Legislator Case Law & Legislation
306/2018 AI generated

306/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 306/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

306/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο ισχυρισμός αυτός των εναγομένων και το συναφές αίτημα για αυτούσια διανομή με σύσταση κάθετης ιδιοκτησίας στο ακίνητο απαραδέκτως προτείνεται το πρώτον με την ένδικη έφεση τους, αφού οι εναγόμενοι δεν επικαλούνται, ούτε άλλωστε συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269 Κ.Πολ.Δ., υπό τις οποίες επιτρέπεται η προβολή νέων πραγματικών ισχυρισμών ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.

Keywords

AI generated
acquisition of possession action for wrongful attachment damages action for disturbance of possession right to a decision transitional provisions in maritime matters summary eviction
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 306 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 306/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 6η Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1. Β. Κ., 2.Ε. Κ. συζ. Β., το γένος Α. Κ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Κονταξόγλου.

Των αναιρεσίβλητων: 1.Σ. χήρα Δ. Ζ., το γένος Α. Τ., κατοίκου ..., 2.Ε.-Α. Ζ., κατοίκου ομοίως ως άνω, 3.Β. Μ. του Ε., κατοίκου ..., 4.Η. Μ. του Ε., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν οι 1η και 2η δια, οι 3ος και 4ος μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου Παναγιούλας Μακρή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-3-1998 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σάμου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 125/2008 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 129/2014 του Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατική έδρα Σάμου). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-6-2015 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου, ανέγνωσε την από 27-3-2017 έκθεση του κωλυομένου να μετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Νικήτα Χριστόπουλου, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή οι λόγοι αναιρέσεως που είναι αντιφατικοί μεταξύ τους απορρίπτονται ως απαράδεκτοι. Τέτοια αντίφαση υπάρχει και όταν προβάλλεται αφενός πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ότι δηλαδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, που προτάθηκε και έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και αφετέρου από τον αρ. 14 του ίδιου άρθρου ότι δηλαδή το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτο τον ίδιο ισχυρισμό.

Περαιτέρω, από τα άρθρα 68 και 556 Κ.Πολ.Δ συνάγεται ότι για το παραδεκτό λόγου αναίρεσης πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στο λόγο. Έτσι, αν το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, οι λόγοι αναίρεσης με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, διότι οι προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης (Ολ ΑΠ 25/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης, το Εφετείο δέχθηκε μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του τα ακόλουθα περιστατικά: Ότι οι διάδικοι είναι συγκύριοι του επικοίνου ακινήτου, ότι δε συμφωνούν στην εξώδικη διανομή του, ότι είναι αδύνατη και ασύμφορη η αυτούσια διανομή αυτού και πρέπει για τη λύση της κοινωνίας να διαταχθεί η πώλησή του με πλειστηριασμό, ώστε καθένας τούτων να λάβει από το πλειστηρίασμα ποσό ανάλογο με την ιδανική μερίδα του.

Επίσης δέχθηκε και τα εξής: "Οι εναγόμενοι (αναιρεσείοντες) με την ένδικη έφεσή τους ισχυρίζονται για πρώτη φορά ότι είναι εφικτή η αυτούσια διανομή τούτου με τη σύσταση μεταξύ των συγκυρίων κάθετης ιδιοκτησίας, ειδικότερα δε υποστηρίζουν ότι υπάρχει δυνατότητα να λάβουν, οι ίδιοι μεν το προς νότο κείμενο τμήμα του αγρού, επί του οποίου έχουν ανεγείρει την προαναφερθείσα κατοικία, οι δε ενάγοντες το προς βορρά κείμενο τμήμα του, εμβαδού 4.385 τ.μ., που είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, υπό την προϋπόθεση ότι οι ίδιοι θα καταβάλουν προς αυτούς τη διαφορά, που θα προκύψει από τη σύγκριση των αξιών των δύο τμημάτων.

Ο ισχυρισμός αυτός των εναγομένων και το συναφές αίτημα για αυτούσια διανομή με σύσταση κάθετης ιδιοκτησίας στο ακίνητο απαραδέκτως προτείνεται το πρώτον με την ένδικη έφεση τους, αφού οι εναγόμενοι δεν επικαλούνται, ούτε άλλωστε συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269 Κ.Πολ.Δ., υπό τις οποίες επιτρέπεται η προβολή νέων πραγματικών ισχυρισμών ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.

Αλλά και υπό την εκδοχή ότι είχε υποβληθεί το αίτημα αυτό κατ' εκτίμηση των από 18-1-2000 προτάσεων τους, που είχαν καταθέσει κατά την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το εν λόγω αίτημα και πάλι δεν μπορεί να γίνει δεκτό, διότι, συμφώνως με όσα αναλυτικά ορίζονται στην προηγούμενη νομική σκέψη, η επιδίκαση σε ορισμένους κοινωνούς των ποσοστών τους σε μία κοινή μερίδα προϋποθέτει αίτηση των ιδίων ή έστω ενός απ' αυτούς και όχι των αντιδίκων τους, προϋπόθεση που δεν συντρέχει εν προκειμένω, αφού οι ενάγοντες δεν αιτούνται δια της υπό κρίση αγωγής τους την απονομή των ποσοστών τους σε μία κοινή μερίδα, αλλά τη δια πλειστηριασμού του ακινήτου και τη διανομή του αναλογούντος πλειστηριάσματος προς τον καθένα χωριστά, το δε δικαστήριο δεν έχει τη δυνατότητα να επιλέξει αυτεπαγγέλτως τον εν λόγω τρόπο διανομής (ήτοι με σύσταση κατά περίπτωση οριζόντιας ή κάθετης ιδιοκτησίας), αλλ' επιλαμβάνεται σχετικώς μόνο κατόπιν ρητού αντιστοίχου και με τις πρωτόδικες προτάσεις υποβαλλομένου αιτήματος κοινωνού, το οποίο, βεβαίως όπως προαναφέρθηκε, ως προς την άσκηση του υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 269 του Κ.Πολ.Δ.......

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι περί τις αρχές του 1995, αφού περιέφραξαν το νότιο τμήμα του κοινού πιο πάνω ακινήτου, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, είναι παραθαλάσσιο, κατασκεύασαν με δικά τους έξοδα και δυνάμει της υπ' αριθμ. …/1994 οικοδομικής αδείας του Τμήματος Πολεοδομίας Σάμου ισόγειο κτίσμα, εμβαδού 45 τ.μ.

με υπερυψωμένη νότια αυλή εμβαδού 36 τ.μ., το οποίο, μολονότι συμφώνως με την ανωτέρω άδεια προορίζετο για τη λειτουργία καταστήματος με υπαίθριο μπαρ, τελικώς χρησιμοποιήθηκε από τους εναγομένους και τα τέσσερα τέκνα τους ως κατοικία. Το εν λόγω κτίσμα αποτελείται από ένα δωμάτιο ενιαίο και μία τουαλέτα, ο δε ισχυρισμός των εναγομένων, που για πρώτη φορά προβάλλεται, με την ένδικη έφεση τους, ότι δήθεν το κτίσμα είναι διώροφο, καθόσον περιλαμβάνει και πρώτο όροφο, που ανεγέρθηκε με δικές τους δαπάνες επί τη βάσει της υπ' αριθμ.

…/1996 άδειας προσθήκης, είναι απορριπτέος πρωτίστως ως απαράδεκτος και ειδικότερα ως προσκρούων στους περιορισμούς του άρθρου 269 του ΚΠολΔ και δευτερευόντως ως ουσία αβάσιμος, διότι έρχεται σε πλήρη αντίθεση με όσα οι ίδιοι ισχυρίστηκαν στις από 18-1-2000 προτάσεις τους, που είχαν καταθέσει κατά την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, στις οποίες ρητά και κατηγορηματικά κάνουν λόγο για "ισόγεια οικία, εμβαδού 45 τ.μ (7,50 Χ 6μ) και όγκου 135 κ.μ., με υπερυψωμένη νότια αυλή εμβαδού 36 τ.μ.", πλην δε της μνημονευομένης υπ' αριθμ.

…/1994 οικοδομικής αδείας, ουδεμία άλλη αναφορά κάνουν σε μεταγενέστερη άδεια προσθήκης και σε ανέγερση, με δικά τους έξοδα, ενός ακόμη ορόφου. ..........Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι το κτίσμα τούτο βρίσκεται στην αρχή ελώδους περιοχής, σε μικρή απόσταση από την παραλία της …, η οποία αποτελεί δημοφιλή παραθεριστική περιοχή της νήσου Σάμου, με εστιατόρια και ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις.

Για την κατασκευή και την ηλεκτροδότηση τούτου, καθώς και για την περίφραξη του οικοπέδου, οι εναγόμενοι δαπάνησαν συνολικά το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή 14.673,51 ευρώ...... Συγκεκριμένα, για την κατασκευή της ανωτέρω οικίας (μπετό, τούβλα και επιχρίσματα) οι εναγόμενοι δαπάνησαν, το έτος 1995, 100.000 δραχμές ή 293,470 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο.

Για την περίφραξη του οικοπέδου με σιδερένιους πασσάλους και συρματόπλεγμα και για τη διαμόρφωση της αυλής και του περιβάλλοντος χώρου οι ίδιοι δαπάνησαν το ποσό των 500.000 δραχμών ή 1.457,35 ευρώ, ενώ για την ηλεκτροδότηση της οικίας (τοποθέτηση κολώνων κλπ) δαπάνησαν το ποσό των 600.000 δραχμών ή 1.760,82 ευρώ......Όσον αφορά την αντένσταση των εναγόντων περί απόδοσης της ωφελείας, που οι εναγόμενοι αποκόμισαν από την αποκλειστική χρήση της ως άνω οικίας, πράγματι αποδείχθηκε ότι οι τελευταίοι χρησιμοποιούσαν αυτήν μόνον οι ίδιοι, ως οικογενειακή τους στέγη.

Επομένως, δικαιούνται οι υπόλοιποι κοινωνοί να απαιτήσουν από αυτούς ανάλογη μερίδα επί του οφέλους που αποκόμισαν, το οποίο όφελος συνίσταται στη μισθωτική αξία του μεριδίου τους επί του ακινήτου, την οποία, σε διαφορετική περίπτωση, οι εναγόμενοι θα ήταν υποχρεωμένοι να καταβάλουν για την εκμίσθωση μιας τέτοιας κατοικίας.

Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι η εν λόγω κατοικία, ναι μεν βρίσκεται σε περιοχή με τουριστική κίνηση και ανάπτυξη και σε σημείο πλησίον της παραλίας, πλην όμως έχει μικρό εμβαδόν και η κατασκευή της είναι τελείως απλή, εκτιμά ότι η μισθωτική της αξία κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1995,.οπότε και κατασκευάστηκε, έως και το έτος 1999, οπότε και ασκήθηκε η ένδικη αγωγή, δεν υπερέβαινε το ποσό των 20.000 δραχμών μηνιαίως και συνεπώς, το συνολικό όφελος, που αποκόμισαν οι εναγόμενοι από τη χρήση της κατοικίας αυτής για χρονικό διάστημα 54 μηνών, ανέρχεται στο ποσό των 1.080.000 δραχμών (20.000 δραχμ.

Χ 54 μήνες) ή 3.169,47 ευρώ, εκ των οποίων τυγχάνουν αποδοτέα τα 6,25/100, ήτοι 198 ευρώ στην πρώτη ενάγουσα, τα 18,75/100, ήτοι 594,27 ευρώ στη δεύτερη ενάγουσα και από 12,50/100, ήτοι 396,18 ευρώ σε έκαστο των τρίτου και τετάρτου των εναγόντων, κατά μερική παραδοχή ως βάσιμης και κατ' ουσίαν της ως άνω αντένστασης των εναγόντων. Μετά δε το συμψηφισμό των εκατέρωθεν απαιτήσεων των διαδίκων, κατά το σχετικό αίτημα των εναγόντων, που γίνεται δεκτό, το συνολικό ποσό, που έκαστος των εναγόντων οφείλει να καταβάλει στους δυο εναγομένους (σε έκαστο κατά το εξ αδιαιρέτου ποσοστό του επί του ακινήτου), ανέρχεται για την πρώτη ενάγουσα σε 829,14 ευρώ, για τη δεύτερη ενάγουσα σε 2.487,16 ευρώ και για καθένα από τους τρίτο και τέταρτο των εναγόντων σε 1.658,11 ευρώ, ήτοι εν συνόλω 6.632,52 ευρώ".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την περί διανομής αγωγή των αναιρεσιβλήτων και διέταξε την πώληση του επικοίνου ακινήτου με πλειστηριασμό, επικυρώνοντας κατά τούτο την πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε δεχθεί τα ίδια. Ακολούθως ως προς τις αμοιβαίες απαιτήσεις των διαδίκων από τη σχέση της μεταξύ τους κοινωνίας δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσειόντων, εξαφάνισε την εκκληθείσα πρωτοβάθμια απόφαση κατά το προαναφερόμενο κεφάλαιο και επιδίκασε στους τελευταίους διαφορετικά χρηματικά ποσά, από εκείνα που είχε επιδικάσει το πρωτόδικο δικαστήριο.

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά τρόπο αντιφατικό υποστηρίζεται ότι το δικαστήριο της ουσίας αφενός δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων για τη δυνατότητα αυτούσιας διανομής του επικοίνου ακινήτου, στο οποίο έχει ανεγερθεί διώροφο κτίσμα, με τη σύσταση κάθετης οροφοκτησίας και παράλληλα, χωρίς διατύπωση επικουρικότητας, ότι εσφαλμένα απέρριψε ως απαράδεκτο τον ίδιο ισχυρισμό, με αναφορά στις αντιφατικές αναιρετικές αιτιάσεις από τους αρ. 8 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αφού δε νοείται το Εφετείο να μην έλαβε υπόψη τον προαναφερόμενο ισχυρισμό και παράλληλα να τον έλαβε υπόψη και να τον απέρριψε ως απαράδεκτο.

Συνεπώς ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος ως αλυσιτελής, καθ' όσον με αυτόν πλήττεται η πρώτη αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτος ο παραπάνω ισχυρισμός των αναιρεσειόντων, επειδή προτάθηκε για πρώτη φορά με την έφεσή τους, χωρίς την επίκληση συνδρομής των προϋποθέσεων των άρθρων 527, 269 Κ.Πολ.Δ. Όμως η επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης, με την οποία κρίθηκε ο ίδιος παραπάνω ισχυρισμός ως αβάσιμος και η οποία στηρίζει αυτοτελώς το απορριπτικό διατακτικό της, δεν πλήττεται με αναιρετικό λόγο.

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 παρ.11περγ' Κ.Πολ.Δ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνον ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως.

Εξάλλου, επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίσθηκαν με επίκληση, πρέπει για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους να καθορίζεται δε ο ισχυρισμός το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα αποδεικτικά αυτά μέσα, καθώς και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα δεν έλαβε υπόψη και δε συνεκτίμησε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδείξεις παροχής υπηρεσιών και τιμολόγια αγοράς, καθώς και την άδεια ανοικοδόμησης του κτίσματος που υπάρχει στο επίκοινο ακίνητο, έγγραφα τα οποία είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις τους στο δικαστήριο της ουσίας, προς απόδειξη της ένστασης επίσχεσης την οποία πρόβαλαν ως εναγόμενοι νομότυπα πρωτοδίκως και επανέφεραν με σχετικό λόγο έφεσης, συναρτώμενη με αμοιβαίες απαιτήσεις από τη σχέση της κοινωνίας, αλλά και προς ανταπόδειξη της αντένστασης των εναγόντων ήδη αναιρεσιβλήτων για την απόδοση της ωφέλειας των αναιρεσειόντων από την αποκλειστική χρήση του επικοίνου ακινήτου.

Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση των προτάσεων των αναιρεσειόντων στο δικαστήριο της ουσίας, ως διαδικαστικού εγγράφου για την έρευνα της βασιμότητας του αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι επικαλέσθηκαν και δήλωσαν ότι προσκομίζουν τα παραπάνω έγγραφα, επί πλέον δε επικαλέσθηκαν και δήλωσαν ότι προσκομίζουν για τον ίδιο λόγο και άλλα αποδεικτικά μέσα.

Περαιτέρω από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλομένη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε αφού έλαβε υπ' όψιν μεταξύ άλλων αποδεικτικών μέσων και όλα τα έγγραφα, τα οποία επικαλέσθηκαν νομίμως και προσκόμισαν οι διάδικοι, δεν καταλείπεται αμφιβολία για το ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω έγγραφα τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για τη στήριξη του προαναφερθέντος αποδεικτικού του πορίσματος, παρόλο που δεν τα μνημονεύει ειδικώς και δεν τα αξιολογεί χωριστά.

Συνεπώς ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά το υπόλοιπο μέρος είναι απαράδεκτος, καθ' όσον υπό την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις αναγόμενες ειδικότερα στην ανεπάρκεια αιτιολόγησης του αποδεικτικού πορίσματος, ως προς το ζήτημα των αμοιβαίων απαιτήσεων των διαδίκων από τη σχέση της κοινωνίας, που δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 368, 379, 389 Κ.Πολ.Δ. δε συνάγεται ότι σε περίπτωση που ο πραγματογνώμονας δεν ακολούθησε τις οδηγίες που του έδωσε το δικαστήριο για τον τρόπο με τον οποίο θα εκτελούσε τα καθήκοντά του ή δεν έλαβε υπόψη τα στοιχεία της δικογραφίας και παρά ταύτα συνέταξε την έκθεσή του, δημιουργείται ακυρότητα της πραγματογνωμοσύνης, ακόμα και αν υπάρχει βλάβη του διαδίκου, αφού το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τη γνωμοδότηση του πραγματογνώμονα, ανεξάρτητα από την πληρότητα ή μη του περιεχομένου της και τις τυχόν πλημμέλειες που εμφανίζει.

Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 388 Κ.Πολ.Δ. κατά την οποία το δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση αν κρίνει πως υπάρχει λόγος μπορεί ύστερα από αίτηση των διαδίκων ή και αυτεπαγγέλτως να διατάξει νέα πραγματογνωμοσύνη ή την επανάληψη ή τη συμπλήρωση της πραγματογνωμοσύνης από τους ίδιους ή άλλους πραγματογνώμονες συνάγεται ότι η διάταξη νέας πραγματογνωμοσύνης ή η επανάληψη ή η συμπλήρωση αυτής από τους ίδιους ή άλλους πραγματογνώμονες εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου της ουσίας, η κρίση του οποίου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Έτσι η τυχόν εσφαλμένη κρίση του πραγματογνώμονα ή η μη λήψη υπόψη κρίσιμων αποδεικτικών στοιχείων, ή η ενέργεια από αυτόν πράξεων ή η εφαρμογή μεθόδων που είναι κατά την κρίση του αναγκαίες ή απλώς χρήσιμες για τη διατύπωση του πορίσματός του δεν καθιστούν άκυρη την έκθεση του, αφού στο δικαστήριο εναπόκειται να της αποδώσει την προσήκουσα αποδεικτική βαρύτητα ή να διατάξει επανάληψη ή συμπλήρωση της ή νέα πραγματογνωμοσύνη.

Επομένως ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο προβάλλονται αιτιάσεις από τον αρ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ότι δηλαδή το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε άκυρη την πραγματογνωμοσύνη, η οποία διενεργήθηκε κατ' επιταγή της μη οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, προς διαπίστωση της δυνατότητας αυτούσιας διανομής του επικοίνου ακινήτου, παρότι ο διορισθείς πραγματογνώμονας συνέταξε τη σχετική έκθεσή του χωρίς να επισκεφθεί τούτο (επίκοινο ακίνητο) αλλά άλλο όμορο, συνοδευόμενος από τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσιβλήτων, καθώς και η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του ίδιου άρθρου συνιστάμενη στο ότι το δικαστήριο της ουσίας με ελλιπείς αιτιολογίες απέρριψε το αίτημα των αναιρεσειόντων για τη διενέργεια νέας πραγματογνωμοσύνης, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, καθ' όσον οι σχετικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν.4045/1912, παραβόλου και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ., όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-6-2015 αίτηση των Β. Κ. και Ε. Κ., περί αναιρέσεως της 129/2014 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων(2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 12 Φεβρουαρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ