306/2023 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated306/2023 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 Α.Κ., δηλαδή της μη προφανούς υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Η προφανής υπέρβαση των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 306 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 306/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 15η Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Α. Β. Κ. Ε. Ε. Μ.-Σ. Η. Κ. Α. Ε. Φ.-Θ.-Ψ.-Α. «Ε. και το δ.τ. «Μ. Α.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) των πληρεξουσίων δικηγόρων Γεωργίου Λεβέντη και Ιωάννη Πίκουλα, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων:1) Κ. Τ. του Π., κατοίκου ... και 2) Κ. Μ. του Χ..., που παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Σαπουντζάκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-6-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1156/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4232/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά η αναιρεσείουσα με την από 16-4-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτηση την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Mε την από 16.4.2021 και αριθ. εκθ. κατάθ. ... αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, υπ` αριθ. 4232/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η εν λόγω αίτηση έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564, 566 και 569 ΚΠολΔ και πρέπει κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ίδιου Κώδικα να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 669 παρ. 2 Α.Κ., 1 ν. 2112/1920 και 1 και 5 ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.
Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 Α.Κ., δηλαδή της μη προφανούς υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Η προφανής υπέρβαση των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ.
Στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης υποχρεούται να αποδέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού και να καταβάλει τις αποδοχές του λόγω της υπερημερίας του κατά τα άρθρα 648 και 656 του Α.Κ. Προφανής δε υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν τα χρηστά ήθη και ο οικονομικός σκοπός του οικείου δικαιώματος συντρέχει και όταν η καταγγελία έγινε από εμπάθεια ή για λόγους εκδικήσεως, λόγω προηγηθείσης νόμιμης αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του μισθωτού, όπως είναι και η ανάπτυξη από τον εργαζόμενο νόμιμης συνδικαλιστικής δράσεως που είναι αντίθετη προς τα συμφέροντα της επιχειρήσεως του εργοδότη.
Ειδικότερα με το άρθρο 14 παρ. 4 ν. 1264/1982 ορίζεται ευθέως από το νόμο ότι είναι άκυρη η καταγγελία της σχέσεως εργασίας για νόμιμη συνδικαλιστική δράση, στην οποία κατά την έννοια της διατάξεως αυτής περιλαμβάνεται και η συμμετοχή σε νόμιμη απεργία, ως και οι ενέργειες που αποσκοπούν στη κήρυξή της και γενικότερα κάθε δραστηριότητα που αποσκοπεί στη διαφύλαξη και προαγωγή των εργασιακών, οικονομικών, ασφαλιστικών, κοινωνικών και συνδικαλιστικών δικαιωμάτων των εργαζομένων.
Για να είναι δε άκυρη κατά το ως άνω άρθρο η καταγγελία της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας δεν απαιτείται η συνδικαλιστική δράση να αποτελεί την αποκλειστική αιτία της απολύσεως του μισθωτού αλλά αρκεί ότι συνετέλεσε απλώς στη λήψη της σχετικής αποφάσεως του εργοδότη για την καταγγελία, με την έννοια ότι χωρίς αυτήν ο εργοδότης δεν θα κατήγγελλε τη σύμβαση και μάλιστα ανεξαρτήτως του αν από τη συνδικαλιστική δράση του εργαζομένου προκλήθηκε ή όχι προσωπική διένεξη μεταξύ αυτού και του εργοδότη (ΑΠ 656/2018, 927/2017).
Δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι` αυτή κάποια εμφανής ή αληθής αιτία, διότι, λόγω του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας, δεν είναι ο εργοδότης, εκείνος που πρέπει να τη δικαιολογήσει. Ο εργαζόμενος, επιδιώκοντας την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας, πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει συγκεκριμένα περιστατικά, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και, εκ του λόγου αυτού, καθίσταται απαγορευμένη.
Και αντιστρόφως, δεν μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική η καταγγελία, όταν έχει ως αληθινό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του εργαζομένου ή την από πλευράς εκείνου παραβίαση των συμβατικών του υποχρεώσεων (ΑΠ 179/2016), διότι, τότε, κλονίζεται η σχέση εμπιστοσύνης, που πρέπει να διέπει την καλή λειτουργία της σύμβασης.
Αλλά και όταν, ακόμη, αυτό δεν συμβαίνει, η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή εκείνη που δεν γίνεται για σοβαρούς λόγους, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχείρησης του εργοδότη, δεν είναι άνευ ετέρου καταχρηστική, διότι, εάν ετίθετο τέτοια προϋπόθεση, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, από αναιτιώδης δικαιοπραξία, θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη ( ΑΠ 725/2020, 258/2019, 1672/2018, 1584/2018, 729/2018, 166/2018, 244/2017, 769/2016).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως εάν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (Ολ ΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αυτή και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006, ΑΠ 725/2020, 258/2019, 681/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που έχουν σχέση με τον αναιρετικό έλεγχο : "Η εναγόμενη εταιρεία με την επωνυμία "Μ. - Σ.
Η. Κ. Α. Ε. Φ. - Θ. - Ψ. - Α. Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, δραστηριοποιείται στον τομέα της βιομηχανικής παραγωγής και διάθεσης θερμοσιφώνων......, διατηρώντας προς τον σκοπό αυτό εργοστάσιο κατασκευής των ανωτέρω προϊόντων στον Α. Α., ενώ η έδρα αυτής είναι στο ..., Την 15η Οκτωβρίου 1992 και την 7η Φεβρουαρίου 2000, η εναγόμενη, νόμιμα εκπροσωπούμενη, προσέλαβε τους ενάγοντες, Κ.
Τ. και Κ. Μ., αντίστοιχα, με έγκυρες συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας, αορίστου χρόνου και πλήρους απασχόλησης, προκειμένου να παρέχουν τις υπηρεσίες τους, απασχολούμενοι από Δευτέρα έως Παρασκευή και από τις 07.00 έως 15.00, με την ειδικότητα του ανειδίκευτου εργάτη ο πρώτος και του μη αδειούχου οξυγονοκολλητή ο δεύτερος, ακολούθως δε απασχόλησε αμφότερους τους ενάγοντες με την ειδικότητα του συναρμολογητή ηλεκτρολογικού εξοπλισμού.
Συνεπεία της οικονομικής κρίσης που έπληξε τη χώρα μας από τους έτους 2009 και εντεύθεν, η εναγόμενη εταιρεία εμφάνισε πτώση του κύκλου εργασιών της, όπως προκύπτει από τους επικαλούμενους και προσκομιζόμενους εκ μέρους της ισολογισμούς των ετών 2007 έως και 2016 και, συνακόλουθα αντιμετώπισε και προβλήματα ταμειακής ρευστότητας, με αποτέλεσμα ήδη από τις αρχές του έτους 2014 να εμφανίζει, αρχικά, μικρές καθυστερήσεις στην καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του απασχολούμενου σε αυτή προσωπικού, συμπεριλαμβανομένων και των εναγόντων.
Μάλιστα, σε μια προσπάθεια οικονομικής ανάκαμψής της, μείωσης του επιχειρηματικού της κόστους και διατήρησης των θέσεων εργασίας του προσωπικού της, εφήρμοσε το σύστημα μειωμένης απασχόλησης και της εκ περιτροπής εργασίας μέρους των εργαζομένων της. Ωστόσο, οι ανωτέρω προσπάθειες, στις οποίες δεν δέχτηκαν να συμμετέχουν οι ενάγοντες, παραμένοντας εργαζόμενοι με πλήρη απασχόληση, δεν στάθηκαν αρκετές για την αντιμετώπιση των οικονομικών προβλημάτων της εναγόμενης, με συνέπεια τη συνέχιση καθυστέρησης καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών του προσωπικού της, καθ' όλη τη διάρκεια των ετών 2014 και 2015.
Προς τούτο, περί τον μήνα Οκτώβριο του έτους 2015, οι ενάγοντες, από κοινού με άλλους συναδέλφους τους ζήτησαν τη συνδρομή του Συνδικάτου Εργατοϋπαλλήλων Μετάλλου Νομού Αττικής και Εργαζομένων Ναυπηγοεπισκευαστικής Βιομηχανίας Ελλάδος, του οποίου ήταν μέλη, ο πρώτος ενάγων δε ήταν και μέλος της διοικούσας επιτροπής του τοπικού παραρτήματος αυτού στην Αθήνα, ήδη από τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 2014.
Παράλληλα, ο πρώτος ενάγων υπήρξε μέλος και της εργοστασιακής επιτροπής που λειτουργούσε εντός της επιχείρησης της εναγόμενης και είχε αναλάβει τη μεταφορά των αιτημάτων των εργαζομένων προς την εργοδότρια και τη διεκδίκηση ικανοποίησής τους. Στην ίδια ως άνω εργοστασιακή επιτροπή συμμετείχαν οι, επίσης, εργαζόμενοι στην επιχείρηση της εναγόμενης, Σ.
Φ., ως πρόεδρος, και Π. Κ., ως μέλος. Υπό τις ανωτέρω ιδιότητές τους, ο πρώτος ενάγων ανέπτυξε έντονη πρωτοβουλία, προς τον σκοπό της διασφάλισης και διεκδίκησης των εργασιακών δικαιωμάτων τόσο του ιδίου όσο και των συναδέλφων τους, ενώ ο δεύτερος ενάγων υπήρξε θερμός υποστηρικτής και πρωτοστάτης των κάτωθι ενεργειών που έλαβαν χώρα προς επίτευξη του ως άνω σκοπού.
Ειδικότερα, την 23η Νοεμβρίου 2015 ο πρώτος ενάγων, από κοινού με τους Σ. Φ. και Π. Κ., προσέφυγαν στο Τμήμα Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων Άνω Λιοσίων του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας, καταγγέλλοντας τη μη καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών των εργαζομένων στην επιχείρηση της εναγόμενης και αιτούμενοι τη μεσολάβηση της ως άνω υπηρεσίας, συνταχθέντος προς τούτο του με αριθμό 201/22.12.2015 δελτίου εργατικής διαφοράς.
Κατά το χρόνο διενέργειας της απόπειρας επίλυσης της ως άνω εργατικής διαφοράς, η εναγόμενη είχε ήδη καταβάλει το σύνολο των οφειλόμενων δεδουλευμένων αποδοχών των τριών καταγγελλόντων, ενώ συνέχιζε να οφείλει τους μισθούς των μηνών Οκτωβρίου και Νοεμβρίου του έτους 2015 στους λοιπούς εργαζόμενους, ως τούτο βεβαιώθηκε, κατόπιν επιτόπιου ελέγχου του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας, γεγονός για το οποίο ο ενάγων, αλλά και οι λοιποί προσφεύγοντες, διαμαρτυρήθηκαν έντονα, ενεργώντας και υπό την ιδιότητά τους ως μελών της διοικούσας επιτροπής του τοπικού παραρτήματος του ως άνω συνδικάτου, ο δε δεύτερος ενάγων συνέχιζε δια της στηρίξεως των ενεργειών των καταγγελλόντων να επιδιώκει την καταβολή των οφειλόμενων δεδουλευμένων αποδοχών του.
Και τούτο ανεξάρτητα με το ότι μέρος των εργαζομένων την 21.12.2016 με επιστολή τους αντιτάχθηκαν στην καταγγελία θέλοντας να μην ασκηθεί πίεση στον εργοδότη, καθώς οι αντιτιθέμενοι στην καταγγελία δεν ήταν στο σύνολο του προσωπικού και υπήρχαν άλλοι εργαζόμενοι που δεν πληρωνόταν και είχαν ανάγκη και ζητούσαν να λάβουν τις οφειλόμενες αποδοχές τους.
Ακολούθως, και δεδομένου ότι η εναγόμενη, νόμιμα εκπροσωπούμενη, συνέχιζε να καθυστερεί την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του προσωπικού της των μηνών Δεκεμβρίου του έτους 2015 και Ιανουαρίου του έτους 2016, ο πρώτος ενάγων από κοινού με τους Σ. Φ., Δ. Έ., Π. Δ. και Π. Κ., ενεργούντες υπό την ιδιότητά τους ως μελών της εργοστασιακής επιτροπής της επιχείρησης της εναγόμενης και με τη συνδρομή του προαναφερόμενου συνδικάτου, την 02η Φεβρουαρίου 2016 προσέφυγαν, εκ νέου, στο Τμήμα Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων Άνω Λιοσίων του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας, καταγγέλλοντας το ανωτέρω γεγονός και ζητώντας τη μεσολάβηση της ως άνω υπηρεσίας, προς τον σκοπό της εξόφλησης των καθυστερούμενων αποδοχών τους, συνταχθέντος προς τούτο του από 25.2.2016 σχετικού δελτίου εργατικής διαφοράς.
Κατά τον ανωτέρω χρόνο, παρέμεναν οφειλόμενες οι αποδοχές του εν λόγω χρονικού διαστήματος, αλλά και του μηνός Φεβρουαρίου του έτους 2016, ενώ, παράλληλα, οι ως άνω εργαζόμενοι κατήγγειλαν ότι η εναγόμενη, νόμιμα εκπροσωπούμενη, τη 02η Φεβρουαρίου του έτους 2016 προέβη, μονομερώς, στην κατάργηση του μεταφορικού μέσου που διέθετε για τη μεταφορά του προσωπικού της προς τις εργοστασιακές της εγκαταστάσεις, ότι, ξαφνικά, δεν αναγνωρίζει τη νομιμότητα της εργοστασιακής επιτροπής, επιχειρώντας να πατάξει την προσπάθεια διεκδίκησης των εργασιακών δικαιωμάτων του προσωπικού της, ότι αρνείται την είσοδο των εκπροσώπων του συνδικάτου στο χώρο της σε μη εργάσιμες ώρες και ότι δεν συντρέχει λόγος για την εφαρμογή του συστήματος εκ περιτροπής εργασίας σε μέρος του προσωπικού της.
Επιπρόσθετα, ο πρώτος ενάγων παρέστη ενώπιον του Σώματος Επιθεώρησης εργασίας και προς υποστήριξη της καταγγελίας, στην οποίαν είχε προβεί ο εργαζόμενος στην επιχείρηση της εναγόμενης Φ. Μ.. Πέραν των ανωτέρω, αμφότεροι οι ενάγοντες, οι οποίοι είχαν πολυετή προϋπηρεσία στην εναγόμενη, ανέλαβαν έντονη πρωτοβουλία κινητοποίησης των συναδέλφων τους, προς τον σκοπό της εγκατάλειψης της παθητικής τους στάσης έναντι της εργοδότριας και της διεκδίκησης των εργασιακών τους δικαιωμάτων, με τη συνδρομή του συνδικάτου.
Επιπλέον, οι ενάγοντες αρνούνταν να εκτελέσουν εργασίες μη σχετικές με την ειδικότητά τους, όπως , επανειλημμένα, τους ζητούσε η εργοδότρια εταιρεία, προς την κατεύθυνση δε αυτή παρότρυναν, με τις έντονες παραινέσεις τους, και τους συναδέλφους τους. Ακολούθως, καθόσον η εναγόμενη συνέχιζε να μην καταβάλλει τις αποδοχές των μηνών Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου του έτους 2015, Ιανουαρίου, Φεβρουαρίου και Μαρτίου του έτους 2016, κατόπιν πρωτοβουλίας της εργοστασιακής επιτροπής, συγκλήθηκε συνέλευση των εργαζόμενων στην επιχείρησή της και αποφασίστηκε η διενέργεια απεργιακής κινητοποίησης, την οποίαν και προκήρυξε το προαναφερόμενο συνδικάτο, για το χρονικό διάστημα από την 30η Μαρτίου έως και την 01η Απριλίου 2016.
Κατόπιν, των ανωτέρω, η εναγόμενη, νόμιμα εκπροσωπούμενη, ανακοίνωσε στο προσωπικό της ότι την 24η Μαρτίου θα προέβαινε σε καταβολές μέρους των οφειλόμενων αποδοχών τους, ώστε να μην πραγματοποιήσουν τις εξαγγελθείσες κινητοποιήσεις τους. Την 28η Μαρτίου του έτους 2016 οι ενάγοντες προσήλθαν στις εγκαταστάσεις της εναγόμενης προς εργασία, οπότε, από τις συζητήσεις με τους συναδέλφους τους, αντιλήφθηκαν ότι ουδείς είχε λάβει χρήματα έναντι των οφειλόμενων αποδοχών τους, όπως τους είχε υποσχεθεί η εργοδότρια εταιρεία.
Για το λόγο αυτό οι ενάγοντες από κοινού με έτερους 12 συναδέλφους τους, εκ των, συνολικά, είκοσι που εργάζονταν στον τομέα της παραγωγής, διαμαρτυρόμενοι, ζήτησαν να έρθουν σε επαφή με εκπροσώπους της εταιρείας, να τους δοθούν εξηγήσεις για τη μη τήρηση των υποσχέσεων και εγγυήσεις για την καταβολή των οφειλόμενων και για τον λόγο αυτό παρέμειναν στον χώρο της επιχείρησής της, και ειδικότερα στην τραπεζαρία, μέχρι πέρατος του ωραρίου τους (15.00), αρνούμενοι να παράσχουν την εργασία τους.
Η παραμονή τους στον χώρο της τραπεζαρίας και όχι σε χώρο παραγωγής του εργοστασίου αποδεικνύεται από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης Σ. Φ......Προσέτι, η παραμονή των εναγόντων στην τραπεζαρία και όχι σε χώρο παραγωγής μέχρι τη λήξη του ωραρίου, αποκλείει την παρεμπόδιση των λοιπών εργαζομένων στην προσφορά εργασίας τους και ως εκ τούτου οι σχετικές αιτιάσεις της εναγόμενης, του μάρτυρα ανταπόδειξης και των ενόρκως βεβαιωσάντων περί του ότι οι ενάγοντες παρεμπόδιζαν με οποιονδήποτε τρόπο τους λοιπούς εργαζόμενους που επιθυμούσαν να εργαστούν και συνακόλουθα προκάλεσαν πρόβλημα στην παραγωγή και στη λειτουργία του εργοστασίου, κρίνονται ανακριβείς.
Εξάλλου, οι ενάγοντες είχαν εισέλθει στον χώρο του εργοστασίου, διότι εκεί ήταν ο συμβατικός χώρος εργασίας τους και παρέμειναν εντός αυτού και συγκεκριμένα στην τραπεζαρία επιζητώντας διαβούλευση και διαμαρτυρόμενοι για τη μη τήρηση των ήδη υπεσχημένων, έχοντας την πεποίθηση πως είχαν το δικαίωμα αυτό και ότι δεν ερχόταν δε αντίθεση με τη βούληση των νομίμων εκπροσώπων της εναγόμενης.
Συναφώς, ο μάρτυς ανταπόδειξης Ν. Χ., ...κατέθεσε.......Την 29η και την 30η Μαρτίου 2016 οι ενάγοντες παρείχαν, κανονικά, την εργασία τους στην εναγόμενη, ενώ την 30η Μαρτίου η τελευταία προέβη σε καταβολή μέρους των οφειλομένων αποδοχών των εργαζομένων, με συνέπεια τη ματαίωση των προγραμματισμένων απεργιακών κινητοποιήσεων.
Την ίδια ημέρα (30.3.2016), μετά την παρέλευση του χρόνου εργασίας τους οι ενάγοντες, μαζί με τους Σ. Φ. (πρόεδρο της προαναφερόμενης εργοστασιακής επιτροπής) και Δ. Π. (μέλος της εργοστασιακής επιτροπής) κλήθηκαν να μεταβούν στην έδρα της επιχείρησης της εναγόμενης στο ..., όπου και τους ανακοινώθηκε, προφορικά, η εκ μέρους της τελευταίας καταγγελία της σύμβασης εργασίας τους, χωρίς την καταβολή της αποζημίωσης απόλυσής τους, με το αιτιολογικό ότι τέλεσαν εις βάρος της την αξιόποινη πράξη της διατάραξης της οικιακής- εργασιακής της ειρήνης, ενέργεια για την οποίαν είχε ήδη από την 28η Μαρτίου 2016 υποβάλει σε βάρος τους την με ...έγκληση, επικαλούμενη ότι, κατά την ως άνω ημερομηνία, παρέμειναν, παράνομα στον εργασιακό τους χώρο.
Οι ενάγοντες αρνήθηκαν να προβούν στην υπογραφή του εγγράφου της καταγγελίας τους, οπότε ακολούθησε επίδοση αυτού δια δικαστικού επιμελητή, αυθημερόν, χωρίς την ταυτόχρονη καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσής τους και με ρητή αναγραφή του γεγονότος της προγενέστερης υποβολής έγκλησης εκ μέρους της εργοδότριας σε βάρος των απολυθέντων μισθωτών.
Κατόπιν της καταγγελίας αυτής, οι ενάγοντες πεπεισμένοι ότι οι νόμιμοι εκπρόσωποι της εναγόμενης οδηγήθηκαν, υποκινούμενοι από εκδικητικά αισθήματα σε βάρος του προσώπου τους, συνεπεία της προγενέστερης νόμιμης, αλλά μη αρεστής- σε αυτούς συμπεριφοράς τους, λόγω της ανάπτυξης συνδικαλιστικής δράσης και έντονης διεκδίκησης των εργασιακών τους δικαιωμάτων, στοχεύοντας στην απαλλαγή της από την ενοχλητική τους παρουσία και στην αποτροπή του λοιπού προσωπικού της από αντίστοιχες διεκδικήσεις προσέτρεξαν στο Συνδικάτο Εργατοϋπαλλήλων Μετάλλου Νομού Αττικής και Εργαζομένων Ναυπηγο-επισκευαστικής Βιομηχανίας Ελλάδος, το οποίο προσέφυγε στο Υπουργείο Εργασίας, καταγγέλλοντας τα ανωτέρω και αιτούμενο τη μεσολάβηση των αρμόδιων υπηρεσιών και τη διενέργεια συμφιλιωτικής διαδικασίας, η οποία πράγματι έλαβε χώρα, πλην όμως ανεπιτυχώς.
Από το σύνολο των ιδίων ως άνω αποδεικτικών μέσων συνάγεται ότι η λήψη της εργοδοτικής απόφασης περί καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων οφείλεται αφενός στη συνδικαλιστική δράση των εναγόντων και σε όλες τις νόμιμες και δικαιολογημένες ενέργειές τους που στόχευαν στη διαφύλαξη και προαγωγή των εργασιακών και οικονομικών δικαιωμάτων των ιδίων και των συναδέλφων τους και στην προτροπή στους συναδέλφους τους να διεκδικήσουν δυναμικά τα εργασιακά τους δικαιώματα, καταφεύγοντας στις αρμόδιες υπηρεσίες, προστρέχοντας στο Συνδικάτο που με νόμιμους τρόπους (π.χ.
απεργιακές κινητοποιήσεις) θα ασκούσε πίεση στην εναγόμενη να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της, οι οποίες πέραν από οικονομικές αφορούσαν και τους όρους παροχής εργασίας (π.χ. απασχόληση στο συγκεκριμένο αντικείμενο εργασίας για το οποίο προσελήφθησαν, παροχή λεωφορείου για τη μετακίνηση εργαζομένων στον Ασπρόπυργο, που διεκόπη από την εναγόμενη) και αφετέρου στα αισθήματα έχθρας, αντιπάθειας και έντονης δυσαρέσκειας που είχαν προκληθεί στους νομίμους εκπροσώπους της, συνεπεία της νόμιμης, πλην, όμως μη αρεστής σε αυτούς συμπεριφοράς των εναγόντων, η οποία είχε επιπτώσεις για την εναγόμενη διότι βεβαιώθηκαν σε βάρος της παραβάσεις της εργατικής νομοθεσίας από τις αρμόδιες υπηρεσίες και επιβλήθηκαν πρόστιμα στην εναγόμενη.
Η υποβολή μήνυσης και η επίκληση της υποβολής της για διατάραξη οικιακής ειρήνης (334 Π.Κ.), σε βάρος των εναγόντων, έγιναν προσχηματικά και καταχρηστικά προκειμένου η εναγόμενη να απαλλαγεί από τους ενάγοντες για τους παραπάνω λόγους, περαιτέρω δε να αποφύγει την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, αλλά και να διατηρεί τους υπόλοιπους μηνυθέντες που δεν θα απέλυσε, σε επισφαλή κατάσταση που θα τους απέτρεπε από δυναμικές ενέργειες στο μέλλον για τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων τους.
Στην κρίση αυτή άγεται το Δικαστήριο από το γεγονός ότι αμέσως μετά την υποβολή της μήνυσης και ενώ είχαν ακυρωθεί οι κινητοποιήσεις και παρά το γεγονός ότι η μήνυση είχε στραφεί σε βάρος συνολικά 14 εργαζομένων, οι νόμιμοι εκπρόσωποι της εναγόμενης αποφάσισαν να απολύσουν επιλεκτικά, τέσσερις εξ αυτών, εκ των οποίων οι τρεις αποτελούσαν, τα πλέον δραστήρια μέλη της εργοστασιακής επιτροπής, ο δε δεύτερος ενάγων υπήρξε θερμός υποστηρικτής των κινητοποιήσεων και των εργατικών διεκδικήσεων και πρωτοστατούσε σ' αυτές.
Ενδεικτικό στοιχείο του προσχηματικού της μήνυσης και της επίκλησής της ως αιτίας για την απόλυση των εναγόντων είναι ότι ο εκ των επίσης μηνυομένων Φ. Μ. συνέχισε να εργάζεται στην εναγόμενη και το έτος 2016, όπως η εναγόμενη αναφέρει στις προτάσεις της ενώπιον του δικαστηρίου αυτού στο σχολιασμό του προσκομισθέντος με αριθμό 16 εγγράφου, παρότι ο ίδιος ήθελε να παραιτηθεί, η εναγόμενη τον απέλυσε για να λάβει αποζημίωση απόλυσης την οποία και του κατέβαλε, συμπεριφορά που καταδεικνύει ότι τα μέλη της Διοίκησης της εναγόμενης δεν αξιολογούσαν καθόλου σοβαρό το ό,τι συνέβη την ημέρα εκείνη στο εργοστάσιο και η μήνυση κατετέθη για να δικαιολογήσει την πραγματική αιτία απόλυσης των εναγόντων.
Εξάλλου, οι παραπάνω ενέργειες των εναγόντων (αναζήτηση συνδρομής συνδικάτου, προσφυγή στην Επιθεώρηση Εργασίας, υποκίνηση και συμμετοχή σε απεργιακές κινητοποιήσεις, εμμονή στο ανατεθέν σε αυτούς αντικείμενο εργασίας και άρνηση εκτέλεσης εργασιών πέραν αυτού και η έντονη προτροπή και άσκηση πίεσης στους λοιπούς συναδέλφους τους προς ανάπτυξη αντίστοιχης δράσης και πρωτοβουλίας) δεν συνιστούν αντισυμβατική συμπεριφορά, αλλά νόμιμη συμπεριφορά και δικαιολογημένη για την προάσπιση των εργασιακών τους δικαιωμάτων.
Το ότι την 28η Μαρτίου πράγματι τελικώς δεν εργάστηκαν παραμένοντας στην τραπεζαρία του εργοστασίου μέχρι το πέρας του ωραρίου, οπότε και αποχώρησαν από το εργοστάσιο και αναμένοντας κάποιον εκπρόσωπο της εταιρείας για να διαβουλευτούν και να τους δοθούν εγγυήσεις και διαμαρτυρόμενοι για την μέχρι τότε μη εκπλήρωση των υποσχέσεων της εναγόμενης υπήρξε μεμονωμένη περίπτωση που δεν αναιρεί την επί σειρά ετών ευδόκιμη παροχή εργασίας από τους ενάγοντες στην εναγόμενη και πάντως δεν δικαιολογεί την χωρίς αποζημίωση απόλυση των εναγόντων.
Εξάλλου, το Δικαστήριο δεν πείθεται επί του ότι οι ενάγοντες επιθυμούσαν να βλάψουν με τις ενέργειές τους επιχειρηματικά την εναγόμενη (να μειώσουν την παραγωγή της, να κλείσουν το εργοστάσιο κλπ), ότι αρνούνταν οι ίδιοι να εισπράξουν τα προσφερόμενα οφειλόμενα από την εναγόμενη, δηλώνοντας ότι δεν έχουν οικονομικό πρόβλημα και ότι παρακινούσαν τους εργαζόμενους να μην δέχονται καταβολές από εκείνη, προσφερόμενοι μάλιστα να καταβάλουν οι ίδιοι εξ ιδίων στους συναδέλφους τους τα οφειλόμενα προκειμένου να συνεχίζονται οι κινητοποιήσεις, διότι οι ενάγοντες ήταν μισθοσυντήρητοι εργατοτεχνίτες έγγαμοι με τρία παιδιά ο πρώτος και ένα ο δεύτερος και ζούσαν από την εργασία τους στην εναγόμενη, μη έχοντας κανένα συμφέρον να τη βλάψουν, ούτε οικονομική δυνατότητα να καταβάλουν εξ ιδίων τους οφειλόμενους μισθούς στους συναδέλφους τους και ως τούτου τα όσα σχετικά με τα ανωτέρω κατέθεσε ο μάρτυς ανταπόδειξης Ν.
Χ. και βεβαίωσαν οι..... κρίνονται ανακριβή και οι καταθέσεις- βεβαιώσεις τους στερούνται αξιοπιστίας και δεν αποδεικνύουν ούτε τα όσα διαλαμβάνουν περί του ότι οι ενάγοντες συμπεριφέρονταν με υβριστικό τρόπο σε άλλους συναδέλφους τους. Αλλά ούτε και από την ένορκη βεβαίωση του Κ. Β. αποδεικνύεται τέτοια συμπεριφορά των εναγόντων διότι είναι γενικόλογη και δεν αναφέρεται σε συγκεκριμένα άτομα που υπέστησαν αυτή τη συμπεριφορά.
Όσον αφορά τη λιποθυμία του εργαζόμενου Κ. ο Κ./νος Β. την αποδίδει στην ένταση που δημιούργησαν οι ενάγοντες, αλλά δεν διευκρινίζει αν και με ποιον τρόπο στράφηκαν κατά του…. Ειδικότερα, μπορεί να δημιουργούνταν διενέξεις μεταξύ των εργαζομένων που αφορούσαν τη στρατηγική έναντι της εργοδότριας και αν ήταν σκόπιμο να γίνουν κινητοποιήσεις, ή να αναληφθούν δράσεις, όπως υποστήριζαν και παρότρυναν οι ενάγοντες, πλην όμως το Δικαστήριο δεν πείθεται ότι υπήρχε συμπεριφορά των εναγόντων που να φτάνει στο επίπεδο τέλεσης αξιόποινων πράξεων έναντι των συναδέλφων τους, όπως εξυβρίσεων και απειλών, δεδομένου μάλιστα ότι δεν ήταν υποχρεωτική η προσφυγή όλων των θιγόμενων εργαζομένων στις αρμόδιες αρχές, ούτε αυτό απαιτούνταν για την προκήρυξη απεργίας.
Η μη ύπαρξη τέτοιας συμπεριφοράς από τους ενάγοντες αποδεικνύεται από την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης και κυρίως από την ένορκη βεβαίωση του Κ. Π..... ο οποίος κατέθεσε.......Εξάλλου, μόνο το γεγονός ότι μέλη του σωματείου συνόδευσαν τους ενάγοντες την 28.6.2019, ημέρα που επέστρεψαν στην εργασία, μετά την έκδοση της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και οι συνοδεύοντες τους ενάγοντες μοίραζαν ανακοινώσεις σχετικά με τη δικαστική απόφαση και τη διοίκηση του σωματείου και κάποιος εξ αυτών χαρακτήρισε "βλάκα" τον ενόρκως βεβαιώσαντα Ι.
Σ. (βλ....) δεν αποδεικνύει τίποτε για την συμπεριφορά των ιδίων των εναγόντων, τόσο στον κρίσιμο χρόνο για τις αγωγικές αξιώσεις, όσο και στον μετέπειτα. Περαιτέρω για τους ίδιους λόγους που άπτονται του βιοπορισμού των ιδίων των εναγόντων και των οικογενειών τους από την εργασία τους στην εναγόμενη και της προχωρημένης ηλικίας τους για την εξεύρεση άλλης εργασίας και μάλιστα σε περίοδο αυξημένης ανεργίας, κρίνεται ότι οι ενάγοντες δεν επιθυμούσαν να προκαλέσουν την απόλυσή τους από την εναγόμενη με τις ανωτέρω περιγραφόμενες ενέργειες, οι οποίες άλλωστε ήταν νόμιμες, αλλά να προκαλέσουν την καταβολή των οφειλομένων στους ίδιους και στους συναδέλφους τους και ως εκ τούτου δεν τίθεται ζήτημα καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος εκ μέρους τους να ζητήσουν να αναγνωριστεί άκυρη η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους, επειδή δήθεν κατά την εναγόμενη, αποσκοπούσαν στην απόλυσή τους και στη λήψη αποζημίωσης απόλυσης.
Άλλωστε οι ενάγοντες και δια της αγωγής τους κυρίως ζητούν την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας τους για να παραμείνουν στην εργασία τους. Επομένως, ο σχετικός ισχυρισμός της εναγόμενης είναι αβάσιμος και απορριπτέος και συνακόλουθα και ο δεύτερος λόγος της έφεσης δια του οποίου αποδίδεται μομφή στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε ότι η επίκληση από την εναγόμενη της υποβολής της μήνυσης έγινε προσχηματικά και καταχρηστικά για να δικαιολογήσει την κακόβουλη καταγγελία της σύμβασης εργασίας των εναγόντων από λόγους εκδίκησης για προγενέστερη νόμιμη συμπεριφορά τους μη αρεστή στην εναγόμενη και λόγω της συνδικαλιστικής δράσης των εναγόντων και ως εκ τούτου ήταν άκυρη η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους και δεν οφειλόταν σε οποιαδήποτε αντισυμβατική συμπεριφορά τους, ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και δεν έσφαλε και πρέπει οι σχετικοί λόγοι έφεσης που συμποσούνται στον περί κακής εκτίμησης των αποδείξεων λόγων να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Συνακόλουθα, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος και ο όγδοος λόγος έφεσης δια του οποίου η εκκαλούσα μέμφεται το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ότι δεν δέχθηκε πως συντρέχει περίπτωση ισχυρού κλονισμού της εμπιστοσύνης μεταξύ των διαδίκων που καθιστά καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας και επαναπασχόλησης των εναγόντων, καθώς δεν αποδείχτηκε συμπεριφορά των εναγόντων που να προκάλεσε τον κλονισμό της εμπιστοσύνης, μεταξύ των διαδίκων, ούτε οι ενάγοντες επέδειξαν οποιαδήποτε υπαίτια συμπεριφορά.
Τέλος, εξ αιτίας της προαναφερόμενης καταχρηστικής, παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της εναγόμενης, όπως τα πραγματικά περιστατικά εκτίθενται παραπάνω, οι ενάγοντες υπέστησαν ηθική βλάβη, αφού προσβλήθηκε η προσωπικότητά τους, λόγω της προσωπικής και επαγγελματικής μείωσής τους στο οικογενειακό, επαγγελματικό και κοινωνικό περιβάλλον, για την αποκατάσταση της οποίας, λαμβάνοντας υπόψη το είδος της προσβολής, τις συνθήκες, υπό τις οποίες αυτή τελέστηκε, το βαθμό πταίσματος των αρμοδίων οργάνων της εναγόμενης, την κοινωνική θέση των εναγόντων και την οικονομική κατάσταση των διαδίκων, εύλογη είναι χρηματική ικανοποίηση 3.000 € για κάθε ενάγοντα.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που αναγνώρισε ότι η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει το ποσό των 3.000 € σε κάθε ενάγοντα, με τον νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα της επίδοσης της αγωγής, δηλαδή από την 24η Ιουνίου 2016, και μέχρι την εξόφληση, για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και δεν έσφαλε και πρέπει ο σχετικός τελευταίος λόγος έφεσης να απορριφθεί ως αβάσιμος.".
Υπό τις ως άνω παραδοχές το Μονομελές Εφετείο απέρριψε την έφεση κατ' ουσίαν κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή. Με την εν λόγω κρίση το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο διέλαβε ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες επί του ασκούντος ουσιώδη επιρροή ως προς την έκβαση της δίκης ζητήματος της καταχρηστικής ή μη καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας των αναιρεσιβλήτων, καθιστώσες ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ερμηνεία και υπαγωγή της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ και εστέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως.
Συγκεκριμένως, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ως προς την εγκληθείσα πράξη της διαταράξεως οικιακής ειρήνης το Δικαστήριο εδέχθη αφ' ενός ότι η αναιρεσείουσα, η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα της βιομηχανικής παραγωγής θερμοσιφώνων κλπ, πληγείσα από την οικονομική κρίση παρουσίασε πτώση του κύκλου εργασιών, όπως προκύπτει και από τους ισολογισμούς των ετών 2007 - 2016, και αντιμετώπιζε προβλήματα ταμειακής ρευστότητος, με αποτέλεσμα να εμφανίζει από του έτους 2014 μικρές καθυστερήσεις στην καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του απασχολουμένου προσωπικού, μεταξύ αυτών και των αναιρεσιβλήτων, και μάλιστα στα πλαίσια προσπαθείας οικονομικής ανακάμψεως, μειώσεως του επιχειρηματικού κόστους και διατηρήσεως των θέσεων εργασίας, εφήρμοσε το σύστημα της μειωμένης απασχολήσεως και της εκ περιτροπής εργασίας μέρους των εργαζομένων, όμως οι προσπάθειες αυτές δεν ευοδώθησαν και δεν κατέστη δυνατό να αντιμετωπισθούν τα οικονομικά προβλήματα, με συνέπεια την συνέχιση της καθυστερήσεως καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών των εργαζομένων και κατά το επόμενο έτος 2015 και αφ' ετέρου ότι οι αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι είχαν προσληφθεί, ο πρώτος, ο οποίος ήταν και μέλος της διοικούσης επιτροπής του τοπικού παραρτήματος του Συνδικάτου Εργατοϋπαλλήλων Μετάλλου και της εργοστασιακής επιτροπής, το έτος 1992, και ο δεύτερος το έτος 2000, απασχολούμενοι υπό την ειδικότητα του συναρμολογητού ηλεκτρολογικού υλικού με πλήρη απασχόληση, καθ' όσον δεν είχαν δεχθεί να συμμετέχουν στις προαναφερθείσες προσπάθειες οικονομικής ανακάμψεως της εταιρείας, εζήτησαν την συνδρομή του ως άνω συνδικαλιστικού σωματείου και προέβησαν σε καταγγελία την 23-11-2015 στο Σώμα Επιθεωρήσεως Εργασίας Άνω Λιοσίων σχετικώς με την καθυστέρηση της καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών των ιδίων αλλά και άλλων εργαζομένων των μηνών Οκτωβρίου και Νοεμβρίου 2015, ότι κατά τον χρόνο επιλύσεως της διαφοράς την 22-12-2015 όλες οι καθυστερούμενες αποδοχές είχαν καταβληθεί στους αναιρεσιβλήτους, όχι όμως και στους λοιπούς εργαζομένους, ενώ μέρος των εργαζομένων ήσαν αντίθετοι στην καταγγελία, ότι εν συνεχεία οι αναιρεσίβλητοι την 2-2-2016 προέβησαν σε νέα καταγγελία στο Σώμα Επιθεωρήσεως Εργασίας Άνω Λιοσίων επικαλούμενοι την κατάργηση του μεταφορικού μέσου, την άρνηση στους εκπροσώπους του Συνδικάτου να εισέρχονται στον χώρο εργασίας σε μη εργάσιμες ώρες και την εφαρμογή του συστήματος της εκ περιτροπής εργασίας, ότι οι αναιρεσίβλητοι αρνούνταν να εκτελέσουν εργασίες μη σχετικές με την ειδικότητά τους και παρώτρυναν με έντονες παραινέσεις και τους άλλους εργαζομένους να μην εκτελούν παρόμοιες εργασίες, ότι οι ενέργειες των αναιρεσιβλήτων (αναζήτηση συνδρομής Συνδικάτου, προσφυγή στην Επιθεώρηση Εργασίας, υποκίνηση και συμμετοχή σε απεργιακές κινητοποιήσεις, εμμονή στο ανατεθέν σε αυτούς αντικείμενο εργασίας και άσκηση πιέσεως στους λοιπούς εργαζομένους προς ανάπτυξη αντίστοιχης δράσης και πρωτοβουλίας) δεν συνιστούν αντισυμβατική συμπεριφορά αλλά νόμιμη συμπεριφορά και δικαιολογημένη χάριν προασπίσεως των εργασιακών τους δικαιωμάτων, ότι τα κατατεθέντα από τους μάρτυρες ανταποδείξεως περί εξυβριστικής συμπεριφοράς των αναιρεσιβλήτων προς άλλους συναδέλφους τους στερούνται αξιοπιστίας, ότι η λιποθυμία του εργαζομένου ….αποδίδεται από τον ενόρκως βεβαιώσαντα …στην ένταση, την οποία εδημιούργησαν οι αναιρεσίβλητοι, αλλά δεν διευκρινίζεται με ποίον τρόπο αυτοί εστράφησαν κατά του…, ότι επίσης την 28-3-2016 οι αναιρεσίβλητοι και άλλοι δώδεκα εργαζόμενοι παρέμειναν στην τραπεζαρία μέχρι πέρατος του ωραρίου, επιζητούντες διαβούλευση με εκπροσώπους της εταιρείας και διαμαρτυρόμενοι λόγω της μη καταβολής των δεδουλευμένων, ως είχε υποσχεθεί η Διοίκηση της εταιρείας, χωρίς να παρεμποδίζουν τους άλλους εργαζομένους, ότι οι αναιρεσίβλητοι είχαν την πεποίθηση ότι είχαν το δικαίωμα αυτό και δεν έρχονταν σε αντίθεση με την βούληση των νομίμων εκπροσώπων της εταιρείας και ότι η εν λόγω συμπεριφορά υπήρξε μεμονωμένη περίπτωση και δεν αναιρεί την επί σειρά ετών ευδόκιμη παροχή της εργασίας αυτών.
Όμως δεν διευκρινίζεται στην εν λόγω απόφαση α) εάν η οικονομική κατάσταση της εταιρείας, όπως προέκυπτε από τους οικείους ισολογισμούς, παρουσίαζε απλώς πτώση των εργασιών ή ήταν και ζημιογόνος, β) πόσος ήταν ο συνολικός αριθμός του απασχολουμένου προσωπικού, γ) εάν οι καθυστερήσεις στην καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών κατά τα έτη 2014 - 2016 αφορούσαν όλους ή ωρισμένους μόνον από τους εργαζομένους, δ) σε πόσους από τους εργαζομένους εφηρμόσθησαν η εκ περιτροπής εργασία και η μειωμένη απασχόληση και πόσοι δεν εδέχθησαν να συμμετέχουν, ε) εάν τα εν λόγω μέτρα ήσαν αναγκαία ή μη για την βελτίωση της οικονομικής καταστάσεως της εταιρείας, στ) εάν οι λοιποί εργαζόμενοι προσέφυγαν στους αναιρεσιβλήτους προς υποστήριξη των δικαιωμάτων τους ή αναζήτησαν την παρέμβαση αυτών ή είχε υπάρξει κάποιος συγκεκριμένος τρόπος, όπως απόφαση συνελεύσεως, συλλογή υπογραφών κλπ, μέσω του οποίου είχε ανατεθεί στους αναιρεσιβλήτους η εκπροσώπησή τους, ζ) πόσοι από τους εργαζομένους ήσαν αντίθετοι στην καταγγελία στο Σώμα Επιθεωρήσεως Εργασίας και στην δυναμική επιδίωξη της πληρωμής των δεδουλευμένων αποδοχών, η) εάν εδόθησαν εξηγήσεις από την Διοίκηση της εταιρείας σχετικώς με την κατάργηση του μεταφορικού μέσου, θ) ποίες οι απόψεις της Διοικήσεως της εταιρείας σχετικώς με την άρνηση στους εκπροσώπους του Συνδικάτου να εισέρχονται στον χώρο εργασίας σε μη εργάσιμες ώρες, ι) ποίες ήσαν οι εργασίες οι μη σχετικές με την ειδικότητά τους, τις οποίες αρνούνταν να εκτελέσουν οι αναιρεσίβλητοι, ια) ποίες ήσαν οι εργασίες, τις οποίες παρώτρυναν τους άλλους εργαζομένους να μην εκτελούν, ιβ) με ποίους τρόπους εκδηλώθηκε η άσκηση έντονης πίεσης από τους αναιρεσιβλήτους στους άλλους εργαζομένους και εάν συνδέεται η πίεση αυτή με την δημιουργία διενέξεων και την λιποθυμία ενός εργαζομένου, ιγ) εάν υπήρξε απάντηση και ποία εκ μέρους της Διοικήσεως της εταιρείας στα αιτήματα των εργαζομένων, οι οποίοι παρέμεναν στον χώρο της τραπεζαρίας, ιδ) σε ποία δεδομένα και εκτιμήσεις οι εν λόγω εργαζόμενοι εστήριζαν την πεποίθησή τους ότι είχαν το δικαίωμα παραμονής στον χώρο της τραπεζαρίας και ότι δεν έρχονταν σε αντίθεση με την βούληση των εκπροσώπων της εταιρείας.
Περαιτέρω, από την προσβαλλομένη απόφαση δεν προκύπτει σαφώς και κατηγορηματικώς τί έχει δεχθεί το Δικαστήριο εν σχέσει με την άρνηση των αναιρεσιβλήτων παροχής εργασίας και την παραμονή αυτών στον χώρο της τραπεζαρίας και δη εάν η άρνηση παροχής εργασίας συνιστά ή μη αντισυμβατική ενέργεια, εν όψει ότι δεν υφίσταται παραδοχή ότι οι αναιρεσίβλητοι είχαν προβεί σε επίσχεση εργασίας, εάν η παραμονή στον χώρο της τραπεζαρίας πληροί ή μη την αντικειμενική υπόσταση της πράξεως της διαταράξεως οικιακής ειρήνης, εάν, σε καταφατική περίπτωση, υφίσταται ή μη λόγος άρσεως του αδίκου, ή εάν συντρέχει ή μη νομική ή πραγματική πλάνη των αναιρεσιβλήτων, οφειλομένη ή μη σε αμέλεια και, σε καταφατική περίπτωση, εάν η αμέλεια είναι συγγνωστή.
Ωσαύτως, το Μονομελές Εφετείο αφ' ενός εδέχθη ότι η αναιρεσείουσα είχε πληγεί από την οικονομική κρίση, αντιμετώπιζε πτώση του κύκλου εργασιών, είχε προβλήματα ταμειακής ρευστότητος και κατέβαλλε προσπάθειες, ώστε να ανακάμψει και να διατηρηθούν οι θέσεις εργασίας του προσωπικού, χωρίς μάλιστα να αναφέρεται η διενέργεια απολύσεων από οικονομοτεχνικούς λόγους, αφ' ετέρου κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι οι ενέργειες των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι δεν είχαν δεχθεί να συμμετέχουν στις προαναφερθείσες προσπάθειες οικονομικής ανακάμψεως της εταιρείας, (αναζήτηση συνδρομής Συνδικάτου, προσφυγή στην Επιθεώρηση Εργασίας, υποκίνηση και συμμετοχή σε απεργιακές κινητοποιήσεις, εμμονή στο ανατεθέν σε αυτούς αντικείμενο εργασίας και άσκηση πιέσεως στους λοιπούς εργαζομένους προς ανάπτυξη αντίστοιχης δράσης και πρωτοβουλίας) δεν συνιστούν αντισυμβατική συμπεριφορά αλλά νόμιμη συμπεριφορά και δικαιολογημένη χάριν προασπίσεως των εργασιακών τους δικαιωμάτων, χωρίς όμως να έχει προβεί προηγουμένως σε αιτιολογημένη εξέταση και συναξιολόγηση του συνόλου των αποδεικτικών δεδομένων στα πλαίσια της αρχής της αναλογικότητος.
Επίσης, το Μονομελές Εφετείο εδέχθη κατά τα ανωτέρω ότι η καταγγελία των ενδίκων συμβάσεων εργασίας προήλθε εξ εκδικήσεως και εμπαθείας των νομίμων εκπροσώπων της εταιρείας εξ αιτίας της νόμιμης μεν αλλά μη αρεστής σε αυτούς συμπεριφοράς των αναιρεσιβλήτων, συνεπεία της οποίας εβεβαιώθησαν παραβάσεις της εργατικής νομοθεσίας και επεβλήθησαν εις βάρος της εταιρείας πρόστιμα, η δε προηγηθείσα υποβολή της εγκλήσεως υπήρξε προσχηματική, προκειμένου να απαλλαγεί η εταιρεία από τους αναιρεσιβλήτους και μάλιστα αζημίως, χωρίς την καταβολή αποζημιώσεως.
Το εν λόγω αποδεικτικό πόρισμα συνήγαγε εκ του ότι ενώ η έγκληση είχε ασκηθεί κατά δέκα τεσσάρων εργαζομένων, οι οποίοι είχαν αρνηθεί να παράσχουν εργασία και είχαν παραμείνει στον χώρο της τραπεζαρίας, εξ αυτών απελύθησαν μόνον τέσσαρες, εκ των οποίων οι αναιρεσίβλητοι και ένας άλλος εργαζόμενος ήσαν τα πλέον δραστήρια μέλη της εργοστασιακής επιτροπής και ότι ο εκ των εγκαλουμένων Φ.
Μ. απελύθη ώστε να του καταβληθεί αποζημίωση, ενώ ο ίδιος ήθελε να παραιτηθεί, γεγονός υποδηλώνον ότι η Διοίκηση της εταιρείας δεν είχε αξιολογήσει ως σοβαρό το σχετικό επεισόδιο. Όμως, δεν διαλαμβάνεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση εάν οι νόμιμοι εκπρόσωποι της εταιρείας είχαν εδραία πεποίθηση περί του βασίμου των καταγγελλομένων ή αμφέβαλλαν σχετικώς ή εγνώριζαν το αβάσιμο της υποβληθείσης εγκλήσεως, ούτε ποία συγκεκριμένως πρόστιμα εβεβαιώθησαν εις βάρος της εταιρείας και ένεκα ποίων παραβάσεων της εργατικής νομοθεσίας, ούτε παρατίθενται περιστατικά εξηγούντα ικανοποιητικώς την εν λόγω παραδοχή και επιτρέποντα τον έλεγχο της καταγγελίας ως ελαυνομένης εκ ταπεινών ελατηρίων, αφού ναι μεν η διαμαρτυρία του μισθωτού δυνατόν να προκαλεί την ενόχληση και την δυσαρέσκεια του εργοδότη, δεν επαρκεί όμως μόνη αφ' εαυτής, άνευ άλλων περιστατικών, να τεκμηριώσει ως αυτόθροο συνέπεια ότι η επακολουθήσασα καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του μισθωτού υπήρξε προϊόν εμπαθείας και εκδικητικότητος του εργοδότη, ενώ τα διαλαμβανόμενα πραγματικά περιστατικά, βάσει των οποίων διεμορφώθη το προαναφερόμενο αποδεικτικό πόρισμα, ότι η αναιρεσείουσα απέλυσε κατ' επιλογήν μόνον τέσσαρες εκ των εγκληθέντων και ότι επεφύλαξε ιδιαιτέρως καλή μεταχείριση στον επίσης εγκληθέντα Φ.
Μ., δεν παρέχουν ασφαλή βάση επιχειρηματολογίας και αξιολογήσεως της υποβληθείσης εγκλήσεως ως προσχηματικής ή μη.
Συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στον αναιρετικό λόγο με αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ως εκ τούτου θα πρέπει να αναιρεθεί, δεκτού καθισταμένου του πρώτου λόγου της αίτησης με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εκ πλαγίου παραβίαση των προαναφερόμενων ουσιαστικών διατάξεων, παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας του δεύτερου λόγου της αίτησης από τον ίδιο ως άνω αριθμό (559/19) για παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 57, 59, 914 και 932 ΑΚ, δεδομένου ότι ο λόγος αυτός καταλαμβάνεται από την αναιρετική εμβέλεια του πρώτου, που κρίθηκε βάσιμος, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 4232/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Φεβρουαρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ