Legislator Case Law & Legislation
307/2006 AI generated

307/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 307/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

307/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αντωνιάδης ανέγνωσε την από 17-11-2004 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως της 9395/1996 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 307 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 307/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Βασίλειο Νικόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος-καθού η κλήση: Η. Ρ. του Ν., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο

Του αναιρεσιβλήτου-καλούντος:Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Κωνσταντίνο Γεωργάκη Πάρεδρο Ν.Σ.Κ, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-9-1979 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3887/1980 μη οριστική, 7460/1992 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9395/1996 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 29-10-1999 αίτησή του και τους από 10-9-2003 προσθέτους λόγους.

Εκδόθηκε η 275/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση το καλόν με την από 7-3-2005 κλήση του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσίβλητο - καλόν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αντωνιάδης ανέγνωσε την από 17-11-2004 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως της 9395/1996 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί, ο 'Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, από το οικείο πινάκιο και τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι τη συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως επισπεύδει το αναιρεσίβλητο, το οποίο επέδωσε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσείοντα αντίγραφο της από 7-3-2005 κλήσης, με την οποία φέρεται για συζήτηση η ένδικη αίτηση αναιρέσεώς του κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (βλ. ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Φ. Γ.). Επομένως, εφόσον δεν εμφανίστηκε αυτός κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, ούτε και κατέθεσε δήλωση, κατά το άρθρο 242 & 2 ΚΠολΔ, πρέπει το Δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως, παρά την απουσία του.

ΙΙ.- Κατά την παράγραφο 2 εδάφ. α' του άρθρου 569 ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης αποφάσεως και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους.

Από το συνδυασμό της διατάξεως αυτής προς τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ.1 και 2 ιδίου Κώδικα, που εφαρμόζονται αναλογικά και για τους πρόσθετους λόγους και που ορίζουν ότι το δικαστήριο πρώτα συζητά για το παραδεκτό της αναιρέσεως και αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο 'Αρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως, καθώς και προς τις διατάξεις των άρθρων 562 παρ.4 και 571 παρ.4 ΚΠολΔ περί εκθέσεως του εισηγητή, προκύπτει ότι αν δεν τηρηθούν και οι δύο προϋποθέσεις της ασκήσεως των πρόσθετων λόγων, δηλαδή η κατάθεση του δικογράφου αυτών τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από την αρχικά προσδιορισμένη συζήτηση της αναιρέσεως και η επίδοση αυτού μέσα στην ίδια προθεσμία, ο 'Αρειος Πάγος απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως τους πρόσθετους λόγους ως απαράδεκτους (ΟλΑΠ 143/1984).

Στην προκείμενη περίπτωση, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει ότι οι από 10-9-2003 πρόσθετοι λόγοι της αναιρέσεως, που κατέθεσε ο αναιρεσείων στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 15-9-2003, επιδόθηκαν ή όχι εντός της πιο πάνω προθεσμίας των τριάντα ημερών πριν από την ορισθείσα αρχικά συζήτηση της αναιρέσεως (1-12-2004) και επομένως πρέπει, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα, να απορριφθούν οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ως απαράδεκτοι.

ΙΙΙ.- Το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής ως προς την έκθεση σε αυτή των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία (ποιοτική αοριστία της αγωγής), εκτιμά κυριαρχικώς το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται κατά τούτο η απόφασή του σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν αυτό έκρινε ορισμένη την αγωγή λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα μη διαλαμβανόμενα σε αυτή και ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην κρίση περί του νόμω βασίμου της ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή επειδή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, καίτοι διαλαμβάνονταν σε αυτή, οπότε μπορούν να θεμελιωθούν οι από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως.

Εξάλλου, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 19 του ν. 719/1977, " επί των κεκαλυμμένων δια πευκοδασών εκτάσεων των κειμένων εντός της περιοχής των διοικητικών ορίων του ήδη Δήμου Κερατέας ως και της αγροτικής κοιλάδος του Θορικού και των κατεχομένων προ της 1ης Ιαναουαρίου 1967 υπό φυσικών ή νομικών προσώπων, ουδέν δικαίωμα κυριότητας ή νομής του Ελληνικού Δημοσίου υφίσταται δια τας μέχρι εκατόν (100) στρεμμάτων δι' έκαστον κάτοχον αγροτικάς εκτάσεις, θεωρουμένων δι' αυτάς, ανεξαρτήτως πάσης αντιθέτου διατάξεως, ως νε πάσει περιπτώσει συμπληρωθέντος χρόνου της εκτάκτου χρησικτησίας κατ' αυτού.

Κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, "εξαιρούνται της δια του παρόντος άρθρου ρυθμίσεως: α) αι εκτάσεις αι καταλαμβανόμεναι υπό του αιγιαλού και της παραλίας και β) αι εκτάσεις αίτινες απεψιλώθησαν των επ' αυτών πρότερον πευκοδασών, ένεκεν πυρκαϊών". Με την παράγραφο 40 του άρθρου 7 του 1160/1981 όρίστηκε ότι, "εξαιρουμένων των κατά την δημοσίευσιν του άνω νόμου αποδεδειγμένως δια πευκοδασών κεκαλυμμένων εκτάσεων, η παράγραφος 1 του άρθρου 19 του ίδιου νόμου εφαρμόζεται επί πάσης εκτάσεως κειμένης εντός των διοικητικών ορίων Δήμου Κερατέας και κοιλάδος Θορικού, ανεξαρτήτως της φύσεως του εδάφους" και με την παράγραφο 41 αυτού, ότι " δια την συνδρομήν των εν γένει προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 19 του ν. 719/1977, ως τροποποιείται, αρμόδιος καθίστατι ο οικείος Δασάρχης, όστις, της αιτήσει παντός ενδιαφερόμενου, υποχρεούται να χορηγή αντιστοίχους βεβαιώσεις, επί τη προσαγωγή εις αυτόν και ενόρκων βεβαιώσεων, ως και υπευθύνων δηλώσεων του ν.δ. 105/1969 εν ελλείψει ετέρων στοιχείων".

Από το συνδυασμό των τελευταίων αυτών διατάξεων συνάγεται, ότι για την θεμελίωση της αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου αγωγής, θα πρέπει να εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής όχι μόνο οι προεκετεθείσες προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 19 του ν. 719/1977, αλλά και το γεγονός ότι η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών βεβαιώνεται από τον οικείο Δασάρχη ή ότι αρνήθηκε αυτός να χορηγήσει την βεβαίωση αυτή.

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων για την θεμελίωση της σωρευόμενης στην ένδικη αγωγή βάσης αναγνωρίσεως της κυριότητάς του στην επίδικη έκταση, κατά τις διατάξεις του άρθρου 19 του ν.719/1977, επικαλείται ότι προ της 1-1-1967 τυγχάνει νομέας και κάτοχος του αγροτεμαχίου, εκτάσεως 8.400 τ.μ. περίπου, το οποίο κείται εντός των διοικητικών ορίων του ήδη Δήμου Κερατέας, μη προερχόμενο εξ αποψιλωθείσης δια πυρκαϊάς εκτάσεως και για τον λόγο αυτό έγινε κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία που επήλθε στο πρόσωπό του, το δε εναγόμενο Δημόσιο απώλεσε κάθε δικαίωμα κυριότητας ή νομής επ' αυτού.

Το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, εφαρμόζοντας την παραπάνω διάταξη του άρθρου 7 παρ. 41 του ν. 1160/1981, που ίσχυε κατά το χρόνο της δημοσιεύσεως της πρωτόδικης αποφάσεως και απορρίπτοντας την αγωγή ως αόριστη, κατά την βάση αυτή, διότι δεν γίνεται επίκληση των αντίστοιχων βεβαιώσεων του Δασάρχη για την συνδρομή των προϋποθέσεων του νόμου ή της αρνήσεως παροχής τέτοιων βεβαιώσεων, δεν αξίωσε περισσότερα στοιχεία για την θεμελίωση του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος.

Επομένως ο 1ος λόγος της αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθ.20 και 561 & 1 του ΚΠολΔ. προκύπτει ότι ο θεσπιζόμενος με την πρώτη από αυτές λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος, όταν δηλαδή αποδίδει στο αποδεικτικό αυτό μέσο περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι έχει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενό του, το οποίο έχει σωστά διαγνωσθεί, συνάγει συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό.

Πράγματι στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για πλημμέλεια αναγόμενη αποκλειστικά στην κυριαρχική εκτίμηση των αποδείξεων. Η εκτίμηση αυτή, κατά τη δεύτερη από τις προπαρατιθέμενες διατάξεις (άρθρ.561 & 1 ΚΠολΔ.), εκφεύγει καθεαυτή από τον αναιρετικό έλεγχο. Ενόψει αυτών, για την πληρότητα του λόγου αυτού αναιρέσεως πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο:

α) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, β) εκείνο που η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ως περιεχόμενο του εγγράφου και το οποίο είναι διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο και γ) το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε για την συνδρομή ή μη των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών.

Συνακόλουθα ο 2ος λόγος της αναιρέσεως από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, κατά το μέρος που απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την σωρευόμενη βάση της αγωγής περί αποκτήσεως της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, που συμπληρώθηκε προ του έτους 1915, ότι παραμόρφωσε "το περιεχόμενον εγγράφων και δη, των εν αυτή αναφερομένων συμβολαίων εμού και των δικαιοπαρόχων μου, αφορώντων την πραγματική έκτασιν του όλου ακινήτου κτήματός μου εις την επίδικον θέσιν κειμένου", πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο τα έγγραφα (συμβόλαια) που παραμορώθηκαν, το αληθινό περιεχόμενο αυτών, εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο και τέλος το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο το δικαστήριο εκείνο κατέληξε για την συνδομή ή μη των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση του Η. Ρ. περί αναιρέσεως της 9395/1996 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου Δημοσίου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια τριάντα (330) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 31 Ιανουαρίου 2006 και δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Φεβρουαρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ