Legislator Case Law & Legislation
306/2015 AI generated

306/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 306/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

306/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την αναίρεση της απόφασης, κατά το μέτρο παραδοχής της αντίστοιχης αίτησης, οι διάδικοι οι οποίο μετέσχον στην αναιρετική δίκη, επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα και η υπόθεση στο δικαστήριο της παραπομπής συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις, κατ' άρθρο 237 ΚΠολΔικ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 306 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 306/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Π. χήρας Γ. Γ., κατοίκου ..., για τον εαυτό της ατομικά και ως κληρονόμου του Γ. Γ., 2)Ν. Γ. του Γ., κατοίκου ..., 3)Δ. Γ. του Γ., κατοίκου ... και 4)Σ. Γ. του Γ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Γ. Γ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευθύμιο Καυκόπουλο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Π. Μ. του Α., κατοίκου ..., και 2)Ζ. - Τ. Μ. - Μ. του Α., κατοίκου ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων της Α. Α. Μ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Δέσποινα Μελίδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-6-1994 αγωγή της αρχικής διαδίκου Α. χήρας Α. Μ. και τις από 9-1-1995 αγωγές (με αρ. κατάθεσης 10/1995 και 70/1995) της ήδη πρώτης αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Έδεσσας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 285/1995 μη οριστική, 318/1996 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 2562/1997 μη οριστική και 1859/1998 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Κατά της τελευταίας απόφασης ασκήθηκε αναίρεση, επί της οποίας εκδόθηκαν η 769/2001 μη οριστική και 65/2006 οριστική αποφάσεις του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε εν μέρει και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο, το οποίο θα αποτελείτο από άλλους δικαστές. Στη συνέχεια το Εφετείο Θεσσαλονίκης εξέδωσε την 1272/2014 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9-9-2014 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 4-2-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 ΚΠολΔικ "αν αναιρεθεί η απόφαση οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση, για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 581 παρ. 2 του ίδιου κώδικα, "στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση".

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 του ΚΠολΔικ "αν ο 'Αρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, αυτός από εκείνους που αναφέρονται στις παρ. 1 και 2 (δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων, των σχετικών με την αρμοδιότητα) παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή και στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές".

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι η αναίρεση της απόφασης και επομένως και η εξαφάνισή της μπορεί να είναι ολική ή μερική. Τούτο θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο έχουν προσβληθεί όλα ή κάποια από τα περισσότερα κεφάλαια αυτής. Ειδικότερα η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), τα οποία αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναίρεσης, καθώς και εκείνα που συνάπτονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα.

Η έκταση αυτή της αναίρεσης προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης και κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατυπώσεως αυτής. Επομένως στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση. Στην περίπτωση της εν μέρει αναίρεσης, η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο της παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή ως προς τα πληγέντα κεφάλαιά της, ως τέτοιων νοουμένων των οριστικών διατάξεων της απόφασης, που αποφαίνονται στις επί μέρους αυτοτελείς αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις ασκήσεως κυρίας παρέμβασης, ανταγωγής, αντικειμενικής σώρευσης αγωγών, άσκησης παρεμπίπτουσας αγωγής, επεκτείνεται δε στα αρρήκτως συνδεόμενα προς τα αναιρεθέντα κεφάλαια, ως τέτοιων νοουμένων όσων αφορούν παρεπόμενα ή παρακολουθήματα της κύριας απαίτησης, ή προέρχονται από την ίδια ιστορική και νομική αιτία, τα οποία συναναιρούνται και επομένως ως προς ολόκληρο το αναιρεθέν κεφάλαιο η απόφαση αποβάλλει την ισχύ της και παύει να αποτελεί δεδικασμένο, ενώ ως προς τα μη αναιρεθέντα κεφάλαια της απόφασης διατηρείται το δεδικασμένο της.

Με την αναίρεση της απόφασης, κατά το μέτρο παραδοχής της αντίστοιχης αίτησης, οι διάδικοι οι οποίο μετέσχον στην αναιρετική δίκη, επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα και η υπόθεση στο δικαστήριο της παραπομπής συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις, κατ' άρθρο 237 ΚΠολΔικ.

Οι διάδικοι ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής προτείνουν όποιους ισχυρισμούς μπορούσαν να προτείνουν και κατά τη συζήτηση που εκδόθηκε η απόφαση που αναιρέθηκε. Το δικαστήριο αυτό, ερευνώντας τους λόγους της έφεσης που είναι σχετικοί με τα κεφάλαια της δίκης, για τα οποία αναιρέθηκε η εφετειακή απόφαση, ως προς τα οποία επανακρίνεται, δεν δεσμεύεται να κρίνει και διαφορετικά επί της ουσίας δεσμευόμενο μόνο για τα νομικά ζητήματα που επέλυσε η αναιρετική απόφαση με το λόγο αναιρέσεως που έκανε δεκτό.

Αντίθετα το δικαστήριο της παραπομπής δεν μπορεί να εξετάσει λόγους εφέσεως που αναφέρονται στα λοιπά κεφάλαια, ως προς τα οποία δεν αναιρέθηκε η απόφαση, γιατί διαφορετικά θα προσέβαλε το δεδικασμένο, το οποίο, κατά το άρθρο 322 ΚΠολΔικ λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, ως προς τα μη αναιρεθέντα κεφάλαια της απόφασης διατηρείται.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, καθώς και με τον πρώτο λόγο και κατά το πρώτο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλομένη και μετ' αναίρεση εκδοθείσα εφετειακή απόφαση, η πλημμέλεια της διατάξεως του αριθμού 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ (και όχι της επικαλουμένης με το δεύτερο λόγο 8εδβ του ίδιου άρθρου) κατά την οποία το ως δικαστήριο της παραπομπής δικάσαν Εφετείο δεν συμμορφώθηκε με την αναιρετική απόφαση, ενώ προσέτι με το δεύτερο μέρος του πρώτου λόγου αποδίδεται στην απόφαση η πλημμέλεια της διατάξεως του αριθμού 16 του ίδιου άρθρου, κατά την οποία το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δεν δέχθηκε το δεδικασμένο που απέρρεε από την απόφαση της παραπομπής ως προς τα μη αναιρεθέντα, με αυτήν, κεφάλαια.

Από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Η αρχικώς ενάγουσα Α. χήρα Α. Μ., στη θέση της οποίας έχουν υπεισέλθει οι αναιρεσίβλητοι, άσκησε την από 29-6-1994 διεκδικητική αγωγή κυριότητας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου 'Εδεσσας, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί κυρία του επιδίκου ακινήτου, επιφάνειας 464,13 τμ που απέκτησε, με παράγωγο τρόπο και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι (ο ένας από τους οποίους ήταν ο δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων Γ.

Γ., στη θέση του οποίου αυτοί υπεισήλθαν), να αποδώσουν τα επιφανείας 64,5 και 7 τμ διαιρετά τμήματα, από τα οποία την απέβαλαν. Η σύζυγος του πρώτου αρχικώς εναγομένου (και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα) Π. Γ. άσκησε εναντίον της προαναφερθείσας Α. χήρας Α. Μ. α) την από 9-1-1995 αναγνωριστική αγωγή, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί κυρία, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας σε τμήμα του ίδιου επιδίκου ακινήτου έκτασης 64 τμ και β) την από 9-1-1995 αγωγή, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί εμπράγματο δικαίωμα δουλείας διόδου επί λωρίδας εδάφους, μήκους 32 μέτρων και πλάτους 8 μέτρων, που απέκτησε με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, εις βάρος του ίδιου ακινήτου.

Επί των αγωγών αυτών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 318/1996 οριστική απόφαση, με την οποία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή της αρχικώς ενάγουσας Α. χήρας Α. Μ. και δέχθηκε τις υπόλοιπες. Κατά της παραπάνω απόφασης παραπονέθηκε η αρχικώς ενάγουσα, με την από 28-11-1996 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1859/1998 οριστική απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση.

Κατά της απόφασης αυτής η εν λόγω ηττηθείσα Α. χήρα Α. Μ. άσκησε την από 22-11-1999 αίτηση αναίρεσης και τους από 18-10-2000 πρόσθετους λόγους, εκδοθείσας της υπ' αριθμ. 769/2001 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση. Στη συνέχεια, την υπόθεση επανέφεραν ενώπιον του Αρείου Πάγου, οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι (τέκνα) της αρχικώς ενάγουσας (και ήδη αναιρεσίβλητοι) Π.

Μ. και Ζ. - Τ. Μ. - Μ., οι οποίοι υπεισήλθαν στη θέση της και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 65/2006 απόφαση, η οποία, αφού απέρριψε την αναίρεση ως προς τους αναιρεσιβλήτους Δ. Τ., Α. και Χ. Τ., αναίρεσε κατά τα λοιπά την υπ' αριθμ. 1859/1998 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που είχε απορρίψει την επί παραγώγου τρόπου αποκτήσεως κυριότητας ερειδομένη διεκδικητική αγωγή της αρχικώς αναιρεσείουσας (δεχθείσα ότι το επίδικο περιλαμβάνεται σε απαλλοτριωθείσα από τη ΔΕΗ έκταση) για έλλειψη νόμιμης βάσης, γιατί από το αιτιολογικό της δεν προέκυπταν "κατά τρόπο πλήρη και σαφή τα πραγματικά περιστατικά βάσει των οποίων απορρίφθηκε η αγωγή", καθόσον διελάμβανε ασαφείς και ενδοιαστικές αιτιολογίες, που δεν στήριζαν πλήρως και σαφώς το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.

Συνεπώς, το κρίσιμο ζήτημα της απόκτησης κυριότητας εκ μέρους της αρχικώς ενάγουσας στην επίδικη έκταση των 463,14 τμ, που απέμεινε μετά τη συντελεσθείσα απαλλοτρίωση εκ μέρους της ΔΕΗ, για το οποίο αναιρέθηκε η υπ'αριθμ. 1859/1988 απόφαση, συνέχεται αναγκαίως με τις αξιώσεις της ενάγουσας (και ήδη πρώτης αναιρεσείουσας) Π. Γ., για την ικανοποίηση των οποίων άσκησε τις προαναφερόμενες συνεκδικασθείσες αγωγές, αφού αφορούν το ίδιο επίδικο ακίνητο και η ύπαρξη κυριότητας της αρχικώς ενάγουσας επ' αυτού, αποτελεί προϋπόθεση για την έρευνα, πολύ δε περισσότερο για την ευδοκίμηση των εν λόγω συνεκδικασθεισών, της πρώτης αναιρεσείουσας, αγωγών, που ασκήθηκαν προς απόκρουση αυτής.

Συνεπώς το αναιρεθέν κεφάλαιο επεκτεινόταν και στα προαναφερόμενα κεφάλαια της αναιρεσιβληθείσας απόφασης που αφορούν τις συνεκδικασθείσες αγωγές (αναγνωριστικής κυριότητας και δουλείας διόδου) τα οποία συναναιρέθηκαν, με έννομη συνέπεια την ολική αναίρεση της απόφασης. Ενόψει τούτων η προσβαλλομένη απόφαση, που δίκασε εκ νέου την υπόθεση στο σύνολό της και ως προς τις συνεκδικασθείσες και αναφερόμενες παραπάνω τρείς αγωγές, έκρινε, ως δικαστήριο της παραπομπής, σύμφωνα με τα επιτασσόμενα με την αναιρετική απόφαση και συνακόλουθα δεν στοιχειοθετούνται οι ερευνώμενες αναιρετικές πλημμέλειες της μη συμμορφώσεως προς την αναιρετική απόφαση του άρθρου 559 αρ. 18 ΚΠολΔικ και της μη λήψεως υπόψη δεδικασμένου του άρθρου 559 αρ. 16, αφού ενόψει της ολικής αναιρέσεως της απόφασης, δεν υφίσταντο τελεσιδίκως κριθέντα και παράγοντα δεδικασμένο κεφάλαια.

Ενόψει τούτων οι πρώτος και δεύτερος από τους λόγους της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν, ενώ η αιτίαση του πρώτου λόγου κατά την οποία η υπ' αριθμ. 1859/1998 απόφαση του Εφετείου, δεν αναιρέθηκε κατά τις αφορώσες, την από την επικουρική και από έκτακτη χρησικτησία βάση της αγωγής της Α. Μ., παραδοχές, είναι απαράδεκτη, καθόσον στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού η εν λόγω αγωγή δεν είχε τέτοια βάση.

Επειδή κατά τη διάταξη του αριθμού 11 περ. γ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (Ολ ΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφώς και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο.

Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση του αποδεικτικού μέσου, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του (Ολ ΑΠ 23/2008). Καμμία ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (Ολ.

ΑΠ 8/2005). Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ ΑΠ 2/2008) ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ. ΑΠ 14/2005) ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) το μετ' αναίρεση δικάσαν Εφετείο, μετά από τη συνεκτίμηση των νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων σ' αυτό, αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά ως προς τις αναφερόμενες παραπάνω, στους πρώτο και δεύτερο αναιρετικούς λόγους, δύο αγωγές της πρώτης αναιρεσείουσας περί αναγνωρίσεώς της κυριότητάς της με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας επί εδαφικού τμήματος 64 τ.μ.

και περί αναγνωρίσεως δουλείας διόδου, με τα ίδια προσόντα, επί εδαφικής λωρίδας μήκους 32 και πλάτους 8 μέτρων. "Η Π. Γ. με το υπ' αριθμό .../1968 συμβόλαιο, που μεταγράφηκε νόμιμα, απέκτησε από τον θετό της πατέρα Σ. Π. λόγω προικός την κυριότητα του με αριθμό 31 ομόρου οικοπέδου, εμβαδού 180 τμ, στο οποίο ανήγειρε διώροφη οικία, σύμφωνα με την υπ'αριθμό 5156/1968 άδεια ανεγέρσεως οικοδομής της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχίας Πέλλας, στην οποία κατοικεί μόνιμα με την οικογένειά της.

Η ίδια με την αγωγή που άσκησε, ισχυρίζεται ότι από το έτος 1968 ασκεί με διάνοια κυρίας διακατοχικές πράξεις επί του διαιρετού τμήματος εμβαδού 64 τμ, που είναι περιφραγμένο με τσιμεντόλιθους, φύτευσε λουλούδια και κατέστη έτσι με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας κύρια, καθόσον από το έτος 1968 μέχρι την άσκηση της αγωγής (1995) παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από είκοσι χρόνια, κατά το οποίο (διάστημα) δεν ενοχλήθηκε από κανένα χωρίς να ενοχληθεί από κανένα.

Από τις καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν κατά τη διάρκεια της δίκης ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με επιμέλεια της ενάγουσας Π. Γ., οι οποίες είναι γενικές και αόριστες, δεν αποδείχθηκε ότι οι τσιμεντόλιθοι τοποθετήθηκαν από το έτος 1968, καθόσον μία τέτοια ενέργεια θα γινόταν αντιληπτή από την ενάγουσα Α.

Μ., η οποία επισκεπτόταν με το γιό της κατά τακτά χρονικά διαστήματα το οικόπεδό της, ούτε εξάλλου το γεγονός ότι εκδόθηκε οικοδομική άδεια το έτος 1968, σημαίνει άνευ ετέρου, ότι ολοκληρώθηκε η ανέγερση της όμορης κατοικίας το ίδιο έτος και επακολούθησε αμέσως η κατασκευή της περίφραξης από τσιμεντόλιθους ......

Επομένως δεν αποδείχθηκε ότι συμπληρώθηκε στο πρόσωπό της Π. Γ. ο απαιτούμενος χρόνος της έκτακτης χρησικτησίας και πρέπει να απορριφθεί η αγωγή της Π. Γ. ....... Επίσης δεν αποδείχθηκε ότι η Π. Γ. από το χρόνο ανεγέρσεως της κατοικίας της, δηλαδή από το έτος 1968 διερχόταν από το οικόπεδο της Α. Μ. και χρησιμοποιούσε δίοδο μήκους 32 μέτρων και πλάτους 8 μέτρων με διάνοια δικαιούχου δουλείας, προκειμένου να μεταβαίνει από την πλησιέστερη οδό "πάροδος Βύρωνος" στην οικία της που ήταν περίκλειστη.

Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι το οικόπεδό της δεν είναι περίκλειστο, αλλά είχε πρόσβαση από τη νότια πλευρά όπου βρίσκεται η παλιά κοίτη του ποταμού Βόδα, όπως προκύπτει από το με ημερομηνία 14-7-1992 τοπογραφικό διάγραμμα της τοπογράφου μηχανικού Μ. Ι., το από 24-4-1996 διάγραμμα του διορισθέντος πραγματογνώμονα Μ.

Τ., τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες και την υπ'αριθμό 49/1994 απόφαση του Δημοτικού συμβουλίου Έδεσσας που απέρριψε ένσταση του συζύγου της ενάγουσας Γ. Γ., με την οποία ζητούσε να μην γίνει τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου της πόλης στο οικοδομικό τετράγωνο 6β. Στην προαναφερόμενη απορριπτική απόφαση αναφέρεται ότι μετά από σχετική έρευνα προέκυψε ότι το οικόπεδο του ενιστάμενου είχε πρόσβαση από τη νότια πλευρά.

Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά ............. δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα Π. Γ., απέκτησε κυριότητα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας στην επίδικη έκταση των 64 τμ , ούτε δικαίωμα πραγματικής δουλείας διόδου σε εδαφολωρίδα μήκους 32μ και πλάτους 8 μέτρων". Με βάση τα περιστατικά αυτά, το Εφετείο αφού δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την έφεση και κατά τα αφορώντα τις εν λόγω δύο αγωγές κεφάλαιά της, εξαφάνισε την εκκαλουμένη και αφού δίκασε εκ νέου τις αγωγές αυτές (καθώς και την συνεκδικασθείσα τρίτη αγωγή της δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων, η επί της οποίας απόφαση δεν αποτελεί αντικείμενο του παραπάνω ερευνώμενου λόγου), τις απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες.

Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια, κατά την οποία, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα νομίμως επαναφερθέντα στη μετ' αναίρεση δίκη, κατά το άρθρο 240 και 581 ΚΠολΔικ με επίκληση παρακάτω αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυπτε η ουσιαστική βασιμότητα των παραπάνω δύο αγωγών της πρώτης αναιρεσείουσας Π.

Γ. και ότι ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη α) τις περιεχόμενες στα υπ' αριθμ. 285/1995 πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης καταθέσεις των μαρτύρων Γ. Β. και Ε. Τ., β) το υπ' αριθμ. 468/1968 παραχωρητήριο του Κέντρου Κοινωνικής Πρόνοιας της Νομαρχίας Πέλλας, γ) το υπ' αριθμ. .../13-8-1968 προικοσυμβόλαιο, δ) το από 27-4-1994 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ν.

Α., ε) τις υπ' αριθμ. 1,3,4 φωτογραφίες και στ) την από 24-4-1996 έκθεση πραγ/νης του διορισθέντα με την υπ'αριθμ. 285/1995 παρεμπίπτουσα απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου Πραγ/να Μ. Τ. και το συνημμένο στην έκθεση αυτή τοπογραφικό διάγραμμα του ίδιου πραγ/να. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί από την προσβαλλομένη απόφαση και ιδιαίτερα από την περιεχομένη σ' αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη οι καταθέσεις των μαρτύρων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα, καθώς και η επίμαχη έκθεση πραγ/νης, σε συνδυασμό με το προεκτεθέν περιεχόμενο της απόφασης και την ιδιαίτερη μάλιστα αναφορά στις μαρτυρικές καταθέσεις, στις φωτογραφίες και το τοπογραφικό διάγραμμα του δικαστικού πραγ/να, δεν γεννιέται καμμιά απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για τη στήριξη του αποδεικτικού του πορίσματος.

Οι αιτιάσεις του ερευνώμενου λόγου, κατά τις οποίες η διαφορετική εκτίμηση των αποδεικτικών αυτών μέσων, σε συνδυασμό με τις λοιπές αποδείξεις, θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλομένης αποφάσεως, για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την θεμελιώδη επιλογή του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ.

Ενόψει τούτων ο λόγος αυτός, καθώς και η αναίρεση, στο σύνολό της, πρέπει να απορριφθούν και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου, κατά το άρθρο 495 παρ. 4 του ΚΠολΔικ. Οι αναιρεσείοντες ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων (άρθρ. 176, 180 παρ. 1 και 183 ΚΠολΔικ) και όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-9-2014 αίτηση των Π. χας Γ. Γ. για τον εαυτό της ατομικά και ως κληρονόμο του Γ. Γ. κλπ κατά των Π. Μ. του Α. κλπ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1272/2014 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Διατάσσει να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο το κατατεθέν παράβολο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Μαρτίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ