωσή του με τις από 29-9-1981 και 29-2-1982 αποφάσεις του Γενικού Συμβουλίου της, η προαγωγή των υπαλλήλων της από τον βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη-προϊσταμένου στον βαθμό του υποδιευθυντή, που είναι ο καταληκτικός βαθμός στην ιεραρχία των υπαλλήλων της Τράπεζας αυτής, αποφασίζεται, κατ' απόλυτη εκλογή και ελεύθερη κρίση του Γενικού Συμβουλίου της, μετά πρόταση του Διοικητή της, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που προβλέπονται από τα ίδιο άρθρο, ήτοι α) ύπαρξη κενής οργανικής θέσης, β) συμπλήρωση ευδόκιμης υπηρεσίας ενός έτους στον 3ο βαθμό (εντεταλμένου τμηματάρχη-προϊσταμένου), γ)να έχει ο υπάλληλος τα προσόντα της ανώτερης θέσης, δ)να έχει επιδείξει, κατά την άσκηση των καθηκόντων του, εξαιρετική επίδοση, ήθος, ικανότητα και εργατικότητα, ε) να έχει επιδείξει κατά την άσκηση της όλης υπηρεσίας του, ικανότητα συστηματικού προσδιορισμού και αποτελεσματικού συνδυασμού των μέσων, που έχουν τεθεί στη διάθεσή του και του υπάρχοντος προσωπικού, κατά τρόπο που να αυξάνει την απόδοση του έργου της υπηρεσίας του και της παραγωγικότητας των εργαζομένων σ' αυτή.
Εξάλλου, με την 20/21-12-1990 απόφασή του Γενικού Συμβουλίου αυτής τροποποιήθηκε η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 12 του Οργανισμού της και θεσπίσθηκαν για τους κρινόμενους με το βαθμό του λογιστή και άνω και άλλα προσόντα και ικανότητες, όπως γνώσεις και ικανότητα να εκτελέσουν εκτός από τις συνήθεις τραπεζικές, διοικητικές, εκτελεστικές και συναφείς εργασίες, αλλά περισσότερο εξειδικευμένα καθήκοντα, που αναφέρονται σε βασικές λειτουργίες κεντρικής τράπεζας, όπως α) η ικανότητα να διεκπεραιώνουν σύγχρονες τραπεζικές εργασίες, η γνώση της λειτουργίας των τραπεζικών αγορών και των νέων χρηματοπιστωτικών προϊόντων και υπηρεσιών και η ικανότητα συστηματικής παρακολουθήσεως και διερεύνησης των εξελίξεων της τραπεζικής αγοράς και τη μη τραπεζικής αγοράς χρήματος, β)η ικανότητα να επεξεργάζεται μέτρα και ρυθμίσεις, που αναφέρονται σε θέματα νομισματικής και πιστωτικής πολιτικής και λειτουργίας και προσαρμογής του πιστωτικού συστήματος, γ) η ικανότητα επεξεργασίας στατιστικών στοιχείων, δ) η γνώση και εμπειρία σε θέματα εποπτείας του πιστωτικού συστήματος και η ικανότητα άσκησης ελέγχου εφαρμογής των πιστωτικών και συναλλαγματικών κανόνων, ε) η γνώση και η ικανότητα βελτίωσης μεθόδων και διαδικασιών άσκησης αποτελεσματικής διοίκησης και βελτίωσης των μεθόδων διοίκησης, στ) η ικανότητα εκπροσώπησης της Τράπεζας στο εσωτερικό και στο εξωτερικό.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής: "Ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη Τράπεζα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας στις 13-4-1969και εντάχθηκε στο λογιστικό κλάδο των υπαλλήλων της. Εξελίχθηκε υπηρεσιακώς μέχρι και του βαθμού του εντεταλμένου τμηματάρχη- προϊσταμένου, στον οποίο προήχθη την 1-7-1994.
Είναι πτυχιούχος του τμήματος Πολιτικών Επιστημών και του τμήματος Δημόσιας Διοίκησης του Παντείου Πανεπιστημίου. Γνωρίζει την αγγλική γλώσσα κατέχοντας τον τίτλο LOWER. Έχει παρακολουθήσει τα ακόλουθα επιμορφωτικά σεμινάρια: 1)προαγωγικό σεμινά-ριο, 2)swift, 3) εκπαίδευσης εισηγητών, 4)διοικητικής επιμόρφωσης εισηγητών, 5)GRID προϊσταμένων και 6)σεμινάριο αγγλικής γλώσσας.
Επίσης ορίσθηκε εισηγητής σε σεμινάρια που διοργάνωσε η εναγομένη στην Εθνική Κτηματική Τράπεζα ΣΕ ΘΕΜΑΤΑ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ. Από την πρόσληψή του ο ενάγων τοποθετήθηκε στο υποκατάστημα Πάτρας, όπου υπηρέτησε μέχρι τις 13-4-1971, οπότε μετατέθηκε στο κεντρικό κατάστημα της εναγομένης, όπου υπηρέτησε διαδοχικά από 14-4-1971 στη Διεύθυνση συναλλάγματος, από 16-6-1980 στην υπηρεσία Α' Συναλλαγών του τμήματος Β' εξωτερικού συναλλάγματος, από 5-2-1986 στο τμήμα Β' εξωτερικού συναλλάγματος, από 3-1-1992 στο τμήμα Δεσμευμένων Καταθέσεων, από 4-2-1993 στο τμήμα Ειδικών Εγκρίσεων Συναλλάγματος και από 5-11-1998 στο τμήμα Τηλεγραφημάτων και κλειδαρίθμων.
Το έτος 1986 του ανατέθηκαν καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου του τμήματος Β' Εξωτερικού Συναλλάγματος (ΠΔ 82/86). Από 3-1-1992 δυνάμει της ΠΔ 1/1992 άσκησε καθήκοντα προϊσταμένου του τμήματος Δεσμευμένων Καταθέσεων, από 4-2-1993, δυνάμει της ΠΔ 60/93 άσκησε καθήκοντα προϊσταμένου του τμήματος Ειδικών Εγκρίσεων Συναλλάγματος.
Περαιτέρω από το έτος 1990 μέχρι το έτος 1998 καταργήθηκαν από την εναγομένη τα φύλλα επίδοσης και δεν υπάρχουν για τον ενάγοντα αξιολογικά στοιχεία για το χρονικό αυτό διάστημα. Τέλος η συμμετοχή του σε επιτροπές και ομάδες εργασίας δεν αποτελεί πρόσθετο προσόν κατά τον οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας της εκκαλούσας για προαγωγή του υπαλλήλου στον επόμενο βαθμό της κλίμακας της ιεραρχίας.
Κατά τις κρίσεις του έτους 1999 για προαγωγή στο βαθμό του Υποδιευθυντή για πλήρωση κενών οργανικών θέσεων, το Γενικό Συμβούλιο της αναιρεσίβλητης, μετά από πρόταση του Διοικητή, με απόφασή του που περιελήφθη στα πρακτικά συνεδρίασής του με αρ. .... και η οποία ανακοινώθηκε με την υπ΄αρ. .... εγκύκλιο της Διοίκησης, προήγαγε στο βαθμό του Υποδιευθυντή 15 υπαλλήλους του λογιστικού κλάδου και 1 του ταμιακού κλάδου, ενώ δεν προήγαγε τον αναιρεσείοντα.
Ο τελευταίος κατά τις κρίσεις αυτές συγκέντρωνε τα προαναφερθέντα προσόντα και επί πλέον από΄11-11-1998 ασκούσε καθήκοντα Προϊσταμένου τμήματος Τηλεγρα-φημάτων και κλειδαρίθμων (ΠΔ 456/98). Μεταξύ των προαχθέντων συναδέλφων του τελευταίου περιλαμ-βάνονται και οι προς σύγκριση προταθέντες: 1)Ζ1 2)Ζ5, 3)Ζ2 4)Ζ3 και 5)Ζ4.
Από αυτούς: 1)ο Ζ1 προσλήφθηκε στις 19-7-76, προήχθη στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη-Προϊσταμένου την 1-1-1997, είναι πτυχιούχος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και της ΑΣΟΕΕ (Τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων), γνωρίζει την αγγλική γλώσσα καλά, χωρίς να διαθέτει τίτλο και έχει παρακολουθήσει13 σεμινάρια (διοίκηση αμοιβών, βελτίωση ανθρώπινων σχέσεων- συνεργασία, εργατικό-ασφαλιστικό δίκαιο, διοίκηση προσωπικού- οργάνωση, αξιολόγηση προσωπικού, οικονομική ανάλυση, 6μηνης διάρκειας, "activity based costing and priority based cost reduction", ευέλικτη διοίκηση, σύγχρονη διοίκηση στην πράξη, εκπαίδευση εισηγητών, γρήγορο διάβασμα-μνήμη, τραπεζικές εργασίες, GRID).
Υπηρέτησε στο υποκατάστημα Ρόδου από την πρόσληψή του και στο υποκ/μα Ξάνθης από 20-2-1978 μέχρι 8-11-81 και στη συνέχεια στο κεντρικό κατάστημα, στα τμήματα Οικονομικών Θεμάτων Προσωπικού μέχρι 20-10-91, και στη συνέχεια στα τμήματα Ειδικών Λογαριασμών Εξωτερικού, Σχέσεων με τις τράπεζες, λογιστικού Ελέγχου και τμήμα Οικονομικών θεμάτων.
Άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας του τμήματος Οικονομικών Θεμάτων Προσωπικού από 11-7-1983, Αναπληρωτή Προϊσταμένου Τμήματος από 2-8-1990 και Προϊσταμένου Τμήματος Οικονομικών θεμάτων από 28-9-1995. Η επικαλουμένη από την εκκαλούσα συμμετοχή του εν λόγω προαχθέντος στις λεπτομερώς αναφερόμενες επιτροπές που συστήθηκαν από αυτήν και η εκπροσώπηση της τράπεζας από τον ίδιο στις αναφερόμενες τράπεζες του εξωτερικού δεν αποτελούν προσόν κατά τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας αυτής για προαγωγή του υπαλλήλου στον επόμενο βαθμό της κλίμακας της ιεραρχίας. 2) ο Ζ5 προσλήφθηκε στις 19-7-1976, προήχθη στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη- Προϊσταμένου την 1-7-1994, είναι πτυχιούχος του Νομικού Τμήματος και του τμήματος Δημοσίου Δικαίου και Πολιτικών Επιστημών της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, γνωρίζει την αγγλική και με επάρκεια τη γαλλική γλώσσα, κατέχοντας τίτλο LOWER και Diplome d' etudes Superieures του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών αντίστοιχα, την ιταλική γλώσσα καλά χωρίς τίτλο και την ισπανική μέτρια επίσης χωρίς τίτλο.
Έχει παρακολουθήσει σεμινάριο με Θέμα Διεθνείς Συναλλαγές και 6μηνο σεμινάριο "Συνάλλαγμα". Υπηρέτησε από το 1976 ως υπάλληλος στο κεντρικό κατάστημα, από 29-10-1981 στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας με απόσπαση, από 14-2-1983 στο τμήμα Εξωτερικού Συναλλάγματος στο κεντρικό κατάστημα, από 1-8-1985 μέχρι 19-11-1985 στο Σ.Υ.Τ.Ε. (συνδικαλιστικό σωματείο των υπαλλήλων της εκκαλούσας) λόγω χορήγησης σ'αυτόν συνδικαλιστικής άδειας ( άρθρα 17 και 18 ν. 1264/1982), από 20-11-85 στο τμήμα Διαχείρισης Συναλλάγματος και από 16-4-1987 στο Σ.Υ.Τ.Ε., ως εκλεγμένος Πρόεδρος αυτού και κατόπιν χορήγησης, λόγω της ιδιότητάς του, από την εκκαλούσα τράπεζα συνεχούς συνδικαλιστικής άδειας.
Λόγω ακριβώς αυτής της συνδικαλιστικής του ιδιότητας και της μη απασχόλησής του πλέον σε υπηρεσιακή μονάδα δεν του ανατέθηκαν υπεύθυνα καθήκοντα. 3)ο Ζ2 προσλήφθηκε στις 16-4-1976, προήχθη στο βαθμό του Εντεταλμένου-Τμηματάρχη-Προϊσταμένου την 1-7-1994. Είναι πτυχιούχος του Μαθηματικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Αθηνών και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος στην επιστήμη των Η/Υ (Master of Science Computer), γνωρίζει πολύ καλά την αγγλική γλώσσα με κατοχή τίτλου (Certificate Diploma) και έχει παρακολουθήσει το βασικό σεμινάριο ενημέρωσης κατά τη πρόσληψή του.
Υπηρέτησε από 16-5-76 μέχρι 11-1-1984 στο τμήμα Μηχανογράφησης, από 12-1-1984 μέχρι το Φεβρουάριο του 1993 στο τμήμα Ανάλυσης και Προγραμματισμού, στο οποίο άσκησε καθήκοντα Αναπληρωτή Τμήματος από 12-11-1986 (ΠΔ 813/86), από 26-2-1993 μέχρι τον Σεπτέμβριο 1995 στο τμήμα Ανάπτυξης και Υποστήριξης Πληροφορικών Συστημάτων, όπου άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου Τμήματος από 26-2-1993 και από 22-9-1995 στο τμήμα Μηχανεπεξεργασίας (της Διεύθυνσης Πληροφορικής και Οργάνωσης), στο οποίο άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου από την ίδια ημερομηνία, 4) ο Ζ3, προσλήφθηκε στις 21-10-19870, προήχθη στο βαθμό Εντεταλμένου Τμηματάρχη την 1-7-1994, είναι πτυχιούχος του μαθηματικού τμήματος του πανεπιστημίου Αθηνών από το 1975, γνωρίζει πολύ καλά την αγγλική και καλώς τη γαλλική γλώσσα και έχει παρακολουθήσει σεμινάρια 1) πληροφορικής, 2)GRID, 3)γρήγορο διάβασμα- μνήμη.
Υπηρέτησε στο τμήμα Β' Εξωτερικού Συναλλάγματος της Δ/νσης Διεθνών Συναλλαγών μέχρι το Μάρτιο του 1993, στο οποίο άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 20-3-86, στο γραφείο μελέτης Σχεδ. και Ανάπτυξης Εργασιών μέχρι 15-11-94 και στο τμήμα Διαχείρισης Τίτλων με λογιστική μορφή της Διεύθυνσης Εργασιών Δημοσίου, στο οποίο άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου τμήματος από 16-11-94. 5)ο Ζ4 προσλήφθηκε στις 13-8-74 στον Ταμιακό κλάδο, προήχθη στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη-Προϊσταμένου την 1.7.94, είναι πτυχιούχος του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών και του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης της Παντείου Ανωτάτης Σχολής και έχει παρακολουθήσει δύο επιμορφωτικά σεμινάρια με θέμα "βασικό πρόγραμμα Management και εφαρμοσμένη διοίκηση GRID.
Υπηρέτησε στο Πρακτορείο Καρδίτσας (1974-1975) και Μεσολογγίου (1975-1976), όπου εκτελούσε εργασίες που ανήκουν σε τρείς Διευθύνσεις της Τράπεζας (Ταμείων, Γενικού Λογιστηρίου και Εργασιών Δημοσίου). Από 6-12-76 υπηρέτησε στο Τμήμα Ναυτιλιακού Συναλλάγματος στον Πειραιά, όπου άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας από το 1985 (ΠΔ 675/85).
Στη συνέχεια υπηρέτησε στο τμήμα ταμείων και Γραμματίων στον Πειραιά από 21-2-1991, όπου άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας, στο τμήμα Εργασιών Εσωτερικού Πειραιά, όπου άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου τμήματος από 16-2-95, στο υποκ/μα Πειραιά από 21-10-1996, όπου άσκησε έκτοτε καθήκοντα Υποδιευθυντή (ΠΔ 448/96) και τέλος στη Διεύθυνση Ταμείων (κεντρικό κατάστημα) από 19-3-99 με καθήκοντα Υποδ/ντή.
Από τη συγκριτική αντιπαράθεση των προαναφερόμενων προσόντων του αναιρεσείοντος με εκείνα των άνω προαχθέντων υπαλλήλων προκύπτει ότι ο τελευταίος: α)έναντι του Β. Κυπρή υπερείχε ως προς τη Γ.Υ.Α κατά 7 έτη και 3 μήνες και ως προς την αρχαιότητα στο βαθμό κατά 2,5 έτη, ισοδυναμούσε ως προς τους τίτλους σπουδών (2 πτυχία), ως προς τη γνώση ξένης γλώσσας και ως προς το είδος των ασκουμένων υπεύθυνων καθηκόντων και υστερούσε ως προς τον αριθμό των σεμιναρίων (6 έναντι 13), β) έναντι του Ζ5 υπερτερούσε ως προς τη ΓΥΑ κατά 7 έτη και 3 μήνες, ως προς τον αριθμό των σεμιναρίων (6 έναντι 2) και ως προς την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, καθόσον ο αναιρεσείων ασκεί υπεύθυνα καθήκοντα από το 1986, ενώ ο προαχθείς δεν άσκησε πραγματικά υπεύθυνα καθήκοντα, πλην όμως σύμφωνα με το ν. 1264/1982, ο χρόνος απουσίας λόγω συνδικαλιστικής άδειας του υπαλλήλου θεωρείται ως χρόνος πραγματικής εργασίας για όλα τα δικαιώματα που απορρέουν από την εργασιακή του σχέση.
Ισοδυναμούσε ως προς την αρχαιότητα στο βαθμό και ως προς τα πτυχία Α.Ε.Ι. Υστερούσε έναντι του προαχθέντος ως προς τη γνώση ξένων γλωσσών (1 έναντι 4 του προαχθέντα). γ) έναντι του Ζ2 υπερείχε ως προς τη ΓΥΑ κατά 7 έτη και τον αριθμό των σεμιναρίων (6 έναντι 1), και ισοδυναμούσε στην αρχαιότητα στο βαθμό, στον αριθμό των πτυχίων, τη γνώση ξένης γλώσσας και την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων.
δ) έναντι του Ζ3 υπερτερούσε ως προς τη ΓΥΑ κατά 1,5 έτη, ως προς τον αριθμό των σεμιναρίων (6 έναντι 3), ως προς τον αριθμό των πτυχίων (2 έναντι 1) ισοδυναμούσε ως προς την αρχαιότητα στο βαθμό και ως προς την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, και υστερούσε ως προς τη γνώση ξένων γλωσσών, ε) έναντι του Ζ4 υπερείχε ως προς τη ΓΥΑ κατά 5 έτη και 4 μήνες, ως προς το επίπεδο γνώσης της ξένης γλώσσας και ως προς τον αριθμό των επιμορφωτικών σεμιναρίων που παρακολούθησαν (6 έναντι 2), ισοδυναμούσε ως προς την αρχαιότητα στο βαθμό και στον αριθμό των πτυχίων και υστερούσε σημαντικά ως προς την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, καθόσον ο προαχθείς από το έτος 1996 ασκεί καθήκοντα Υποδιευθυντή.
Με βάση τα παραπάνω προσόντα των συγκρινομένων δεν προκύπτει καταφανής υπεροχή του αναιρεσείοντα έναντι των προαχθέντων συναδέλφων του. Η υπεροχή του έναντι όλων των προαχθέντων ως προς τη γενική αρχαιότητα δεν αποτελεί αποφασιστικής σημασίας κριτήριο για την προαγωγή στο βαθμό του Υποδιευθυντή, καθόσον πρόκειται για προαγωγή κατ' απόλυτο εκλογή και μάλιστα στον καταληκτικό βαθμό της ιεραρχίας της εκκαλούσας, η οποία προαγωγή απαιτεί επιλογή με ποιοτικές αξιολογήσεις και χωρίς δέσμευση από τη σειρά αρχαιότητας.
Εξάλλου η βαθμολογία η περιεχόμενη στα φύλλα επίδοσης του προσωπικού της εναγομένης, τα οποία έπαυσαν να συντάσσονται μετά το έτος 1989, δεν θα ληφθεί υπόψη, για όσους λόγους προαναφέρθηκαν. Όπως προαναφέρθηκε, στην κρίση για την προαγωγή βαρύνει η άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων. ο τελευταίος των προαχθέντων υπερτερεί του ενάγοντα ως προς το σημαντικότερο αυτό ουσιαστικό προσόν, καθόσον ασκούσε από το 1996 καθήκοντα Υποδιευθυντή, ενώ ο ενάγων Προϊσταμένου τμήματος.
Οι λοιποί προαχθέντες ασκούσαν τα ίδια με τον ενάγοντα υπεύθυνα καθήκοντα για μεγάλο χρονικό διάστημα πριν την προαγωγή τους, έχοντας ήδη αποκτήσει μεγάλη εμπειρία και δεν μπορεί να οδηγήσει σε αντίθετη από την παραπάνω κρίση το γεγονός και μόνο ότι ο ενάγων ασκούσε τα ίδια καθήκοντα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Έναντι του Ζ5, ο οποίος δεν έχει ασκήσει υπεύθυνα καθήκοντα, ο αναιρεσείων υπερέχει μεν πλην όμως η υπεροχή του αυτή δεν είναι καταφανής, καθόσον και ο εν λόγω προαχθείς, πριν να του χορηγηθεί η συνδικαλιστική άδεια, υπηρετούσε και αυτός στο κεντρικό κατάστημα της εναγομένης επί πολλά έτη και σε σημαντικά τμήματα, γνωρίζει πολύ καλά τα τραπεζικά και οικονομικά θέματα, γεγονός που προκύπτει και από τη δημοσίευση μεγάλου αριθμού μελετών και άρθρων, με σχετικά θέματα, στην ελληνική (16 μελέτες), αγγλική (13 μελέτες) και στη γαλλική (18 μελέτες), η δε ιδιότητα του, κατά την πενταετία από 1990-1995, ως αντιπροέδρου της Επιτροπής Συνδικαλιστικών Οργανώσεων Κεντρικών Τραπεζών Ευρώπης του έδωσε τη δυνατότητα να γνωρίζει πολλά θέματα σχετικά με τον τρόπο λειτουργίας και διάρθρωσης των κεντρικών τραπεζών, ώστε να είναι σε θέση να ασκήσει τα καθήκοντα του βαθμού του Υποδιευθυντή, στον οποίο προήχθη.
Με βάση αυτά δεν θεωρείται ο αναιρεσείων, ο οποίος έχει ασκήσει καθήκοντα μόνο Προϊσταμένου τμήματος και όχι ανώτερα, ότι υπερέχει καταφανώς του ως άνω προαχθέντος. Επομένως η κρίση του Γενικού Συμβουλίου της εναγομένης, που δεν τον προήγαγε στο βαθμό του Υποδιευθυντή, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι κατάφωρα τον αδίκησε.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, κατ' ακολουθίαν των οποίων μετά την παραδοχή της έφεσης της αναιρεσίβλητης και εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος κατά το επικουρικό αίτημα της ν' αναγνωριστεί προακτέος σε Υποδιευθυντή από 1-11-1999, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 201 και 207 του ΑΚ αφού με βάση τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα του αναιρεσείοντος και των άνω προαχθέντων συναδέλφων του εκτιμώμενα συνολικώς και συγκρινόμενα μεταξύ τους πράγματι δεν προέκυπτε καταφανής υπεροχή του αναιρεσείοντος έναντι των εν λόγω συναδέλφων του, ώστε η περί μη προαγωγή αυτού απόφαση των οργάνων της αναιρεσίβλητης κατά τις άνω προαγωγικές κρίσεις να είναι κατάφωρα εξ αντικειμένου άδικη.
Επομένως ο πρώτος εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγος της κρινόμενης αίτησης κατά το υπό στοιχείο β΄ μέρος του, με το οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Πράγματα υπό την έννοια της άνω διάταξης είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασης τους θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής ενστάσεως ή αντενστάσεως ή ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (Ολ.ΑΠ 11/1996).
Ο παραπάνω λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται αν ο ισχυρισμός που δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο ήταν επουσιώδης δηλαδή δεν έχει επίδραση στο διατακτικό της απόφασης ως τέτοιος δε θεωρείται ο μη νόμιμος, ο αόριστος ή ο αλυσιτελής. Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.8 Κ.Πολ.Δ., διότι κατά τα εκτιθέμενα, ενώ ο αναιρεσείων κατά της υπεροχής των προαχθέντων προέβαλε πρωτοδίκως και επανάφερε στο Εφετείο ότι σ'αυτόν ανατέθηκε η άσκηση των υπευθύνων καθηκόντων Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 12-6-1980 το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό αυτόν.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος γιατί αναφέρεται σε μη λήψη υπόψη ισχυρισμού αλυσιτελούς και εντεύθεν επουσιώδους, δεδομένου ότι το παραπάνω προσόν του αναιρεσείοντος που ίσχυσε σε απώτερο χρόνο, οπωσδήποτε αναλώθηκε κατά τις επακολουθήσασες προαγωγές αυτού, το δε Εφετείο την κρίση του περί μη καταφανούς υπεροχής του αναιρεσείοντος έναντι των προαχθέντων συναδέλφων ντου, συνήγαγε κατά τ΄ ανωτέρω από τη συνεκτίμηση και σύγκριση όλων γενικώς των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων αυτών, λαμβάνοντας υπόψη και την προ του χρόνου της προαγωγής άσκηση από τον αναιρεσείοντα υπευθύνων καθηκόντων.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει παραδοχή αυτής σε σχέση με τον προαχθέντα Ζ4 ότι αυτός έχει διοικητική δεξιότητα (εύστοχες υπηρεσιακές ενέργειες, τρόπος χειρισμού των υπηρεσιακών θεμάτων και αντιμετώπιση των αναφυομένων προβλημάτων, αναπτυσσόμενες πρωτο-βουλίες στον τομέα του). Επομένως, ο τρίτος εκ του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης κατά τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση κατέληξε στην άνω πορισματική της κρίση χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται και όταν αυτή έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Αντίθετα, τέτοιος λόγος δεν ιδρύεται όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς, γιατί η κρίση του αυτή ως αναφερόμενη σε εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Ενόψει των ανωτέρω ο τέταρτος λόγος της κρινόμενης αίτησης με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας, επειδή, κατ΄ εκτίμηση του περιεχομένου του, το Εφετείο παρότι στις παραδοχές του διέλαβε ότι ο αναιρεσείων ορίσθηκε εισηγητής σε σεμινάρια που διοργάνωσε η αναιρεσίβλητη, σε θέματα της αρμοδιότητάς του, στην πορισματική του κρίση και τη σύγκριση των προσόντων του με εκείνα των προαχθέντων δεν αναφέρεται το προσόν του αυτό, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος αφού αναφέρεται η έλλειψη που ανάγεται στην ανάλυση και στάθμιση των αποδείξεων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20.6.2005 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 4678/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 2006.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 13 Φεβρουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ