Legislator Case Law & Legislation
306/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to lack of legal interest regarding health conditions not affecting driving ability.

Case Number 306/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding a traffic accident liability case. The appellant argued that the lower court failed to link his myopia and diabetes to his driving actions, but the court found no legal interest in this specific ground. Since the lower court had already ruled that his health conditions did not significantly impair his driving ability, the appellant suffered no legal injury from that specific finding, rendering the appeal inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 68 and 556 of the Code of Civil Procedure; Legal interest in an appeal requires actual harm to the losing party from the contested decision, and if the lower court's reasoning explicitly negates the alleged prejudice regarding specific facts, the appellant lacks standing to appeal that specific ground.

Keywords

AI generated
legal interest in appeal lack of standing health conditions driving traffic accident liability Code of Civil Procedure inadmissible appeal prejudice requirement

Cited Legislation

AI generated
Articles 297, 298, 300, 330 and 914 of the Civil Code
Articles 68 and 556 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 180 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 item 3 letter d of the Code of Civil Procedure
Article 3 of Article 1 of Law 4335/2015

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 306 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 306/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Σ. του Χ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πάρι Νιφλή.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Μ. του Β., κατοίκου ... Χαλκιδικής, 2) ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Μ. Δ. και Σία ΟΕ", που εδρεύει στο ... Χαλκιδικής και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Ντοκατζή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ• και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Διεθνής Ένωσις ΑΑΕ", της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας και ως ειδικός διάδοχος αυτής υπεισήλθε στη θέση της το ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η οποία, στην ως άνω από 18-11-2020 δήλωση, καθώς και στις από 16-11-2020 κατατεθείσες προτάσεις της δήλωσε την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-07-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με την με αριθμ. καταθ. 27023/28-7-1998 ανακοίνωση δίκης με προσεπίληση σε αναγκαστική παρέμβαση της ήδη 2ης των αναιρεσιβλήτων, με την με αριθμ. καταθ. 173/5-1-1999 πρόσθετη παρέμβαση της 3ης αναιρεσίβλητης, στη θέση της οποίας έχει ήδη υπεισέλθει το "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ", καθώς και με αγωγές άλλων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1739/2000 μη οριστική και 16877/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2708/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ήδη αναιρεσείων με την από 04-11-2004 αίτησή του.

Εκδόθηκε αρχικά η 465/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη και στη συνέχεια η 673/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 1749/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-07-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[Α] Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή την δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ.

Αντίθετα, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικώς. Επίσης οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 76/2014, ΑΠ 2181/2013). Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς τον βαθμό την βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 1715/2010).

Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ. Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του αποτελέσματος που επήλθε.

Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 849/2007).

Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.

Ειδικότερα, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 271/2013).

[Β] Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως επικληθέντων σ' αυτό και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του, ως προς το ζήτημα των συνθηκών, υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο τροχαίο ατύχημα, τα ακόλουθα:

«Στις 21-07-1993 και περί ώρα 03:00 (νυκτερινή), ο ενάγων Α. Σ., οδηγώντας το ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της Ε. Ν. - Σ., εκινείτο επί της Ε.Ο. Νέων Μουδανιών Θεσσαλονίκης στο ύψος του 24ου χιλιομέτρου της, με κατεύθυνση προς Θεσσαλονίκη. Κατά τον ίδιο χρόνο και επί της ιδίας οδού, προς την ίδια κατεύθυνση και μπροστά από το ως άνω Ι.Χ.Ε.

αυτοκίνητο εκινείτο το ... Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης εταιρίας "Μ. Δ. και Σια Ο.Ε.", το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία του στην προσθέτως παρεμβάσα ασφαλιστική εταιρία, οδηγούμενο από τον πρώτο εναγόμενο Δ. Μ., προστηθέντα στην οδήγησή του από την προαναφερόμενη ιδιοκτήτρια και κάτοχό του.

Στο παραπάνω χιλιόμετρο της Ε.Ο. Νέων Μουδανιών - Θεσσαλονίκης υπήρχαν δύο πρατήρια υγρών καυσίμων, το ένα απέναντι στο άλλο εκατέρωθεν του δρόμου (δεξιά και αριστερά σε σχέση με την πορεία των οχημάτων). Σε εκείνο το σημείο η ως άνω οδός είναι διπλής κατεύθυνσης, ευθεία σε μήκος 500 μέτρων, έχει συνολικό πλάτος οδοστρώματος 7,60 μέτρα και ερείσματα και στις δύο πλευρές, πλάτους 2,80 μέτρων, μία λωρίδα κυκλοφορίας για κάθε ρεύμα (κατεύθυνση), πλάτους 3,80 μέτρων, τα δύο δε ρεύματα χωρίζονται μεταξύ τους με οριζόντια συνεχή διπλή διαγράμμιση.

Η ορατότητα δεν περιοριζόταν από οποιοδήποτε εμπόδιο, αλλά οι συνθήκες φωτισμού, ενόψει του ότι ήταν νύκτα και επικρατούσε σκοτάδι, ήταν ανεπαρκείς. Η κατάσταση της οδού ήταν ξηρά και η κυκλοφορία, λόγω και της ιδιαίτερα προχωρημένης νυκτερινής ώρας, αραιή. Το βάρος του φορτηγού αυτοκινήτου που οδηγούσε ο εναγόμενος οδηγός ανερχόταν σε 26 τόνους, το δε πλάτος του σε 2,50 μέτρα.

Το πλάτος του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου που οδηγούσε ο ενάγων ήταν λίγο μεγαλύτερο από 1,60 μέτρα. Το ανώτατο όριο της επιτρεπόμενης ταχύτητας ανερχόταν σε 90 χλμ/ω. Ο πρώτος εναγόμενος Δ. Μ. εκινείτο στο άκρο δεξιό του οδοστρώματος της μοναδικής λωρίδας κυκλοφορίας προς Θεσσαλονίκη με ταχύτητα περί τα 50 χλμ/ω, όταν όμως πλησίασε στα πρατήρια υγρών καυσίμων κινήθηκε προοδευτικώς ελαφρώς προς τα αριστερά, για να απομακρυνθεί από τον χώρο εξόδου του ευρισκόμενου στα δεξιά του πρατηρίου, και ευθυγράμμισε το φορτηγό στο όριο της μεσαίας διαχωριστικής γραμμής.

Ο ενάγων όμως Α. Σ., που τον ακολουθούσε οδηγώντας το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο με ταχύτητα 110 χλμ/ω περίπου, δηλαδή με ταχύτητα υπερβαίνουσα το ως άνω επιτρεπόμενο όριο, μετακίνησε και εκείνος ακολούθως, από το μέσο της λωρίδας κυκλοφορίας όπου μέχρι τότε εκινείτο, το αυτοκίνητο στο όριο της διπλής διαχωριστικής γραμμής, προτιθέμενος, χωρίς να γνωστοποιήσει την πρόθεσή του αυτή με την αφή αριστερού δείκτη κατεύθυνσης, να πραγματοποιήσει υπέρβαση του κινούμενου με μικρότερη ταχύτητα φορτηγού από αριστερά, παρότι δεν υπήρχε τέτοια νόμιμη δυνατότητα σε εκείνο το σημείο της οδού, αφού το συνολικό πλάτος της λωρίδας-ρεύματος κυκλοφορίας των δύο οχημάτων ανερχόταν σε 3,80 μ.

και το συνολικό πλάτος του φορτηγού και του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου μαζί σε λίγο περισσότερο από 4,10 μέτρα (2,50μ και 1,60μ) ακόμη και αν δεν μεσολαβούσε οποιαδήποτε απόσταση μεταξύ τους, με συνέπεια η προσπέραση να είναι εφικτή μόνον αν ο ενάγων παραβίαζε τη διπλή συνεχή διαχωριστική γραμμή μεταξύ των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας, εισερχόμενος παρανόμως στο αντίθετο ρεύμα.

Την πρόθεσή του να πραγματοποιήσει αυτή την υπέρβαση την παραδέχεται και ο ίδιος ο ενάγων στο αγωγικό δικόγραφο (βλ. την πρώτη σελίδα αυτού). Αυτός, οδηγώντας χωρίς σύνεση και χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, δίχως να ασκεί και πλήρη έλεγχο και εποπτεία του οχήματός του, ώστε να είναι σε θέση να αποφύγει κάθε ευρισκόμενο μπροστά του εμπόδιο, αντελήφθη μόλις την τελευταία στιγμή, όταν απείχε περί τα 10 μέτρα από το προπορευόμενο φορτηγό ότι δεν είχε διατηρήσει επαρκή απόσταση από αυτό, ώστε να μπορέσει να πραγματοποιήσει ακινδύνως ελιγμό υπέρβασής του και ότι θα προσέκρουε επ' αυτού, τροχοπέδησε δε καθυστερημένα αφήνοντας ίχνη τροχοπέδησης μήκους 4 μέτρων.

Η συγκεκριμένη όμως ενέργειά του δεν στάθηκε δυνατό, υπό τις προπεριγραφόμενες συνθήκες, να αποτρέψει την πρόσκρουση και το αυτοκίνητο που οδηγούσε επέπεσε με σφοδρότητα, λόγω της υψηλής ταχύτητάς του (το μεγαλύτερο μέρος της οποίας απορροφήθηκε από την πρόσκρουση), με το εμπρόσθιο μέρος του στο οπίσθιο μέρος του φορτηγού.

Ειδικότερα το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο σφηνώθηκε κατά την πρόσκρουση κάτω από τη καρότσα του φορτηγού στην οπίσθια πλευρά της (στο μέσο και μέχρι το άκρο αριστερό μέρος αυτής της οπίσθιας πλευράς), η δε αριστερή εμπρόσθια πλευρά του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο ενάγων, κατά την εισχώρησή της κάτω από την καρότσα, κτύπησε με σφοδρότητα στον αριστερό οπίσθιο τροχό του φορτηγού, με συνέπεια να δεχθεί αυτή η πλευρά, όπου καθόταν ο τελευταίος, την κύρια δύναμη της πρόσκρουσης.

Αποτέλεσμα του ατυχήματος ήταν να προκληθούν σοβαρότατες ζημίες στην εμπρόσθια πλευρά του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, σοβαρός τραυματισμός του ενάγοντος και ελαφρός τραυματισμός της συνεπιβαίνουσας στη θέση του συνοδηγού του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου Ε. Ζ., που δεν ήταν, όπως και ο ενάγων, προσδεδεμένη με ζώνη ασφαλείας.

Στο αίμα του ενάγοντος βρέθηκε ποσότητα αλκοόλης μετά από δειγματοληψία που έλαβε χώρα στις 06:45, δηλαδή 3 ώρες και 45' μετά το ατύχημα, η οποία κατέδειξε περιεκτικότητα οινοπνεύματος σε ποσοστό 33‰ ανά λίτρο αίματος. Από αυτό το αποτέλεσμα αποδεικνύεται ότι το ποσοστό περιεκτικότητας του αίματός του σε οινόπνευμα ανερχόταν σε 75‰ τουλάχιστον με τους συντηρητικότερους δυνατούς υπολογισμούς κατά το χρόνο του ατυχήματος, ενόψει του χρόνου που μεσολάβησε μέχρι την αιμοληψία και την απορρόφηση μέρους της αλκοόλης από τον οργανισμό του (ο μεταβολισμός της αλκοόλης στον ανθρώπινο οργανισμό ανέρχεται σε 0,15 - 0,3 γραμμ/λίτρο αίματος/ώρα:

βλ. και την προαναφερόμενη τοξικολογική γνωμοδότηση). Το αλκοόλ που είχε καταναλώσει ο ενάγων επηρέασε σημαντικά στην υπό κρίση περίπτωση την ικανότητά του προς οδήγηση και ειδικότερα την ικανότητά του προς αντίληψη των κινδύνων και την ετοιμότητα των αντανακλαστικών του, με συνέπεια να μην αντιληφθεί εγκαίρως και να μην είναι σε θέση να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά (με έγκαιρη μείωση της ταχύτητάς του) τον κίνδυνο πρόσκρουσης με το ομορρόπως και έμπροσθεν αυτού κινούμενο κανονικά φορτηγό.

Και αν πάντως είχε γίνει δεκτό, πράγμα που δεν συμβαίνει, ότι η ποσότητα οινοπνεύματος παρέμεινε (παρά τους φυσικούς νόμους) σταθερή στο αίμα του ενάγοντος από τον χρόνο του ατυχήματος μέχρι τον χρόνο αιμοληψίας και πάλι θα γινόταν δεκτό, ενόψει των συνθηκών, υπό τις οποίες αποδείχθηκε ότι έλαβε χώρα το ατύχημα, πως και η ευρεθείσα τελικώς μικρότερη ποσότητα στο αίμα του είχε επηρεάσει στη συγκεκριμένη περίπτωση δυσμενώς την οδηγική του ικανότητα.

Αντιθέτως η ελαττωμένη σε ένα βαθμό όρασή του (λόγω υψηλής μυωπίας: 8/10 στο δεξιό οφθαλμό με διόρθωση και 3/10 στον αριστερό με διόρθωση) δεν επηρέαζε σημαντικά την ικανότητά του προς οδήγηση και αυτός μπορούσε να οδηγεί τη νύκτα με σχετική ασφάλεια (βλ. την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Γ. Α.).

Ο τόπος και ο χρόνος του ατυχήματος, η ταυτότητα των οχημάτων, των οδηγών και των ιδιοκτητών τους, οι ως άνω σχέσεις προστήσεως και ασφαλίσεως συνομολογούνται από τους διαδίκους. Περαιτέρω για τις συνθήκες του ατυχήματος συντάχθηκε η από 21-07-1993 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος του ανθ/μου Α. Ν. με τη σύμπραξη του υπ/μου Α.

Σ., υπηρετούντων τότε στο Τ.Τ. Ν. Μουδανιών, καθώς και το από 21-07-1993 πρόχειρο σχεδιάγραμμα του ιδίου ως άνω ανθ/μου που τη συνοδεύει. Στο τελευταίο απεικονίζεται η πορεία των δύο οχημάτων, το πιθανό, σύμφωνα με όλα τα αντικειμενικά ευρήματα στον τόπο του ατυχήματος (ίχνη τροχοπεδήσεως και το σημείο όπου αυτά σταματούν, θραύσματα υάλου, λάδια κ.λπ.), σημείο προσκρούσεως επί του οδοστρώματος, ευρισκόμενο εντός του ρεύματος - μοναδικής λωρίδας πορείας προς Θεσσαλονίκη, τα ίχνη τροχοπεδήσεως του Ι.Χ.Ε.

αυτοκινήτου, τα οποία σχημάτιζαν ευθεία γραμμή μήκους 4 μέτρων, παράλληλη με τη διπλή διαχωριστική γραμμή και σε απόσταση 0,60 μ. από αυτήν και η θέση των δύο εκατέρωθεν της οδού πρατηρίων υγρών καυσίμων με τη νησίδα προ του δεξιού απ' αυτά σε σχέση με την πορεία των οχημάτων, καθώς και τα σημεία εισόδου και εξόδου οχημάτων από αυτό.

Στην έκθεση αυτοψίας αναφέρονται και οι συγκρουσθείσες επιφάνειες των αυτοκινήτων, δηλαδή, η εμπρόσθια πλευρά του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου και η οπίσθια επιφάνεια του I.X. φορτηγού, που οδήγησαν στον εξ υπαρχής χαρακτηρισμό της σύγκρουσης ως νωτιαιομετωπικής (βλ. υπότιτλο "είδος ατυχήματος", αριθμό 3 της έκθεσης).

Στην ίδια έκθεση ως αυτόπτης μάρτυρας αναφέρεται μόνον ο Δ. Κ., με τη διευκρίνιση, όμως, ότι βρισκόταν εντός του πρατηρίου υγρών καυσίμων. Ο μάρτυρας αυτός, ηλικίας 68 ετών, όταν συνέβη το ατύχημα, εξεταζόμενος ενόρκως στα πλαίσια της αστυνομικής προανάκρισης για το ποινικό σκέλος της υποθέσεως την ίδια την ημέρα του ατυχήματος (21-07-1993) και δύο μόλις ώρες μετά απ' αυτό, οπότε και είχε πρόσφατες τις σχετικές παραστάσεις, κατέθεσε ότι, ενώ βρισκόταν μέσα στο γραφείο του πρατηρίου καυσίμων του Κ.

Κ. (του ευρισκομένου δεξιά σε σχέση με την πορεία των οχημάτων), άκουσε τον κρότο της πρόσκρουσης, που συνέβη στην κείμενη περίπου 30 μέτρα μπροστά από το γραφείο οδό, και όταν βγήκε έξω είδε στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Θεσσαλονίκη το φορτηγό σταματημένο και το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο σφηνωμένο πίσω απ' αυτό, οι δε αριστερές ρόδες του φορτηγού ήταν πάνω στη διπλή διαχωριστική γραμμή, ενώ αυτό μετακινήθηκε στη συνέχεια προς τα δεξιά για να απελευθερωθεί το Ι.Χ.Ε.

αυτοκίνητο. Κατέθεσε επίσης ότι το φορτηγό είχε τα φώτα πορείας, εμπρόσθια και οπίσθια, αναμμένα, ενώ δεν ανέφερε ύπαρξη αναμμένου αριστερού δείκτη κατεύθυνσης (φλας) στο Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο και συγκεκριμένα στην εμφανή οπίσθια πλευρά του. Κατά την ως άνω αρχική εξέτασή του ο προαναφερόμενος μάρτυρας ουδόλως αναφέρεται, επίσης, σε στροφή του φορτηγού προς τα αριστερά, προκειμένου αυτό να μεταβεί στο ευρισκόμενο αριστερά της πορείας του πρατήριο υγρών καυσίμων ή έστω και σε κλίση του συγκεκριμένου αυτοκινήτου προς εκείνη την κατεύθυνση, αλλ' αντιθέτως τοποθετεί το άκρο αριστερό τμήμα του επί της διαχωριστικής γραμμής, κατά τα προαναφερόμενα, και δηλώνει ότι δεν γνωρίζει πως έγινε το ατύχημα, άκουσε δε τον οδηγό του φορτηγού να μονολογεί λέγοντας ότι και εκείνος δεν μπορούσε να δώσει εξήγηση για τα αίτιά του.

Ο ίδιος ο ενάγων, εξετασθείς προανακριτικώς στις 06-10-1993, κατέθεσε ότι δεν θυμόταν κάτω από ποιες συνθήκες συνέβη το ατύχημα, λόγω του σοβαρού τραυματισμού του. Η συνεπιβάτης στη θέση του συνοδηγού στο ίδιο Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο Ε. Ζ., ηλικίας 16 ετών τότε, εξετασθείσα επίσης στα πλαίσια της αστυνομικής προανάκρισης στις 12-10-1993, κατέθεσε ότι κατά την ώρα του ατυχήματος η ίδια κοιμόταν και δεν γνωρίζει πως συνέβη.

Σύμφωνα με όλα τα αποδειχθέντα προπαρατιθέμενα πραγματικά περιστατικά, το ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του ενάγοντος οδηγού του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, ο οποίος δεν επέδειξε κατά την οδήγησή του την επιμέλεια και προσοχή που όφειλε και μπορούσε από τις περιστάσεις να επιδείξει ένας μέσος συνετός οδηγός και ειδικότερα οδηγούσε χωρίς σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και χωρίς να ασκεί πλήρη έλεγχο και εποπτεία επί του αυτοκινήτου, ώστε να επιχειρεί τους κατάλληλους προς αποφυγή ατυχήματος χειρισμούς του, με ταχύτητα υπερβαίνουσα το ανώτατο επιτρεπτό όριο, παρότι μάλιστα ήταν νύκτα και ο φωτισμός ανεπαρκής (κατά παράβαση και των άρθρων 12, 19, 20 Κ.Ο.Κ.), με αποτέλεσμα, έχοντας πρόθεση να πραγματοποιήσει απαγορευόμενη στο συγκεκριμένο σημείο, λόγω των συγκεκριμένων προαναφερομένων περιστάσεων, υπέρβαση του προπορευόμενου αυτού φορτηγού αυτοκινήτου, εισερχόμενος στο αντίθετο ρεύμα πορείας, να μην αντιληφθεί εγκαίρως ότι δεν είχε διατηρήσει επαρκή απόσταση από αυτό, ώστε να μπορέσει να πραγματοποιήσει ακινδύνως τον παραπάνω ελιγμό υπέρβασής του και να προσκρούσει στην οπίσθια πλευρά του.

Επιπλέον, ο ενάγων ανέλαβε την οδήγηση του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου ενώ είχε καταναλώσει ικανή ποσότητα αλκοόλ και βρισκόταν υπό την επήρειά του, γεγονός που επέδρασε δυσμενώς στην οδηγική του ικανότητα, κατά τα προδιαλαμβανόμενα.

Αντιθέτως δεν αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος επέδειξε οποιαδήποτε παράνομη και υπαίτια (αμελή) συμπεριφορά, που συνετέλεσε στην πρόκληση του ατυχήματος. Αυτός εκινείτο κανονικά στο ρεύμα πορείας του, με ταχύτητα χαμηλότερη του επιτρεπτού ορίου, ενόψει και της νυκτερινής ώρας. Η ελαφρά και σταδιακή μετατόπιση του αυτοκινήτου του προς τα αριστερά εντός του ρεύματος πορείας του και της μοναδικής λωρίδας κυκλοφορίας αυτού, ενόψει της προσέγγισής του στο χώρο εξόδου του ευρισκομένου δεξιά πρατηρίου υγρών καυσίμων, δεν μπορεί να θεμελιώσει οποιαδήποτε υπαιτιότητά του στην πρόκληση του ατυχήματος.

Αυτός ούτε όφειλε, ούτε μπορούσε να προβλέψει ότι ο οδηγός του όπισθεν αυτού κινούμενου αυτοκινήτου θα τον πλησίαζε, έχοντας πρόθεση να προβεί σε μη δυνάμενη να πραγματοποιηθεί επιτρεπτώς σε εκείνο το σημείο της οδού υπέρβαση, χωρίς να μειώσει την ταχύτητά του και χωρίς να αντιληφθεί εγκαίρως ότι δεν είχε διατηρήσει επαρκή απόσταση, ώστε να μπορέσει να πραγματοποιήσει ακινδύνως τον ως άνω μη νόμιμο ελιγμό υπέρβασης, με συνέπεια να επιπέσει επί της οπίσθιας πλευράς του φορτηγού.

Υπό τις προπεριγραφείσες συνθήκες, ο πρώτος εναγόμενος δεν ήταν ανθρωπίνως δυνατό να αποφύγει με οποιονδήποτε τρόπο την εκ των όπισθεν πρόσκρουση στο φορτηγό που οδηγούσε. Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι ο πρώτος εναγόμενος του ανέκοψε αιφνιδίως την πορεία του, πραγματοποιώντας αριστερή στροφή για να μεταβεί στο ευρισκόμενο αριστερά πρατήριο υγρών καυσίμων δεν αποδείχθηκε.

Αυτός έρχεται σε αντίθεση και με την αρχική ως άνω προανακριτική κατάθεση του μόνου αναγραφόμενου στην έκθεση αυτοψίας μάρτυρος, που προσήλθε πρώτος στον τόπο του ατυχήματος και με τις επιφάνειες των οχημάτων που συγκρούσθηκαν μεταξύ τους, όπως αυτές προαναφέρονται και περιγράφονται και στην ανωτέρω έκθεση αυτοψίας.

Το δικαστήριο δεν είναι δυνατό να οδηγηθεί σε διαφορετική κρίση από τη μεταγενέστερη κατάθεση του ιδίου παραπάνω μάρτυρος ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και την προαναφερόμενη ένορκη βεβαίωσή του, με τις οποίες πέντε και πλέον έτη μετά το ατύχημα, αλλάζοντας την αρχική του δοθείσα αμέσως μετά το ατύχημα κατάθεση και ερχόμενος σε αντίθεση με αυτήν, δήλωσε πως το φορτηγό ήθελε να στρίψει αριστερά για να πάει στο απέναντι πρατήριο και είχε περάσει τη διαχωριστική γραμμή με τις εμπρόσθιες ρόδες του, ή από την προανακριτική, πολύ μεταγενέστερη του ατυχήματος από 05-03-1997 εξέταση και την ως άνω ένορκη βεβαίωση της Μ.

Κ., που και αυτή υποστήριξε τα ίδια, ερχόμενη σε αντίθεση με όσα είχε δηλώσει ο Δ. Κ. προανακριτικώς.

Σημειώνεται δε απλώς και επιπροσθέτως και ότι, στα πλαίσια του ποινικού σκέλους της υπόθεσης, με την 6030/2000 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό υπό τριμελή σύνθεση […] ο πρώτος εναγόμενος κηρύχθηκε αθώος του αδικήματος της σωματικής βλάβης του ενάγοντος από αμέλεια, επειδή κρίθηκε ότι δεν βαρύνεται με αμέλεια ως προς την πρόκλησή της. Η τελευταία αυτή απόφαση […] κατέστη αμετάκλητη, μετά την απόρριψη της αναιρέσεως κατ' αυτής, που είχε ασκηθεί από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με την 427/2001 απόφαση του ανωτάτου ακυρωτικού δικαστηρίου […]».

Tο Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε, ούτε ευθέως, είτε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή είτε με εσφαλμένη υπαγωγή, είτε με παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την υπαγωγή των προαναφερομένων πραγματικών περιστατικών στη νομική έννοια της αιτιώδους συναφείας, ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ΑΚ και του ν. 2696/1999, τις οποίες εφάρμοσε ορθώς, ενώ διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως.

Ειδικότερα, το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή τις ως άνω διατάξεις και διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, τόσο ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, οδηγού του επιβατικού αυτοκινήτου και του επελθόντος αποτελέσματος και την αποκλειστική υπαιτιότητα αυτού, όσο και ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της μέθης αυτού και της επιδράσεως αυτής στην οδηγική συμπεριφορά του και κατ' επέκταση στην πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, όσο και ως προς την έλλειψη οποιασδήποτε συνυπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσιβλήτου, οδηγού του φορτηγού αυτοκινήτου.

Πιο συγκεκριμένα διέλαβε στην απόφασή του με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά, που επέδειξε ο ενάγων, σε συνδυασμό με τις παραβάσεις του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, ήτοι ότι ο εν λόγω οδηγός, έχοντας καταναλώσει ικανή ποσότητα οινοπνεύματος και ευρισκόμενος υπό την επήρειά του, γεγονός που επέδρασε στην οδηγική συμπεριφορά του, οδηγώντας το προαναφερόμενο όχημά του, και κινούμενος με αυτό επί της διπλής κατευθύνσεως Ε.Ο.

Νέων Μουδανιών Θεσσαλονίκης, με κατεύθυνση προς Θεσσαλονίκη, έχοντας αναπτύξει ταχύτητα 110 χιλιομέτρων την ώρα, δηλαδή, ταχύτητα υπερβαίνουσα το ανώτατο όριο ταχύτητας των 90 χιλιομέτρων την ώρα, αν και οδηγούσε νύκτα και χωρίς επαρκή τεχνικό φωτισμό, χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και χωρίς να ασκεί πλήρη έλεγχο και εποπτεία επί του οχήματός του, ώστε να μπορεί να επιχειρεί τους κατάλληλους χειρισμούς για την αποφυγή ατυχήματος, έχοντας πρόθεση να πραγματοποιήσει απαγορευμένη στο σημείο αυτό υπέρβαση του προπορευόμενου αυτού φορτηγού αυτοκινήτου, εισερχόμενος στο αντίθετο ρεύμα πορείας, δεν αντελήφθη εγκαίρως ότι δεν είχε διατηρήσει επαρκή απόσταση από το προπορευόμενο όχημα, ώστε να πραγματοποιήσει ακινδύνως τον παραπάνω ελιγμό υπερβάσεώς του, με αποτέλεσμα να επιπέσει με σφοδρότητα με το εμπρόσθιο αριστερό μέρος του οχήματός του στο οπίσθιο τμήμα του φορτηγού (στον αριστερό οπίσθιο τροχό του) και να σφηνωθεί, κατά την πρόσκρουση, κάτω από την καρότσα αυτού στην οπίσθια πλευρά της, εξειδικεύοντας περαιτέρω το σημείο συγκρούσεως επ' αυτής "στο μέσο και μέχρι το άκρο αριστερό της οπίσθιας πλευράς της καρότσας", με περαιτέρω συνέπεια να δεχθεί αυτή η πλευρά (αριστερή) την κύρια δύναμη της προσκρούσεως.

Ακόμη και σχετικώς με την έλλειψη οποιασδήποτε συντρέχουσας υπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσιβλήτου, οδηγού του φορτηγού αυτοκινήτου, για την πρόκληση της ένδικης συγκρούσεως διέλαβε: α) ότι αυτός εκινείτο κανονικά στο ρεύμα πορείας του, με ταχύτητα μικρότερη του επιτρεπτού ορίου, ενόψει και της νυκτερινής ώρας και β) ότι η ελαφρά και προοδευτική κίνηση του αυτοκινήτου του προς τα αριστερά εντός του ρεύματος πορείας του και της μοναδικής λωρίδας κυκλοφορίας αυτού, για να απομακρυνθεί από το χώρο εξόδου του ευρισκομένου στα δεξιά της πορείας του πρατηρίου υγρών καυσίμων και η ευθυγράμμιση του φορτηγού στο όριο της μεσαίας διαχωριστικής γραμμής, δεν μπορεί να θεμελιώσει οποιαδήποτε συνυπαιτιότητά του στην πρόκληση του ατυχήματος, καθ' όσον, αυτός ούτε όφειλε, ούτε μπορούσε να προβλέψει ότι ο οδηγός του όπισθεν κινουμένου αυτοκινήτου θα τον πλησίαζε, έχοντας πρόθεση να προβεί σε μη δυνάμενη να πραγματοποιηθεί επιτρεπτώς στο συγκεκριμένο σημείο της οδού υπέρβαση, χωρίς να αντιληφθεί εγκαίρως ότι δεν είχε διατηρήσει επαρκή απόσταση για να μπορέσει να πραγματοποιήσει ακινδύνως αυτήν.

Δεν συντρέχει, επομένως, η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα πλημμέλεια της παραθέσεως ασαφών και ανεπαρκών αιτιολογιών στην προσβαλλομένη απόφαση, επειδή, όπως αυτός (αναιρεσείων) διατείνεται (ότι) δεν διευκρινίζονται: (1) τα σημεία επαφής των εμπλακέντων στο ατύχημα οχημάτων, καθ' όσον (κατά τον αναιρεσείοντα) στην προσβαλλομένη απόφαση αναφέρεται μόνον το εμπρόσθιο μέρος του επιβατικού αυτοκινήτου, άνευ εξειδικεύσεως εάν ήτο το εμπρόσθιο αριστερό ή το εμπρόσθιο δεξιό, ούτε εξειδικεύεται περαιτέρω ο χαρακτηρισμός της συγκρούσεως ως νωτιαιομετωπικής, ενόψει (πάλι κατά τον αναιρεσείοντα) και των πολλών εκδοχών μιας τέτοιας νωτιαιομετωπικής συγκρούσεως, μεταξύ των οποίων και η υπό γωνίαν σύγκρουση, καθώς επίσης δεν προσδιορίζεται η ακριβής θέση των τροχών του φορτηγού επί του οδοστρώματος, (2) δεν διαλαμβάνονται αιτιολογίες, εάν ασκήθηκε εναντίον του ποινική δίωξη για παράβαση του άρθρου 42 του Κ.Ο.Κ., προσέτι δε δεν διαλαμβάνονται αιτιολογίες, που να συνδέουν τη μέθη του (αναιρεσείοντος) με την πρόκληση του ατυχήματος και (3) δεν προσδιορίζεται η κατηγορία της οδού επί της οποίας αυτός εκινείτο και δη αν επρόκειτο περί αυτοκινητοδρόμου, οδού ταχείας κυκλοφορίας ή λοιπού οδικού δικτύου, ώστε να προκύπτει περαιτέρω το ανώτατο, εκτός κατοικημένων περιοχών, επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας για τα επιβατικά αυτοκίνητα.

Τούτο δε, διότι οι επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα ως ελλείψεις και ασάφειες, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν συνιστούν τέτοιες, αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, υπό την επίκληση δε της προβαλλόμενης πλημμέλειας της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα σχετικώς με την αποκλειστική υπαιτιότητα του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, οδηγού του Ι.Χ.Ε.

αυτοκινήτου και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται. Πέραν, βεβαίως της ουσιαστικής αβασιμότητας των υπ' αριθμ. 1, κατά το πρώτο σκέλος της και 2, κατά το δεύτερο σκέλος της, αιτιάσεων εφ' όσον, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της, στην προσβαλλομένη απόφαση εκτίθενται αναλυτικά οι συγκρουσθείσες επιφάνειες των οχημάτων και προσδιορίζεται η, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ακριβής θέση των τροχών του φορτηγού επί του οδοστρώματος, ενώ διαλαμβάνονται παραδοχές περί της υπάρξεως αιτιώδους συναφείας μεταξύ της μέθης του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και της επιδράσεως αυτής στην προεκτεθείσα οδηγική συμπεριφορά του και κατ' επέκταση στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος.

Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ προβλεπόμενες πλημμέλειες, οι οποίες αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφασή του με τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο, πέμπτο, έκτο και έβδομο, κατά το νοηματικά πρώτο σκέλος τους, λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως και, συνακολούθως, οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι και απαράδεκτοι, κατά τις διακρίσεις που προαναφέρθηκαν.

Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 340 παρ. 2 εδ. β' του ΚΠολΔ, κατά την οποία «Στην απόφαση πρέπει να αναφέρονται οι λόγοι που οδήγησαν τον δικαστή να σχηματίσει την πεποίθησή του» προκύπτει ότι δεν επιβάλλεται υποχρέωση του δικαστηρίου να αναφέρει στο αιτιολογικό της αποφάσεώς του κάθε ένα από τα αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, από τα οποία κατέληξε στο πόρισμά του. Εντεύθεν και η παράλειψη του Εφετείου να αναφέρει συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία κατέληξε στο σχηματισμό της κρίσεώς του δεν αποτελεί έλλειψη αιτιολογίας και δεν δημιουργεί τον από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο (ΑΠ 894/2008, ΑΠ 137/2004).

Επομένως, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι οι ως άνω λόγοι, κατά το μέρος αυτών με το οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι δεν αναφέρεται σ' αυτήν από ποια συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία το Εφετείο συνήγαγε την κρίση του: α) περί της ταχύτητας των 110 χλμ/ω με την οποία, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, αυτός εκινείτο, β) περί της ταχύτητας του φορτηγού (50 χλμ/ω), περί της κινήσεως αυτού (φορτηγού) προοδευτικώς ελαφρώς προς τα αριστερά και περί της μετά ταύτα ευθυγραμμίσεώς του στο όριο της διαχωριστικής γραμμής, χωρίς μάλιστα να διευκρινίζεται "εάν το φορτηγό πάτησε πάνω στη διαχωριστική γραμμή, την υπερέβη ή δεν την ήγγισεν", γ) περί της μη γνωστοποιήσεως της προθέσεώς του να πραγματοποιήσει υπέρβαση του έμπροσθεν κινουμένου φορτηγού αυτοκινήτου και δ) περί της εκ μέρους του οδηγήσεως του οχήματός του άνευ συνέσεως. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το Δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτήν αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν νομίμως μετ' επικλήσεως.

Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως «πράγματα», κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008).

Ακόμη «πράγμα», κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως, είναι κάθε περιστατικό που, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί, κατά νόμο, στην γέννηση ή κατάλυση του ασκούμενου με την αγωγή ή την ένσταση δικαιώματος, ανεξάρτητα από τη βασιμότητά του, η οποία είναι ζητούμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και όχι προϋπόθεση αυτοτέλειας του ισχυρισμού (ΑΠ 87/2013).

Με βάση αυτά, δεν αποτελούν «πράγματα», με την παραπάνω έννοια, και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 989/2018, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 358/2017).

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και είτε τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), είτε τον απέρριψε κατά τρόπο έμμεσο και σαφή, όπως συμβαίνει όταν από τις ουσιαστικές παραδοχές της αποφάσεως προκύπτει ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε τον ισχυρισμό και τον απέρριψε εκ του πράγματος, δεχόμενο ότι αποδείχθηκαν περιστατικά αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν την πραγματική βάση αυτού (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1454/2014, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421/2009, ΑΠ 425/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο και έβδομο, κατά το νοηματικά δεύτερο μέρος τους, λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς του:

α) ότι η μοναδική αιτία για την πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος υπήρξε ότι το φορτηγό αυτοκίνητο πραγματοποίησε "αιφνιδίως λοξοειδώς ελιγμό προς τα αριστερά υπό γωνίαν 45 μοιρών, κατά τη στιγμή που αυτός (αναιρεσείων) επιχειρούσε την δια του δείκτου αλλαγής κατευθύνσεως και του σήματος των φώτων αναγγελθείσα υπέρβαση" και ότι η θέση του φορτηγού επί του οδοστρώματος, κατά τη στιγμή του ατυχήματος, ήταν "ιππαστί" επί της μέσης διαχωριστικής γραμμής, των εμπροσθίων τροχών του εχόντων υπερβή αυτήν ταύτην και ευρισκομένων εν τω αντιθέτω ρεύματι", καθώς και ότι η προς τα αριστερά λοξή κίνηση του φορτηγού αυτοκινήτου, οφείλεται είτε στην πρόθεση του οδηγού του να εισέλθει στο έναντι πρατήριο (το ευρισκόμενο αριστερά σε σχέση με την πορεία του), είτε στην απώλεια του ελέγχου του, λόγω υπνηλίας του οδηγού του, β) ότι ο κλονισμός του οργανισμού του δεν επέτρεψε αφομοίωση της αλκοόλης στο αίμα του και ότι το ποσοστό της παρέμεινε το ίδιο κατά το χρονικό διάστημα που διέρρευσε από το ατύχημα μέχρι την ανάλυση του αίματός του, με συνέπεια να μην έχει επηρεαστεί η οδηγική συμπεριφορά του, γ) ότι οδήγησε δεκάδες χιλιομέτρων πριν από το ατύχημα, γεγονός το οποίο αποκλείει την ανικανότητά του προς οδήγηση και δ) ότι η συνεπιβάτης του οχήματός του Ε.

Ζ. δεν θα επιβιβαζόταν στο αυτοκίνητο, αν αυτός ήταν μεθυσμένος. Όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι υπό στοιχ. α' και β' ισχυρισμοί λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο, αντιμετωπίστηκαν ευθέως και απορρίφθηκαν ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν και, επομένως, ο λόγος αυτός, κατά τις υπό στοιχ.

α' και β' αιτιάσεις είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Περαιτέρω, και καθ' όσον αφορά στις λοιπές (υπό στοιχ. γ' και δ') αιτιάσεις, πρέπει να αναφερθεί ότι οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι αυτοτελείς και, συνεπώς, δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια του άρθρου 8 περ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αλλά αντίθετα συνιστούν επιχειρήματα του αναιρεσείοντος (που, κατ' αυτόν, συνάγονται από την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού) για την υποστήριξη των απόψεών του για τις συνθήκες του ατυχήματος και, συνακολούθως, ο παρών λόγος, κατά το σκέλος του αυτό, είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος.

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 του ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως.

Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ούτε και την διάκριση από ποία από αυτά προκύπτει άμεση και από ποία έμμεση απόδειξη, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) που λήφθηκαν υπόψη.

Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεώς του ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Μόνο αν από την γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 128/2013, ΑΠ 1569/2010, ΑΠ 600/2010, ΑΠ 259/2009). Εξάλλου, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1569/2010).

Περαιτέρω, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, περιλαμβάνεται και η ομολογία, δικαστική ή εξώδικη (άρθρα 339 και 352 ΚΠολΔ). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν συνάγεται ομολογία από έγγραφα, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ανάγεται σε πράγματα και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), ενώ δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ.

γ' ΚΠολΔ αν από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη το έγγραφο, από το οποίο, σύμφωνα με το λόγο αναιρέσεως, συνάγεται ομολογία (ΑΠ 1078/2015, ΑΠ 1606/2010, ΑΠ 797/2009, ΑΠ 1456/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο, πέμπτο και έβδομο λόγους αναιρέσεως, κατά το νοηματικά τρίτο σκέλος τους, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δεν καθίσταται αναμφίβολα βέβαιο ότι έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, που αυτός νόμιμα, μεταξύ άλλων, προσκόμισε και επικαλέσθηκε με τις προτάσεις του, κατά την συζήτηση της υποθέσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών του ότι αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση της συγκρούσεως είναι ο πρώτος αναιρεσίβλητος.

Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι δεν καθίσταται αναμφίβολα βέβαιο ότι έλαβε υπόψη: 1) τη συνταγείσα σχετικώς έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος της Τροχαίας Νέων Μουδανιών, κατά το μέρος αυτής όπου περιέχεται υπολογισμός της ταχύτητας του οδηγούμενου από αυτόν Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, 2) τις μαρτυρικές καταθέσεις των Δ.

Κ. και Μ. Κ., 3) τις ομολογίες των δύο πρώτων εναγομένων και ήδη δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με τις οποίες "η πρόσκρουση της εμπρόσθιας αριστερής πλευράς του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου έγινε επί του πίσω αριστερού εσωτερικού λάστιχου του φορτηγού αυτοκινήτου", 4) τις προσκομισθείσες μετ' επικλήσεως από τον ίδιο φωτογραφίες του Ι.Χ.Ε.

αυτοκινήτου και 5) την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Δ. Ο., που διορίστηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, σύμφωνα με την οποία η ανευρεθείσα ποσότητα οινοπνεύματος στο αίμα του δεν επηρεάζει την οδηγική του ικανότητα.

Από τις εμπροθέσμως κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις του ήδη αναιρεσείοντος, ενώπιον του Εφετείου, προκύπτει ότι πράγματι ο αναιρεσείων, προκειμένου να αποδείξει τον ως άνω ισχυρισμό του, επικαλέστηκε και προσκόμισε στο Εφετείο τα έγγραφα που προαναφέρθηκαν, από δε την προσβαλλομένη απόφαση δεν διαπιστώθηκε έλλειψη προσκομίσεως αυτών.

Όπως, όμως, προκύπτει από την τελευταία (προσβαλλομένη απόφαση), το Εφετείο βεβαιώνει ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όλα τα έγγραφα, που προσκομίζουν και επικαλούνται νόμιμα οι διάδικοι, τις με αριθμούς καταθέσεως 68/2000 και 72/00 προσκομιζόμενες και επικαλούμενες νομίμως από τους διαδίκους εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης των ιατρών Δ.

Ο. και Γ. Α., αντιστοίχως, τις από 9 και 10-05-2000 ιατρικές βεβαιώσεις- εκθέσεις των τεχνικών συμβούλων, ιατρών Π. Β. και Θ. Κ., την από 25-07-1998 τεχνική έκθεση του Γ. Α., τη συνταχθείσα το Νοέμβριο του 2009 τεχνική έκθεση του Κ. Λ., την από 23-11-1999 τοξικολογική γνωμοδότηση των Α. Τ., επίκουρου καθηγητή τοξικολογίας και εγκληματολογικής χημείας του Πανεπιστημίου … και Σ.

Ι., επίκουρου καθηγητή ιατροδικαστικής και τοξικολογίας του ίδιου Πανεπιστημίου, τις 24/8.1.1999 ενώπιον της Ειρηνοδίκου Θεσσαλονίκης ένορκες βεβαιώσεις των Ι. Γ., Μ. Ξ., Σ. Ζ., Α. Κ., Γ. Λ., Χ. Α., Α. Δ., Π. Π., Χ. Μ., Χ. Ρ., Χ. Σ. και Μ. Σ. και τις 251/28.1.99 ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης επίσης ένορκες βεβαιώσεις των Δ. και Μ.

Κ., την 571/13-2- 2002 ένορκη βεβαίωση των Α. Σ. και Ι. Β. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκη, καθώς και τις ομολογίες των διαδίκων ενώπιον τόσον του πρωτοβαθμίου όσο και του ιδίου (Εφετείου). Από τη ρητή αυτή διαβεβαίωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της, προκύπτει χωρίς καμία αμφιβολία ότι το δικαστήριο εκείνο, για την συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα ως άνω φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα, που νόμιμα είχε προσκομίσει και επικαλεστεί στο εφετείο ο ήδη αναιρεσείων, χωρίς να υποχρεούται το Δικαστήριο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτών και καθενός εγγράφου, με την επισήμανση, όμως, ότι τα φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα μνημονεύονται ρητώς στην προσβαλλομένη απόφαση, άλλα με γενική αναφορά και άλλα με ειδική, ενώ και καθ' όσον αφορά στις μαρτυρικές (μεταγενέστερες της αρχικής προανακριτικής του καταθέσεως) καταθέσεις του Δ.

Κ.- με τις οποίες άλλαξε την αρχική, δοθείσα αμέσως μετά το ατύχημα, κατάθεσή του -, όπως επίσης και στις μαρτυρικές καταθέσεις της Μ. Κ., διέλαβε ειδική αιτιολογία, διαλαμβάνοντας ότι οι εν λόγω καταθέσεις, σύμφωνα με τις οποίες ο οδηγός του φορτηγού ήθελε να στρίψει αριστερά για να πάει στο απέναντι πρατήριο και είχε περάσει τη διαχωριστική γραμμή με τις εμπρόσθιες ρόδες του, δεν είναι δυνατό να το οδηγήσουν σε διαφορετική κρίση (βλ. 22η και 23η σελίδες της προσβαλλομένης αποφάσεως).

Εξ άλλου, και καθ' όσον αφορά στις επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα ομολογίες των δύο πρώτων εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων περί των συγκρουσθεισών επιφανειών των εμπλακέντων στο ατύχημα οχημάτων, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο τις έλαβε υπόψη, δεχόμενο, όπως έχει ήδη εκτεθεί, ότι το Ι.Χ.Ε.

αυτοκίνητο επέπεσε με το εμπρόσθιο αριστερό μέρος του στο οπίσθιο τμήμα του φορτηγού και συγκεκριμένα στον οπίσθιο αριστερό τροχό του. Η εντοπιζόμενη από τον αναιρεσείοντα διαφορά μεταξύ των συναφώς δεκτών γενομένων από το Δικαστήριο (οπίσθιος αριστερός τροχός του φορτηγού) και των επικαλουμένων ομολογιών των ως άνω αναιρεσιβλήτων (πίσω αριστερό εσωτερικό λάστιχο του φορτηγού) δεν διαφοροποιεί τις συγκρουσθείσες επιφάνειες των εμπλακέντων στο ατύχημα οχημάτων, αντίθετα αφορά στην ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο.

Επομένως, οι λόγοι αυτοί κρίνονται αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Οι ίδιοι λόγοι της αναιρέσεως, κατά το μέρος αυτών, με το οποίο υποστηρίζεται, επικουρικώς, ότι το Εφετείο εκτίμησε εσφαλμένως το περιεχόμενο των αγνοηθέντων ως άνω αποδεικτικών μέσων, από το οποίο συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι, υπό την επίκληση πλημμέλειας από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών περιστατικών από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, απορριπτέοι, προεχόντως, ως απαράδεκτοι, λόγω της αοριστίας τους, είναι οι πρώτος, δεύτερος και έβδομος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το μέρος αυτών με το οποίο προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (και οι τρεις λόγοι και επιπλέον από τον αριθμό 7 του ίδιου άρθρου ο πρώτος λόγος), πλημμέλειες, καθ' όσον ο αναιρεσείων περιορίζεται στην αριθμητική αναφορά και μόνο των λόγων αναιρέσεως, χωρίς την παράθεση αντίστοιχου πραγματικού.

Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 340 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η αξιοπιστία των μαρτύρων και η εκτίμηση των όσων καταθέτουν ανήκει στην κυριαρχική και ανέλεγκτη εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο, μπορεί να αποδώσει στις καταθέσεις κάποιων μαρτύρων μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τις καταθέσεις κάποιων άλλων, όπως επίσης μπορεί να αποδώσει στην αρχική κατάθεση ενός μάρτυρα μεγαλύτερη βαρύτητα από τη μεταγενέστερη κατάθεση του ιδίου, με την οποία αναιρεί την πρώτη.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 12 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτά καθορίζει ο νόμος, όχι, όμως και στην περίπτωση που, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (ΚΠολΔ 340), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με τα άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία, διότι η εκτίμηση αυτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 383/2010, ΑΠ 1455/2007, ΑΠ 66/2005, Α.Π. 31/1999).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το νοηματικά τέταρτο σκέλος του, ο αναιρεσείων διατείνεται ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της ως άνω κρίσεώς του επί της προκειμένης υποθέσεως δεν εκτίμησε δεόντως τις μαρτυρικές (μεταγενέστερες της αρχικής προανακριτικής του καταθέσεως) καταθέσεις του Δ. Κ. και τις μαρτυρικές καταθέσεις της Μ. Κ. και επίσης προέβη σε εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, που κατέθεσαν οι εν λόγω μάρτυρες. Ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, κατ' ορθή εκτίμηση από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί οι προβαλλόμενες με αυτόν πιο πάνω αιτιάσεις, αναγόμενες στη στάθμιση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και την εκτίμηση αυτών που κατέθεσαν, δεν μπορούν να θεμελιώσουν λόγο αναιρέσεως.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 387 του ΚΠολΔ, που επαναλαμβάνει τον ορισμό της διατάξεως του άρθρου 340 παρ. 2 του ίδιου κώδικα, η πραγματογνωμοσύνη, εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, ακόμη και όταν διατάχθηκε υποχρεωτικά κατ' άρθρο 368 και δεν έχει αυξημένη δύναμη σε σχέση με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, που να δεσμεύει το δικαστήριο να δεχθεί την απόδειξη που προκύπτει από αυτή και, συνεπώς, η συνεκτίμησή της με τα άλλα αποδεικτικά μέσα μπορεί να οδηγήσει το δικαστήριο σε σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως, που να είναι αντίθετη προς το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης, η δε σχετική ως προς την εκτίμηση της πραγματογνωμοσύνης κρίση του δικαστηρίου δεν είναι ανάγκη να αιτιολογείται και είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 του ΚΠολΔ, ως αναγόμενη στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων (ΑΠ 1020/2014, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 879/2009, ΑΠ 1225/2009, ΑΠ 2017/2009).

Εξ άλλου, στον ΚΠολΔ, κατά κανόνα, ισχύει το σύστημα της ελεύθερης εκτιμήσεως των αποδείξεων (340 ΚΠολΔ) και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη. Για τα αποδεικτικά μέσα, που κατά το νόμο είναι ισοδύναμα, εναπόκειται στο δικαστήριο να κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα του καθενός, αφού αυτά, εκτιμηθούν, κατ' άρθρο 340 του ΚΠολΔ, "ελεύθερα".

Ο παραπάνω λόγος ιδρύεται, όπως έχει ήδη εκτεθεί κατά την έρευνα του αμέσως παραπάνω αναιρετικού λόγου, μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που δεν την είχε κατά το νόμο και όχι αν απέδωσε μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε ένα από τα ισοδύναμα αυτά αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 233/2011, ΑΠ 479/2010, ΑΠ 1311/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το νοηματικά τέταρτο σκέλος του, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια (αληθώς) από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν δέχθηκε το πόρισμα της με αριθμό πρωτ. 2518/20.9.93 εκθέσεως εξετάσεως αίματος για τον προσδιορισμό αλκοόλης του ιατρού Π.

Ε., Διευθυντή στο Εργαστήριο Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του Πανεπιστημίου …, καθώς και το παρέχον πλήρη απόδειξη πόρισμα της διαταχθείσας, κατά δικαστική επιταγή, από 15-05-2000 εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης του Δ. Ο., Παθολόγου, αναπληρωτή καθηγητή Ιατρικής του ως άνω Πανεπιστημίου, τις οποίες προσκόμισε αυτός, για την απόδειξη του ισχυρισμού του ότι η περιεχόμενη, κατά τον χρόνο του ατυχήματος, ποσότητα αλκοόλης στο αίμα του δεν επηρέαζε την οδηγική του ικανότητα, ενώ αντίθετα έλαβε υπόψη, μονομερώς και επιλεκτικώς, τις γνωματεύσεις που προσκομίστηκαν από τους αντιδίκους του.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθ' όσον πλήττει ευθέως την αποδεικτική αξία των εκτιμωμένων ελευθέρως από το δικαστήριο και χωρίς την ανάγκη ιδιαίτερης αιτιολογίας εκθέσεων του δικαστικού πραγματογνώμονα και του τεχνικού συμβούλου. Η ορθότητα, όμως, της εκτιμήσεως των αποδείξεων είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο, καθ' όσον πλήττει την περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, προσέτι δε και καθ' όσον αφορά την προαναφερόμενη δικαστική πραγματογνωμοσύνη, το εν λόγω αποδεικτικό μέσο δεν έχει αυξημένη αποδεικτική δύναμη έναντι των λοιπών και το πόρισμά του, όπως έχει ήδη αναφερθεί, δεν είναι δεσμευτικό για το δικαστήριο, αλλά συνεκτιμάται, με τις λοιπές αποδείξεις, όπως έγινε με την προσβαλλομένη απόφαση, η οποία ανέλεγκτα προσέδωσε μεγαλύτερη βαρύτητα στην έκθεση του τεχνικού συμβούλου από ότι στη δικαστική πραγματογνωμοσύνη.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68 και 556 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι προϋπόθεση για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναιρέσεως είναι ή ύπαρξη εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος όχι μόνο γενικώς, ως προς το ένδικο μέσο της αναιρέσεως, αλλά και ειδικώς, ως προς κάθε ένα λόγο αυτής (αναιρέσεως).

Θεμελιώνεται δε το έννομο συμφέρον στη βλάβη που υφίσταται ο ηττηθείς διάδικος από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, με την άσκηση δε της αναιρέσεως επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς αυτής συνέπειας για τον αναιρεσείοντα. Με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν συνέδεσε τη μυωπία του και τον σακχαρώδη διαβήτη του προς την κίνηση των οχημάτων επί του οδοστρώματος, ούτε απέδωσε στην κατάσταση της υγείας του παραβατική συμπεριφορά, δεχόμενο ότι " η ελαττωμένη σε ένα βαθμό όραση […] δεν επηρέαζε σημαντικά την ικανότητά του προς οδήγηση και αυτός μπορούσε να οδηγεί τη νύκτα με σχετική ασφάλεια".

Ο λόγος αυτός απαραδέκτως προβάλλεται, εφόσον, κατά την προεκτεθείσα σχετική αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι παθήσεις του αναιρεσείοντος δεν συνδέονται και δεν επηρέασαν την οδηγική του ικανότητα, και, συνεπώς, αυτός, εφ' όσον δεν υπέστη βλάβη από τη σχετική παραδοχή, στερείται εννόμου συμφέροντος για την άσκηση του συναφούς αναιρετικού λόγου.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παρισταμένων με διαφορετικούς πληρεξουσίους αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά τα νόμιμα και βάσιμα αιτήματα των τελευταίων (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου, λόγω της ήττας του, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Γ' β' εδ. δ' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο άρθρο 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο ένατο άρθρο 1 παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 01-01-2016 ένδικα μέσα).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-07-2016 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 182/2016 αίτηση για αναίρεση της 1749/2013 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για κάθε ομάδα αυτών. Και

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Ιανουαρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Μαρτίου 2021.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ