306/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated306/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξ άλλου κατά το άρθρο 104 του ΚΠολΔ για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Full text
Απόφαση 306 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 306/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ" (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ολυμπία Παναγιωτοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Δ. Π. του Γ., 2)Φ. Ι. του Π., 3) ... και 108) Δ. Υ. του Κ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Δέσποινα Μεταξά, που κατέθεσε προτάσεις και δήλωσε ότι έχουν αποβιώσει οι εξής: α)Κ. Τ. του Κ. (15η), η οποία κληρονομήθηκε από τους 1) Μ. Τ. του Κ., 2) Α. Τ. του Κ. και 3)Θ. Τ. του Κ., οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από την ίδια, β)Γ. Κ. του Α. (38ος), ο οποίος κληρονομήθηκε από τους 1)Α. Κ. του Ν., ατομικά και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα των ανήλικων τέκνων της Π. Κ. και Α. - Α. Κ., 2)Ν. Κ. του Γ., 3)Α. Κ. του Γ. και 4)Μ. Κ. του Γ., οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από την ίδια, γ)Α. Τ. του Γ. (73ος), ο οποίος κληρονομήθηκε από τους 1)Κ. Χ. και 2)Γ. Τ. του Α., οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από την ίδια, και δ)Γ. Π. του Σ. (105ος), ο οποίος κληρονομήθηκε από τους 1)Σ. Ο. του Α., 2)Μ. - Π. Π. του Γ. και 3)Β. - Α. Π. του Γ., οι οποίες συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από την ίδια.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/12/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η 770/2014 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 11/5/2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.1 και 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος χωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη όμως ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 94 παρ.1 του ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά.
Με το άρθρο 63 του Ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α 201/22.12.2017) προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 του ΚΠολΔ, με την οποία ορίσθηκε ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.
Εξ άλλου κατά το άρθρο 104 του ΚΠολΔ για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι εάν εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση απουσιάζει ή παρίσταται αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μην χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005, ΟλΑΠ 9/2003, ΟλΑΠ 9/1992).
Στην περίπτωση αυτή, εάν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευση του απολιπομένου ή μη προσηκόντως παρισταμένου διαδίκου, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν (ΑΠ 1374/2017, ΑΠ 526/2016, ΑΠ 1622/2013, ΑΠ 453/2011, ΑΠ 340/2011). Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος. Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.3 εδ.
β του ιδίου Κώδικα, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Στην προκειμένη περίπτωση η επίσπευση της συζήτησης της ένδικης από 11.5.2018 και με αριθ. κατάθ. 18/11.5.2018 αίτησης αναίρεσης του αναιρεσείοντος Οργανισμού (Ν.Π.Δ.Δ.) με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), που στρέφεται κατά εκατόν οκτώ (108) συνολικά αναιρεσίβλητων, έλαβε χώρα για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (26 Νοεμβρίου 2019) με την επιμέλεια όλων των αναιρεσίβλητων, όπως προκύπτει από την από 5.9.2019 παραγγελία προς επίδοση της αίτησης αναίρεσης κάτω από αντίγραφο αυτής της Δέσποινας Μεταξά, ως πληρεξουσίας δικηγόρου αυτών, σε συνδυασμό με την προσκομιζόμενη με επίκληση με αριθ. 4619/6.9.2019 έκθεση επίδοσης αυτής προς τον αναιρεσείοντα Οργανισμό του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Δ.
Π.. Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης, κατά τη συζήτηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης στην ως άνω ορισθείσα δικάσιμο, οπότε αυτή εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, άπαντες οι αναιρεσίβλητοι, [πλην των ήδη θανόντων 15ης, 38ου, 73ου και 105ου, των οποίων οι κληρονόμοι δήλωσαν ότι συνεχίζουν τη δίκη], εκπροσωπήθηκαν από την πιο πάνω πληρεξουσία δικηγόρο τους.
Από τα στοιχεία όμως της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι η ως άνω δικηγόρος που έδωσε την παραγγελία για τις ως άνω επιδόσεις και που παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης είχε πληρεξουσιότητα να επισπεύσει τη συζήτηση αυτής και να παραστεί κατ' αυτήν και από τους 29ο και 76η των αναιρεσίβλητων Ε.
Ρ. του Π. και Ε. Κ. - Μ. του Κ., αφού δεν προσκομίζονται έγγραφες περί τούτου εξουσιοδοτήσεις των εν λόγω διαδίκων προς την ως άνω δικηγόρο με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής των εντολέων από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή ή συμβολαιογραφικά προς αυτήν πληρεξούσια. Κατά συνέπεια ακύρως αυτοί επέσπευσαν τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης και ακύρως παρέστησαν κατά τη συζήτηση.
Ούτε επίσης προκύπτει η εκ μέρους του αντιδίκου τους Οργανισμού κλήτευση αυτών, προκειμένου να παραστούν αυτοί κατά την εκδίκαση της ένδικης αίτησης αναίρεσης κατά την ορισθείσα κατά τα άνω δικάσιμο. Επομένως, εφόσον οι ως άνω αναιρεσίβλητοι δεν επέσπευσαν νομίμως τη συζήτηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης και δεν παρέστησαν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κατά τη συζήτηση αυτής θεωρούνται δικονομικά απόντες και, αφού ούτε κλητεύθηκαν νομίμως από τον αντίδικο τους Οργανισμό, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτούς, οι οποίοι συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσίβλητους και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτούς, ενώ για τους παρισταμένους προσηκόντως λοιπούς αναιρεσίβλητους πρέπει ο Άρειος Πάγος να χωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 35 του ΑΚ, 62, 73, 313 παρ. 1 εδ. δ, 286 επόμ. και 558 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε περίπτωση θανάτου του διαδίκου μετά την άσκηση της αγωγής, τα ένδικα μέσα που ασκούνται κατά της οριστικής απόφασης, άρα και η αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με την τελευταία ως άνω διάταξη, κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενα δε κατ' αυτού είναι άκυρα, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει γνώση του θανάτου του αντιδίκου του με οποιονδήποτε τρόπο, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση.
Επομένως η αναίρεση που απευθύνεται κατά αποβιώσαντος χωρίς να γνωρίζει το θάνατο του ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και η συζήτησή της χωρεί νομίμως με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, αν αυτοί εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 27/1987, ΑΠ 433/2017, ΑΠ 86/2016, ΑΠ 467/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα με επίκληση προσκομιζόμενα από τους αναιρεσίβλητους έγγραφα, οι δέκατη πέμπτη (15η), τριακοστός όγδοος (38ος), εβδομηκοστός τρίτος (73ος) και εκατοστός πέμπτος (105ος) από αυτούς απεβίωσαν στις 26 Μαρτίου 2015 [η 15η Τ. Κ. του Κ.], στις 30 Ιανουαρίου 2014 [ο 38ος Κ. Γ. του Α.], στις 18 Ιανουαρίου 2015 [ο 73ος Τ.
Α. του Γ.] και στις 17 Απριλίου 2010 [ο 105ος Π. Γ. του Σ.], ήτοι ο θάνατος αυτών επήλθε μετά την άσκηση της ένδικης από 15.12.2009 (αρ. κατ. 3478/30.12.2009) αγωγής και α) για τους 38ο και 105ο των αναιρεσίβλητων πριν την προφορική συζήτηση αυτής (14 Μαρτίου 2014) ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, χωρίς όμως να γίνει στη δίκη αυτή γνωστοποίηση του θανάτου αυτών και διακοπή και συνέχιση της δίκης από τους κληρονόμους των και β) για τους 15η και 73ο μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης (η οποία έλαβε χώρα στις 12 Μαΐου 2014), για τους οποίους δεν υπήρχε στάδιο διακοπής και συνέχισης της δίκης.
Περαιτέρω από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προκύπτει ότι κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. γνώριζε το θάνατο των προαναφερθέντων αναιρεσίβλητων.
Συνεπώς η ένδικη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και κατά το μέρος της που στρέφεται κατά των αναιρεσίβλητων αυτών, παρά το γεγονός ότι αυτοί είχαν αποβιώσει πριν την άσκησή της, νομίμως δε με δήλωσή της πληρεξουσίας δικηγόρου παρίστανται στη δίκη και συνεχίζουν αυτή οι κληρονόμοι αυτών και ειδικότερα α) οι Μ.
Τ., Α. Τ. και Θ. Τ., ως κληρονόμοι της Κ. Τ., αδελφοί της θανούσας, β) οι Κ. Α. ατομικά και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της Κ. Π. και Κ. Α. - Α., Μ. Κ., Α. Κ. και Ν. Κ., ως κληρονόμοι του Γ. Κ., σύζυγος και τέκνα του θανόντος, γ) οι Χ. Κ. και Γ. Τ., ως κληρονόμοι του Α. Τ., σύζυγος και υιός του θανόντος και δ) οι Ο.
Σ., Μ. - Π. Π. και Β. - Α. Π., ως κληρονόμοι του Γ. Π., σύζυγος και θυγατέρες του θανόντος, οι οποίοι μάλιστα με τις παρασχεθείσες έγγραφες εξουσιοδοτήσεις των εγκρίνουν όλες τις προηγηθείσες ενέργειες της ως άνω δικηγόρου. Από τη διάταξη του άρθρου 556 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι δικαίωμα ν' ασκήσει αναίρεση έχει, μεταξύ άλλων, και ο εναγόμενος εφόσον νικήθηκε ολικά ή μερικά, ως και οι καθολικοί ή ειδικοί διάδοχοι αυτού, εφόσον απέκτησαν την ιδιότητά τους αυτή μετά την άσκηση την αγωγής.
Συνακόλουθα επί νομικού προσώπου, εάν επέλθει μεταβολή στο πρόσωπο αυτού, νομιμοποιείται ενεργητικά για την άσκηση της αναίρεσης ο (οιονεί) καθολικός διάδοχος αυτού. Τοιαύτη περίπτωση συντρέχει και επί μερικής οιονεί καθολικής διαδοχής, όπως όταν μεταφέρεται κάποιος τομέας που ασκεί συγκεκριμένες δραστηριότητες του αρχικά εναγομένου νομικού προσώπου σε άλλο φορέα, επίσης νομικό πρόσωπο, το οποίο υπεισέρχεται στα δικαιώματα και υποχρεώσεις που απορρέουν από τη δραστηριότητα του μεταφερθέντος τομέα.
Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 του Ν. 3918/2011 (ΦΕΚ Α' 31), συνεστήθη νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου υπό την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)" [ήδη αναιρεσείων], με έναρξη του χρόνου λειτουργίας του έξι μήνες μετά τη δημοσίευση του νόμου (2.3.2011), στον οποίο κατά την παρ. 2 του άρθρου αυτού μεταφέρθηκαν και εντάχθηκαν ως υπηρεσίες, αρμοδιότητες και προσωπικό και μόνον ως προς τις παροχές υπηρεσιών υγείας σε είδος (και όχι σε χρήμα), μεταξύ άλλων, και ο κλάδος υγείας του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίου Ταμείου Ασφάλισης Μισθωτών (Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.) με τις μονάδες υγείας του κλπ (ΣτΕ 806/2015).
Με τη διάταξη του άρθρου 26 παρ. 9 του ιδίου νόμου, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με την παράγραφο 21 του άρθρου 72 του Ν. 3984/2011 (ΦΕΚ Α' 150), ορίσθηκε ότι οι ιατροί, οδοντίατροι, φαρμακοποιοί και το υγειονομικό προσωπικό που υπηρετεί στο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ ... μεταφέρονται αυτοδίκαια κατά την ημερομηνία ένταξης των κλάδων υγείας αυτών στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., με τους όρους του παρόντος άρθρου, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 29 παρ. 1 του ίδιου ως άνω νόμου, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 53 παρ. 2 περ.
α του Ν. 4368/2016, ορίσθηκε ότι ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. αποτελεί καθολικό διάδοχο των εντασσόμενων φορέων και υπεισέρχεται στα δικαιώματα και υποχρεώσεις αυτών. Τέλος με τη διάταξη του άρθρο 33 παρ. 9, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 53 παρ. 2 περ. γ του Ν. 4368/2016, ορίσθηκε ότι εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσόμενων φορέων, συνεχίζονται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης και ότι δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται ισχύουν έναντι του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. κατέστη ως προς τον κλάδο της υγείας και για τις παροχές σε είδος οιονεί καθολικός διάδοχος του Ι.Κ.Α.- Ε.Τ.Α.Μ. και συνεχίζει τις δίκες αυτού. Στο πλαίσιο αυτό, γινόταν δεκτό ότι, εφόσον ο νόμος δεν διέκρινε, τα ανωτέρω ίσχυαν και ως προς τις μισθολογικές αξιώσεις των ιατρών που υπηρέτησαν στο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.
σε χρόνο προγενέστερο της ένταξης του κλάδου υγείας αυτού στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. (οπότε, κατά την προεκτεθείσα διάταξη της παρ. 9 του άρθρου 26 του Ν. 3918/2011, οι ιατροί μεταφέρθηκαν αυτοδικαίως στον εν λόγω Οργανισμό), ανεξαρτήτως, μάλιστα, εάν αυτοί συνέχισαν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., μετά τη σύστασή του, ή εάν η εργασιακή τους σχέση με το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.
είχε ήδη λήξει κατά τη σύσταση του Οργανισμού (ΣτΕ 4137/2015). Επακολούθησε όμως ο Ν. 4368/2016 (ΦΕΚ Α 21) με τον οποίο και προς άρση σχετικών αμφισβητήσεων που ανέκυψαν ως προς την έκταση της οιονεί καθολικής διαδοχής του Ε.Ο.Π.Π.Υ. αναφορικά με τις υπηρεσίες των φορέων κοινωνικής ασφάλισης που εντάχθηκαν σε αυτόν, συμπληρώθηκε η ως άνω διάταξη του άρθρου 29 παρ. 1 του Ν. 3918/2011 με την προσθήκη υποπαραγράφου Α και αντικαταστάθηκε η ως άνω διάταξη του άρθρου 33 παρ. 9 του ιδίου νόμου με το άρθρο 53 παρ. 2 στοιχ.
α και γ του νόμου αυτού (4368/2016). Ειδικότερα με το άρθρο 53 παρ. 2 στοιχ. α του νόμου αυτού προστέθηκε υποπαράγραφος Α στο άρθρο 29 παρ.1 του Ν. 3918/2011 με την οποία ορίσθηκε ότι "1.Α) Ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. αποτελεί καθολικό διάδοχο των φορέων που εντάσσονται σε αυτόν ως προς τις υπηρεσίες και αρμοδιότητες που αφορούν αποκλειστικά παροχή υγείας σε είδος.
Η καθολική διαδοχή του προηγούμενου εδαφίου καταλαμβάνει και το πάσης φύσεως προσωπικό, καθώς και δικηγόρους με έμμισθη εντολή, εφόσον μεταφέρονται στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", ενώ με το άρθρο 53 παρ. 2 στοιχ. γ του Ν. 4368/2016 αντικαταστάθηκε η παρ. 9 του άρθρου 33 του ιδίου νόμου (3918/2011) ως ακολούθως: "α. Εκκρεμείς δίκες που αφορούν το περιεχόμενο της καθολικής διαδοχής του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., όπως αυτό προσδιορίζεται στην υποπαράγραφο Α` της παραγράφου 1 του άρθρου 29 του παρόντος, συνεχίζονται από τον Οργανισμό χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης.
β. Ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. συνεχίζει τις εκκρεμείς δίκες που αφορούν μόνο το προσωπικό που μεταφέρθηκε σε αυτόν. Δικαστικές αποφάσεις που αφορούν προσωπικό που δεν μεταφέρθηκε στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ακόμα και εάν οι σχετικές δίκες διεξήχθησαν από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., εκτελούνται σε βάρος του προϋπολογισμού του φορέα κοινωνικής ασφάλισης, στον οποίο, πριν από την ένταξη στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ανήκε το προσωπικό.
Το προηγούμενο εδάφιο ισχύει αναδρομικά από 1.1.2012". Συνακόλουθα, αναφορικά με το με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ιατρικό προσωπικό, που ουδέποτε εντάχθηκε στον Ε.Ο.Π.Π.Υ. για το λόγο ότι είχε αποχωρήσει της υπηρεσίας του στο Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. πριν τη σύσταση του πιο πάνω Οργανισμού, νομιμοποιούμενος ενεργητικά προς άσκηση αναίρεσης κατ' απόφασης εκδοθείσας με εναγόμενο τον Ε.Ο.Π.Π.Υ., μετά την έναρξη ισχύος του έχοντος από 1.1.2012 αναδρομική δύναμη προπαρατεθέντος εδαφίου β, είναι πλέον ο φορέας κοινωνικής ασφάλισης στον οποίο απασχολείτο το εν λόγω προσωπικό και συγκεκριμένα το Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.
και ήδη ο Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (Ε.Φ.Κ.Α.), ως οιονεί καθολικός του διάδοχος, μετά την έναρξη λειτουργίας του τελευταίου ως φορέα κοινωνικής ασφάλισης από 1.1.2017, ο οποίος συνεστήθη ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με το άρθρο 51 του Ν. 4387/2016 (ΦΕΚ Α 85). Εξ άλλου για τους απασχολούμενους σε νοσοκομεία του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.
ιατρούς, με το άρθρο 32 παρ.1, 2, 3 και 6 του ως άνω Ν. 3918/2011 ορίσθηκε ότι από 1.6.2011 οι Υπηρεσίες Νοσοκομειακής Υποστήριξης του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. εντάσσονται στο Εθνικό Σύστημα Υγείας και ειδικότερα (μεταξύ άλλων) το 1ο Νοσοκομείο Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. Αθήνας εντάσσεται στο Σισμανόγλειο Γενικό Περιφερειακό Νοσοκομείο Αττικής και το 7ο Νοσοκομείο Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.
Αθήνας εντάσσεται στο Γενικό Περιφερειακό Νοσοκομείο "Αγία Όλγα - Κωνσταντοπούλειο" (παρ. 1), ότι μετά την ένταξη οι ανωτέρω υπηρεσίες νοσοκομειακής υποστήριξης λειτουργούν ως αντίστοιχα παραρτήματα των ανωτέρω νοσοκομείων στα οποία εντάσσονται (φορείς υποδοχής) και ότι οι ιατροί πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης που υπηρετούν στις ως άνω μονάδες κατά το χρόνο ένταξης μεταφέρονται με την ίδια εργασιακή σχέση, οργανική θέση, βαθμό και ειδικότητα που κατέχουν στον αντίστοιχο φορέα υποδοχής (παρ. 2), ότι το λοιπό μόνιμο και με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου ιατρικό και οδοντιατρικό προσωπικό που υπηρετεί στις παραπάνω Υπηρεσίες Νοσοκομειακής Υποστήριξης, καθώς και το αποσπασμένο ή διατιθέμενο από το ΙΚΑ - ΕΤΑΜ σε εξειδικευμένες μονάδες ή τμήματα νοσοκομείων του ΕΣΥ, εφόσον επιθυμεί την ένταξη, μεταφέρεται με την ίδια εργασιακή σχέση, κλάδο και ειδικότητα στους φορείς υποδοχής, καταλαμβάνοντας ισάριθμες προσωποπαγείς θέσεις που συστήνονται αυτοδικαίως με την έναρξη ισχύος της διάταξης αυτής, ενώ όσοι δεν επιθυμούν την ένταξη μεταφέρονται στον Ε.Ο.Π.Π.Υ.
σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος (παρ. 3) και ότι εκκρεμείς δίκες που αφορούν τις εντασσόμενες Υπηρεσίες συνεχίζονται αυτοδικαίως στο όνομα και για λογαριασμό του Νοσοκομείου, στο οποίο εντάσσονται. Τέλος, με το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 4052/2012 (ΦΕΚ Α 41) ορίσθηκε ότι από 1.1.2013 τα λειτουργούντα και υπό ενιαία διοίκηση διασυνδεόμενα νοσοκομεία του Ε.Σ.Υ., που προβλέπονται (και) από το άρθρο 32 του Ν. 3918/2011 αποτελούν αυτοτελή και ενιαία Ν.Π.Δ.Δ.
Επομένως για το με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ιατρικό προσωπικό που απασχολείτο σε νοσοκομεία (μονάδες δευτεροβάθμιας περίθαλψης) του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., μετά την απόσχιση του κλάδου υγείας του τελευταίου αναφορικά με την παροχή σε είδος υπηρεσιών υγείας και την ένταξη των νοσοκομείων αυτών ως παραρτημάτων σε δημόσια νοσοκομεία του Ε.Σ.Υ., νομιμοποιείται ενεργητικά προς άσκηση αναίρεσης κατ' απόφασης εκδοθείσας με διάδικο τον Ε.Ο.Π.Π.Υ.
το έχον νομική προσωπικότητα (Ν.Π.Δ.Δ.) νοσοκομείο (φορέας υποδοχής), στο ιατρικό προσωπικό του οποίου έχει ενταχθεί το απασχολούμενο σε μονάδες δευτεροβάθμιας περίθαλψης (νοσοκομεία) του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. ιατρικό προσωπικό. Επακολούθησε ο Ν. 4238/2014, που δημοσιεύθηκε στις 17 Φεβρουαρίου 2014 (ΦΕΚ Α 21), με τον οποίο ορίσθηκαν στο άρθρο 2 αυτού οι δημόσιες δομές παροχής υπηρεσιών πρωτοβάθμιας υγείας του Π.Ε.Δ.Υ., οι οποίες εντάχθηκαν στην οργανωτική δομή των κατά τόπους Διοικήσεων Υγειονομικών Υπηρεσιών (Δ.Υ.Πε), ως αποκεντρωμένες οργανικές μονάδες αυτών.
Με τις διατάξεις των άρθρων 16 παρ. 1 και 17 παρ. 1 του νόμου αυτού (όπως τα δύο πρώτα εδάφια του άρθρου 17 παρ. 1 αντικαταστάθηκαν με το άρθρο πρώτο υποπαρ. Ι. 5 του Ν. 4254/2014 - ΦΕΚ Α 85 ως προς το χρόνο έναρξης της ισχύος τους από 4 Μαρτίου 2014) προβλέφθηκε διαδικασία μετάταξης/μεταφοράς του τεθέντος (μεταξύ άλλων) από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού σε κατάσταση διαθεσιμότητας χρονικής διάρκειας ενός μηνός μόνιμου και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ιατρικού και οδοντιατρικού προσωπικού του Ε.Ο.Π.Π.Υ, σε οργανικές θέσεις πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης με την ίδια εργασιακή σχέση που συνιστώνται για τον σκοπό αυτό στις αντίστοιχες χωροταξικά Διοικήσεις Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε.) και κατόπιν αίτησης αυτών υποβαλλομένης εντός της εκεί προβλεπομένης προθεσμίας από την ημερομηνία έκδοσης της διαπιστωτικής πράξης για τη θέση αυτών υπό καθεστώς διαθεσιμότητας.
Με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ.9 εδ. α, β και γ του νόμου αυτού (4238/2014) ορίσθηκε ότι η νόμιμη εκπροσώπηση των μονάδων που μεταφέρονται ανήκει στους διοικητές των οικείων Υγειονομικών Περιφερειών, ότι εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσομένων μονάδων, του ιατρικού, νοσηλευτικού και λοιπού προσωπικού που μετατάσσεται ή μεταφέρεται συνεχίζονται από τις Διοικήσεις των Υγειονομικών Υπηρεσιών (Δ.Υ.Πε), χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης, ότι δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται ισχύουν έναντι των Δ.Υ.Πε.
και ότι εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις του πάσης φύσεως προσωπικού των ανωτέρω μονάδων που δεν μεταφέρεται ή μετατάσσεται στις Δ.Υ.Πε. συνεχίζονται από τον Ε.Ο.Π.Π.Υ. χωρίς να επέρχεται διακοπή και οι δικαστικές αποφάσεις ισχύουν έναντι του Ε.Ο.Π.Π.Υ. Επομένως αναφορικά με το με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ιατρικό προσωπικό, που, μετά την αυτοδίκαιη ένταξή του στον Ε.Ο.Π.Π.Υ.
από το Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., όπου απασχολείτο προηγουμένως κατ' εφαρμογή του Ν. 3918/2011, μεταφέρθηκε/μετατάχθηκε στη συνέχεια στις κατά τόπους Δ.Υ.Πε. κατ' εφαρμογή των ρυθμίσεων του Ν. 4238/2014, νομιμοποιείται ενεργητικά προς άσκηση αναίρεσης κατ' απόφασης εκδοθείσας με διάδικο τον Ε.Ο.Π.Π.Υ. η έχουσα νομική προσωπικότητα (άρθ. 1 παρ.2 του Ν. 3329/2005) κατά τόπο Δ.Υ.Πε., σε οργανική μονάδα της οποίας έχει ενταχθεί με την προβλεπόμενη στο νόμο διαδικασία το ως άνω ιατρικό προσωπικό.
Τέλος πρέπει να σημειωθεί ότι σε περίπτωση καθολικής ή οιονεί καθολικής διαδοχής, ολικής ή μερικής, δεν τρέχει η καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, εάν η τελευταία δεν επιδοθεί στον οιονεί καθολικό διάδοχο, κατ' ανάλογη εφαρμογή της παρ. 3 του άρθρου 518 του ΚΠολΔ (ΑΕΔ 5/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως διαλαμβάνεται στην ένδικη αίτηση αναίρεσης και προκύπτει από το προσκομιζόμενο με επίκληση με αριθ. ΔΒ1Γ/87/10.5.2018 έγγραφο της Διεύθυνσης Διοικητικής Υποστήριξης του αναιρεσείοντος Οργανισμού, χωρίς το περιεχόμενό του εγγράφου αυτού ν' αμφισβητούν οι αναιρεσίβλητοι, αποδεικνύεται ότι εκ των αναιρεσίβλητων:
α) οι 1η, 4ος, 5ος, 6η, 7ος, 9ος, 10η, 11ος,14η,18η,19ος, 20ος, 21ος, 23η, 24η, 25ος, 26ος, 27η, [...], 31η, 33η, 45η, 46η, 47η, 57ος, 62ος, 63η, 64ος, 70ος, 72ος, 77ος, 78η, 80η, 84ος, 85ος, 86ος, 94η, 95η,98ος, 101ος, 102ος, 104ος, 106ος, 107ος και 108ος (44 τον αριθμό) μετατάχθηκαν/μεταφέρθηκαν κατά τις διατάξεις του Ν. 4238/2014 στην 1η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής (1η Δ.Υ.Πε), β) οι 2ος, 8ος, 34ος, 44ος, 54η, 55η, 66η, 67ος, 68η, 71ος, 74ος και 97η (12 τον αριθμό) μετατάχθηκαν/μεταφέρθηκαν κατά τις διατάξεις του Ν. 4238/2014 στην 2η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Πειραιώς και Αιγαίου (2η Δ.Υ.Πε), γ) οι 35η, 36ος, 37ος, 38ος, 39ος , 40ος, 41ος, 42ος, 43ος , 100η και 103ος (11 τον αριθμό) υπηρετούσαν ως ιατροί στο 7ο Νοσοκομείο Αθήνας του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., το οποίο εντάχθηκε στο Γενικό Περιφερειακό Νοσοκομείο "Αγία Όλγα - Κωνσταντοπούλειο", στο οποίο αυτοί μεταφέρθηκαν, δ) ο 59ος υπηρετούσε ως ιατρός στο 1ο Νοσοκομείο Αθήνας του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.
το οποίο εντάχθηκε στο Σισμανόγλειο Γενικό Περιφερειακό Νοσοκομείο Αττικής, στο οποίο αυτός μεταφέρθηκε και ε) οι 73ος, 90η και 105ος (3 τον αριθμό) είχαν αποχωρήσει της υπηρεσίας στις 1.1.2008, 19.9.2008 και 17.4.2010 από το Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., πριν δηλαδή από τη σύσταση του Ε.Ο.Π.Π.Υ., στις υπηρεσίες του οποίου ουδέποτε εντάχθηκαν.
Επομένως, όπως ορθώς επισημαίνουν οι αναιρεσίβλητοι με τις προτάσεις των, ως προς τους διαδίκους αυτούς δεν νομιμοποιείται ενεργητικά προς άσκηση της ένδικης από 11.5.2018 αίτησης αναίρεσης κατά της με αριθ. 770/12.5.2014 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών ο αναιρεσείων Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), ο οποίος υπήρξε διάδικος, ως οιονεί καθολικώς διάδοχος του αρχικά εναγομένου Ι.Κ.Α., στην ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών διεξαχθείσα πρωτοβάθμια δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αλλά η 1η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής ως προς τους υπό στοιχείο (α) αναιρεσίβλητους, η 2η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Πειραιώς και Αιγαίου ως προς τους υπό στοιχείο (β) αναιρεσίβλητους, το Γενικό Περιφερειακό Νοσοκομείο "Αγία Όλγα - Κωνσταντοπούλειο" (Ν.Π.Δ.Δ.) ως προς τους υπό στοιχείο (γ) αναιρεσίβλητους, το Σισμανόγλειο Γενικό Περιφερειακό Νοσοκομείο Αττικής (Ν.Π.Δ.Δ.) ως προς τον υπό στοιχείο (δ) αναιρεσίβλητο και ο Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (Ε.Φ.Κ.Α.), ως οιονεί καθολικός διάδοχος του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.
ως προς τους υπό στοιχείο (ε) αναιρεσίβλητους, που είχαν αποχωρήσει της υπηρεσίας των πριν από τη σύσταση του αναιρεσείοντος Οργανισμού. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 556 παρ.1 και 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ ν' απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης του αναιρεσείοντος Οργανισμού, ως προς τους υπό στοιχεία (α), (β), (γ), (δ) και (ε) αναιρεσίβλητους και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων Οργανισμός, λόγω της ήττας του (άρθ. 176, 183 του ΚΠολΔ) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των πιο πάνω αναιρεσίβλητων, που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις.
Κατά τα λοιπά, με την κρινόμενη από 11.5.2018 και με αριθ. κατάθεσης 18/11.5.2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 770/12.5.2014 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου έγινε στο σύνολό της δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η από 15 Δεκεμβρίου 2009 και με αριθμό κατάθεσης 3478/30.12.2009 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων, εκατόν οκτώ (108) τον αριθμό [επί συνόλου 111 αρχικά εναγόντων], ιατρών διαφόρων ειδικοτήτων, συνδεομένων με το αρχικά εναγόμενο Ι.Κ.Α.
με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, και επιδικάσθηκαν στον καθένα εξ αυτών τα εκεί αναγραφόμενα επί μέρους χρηματικά ποσά, ως οικονομικό κίνητρο απόδοσης για τη χρονική περίοδο από 1.1.2007 έως 30.11.2009. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε, ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους, που είχαν ενταχθεί αυτοδικαίως (Ν. 3918/2011) στις υπηρεσίες του αναιρεσείοντος Οργανισμού, ως οιονεί καθολικού διαδόχου του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.
χωρίς στη συνέχεια να μεταφερθούν σε κατά τόπους Δ.Υ.Πε. και ειδικότερα ως προς τους 3η, 12η, 13ο, 15η, 16η, 17ο, 22ο, 28ο, 30ο, 32ο, 48ο, 49η, 50ο, 51ο, 52ο, 53η, 56ο, 58ο, 60ο, 61η, 65η, 69ο, 75ο, 76η, 79η, 81ο, 82ο, 83ο, 87ο, 88ο, 89η, 91η, 92η, 93η, 96η και 99η εξ αυτών (36 τον αριθμό), νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ), μετά την πάροδο της τριετούς καταχρηστικής προθεσμίας από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου στις 12 Μαΐου 2014, κατά τη διάρκεια της οποίας, όπως διαλαμβάνεται στην αναίρεση και δεν αμφισβητείται από τους παρισταμένους πιο πάνω αναιρεσίβλητους (άρθ. 261 του ΚΠολΔ), δεν ασκήθηκε έφεση, με συνέπεια η απόφαση αυτή να καταστεί ως προς τους διαδίκους αυτούς τελεσίδικη (άρθ. 518 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015).
Είναι συνεπώς ως προς τους ως άνω αναιρεσίβλητους παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Με τη διάταξη του άρθρου 63 παρ. 6 του Ν. 3518/2006 (ΦΕΚ Α` 272), ορίζεται ότι: "Με σκοπό τον εξορθολογισμό των δαπανών, τη μείωση της εισφοροδιαφυγής, τη μείωση του χρόνου απονομής των συντάξεων και καταβολής των πάσης φύσεως παροχών στους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης αρμοδιότητας Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, παρέχεται κίνητρο στο προσωπικό τους και στο προσωπικό της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων, πλην Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις και το ύψος του οικονομικού κινήτρου, καθώς επίσης και ο τρόπος ελέγχου και διασφάλισης των προσδοκώμενων αποτελεσμάτων. Οι διατάξεις του ν. 3205/2003 δεν έχουν εφαρμογή για την παροχή του ως άνω κινήτρου ...".
Κατ` εξουσιοδότηση της διάταξης αυτής εκδόθηκε η με αριθ. 2/46581/0022/17-8-2007 Κοινή Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας υπό τον τίτλο "Καθορισμός των όρων, του ύψους και των προϋποθέσεων καταβολής οικονομικού κινήτρου στο προσωπικό της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης πλην Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ." (ΦΕΚ Β` 1647), με χρόνο έναρξης της ισχύος της από 1.1.2007, η οποία ορίζει ότι: "Για τον εξορθολογισμό των δαπανών, τη μείωση της εισφοροδιαφυγής, τη μείωση του χρόνου απονομής των συντάξεων και καταβολής των πάσης φύσεως παροχών στους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης (Φ.
Κ. Α.), αρμοδιότητας του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας χορηγείται μηνιαίως χρηματικό ποσό ως κίνητρο στο προσωπικό τους, πλην Ι.Κ.Α. - ΕΤ.Α.Μ., και στο προσωπικό της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Γ.Γ.Κ.Α.) και καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις, το ύψος και ο τρόπος ελέγχου και διασφάλισης των προσδοκώμενων αποτελεσμάτων ως εξής: 1.
Το ύψος του μηνιαίου οικονομικού κινήτρου ορίζεται ανά κατηγορία υπαλλήλου ως εξής: α) κατηγορία Πανεπιστημιακής και Τεχνολογικής Εκπαίδευσης 150 ευρώ μέχρι 10 έτη υπηρεσίας, 200 ευρώ από 10 έτη υπηρεσίας μέχρι 20 έτη υπηρεσίας και 250 ευρώ από 20 έτη υπηρεσίας και άνω β) κατηγορία Δευτεροβάθμιας και Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης τα ανωτέρω ποσά μειωμένα κατά 20% αντίστοιχα. 2.
Το κίνητρο περικόπτεται σε κάθε περίπτωση απουσίας του υπαλλήλου από την υπηρεσία, εκτός από τις ημέρες κανονικής άδειας, ειδικών αδειών, γονικής άδειας και συνδικαλιστικής άδειας. 3. Κριτήρια για τη χορήγηση του οικονομικού κινήτρου στους υπαλλήλους: α) των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης είναι η αύξηση της αποτελεσματικότητας με βάση τους στόχους που τίθενται κάθε χρόνο από τις Διοικήσεις τους και τα επιχειρησιακά σχέδια που εκπονούν αυτές και β) της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων είναι η αύξηση της αποτελεσματικότητας με βάση τους γενικότερους στόχους που τίθενται κάθε χρόνο από την πολιτική ηγεσία της σε συνεργασία με τους προϊσταμένους των Γενικών Διευθύνσεων και των Διευθύνσεων. 4.
Ο έλεγχος και η διασφάλιση των αποτελεσμάτων διενεργούνται ως ακολούθως: α) Η πολιτική ηγεσία της ΓΓΚΑ και οι διοικήσεις των ΦΚΑ σε συνεργασία με τους προϊσταμένους των υποκείμενων οργανικών μονάδων, καθορίζουν κάθε χρόνο τους στόχους που πρέπει να επιτευχθούν από κάθε οργανική μονάδα, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες κάθε υπηρεσίας.
Ο προϊστάμενος κάθε οργανικής μονάδας έχει την ευθύνη για τον έλεγχο της συμμετοχής των υπαλλήλων στην επίτευξη των ως άνω στόχων και στην αύξηση της αποτελεσματικότητας, β) Η συμμετοχή στην επίτευξη των στόχων και στην αύξηση της αποτελεσματικότητας βεβαιώνονται στις αρχές κάθε μήνα με πράξη του προϊσταμένου κάθε οργανικής μονάδας στην ειδική κατάσταση πληρωμής του οικονομικού κινήτρου, στην οποία συμπράττουν οι προϊστάμενοι των υποκείμενων οργανικών μονάδων, οι οποίοι έχουν την ίδια ευθύνη στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους.
γ) Οι υπάλληλοι που δηλώνουν εγγράφως ότι δεν επιθυμούν να μετέχουν στη συστηματική αυτή προσπάθεια αύξησης της αποτελεσματικότητας, δεν δικαιούνται την παροχή αυτή του οικονομικού κινήτρου, δ) Οι διατάξεις του ν.3205/2003 δεν έχουν εφαρμογή για την παροχή του ως άνω κινήτρου. 5. Το ανωτέρω οικονομικό κίνητρο δικαιούνται:
α) οι τακτικοί υπάλληλοι και ιατροί, μόνιμοι και ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων, του ΟΓΑ και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης, πλην ΙΚΑ - ΕΤΑΜ και β) οι υπάλληλοι που είναι αποσπασμένοι σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν. 4052/1960 στους ως άνω φορείς. 6. Το ποσό του κινήτρου υπόκειται στις συνήθεις κρατήσεις των επιδομάτων ...".
Στη συνέχεια με την παρ. 5 του άρθρου 10 του Ν. 3620/2007 (ΦΕΚ Α` 276) ορίσθηκε ότι οι διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 63 του ν. 3518/ 2006 (ΦΕΚ 272/Α`) ισχύουν και για το διοικητικό προσωπικό του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ. Για την εφαρμογή της τελευταίας αυτής διάταξης εκδόθηκε η με αριθ. 2/1485/0022/25-2-2008 Απόφαση Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας με τον τίτλο "Καθορισμός των όρων, του ύψους και των προϋποθέσεων καταβολής οικονομικού κινήτρου στο διοικητικό προσωπικό του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ." (ΦΕΚ Β` 296), στο άρθρο μόνο της οποίας ορίζονται τα εξής: "Για τον εξορθολογισμό των δαπανών, τη μείωση της εισφοροδιαφυγής, τη μείωση του χρόνου απονομής των συντάξεων και καταβολής των πάσης φύσεως παροχών του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ χορηγείται μηνιαίως χρηματικό ποσό ως οικονομικό κίνητρο στο διοικητικό προσωπικό του και καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις, το ύψος και ο τρόπος ελέγχου και διασφάλισης των προσδοκώμενων αποτελεσμάτων ως εξής: 1.
Το ύψος του μηνιαίου οικονομικού κινήτρου ορίζεται ανά κατηγορία υπαλλήλου ως εξής: α) κατηγορία Πανεπιστημιακής και Τεχνολογικής Εκπαίδευσης 150 ευρώ μέχρι 10 έτη υπηρεσίας, 200 ευρώ από 10 έτη υπηρεσίας μέχρι 20 έτη υπηρεσίας και 250 ευρώ από 20 έτη υπηρεσίας και άνω β) κατηγορία Δευτεροβάθμιας και Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης τα ανωτέρω ποσά μειωμένα κατά 20% αντίστοιχα γ) ... 2.
Το κίνητρο περικόπτεται σε κάθε περίπτωση απουσίας του υπαλλήλου από την υπηρεσία, εκτός από τις ημέρες κανονικής άδειας, ειδικών αδειών του άρθρου 50 του Υπαλληλικού Κώδικα, γονικής άδειας, συνδικαλιστικής άδειας και εκπαιδευτικής άδειας μικρής διάρκειας έως δεκαπέντε (15) εργασίμων ημερών. Η περικοπή αυτή υπολογίζεται στο 1/22 του μηνιαίου οικονομικού κινήτρου για κάθε ημέρα απουσίας. 3.
Κριτήρια για τη χορήγηση του οικονομικού κινήτρου στους υπαλλήλους είναι η αύξηση της αποτελεσματικότητας με βάση τους στόχους που τίθενται κάθε χρόνο από τη Διοίκηση του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ και το επιχειρησιακό του σχέδιο. 4. Ο έλεγχος και η διασφάλιση των αποτελεσμάτων διενεργούνται ως ακολούθως: α) Η Διοίκηση του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ σε συνεργασία με τους προϊσταμένους των υποκείμενων οργανικών μονάδων, καθορίζει κάθε χρόνο τους στόχους που πρέπει να επιτευχθούν από κάθε οργανική μονάδα, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες κάθε υπηρεσίας.
Ο προϊστάμενος κάθε οργανικής μονάδας έχει την ευθύνη για τον έλεγχο της συμμετοχής των υπαλλήλων στην επίτευξη των ως άνω στόχων και στην αύξηση της αποτελεσματικότητας, β) Η συμμετοχή στην επίτευξη των στόχων και στην αύξηση της αποτελεσματικότητας βεβαιώνονται στις αρχές κάθε μήνα με πράξη του προϊσταμένου κάθε οργανικής μονάδας στην ειδική κατάσταση πληρωμής του οικονομικού κινήτρου, στην οποία συμπράττουν και οι προϊστάμενοι των υποκείμενων οργανικών μονάδων, οι οποίοι έχουν την ίδια ευθύνη στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους.
γ) Οι υπάλληλοι που δηλώνουν εγγράφως ότι δεν επιθυμούν να μετέχουν στη συστηματική αυτή προσπάθεια αύξησης της αποτελεσματικότητας, δεν δικαιούνται την παροχή αυτή του οικονομικού κινήτρου, δ) Οι διατάξεις του ν. 3205/2003 δεν έχουν εφαρμογή για την παροχή του ως άνω κινήτρου. 5. Το ανωτέρω οικονομικό κίνητρο δικαιούνται:
α) οι τακτικοί διοικητικοί υπάλληλοι, μόνιμοι και ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ και β) οι διοικητικοί υπάλληλοι που είναι αποσπασμένοι στο Ίδρυμα και γ) οι υπάλληλοι που είναι αποσπασμένοι στα γραφεία του Διοικητή και των Υποδιοικητών του Ιδρύματος. 6. Το ποσό του κινήτρου υπόκειται στις συνήθεις κρατήσεις των επιδομάτων. 7. ... 8.
Η απόφαση αυτή ισχύει από 11.12.2007...".
Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι για τη χορήγηση της θεσπισθείσας με αυτές χρηματικής παροχής ως οικονομικού κινήτρου, αρχικά στο προσωπικό της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης, πλην ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, και στη συνέχεια και στο διοικητικό προσωπικό του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, ελήφθησαν υπόψη οι ειδικές συνθήκες που επικρατούσαν στους φορείς αυτούς και συγκεκριμένα η ύπαρξη σημαντικού αριθμού εκκρεμών υποθέσεων που έχουν σχέση με την απονομή συντάξεων και την καταβολή πάσης φύσεως παροχών των ως άνω Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης, η απώλεια πόρων τους από την εισφοροδιαφυγή και η έλλειψη προσωπικού και, επί πλέον, για τους πιο πάνω φορείς (πλην ΙΚΑ - ΕΤΑΜ) η αδυναμία ελέγχου των δαπανών υγειονομικής περίθαλψης και η απουσία ολοκληρωμένου μηχανογραφικού συστήματος.
Η χορήγηση δε του ως άνω οικονομικού κινήτρου απέβλεπε όχι αφηρημένα στην αύξηση της παραγωγικότητας, αλλά στην επίτευξη συγκεκριμένου αποτελέσματος, διαπιστωμένου με ειδικούς ελεγκτικούς μηχανισμούς, που είχε σχέση με την εκπλήρωση της αποστολής των ανωτέρω Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων και στη συνέχεια του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ.
Εξάλλου, ενόψει του συγκεκριμένου σκοπού που επιδιωκόταν με τη χορήγηση του ως άνω οικονομικού κινήτρου, η παροχή αυτή δεν χορηγήθηκε με βάση τις ανωτέρω σχεδόν κατά λέξη ταυτόσημες Υπουργικές Αποφάσεις σε όλους ανεξαιρέτως τους υπαλλήλους των πιο πάνω Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης, της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων και στη συνέχεια του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ ως σταθερό και πάγιο επίδομα προς αύξηση των τακτικών αποδοχών τους, αλλά με την πρώτη από τις Υπουργικές αυτές αποφάσεις (2/46581/022/17.8.2007) χορηγήθηκε μόνο στους τακτικούς υπαλλήλους και ιατρούς, μόνιμους και ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων, του ΟΓΑ και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (πλην ΙΚΑ - ΕΤΑΜ), καθώς και στους υπαλλήλους που είναι αποσπασμένοι σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν.4052/1960 στους ως άνω φορείς και με τη δεύτερη από τις αποφάσεις αυτές (2/1485/0022/25.2.2008) στους τακτικούς διοικητικούς υπαλλήλους, μόνιμους και ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, στους διοικητικούς υπάλληλους που είναι αποσπασμένοι στο Ίδρυμα και στους υπαλλήλους που είναι αποσπασμένοι στα γραφεία του Διοικητή και των Υποδιοικητών του Ιδρύματος.
Επισημαίνεται δε ότι κατά την αληθή έννοια της πρώτης από τις πιο πάνω Υπουργικής απόφασης και ενόψει του επιδιωκομένου από αυτήν ως άνω σκοπού, του ως άνω οικονομικού κινήτρου δικαιούνται [υπό τις αναγραφόμενες σε αυτήν προϋποθέσεις] μόνο οι ιατροί των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (πλην ΙΚΑ - ΕΤΑΜ) και της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων που απασχολούνται στις κεντρικές ή περιφερειακές υπηρεσίες των πιο πάνω φορέων και είναι επιφορτισμένοι με τη διαδικασία καταβολής των πάσης φύσεως παροχών στους ασφαλισμένους (λ.χ.
με τον έλεγχο των προσκομιζομένων δικαιολογητικών για την καταβολή δαπανών νοσηλείας, αγοράς εξοπλισμού κλπ) και δεν αφορά κατά νόμο ιατρούς απασχολουμένους σε μονάδες πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας περίθαλψης των πιο πάνω φορέων. Περαιτέρω, η επίμαχη παροχή δεν χορηγήθηκε σε όλους ανεξαιρέτως τους ανωτέρω εργαζόμενους ως προσαύξηση των αποδοχών τους, αλλά μόνον σε εκείνους εξ αυτών που θα εντάσσονταν κατά τη βούληση αυτών και για όσο χρόνο εντάσσονταν στην προγραμματισμένη προσπάθεια για την αύξηση της αποτελεσματικότητας και υπό την προϋπόθεση ότι η ως άνω συμμετοχή στην επίτευξη των καθορισθέντων στόχων και στην αύξηση της αποτελεσματικότητας θα βεβαιωνόταν στις αρχές κάθε μήνα με πράξη του προϊσταμένου κάθε οργανικής μονάδας στην ειδική κατάσταση πληρωμής του οικονομικού κινήτρου, ενώ κατά ρητή νομοθετική πρόβλεψη η παροχή αυτή έχει αποσυνδεθεί από τις ρυθμίσεις του ενιαίου μισθολογίου (Ν. 3205/2003).
Επομένως, από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι εάν δεν συντρέχουν οι εν λόγω όροι και προϋποθέσεις σε ορισμένη περίπτωση, με τη χορήγηση της ως άνω παροχής σε όμοια κατηγορία υπαλλήλων αλλά υπό τη συνδρομή των όρων και προϋποθέσεων αυτών, δεν παραβιάζεται η αρχή της ισότητας του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος, κατά την οποία αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί από τη ρύθμιση αυτή, κατ` αδικαιολόγητη, δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος, που επέβαλε την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή μεταχείριση πρέπει να παραμείνει ανεφάρμοστη, ως αντισυνταγματική, οπότε, στην περίπτωση αυτή, ως μόνος τρόπος αποκατάστασης της συνταγματικής αρχής της ισότητας απομένει το να επεκταθεί υπέρ εκείνων, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση, ακόμη και αν αυτή αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό (ΑΠ 505/2019).
Ούτε παραβιάζεται επίσης η απορρέουσα από την ως άνω αρχή της ισότητας αρχή της ίσης μεταχείρισης στην αμοιβή των εργαζομένων, ανεξαρτήτως φύλου ή άλλης διάκρισης, που θεσπίζει η διάταξη του άρθρου 22 παρ.1 εδ. β του Συντάγματος, αφού αυτή προϋποθέτει την ίδια ποιοτικώς και ποσοτικώς εργασία υπό τις αυτές συνθήκες και με τα ίδια προσόντα, περίπτωση η οποία δεν συντρέχει εν προκειμένω.
Κατόπιν των ανωτέρω, τόσο η αρχική εξαίρεση με την εκδοθείσα κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 63 παρ. 6 του Ν. 3518/2006 με αριθ. 2/46581/022/17.8.2007 Υπουργική απόφαση του απασχολουμένου στο ΙΚΑ - ΕΤΑΜ προσωπικού (περιλαμβανομένου και του ιατρικού) από την χορήγηση του πιο πάνω οικονομικού κινήτρου, όσο και ο εν συνεχεία περιορισμός, με την εκδοθείσα κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 10 παρ. 5 του Ν. 3620/2007 με αριθ. 2/1485/0022/15.2.2008 Υπουργική Απόφαση, της χορήγησης αυτού μόνον στους διοικητικούς υπαλλήλους του Ι.Κ.Α.
υπό τους εκτεθέντες όρους και προϋποθέσεις και η μη επέκτασή της σε άλλες κατηγορίες εργαζομένων του εν λόγω Ιδρύματος, όπως είναι οι ιατροί, ασχέτως αν αυτοί είναι μόνιμοι ή με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπάλληλοι τούτου ή αν έχουν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους λοιπούς υπαλλήλους του, δικαιολογείται και δεν αντίκειται στην αρχή της ισότητας, [ούτε στην αρχή της ισότητας στην αμοιβή χωρίς διακρίσεις], δεδομένου ότι κατά τα ήδη προεκτεθέντα η χρηματική αυτή παροχή χορηγήθηκε για την προσφορά από ορισμένες κατηγορίες υπαλλήλων, εντός του νομίμου ωραρίου, πρόσθετης και υπό ειδικές συνθήκες εντατικοποίησης εργασίας, με σκοπό την αύξηση της παραγωγικότητας και δη στους τομείς απονομής των συντάξεων, καταβολής των πάσης φύσεως παροχών και μείωσης της εισφοροδιαφυγής με στόχο την ταχύτερη διεκπεραίωση εκκρεμών υποθέσεων στο ΙΚΑ - ΕΤΑΜ (πρβλ.
ΑΠ 467/2007, ΑΠ 1249/2000, ΣτΕ 4137/2015, ΣτΕ 3164/2011 επί της αντίστοιχης ρύθμισης για την παροχή οικονομικού κινήτρου του άρθρου 18 παρ. 5 του Ν. 2150/1993), του νομοθέτη έχοντος τη διακριτική ευχέρεια της επιλογής του χρόνου και της κατηγορίας του προσωπικού στο οποίο θα χορηγήσει ειδική χρηματική παροχή για την παροχή πρόσθετης κατά τα άνω εργασίας.
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση με την από 15.12.2009 αγωγή οι ως άνω 36 ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι [επί συνόλου 111 αρχικά εναγόντων] ισχυρίσθηκαν ότι εργάζονται ως ιατροί διαφόρων ειδικοτήτων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου σε διάφορα τμήματα και υπηρεσίες του αρχικά εναγομένου ΙΚΑ - ΕΤΑΜ [του οποίου καθολικός διάδοχος ως προς τον κλάδο υγείας έχει καταστεί ο αναιρεσείων Οργανισμός], έχοντας ο καθένας εξ αυτών τ' αναγραφόμενα στην αγωγή έτη προϋπηρεσίας.
Επικαλούμενοι δε στη συνέχεια το περιεχόμενο της παρ. 6 του άρθρου 63 του Ν. 3518/2006 και της εκδοθείσας βάση αυτής με αριθ. 2/46851/0022/17.8.2007 Κοινής Υπουργικής Απόφασης, ως και το περιεχόμενο της παρ. 5 του άρθρου 10 του Ν. 3620/2007 και της εκδοθείσας βάση αυτής με αριθ. 2/1485/0022/15.2.2008 Κοινής Υπουργικής Απόφασης, ισχυρίσθηκαν ότι κατά παράβαση της αρχής της ισότητας και συνακόλουθα και της αρχής της ισότητας της αμοιβής για εργασία ίσης αξίας (άρθ. 7 του Ν. 1532/1985) εξαιρέθηκαν της λήψης του πιο πάνω οικονομικού κινήτρου από 1.1.2007, αρχικά με την εξαίρεση του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ από τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, για το προσωπικό των οποίων, περιλαμβανομένων και των ιατρών, αυτή προβλέφθηκε και στη συνέχεια με τον περιορισμό των δικαιούχων αυτής μόνο στο διοικητικό προσωπικό του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, παρόλο που αυτοί απασχολούνται υπό τις αυτές συνθήκες εργασίας από άποψη τυπικών και ουσιαστικών προσόντων, υπηρεσιακής απόδοσης και εξέλιξης με το προσωπικό των λοιπών φορέων κοινωνικής ασφάλισης, των οποίων (φορέων) το αντικείμενο είναι το ίδιο.
Ότι, επομένως, η άρνηση του εναγομένου να καταβάλει και σ' αυτούς την επίδικη οικονομική παροχή τυγχάνει παράνομη κατά την έννοια του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ και ως εκ τούτου δεν ευρίσκουν έδαφος εφαρμογής οι διατάξεις των άρθρων 48 και 49 του Ν.Δ/τος 496/1974 που περιορίζουν το χρόνο αναδρομικής καταβολής αυτής.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο Ι.Κ.Α. να καταβάλει στον καθένα από αυτούς και για την αιτία αυτή τα στην αγωγή αναγραφόμενα επί μέρους χρηματικά ποσά που αντιστοιχούν στον καθένα και αφορούν το διάστημα από 1.1.2007 έως 30.11.2009, με το εκάστοτε νόμιμο τόκο από την δήλη ημέρα που κάθε επί μέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε στο σύνολό της αυτή ως ουσιαστικά βάσιμη ως προς όλους τους ενάγοντες (με εξαίρεση τους 9η,10η και 11η των αρχικά εναγόντων, ως προς τους οποίους απέρριψε την αγωγή λόγω εκκρεμοδικίας) και επιδίκασε σε αυτούς τα αιτούμενα ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής με το σκεπτικό ότι: "Οι ενάγοντες εργαζόμενοι κάτω από τις ίδιες συνθήκες εργασίας με το προσωπικό των υπολοίπων Φορέων Κοινωνικής Απασχόλησης εξαιρέθηκαν του ένδικου βοηθήματος.
Η ως άνω εξαίρεση είναι αντισυνταγματική, διότι προσκρούει στο άρθρο 7 Ν. 1532/85 για ισότητα αμοιβής για εργασία ίσης αξίας, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 4 του Συντάγματος", χωρίς μάλιστα να διαλάβει στο σκεπτικό του οποιαδήποτε περαιτέρω συγκεκριμενοποίηση των "ίδιων συνθηκών εργασίας".
Με την κρίση του αυτή το πρωτοβάθμιο δικαστήριο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 63 του Ν. 3518/2006 και της εκδοθείσας βάση αυτής με αριθ. 2/46851/0022/17.8.2007 Κοινής Υπουργικής Απόφασης, της παρ. 5 του άρθρου 10 του Ν. 3620/2007 και της εκδοθείσας βάση αυτής με αριθ. 2/1485/0022/15.2.2008 Κοινής Υπουργικής Απόφασης, ως και εκείνες των άρθρων 4 παρ. 1, 22 παρ. 1 εδ. β του Συντάγματος και 7 του Ν. 1532/1985 τις οποίες εφάρμοσε, αν και δεν ήταν εφαρμοστέες στην κρινόμενη υπόθεση, διότι, σύμφωνα με τα ήδη προαναφερθέντα σε προηγούμενη σκέψη οι διατάξεις αυτές προβλέπουν τη χορήγηση του κινήτρου απόδοσης μόνον στους διοικητικούς υπαλλήλους του Ι.Κ.Α. υπό τους εκεί εκτεθέντες ειδικούς όρους και προϋποθέσεις και όχι σε άλλες κατηγορίες εργαζομένων του εν λόγω Ιδρύματος, όπως είναι οι ιατροί, ασχέτως αν αυτοί είναι μόνιμοι ή με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπάλληλοι τούτου ή αν έχουν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους λοιπούς υπαλλήλους του, η δε μη επέκταση αυτής στις κατηγορίες αυτές εργαζομένων και ειδικότερα στους ιατρούς δικαιολογείται και δεν αντίκειται στην αρχή της ισότητας. Σημειώνεται ότι, εφόσον οι ιατροί δεν δικαιούνται κατά το νόμο ή το Σύνταγμα του ανωτέρω κινήτρου απόδοσης, δεν μπορεί να γίνει λόγος για ευθύνη του εναγομένου κατά το άρθρο 106 του ΕισΝΑΚ από την παράλειψη της καταβολής αυτής.
Συνεπώς με το να δεχθεί τ' αντίθετα, η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην από τον αριθμό 1 εδ. α του άρθρου 560 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια. Επομένως κατά παραδοχή του περί τούτου από τον αριθμό 1 εδ. α του άρθρου 560 του ΚΠολΔ [και όχι από τον αριθμό 6 του ιδίου άρθρου] τρίτου λόγου αναίρεσης κατά το πρώτο αυτού σκέλος πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών ως προς τους 3η, 12η, 13ο, 15η, 16η, 17ο, 22ο, 28ο, 30ο, 32ο, 48ο, 49η, 50ο, 51ο, 52ο, 53η, 56ο, 58ο, 60ο, 61η, 65η, 69ο, 75ο, 76η, 79η, 81ο, 82ο, 83ο, 87ο, 88ο, 89η, 91η, 92η, 93η, 96η και 99η των αναιρεσίβλητων, παρελκούσης ως προς αυτούς της έρευνας των λοιπών αναιρετικών λόγων. Ενόψει δε του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, πρέπει κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. α του ΚΠολΔ να κρατηθεί αυτή και δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα και στη συνέχεια να ερευνηθεί η αγωγή ως προς τους πιο πάνω αναιρεσίβλητους και απορριφθεί αυτή ως νομικά αβάσιμη, κατά τα ήδη προαναφερθέντα. Τέλος πρέπει να καταδικασθούν αυτοί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος Οργανισμού που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις τόσο για την παρούσα αναιρετική δίκη όσο και για τον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, λόγω της ήττας αυτών (άρθ. 176, 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς τους 29ο και 76η των αναιρεσίβλητων Ε. Ρ. του Π. και Ε. Κ. - Μ. του Κ..
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς τους αναιρεσίβλητους αυτούς.
Απορρίπτει την από 11.5.2018 αίτηση αναίρεσης της με αριθ. 770/12.5.2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών α) ως προς τους 1η, 4ο, 5ο, 6η, 7ο, 9ο, 10η, 11ο,14η,18η,19ο, 20ο, 21ο, 23η, 24η, 25ο, 26ο, 27η, 31η, 33η, 45η, 46η, 47η, 57ο, 62ο, 63η, 64ο, 70ο, 72ο, 77ο, 78η, 80η, 84ο, 85ο, 86ο, 94η, 95η,98ο, 101ο, 102ο, 104ο, 106ο, 107ος και 108ο των αναιρεσίβλητων, β) ως προς τους 2ο, 8ο, 34ο, 44ο, 54η, 55η, 66η, 67ο, 68η, 71ο, 74ο και 97η των αναιρεσίβλητων , γ) ως προς τους 35η, 36ο, 37ο, 38ο, 39ο, 40ο, 41ο, 42ο, 43ο, 100η και 103ο των αναιρεσίβλητων (δ) ως προς τον 59ο των αναιρεσίβλητων και ε) ως προς τους 73ο, 90η και 105ο των αναιρεσίβλητων.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα Οργανισμό στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναφερομένων στην προηγούμενη διάταξη αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Αναιρεί την υπ' αριθ. 770/12.5.2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος που δέχθηκε την αγωγή ως προς τους λοιπούς 3η, 12η, 13ο, 15η, 16η, 17ο, 22ο, 28ο, 30ο, 32ο, 48ο, 49η, 50ο, 51ο, 52ο, 53η, 56ο, 58ο, 60ο, 61η, 65η, 69ο, 75ο, 76η, 79η, 81ο, 82ο, 83ο, 87ο, 88ο, 89η, 91η, 92η, 93η, 96η και 99η αναιρεσίβλητων.
Κρατεί την υπόθεση κατά το μέρος αυτό.
Δικάζει την από 15 Δεκεμβρίου 2009 και με αριθμό κατάθεσης 3478/30.12.2009 αγωγή και κατά το μέρος αυτό.
Απορρίπτει την αγωγή κατά το μέρος αυτό.
Καταδικάζει τους πιο πάνω αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος Οργανισμού για τη παρούσα αναιρετική δίκη, ως και για τον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει συνολικά στο ποσό των δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 24 Μαρτίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ