306/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated306/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις προκύπτει ότι μόνο η δικαιοπραξία με την οποία μεταβιβάζεται οικόπεδο και εξ αιτίας της οποίας δημιουργούνται μη άρτια οικόπεδα είναι άκυρη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 306 / 2013 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 306/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Γ. Ν. του Ι. , 2)Π. Λ., συζ. Ε., το γένος Γ. Ν. , 3)Ε. Ν. του Γ. , κατοίκων …,, και 4)Ε. Ν. του Γ. , κατοίκου …,, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σταύρο Καρατζά.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Γ. Κ. του Σ. , 2)Δ. Κ. του Σ. , και 3)Σ. Κ. του Σ. , κατοίκων …,, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Σακελλάρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/6/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ηγουμενίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 70/2008 του ιδίου Δικαστηρίου και 139/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2/3/2010 αίτησή τους και τους από 22/8/2011 προσθέτους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 26/9/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη των αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ.1 του α.ν. 431/1968 προκύπτει ότι, μετά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού (23-05-1968), ο κατά την εποικιστική εν γένει νομοθεσία αποκατασταθείς κληρούχος και οι κληρονόμοι του δεν λογίζονται κατά πλάσμα του νόμου νομείς του κλήρου, αν δεν κατέχουν πράγματι αυτόν και συνεπώς είναι δυνατή η χωρίς τη θέλησή τους κτήση από τον τρίτο της νομής ολόκληρου του κληροτεμαχίου, υπό τον όρο να μη κατατέμνονται τα τεμάχια της οριστικής διανομής.
Ο περιορισμός αυτός της μη κατάτμησης τίθεται ως γενική αρχή και έχει εφαρμογή σε κάθε μεταβίβαση του κλήρου, όχι μόνο όταν γίνεται με τη θέληση του κληρούχου, δηλαδή με δικαιοπραξία, αλλά και στην περίπτωση απόκτησης της κυριότητας χωρίς τη θέληση αυτού, όπως με χρησικτησία. Κατ' εξαίρεση όμως ο περιορισμός αυτός δεν ισχύει, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 1 αυτού του αναγκαστικού νόμου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.666/1977, εκτός των άλλων περιπτώσεων και "επί μεταβιβάσεων κλήρων κειμένων εντός εγκεκριμένων ρυμοτομικών σχεδίων πόλεων ή χωρίων υπό την προϋπόθεσιν ότι τόσον τα μεταβιβαζόμενα όσον και τα απομένοντα τεμάχια κλήρων πληρούν τα κατά τας οικείας πολεοδομικάς διατάξεις ελάχιστα όρια εμβαδού και διαστάσεων.
Περί της συνδρομής της προϋποθέσεως ταύτης χορηγείται βεβαίωση της αρμόδιας πολεοδομικής Αρχής". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει, ότι η θεσπισθείσα εξαίρεση από τον περιορισμό της μη κατάτμησης του κλήρου που βρίσκεται εντός των εγκεκριμένων ρυμοτομικών σχεδίων πόλεων ή χωριών, δεν περιλαμβάνει οποιαδήποτε μεταβίβαση, αλλά μόνο την μεταβίβαση που γίνεται με δικαιοπραξία, αφού ρητά προβλέπεται η σύνταξη συμβολαίου, στο οποίο επισυνάπτεται η βεβαίωση της αρμόδιας πολεοδομικής Αρχής περί πληρώσεως των προβλεπόμενων ελαχίστων ορίων εμβαδού και διαστάσεων τόσο του μεταβιβαζόμενου τμήματος, όσο και του εναπομένοντος τεμαχίου του κλήρου, πράγμα που είναι ασυμβίβαστο με την έννοια της χρησικτησίας.
Περαιτέρω, κατά μεν την παράγραφο 1 του άρθρου 2 του ν.δ. 690/1948, η οποία καταργήθηκε με το άρθρο 3 παρ.1 του α.ν.625/1968 και επαναφέρθηκε σε ισχύ με το άρθρο 6 παρ. 1 του 651/1977, "απαγορεύεται η μεταβίβαση της κυριότητας οικοπέδων επαγομένη την δημιουργία οικοπέδων μη αρτίων, είτε κατά το ελάχιστον εμβαδόν, είτε κατά το ελάχιστον πρόσωπον ή βάθος", κατά δε την παρ. 3 του ιδίου άρθρου, "πάσα δικαιοπραξία εν ζωή ή αιτία θανάτου, έχουσα αντικείμενον απαγορευμένην κατά τας προηγουμένας παραγράφους μεταβίβασιν κυριότητας, είναι αυτοδικαίως και εξ υπαρχής απολύτως άκυρος".
Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις προκύπτει ότι μόνο η δικαιοπραξία με την οποία μεταβιβάζεται οικόπεδο και εξ αιτίας της οποίας δημιουργούνται μη άρτια οικόπεδα είναι άκυρη.
Συνεπώς, δεν αποκλείεται από τις διατάξεις αυτές η απόκτηση από τρίτο της κυριότητας τμήματος οικοπέδου με χρησικτησία, έστω και αν αυτή επάγεται τη δημιουργία οικοπέδων μη αρτίων, αφού στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται για μεταβίβαση με δικαιοπραξία (Ολ.ΑΠ 606/1976, ΑΠ 1189/2012, ΑΠ 1740/2005). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.
Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 ΑΚ).
Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει του με αριθμό …/1976 παραχωρητηρίου της Διεύθυνσης Γεωργίας (τοπικό συνεργείο συνοικισμού …), που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πάργας (τόμος 30, …), ο πρώτος ενάγων και ήδη πρώτος αναιρεσείων απέκτησε την κυριότητα του με αριθμό … οικοπεδικού κλήρου της διανομής του συνοικισμού … του έτους 1970.
Ο οικοπεδικός αυτός κλήρος έχει έκταση 410 τ.μ., βρίσκεται εντός του οικισμού της κοινότητας … και συνορεύει ολόγυρα με δημοτικό δρόμο και με τα τεμάχια με αριθμούς …, ιδιοκτησίας κληρονόμων Ι. Ν. , …, ιδιοκτησίας κληρονόμων … και …, συνιδιοκτησίας των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλητων. Εντός του οικοπέδου αυτού ο πρώτος αναιρεσείων ανήγειρε οικοδομή, την οποία, δυνάμει της …/1989 πράξης του συμβολαιογράφου Πάργας Δ.
Δούκα υπήγαγε στις διατάξεις περί οροφοκτησίας δημιουργώντας ανεξάρτητες και διακεκριμένες οριζόντιες ιδιοκτησίες. Στη συνέχεια αυτός μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής: α) στη δεύτερη ενάγουσα και ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα με το …/1989 συμβόλαιο του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα το δικαίωμα της καθ' ύψος επεκτάσεως του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου της ως άνω οικοδομής προς κατασκευή διαμερίσματος, το οποίο στη συνέχεια κατασκευάστηκε και με το …/2002 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ηγουμενίτσας Φωκίωνα Ντάνη, που μεταγράφηκε νόμιμα, την ψιλή κυριότητα ενός καταστήματος που βρίσκεται στο ισόγειο της άνω οικοδομής, ενώ το δικαίωμα της ισόβιας επικαρπίας παρακράτησε με το ίδιο συμβόλαιο ο ίδιος (πρώτος αναιρεσείων), β) στην τρίτη ενάγουσα και ήδη τέταρτη αναιρεσείουσα με το …/2002 συμβόλαιο του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου Φωκίωνα Ντάνη, που μεταγράφηκε νόμιμα, την ψιλή κυριότητα ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός διαμερίσματος του πρώτου ορόφου της ίδιας οικοδομής και γ) στην τέταρτη ενάγουσα και ήδη τρίτη αναιρεσείουσα με το …/2002 συμβόλαιο του ιδίου συμβολαιογράφου Φωκίωνα Ντάνη, που μεταγράφηκε νόμιμα, την ψιλή κυριότητα του υπολοίπου 1/2 εξ αδιαιρέτου του ιδίου ως άνω διαμερίσματος, ενώ το δικαίωμα της ισόβιας επικαρπίας του διαμερίσματος αυτού παρακράτησε με τα ίδια συμβόλαια ο πρώτος αναιρεσείων.
Περαιτέρω, με το …/1976 παραχωρητήριο της Διεύθυνσης Γεωργίας (τοπικό συνεργείο συνοικισμού …), που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πάργας (τόμος 30, ..) ο Δ. Κ. , απώτερος δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων, έγινε κύριος του με αριθμό … οικοπεδικού κλήρου της διανομής του συνοικισμού … του έτους 1970, εκτάσεως 280 τμ.
Οι δύο αυτοί συνεχόμενοι οικοπεδικοί κλήροι (αριθ… και ..) διαχωρίζονταν από το χρόνο της εγκατάστασης των κληρούχων σ' αυτούς από το συνεργείο της διανομής με μανδρότοιχο, ύψους 1,80 μ. περίπου και πλάτους περί τα 50 εκατοστά, το δε επίδικο εδαφικό τμήμα, επιφάνειας 42,08 τ.μ., βρίσκεται από την πλευρά του ως άνω μανδρότοιχου, όπου και ο με αριθμό … οικοπεδικός κλήρος του Δ.
Κ. . Και ναι μεν το επίδικο περιλαμβάνεται στον με αριθμό … οικοπεδικό κλήρο του πρώτου αναιρεσείοντος, πλην όμως ο ανωτέρω Δ. Κ. από της περιελεύσεως σ' αυτόν του με αριθμό … τεμαχίου (1976), ενσωμάτωσε σ' αυτό το επίδικο, το οποίο αποτελούσε συνέχεια του οικοπέδου του και είχε την ίδια μορφολογία με αυτό και το νεμόταν χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανένα και ιδίως από τον πρώτο αναιρεσείοντα.
Ειδικότερα, ο Δ. Κ. ασκούσε στο επίδικο τμήμα συνεχώς διακατοχικές πράξεις που προσιδίαζαν στη φύση και τον προορισμό του, ήτοι είχε φυτέψει κληματαριά και λουλούδια, είχε κατασκευάσει σε απόσταση περί τα 50-60 εκατοστά από τον ως άνω μανδρότοιχο τουαλέτα, διαστάσεων 3μ. Χ 3μ., ενώ στην εσωτερική πλευρά του τοίχου, ήτοι προς την πλευρά της ιδιοκτησίας του, όπου αυτός (τοίχος) είχε μικρά ανοίγματα-εσοχές, ο ανωτέρω Δ.
Κ. τοποθετούσε διάφορα αντικείμενα, όπως γλάστρες κ.α. Πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι ο ανωτέρω μανδρότοιχος αποτελούσε προέκταση της βόρειας πλευράς της οικίας που παραχωρήθηκε στον κληρούχο Δ. Κ. μαζί με το με αριθμό … οικόπεδο και ακόμα ότι τμήμα της οικίας αυτής βρίσκεται εντός του επιδίκου, ενώ το τελευταίο (επίδικο) αποτελούσε την αυλή της (οικίας).
Αντίθετα, δεν αποδείχτηκε η άσκηση οιασδήποτε διακατοχικής πράξης των αναιρεσειόντων στο επίδικο, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, διαχωριζόταν από το με αριθμό …οικόπεδό τους με τον ως άνω μανδρότοιχο, ο οποίος, καθιστούσε αδύνατη την πρόσβασή τους σ' αυτό (επίδικο). Τις ανωτέρω διακατοχικές πράξεις ασκούσε στο επίδικο ο Δ.
Κ. μέχρι το χρόνο του θανάτου του (1989) και στη συνέχεια η νομή του επιδίκου μεταβιβάστηκε στις μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμους του Σ. Κ. (σύζυγό του) και Ε. Κ. (θυγατέρα του), οι οποίες επελήφθησαν αμέσως αυτής (νομής), δια της εγκαταστάσεώς τους σ' αυτό, και άρχισαν έκτοτε να ασκούν επ' αυτού τις ίδιες περίπου πράξεις που ασκούσε ο δικαιοπάροχος σύζυγος και πατέρας τους, αντίστοιχα, χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από κανένα μέχρι το θάνατο της η πρώτη (2000) και μέχρι το έτος 2004 η δεύτερη.
Από τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, η Ε. Κ. , μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος του πατέρα της Δ. Κ. και της μητέρας της Σ. Κ. , κατέστη κυρία του επίδικου εδαφικού τμήματος με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθόσον νέμεται αυτό με διάνοια κυρίας από το έτος 1989, συνυπολογιζομένου στο δικό της χρόνο και του χρόνου χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων της Δ.
και Ε. Κ. , έστω και αν η κυριότητά της αφορά τμήμα οικοπέδου (επίδικο) το οποίο είναι, σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις, μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο καθόσον, στην απαγόρευση της κατάτμησης οικοπέδου με σύμβαση ή διαθήκη, που θα έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία μη αρτίων οικοπέδων δεν εμπίπτει και η χρησικτησία ως τρόπος κτήσης κυριότητας επί τμήματος οικοπέδου, έστω και αν το τμήμα αυτό δεν είναι άρτιο και συνεπώς τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τους ενάγοντες είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
Το έτος 2004 η ανωτέρω Ε. Κ. δυνάμει του με αριθ... /2004 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Ηγουμενίτσας Ευαγγελίας Γιαννούλη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ηγουμενίτσας (τ.268, …), όπως αυτό διορθώθηκε με την …/2007 πράξη της ιδίας συμβολαιογράφου, νόμιμα μεταγραφείσας (τ.274, …), μεταβίβασε λόγω πώλησης στους αναιρεσίβλητους ένα ακίνητο συνολικής εκτάσεως 335,59 τ.μ., στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και το επίδικο, την κυριότητα του οποίου αυτή απέκτησε με έκτακτη χρησικτησία και συνεπώς οι εναγόμενοι-αναιρεσίβλητοι έγιναν συγκύριοι αυτού, αφού τα απέκτησαν από αληθινή κυρία".
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο έκρινε, ότι ναι μεν το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται στον …οικοπεδικό κλήρο του πρώτου ενάγοντος και ήδη πρώτου αναιρεσείοντος, πλην όμως ο απώτερος δικαιοπάροχος των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων από την περιέλευση σ' αυτόν του δικού του … κλήρου το έτος 1976 ενσωμάτωσε σ' αυτό το επίδικο, το οποίο έκτοτε νεμόταν συνεχώς, ασκώντας τις αναφερόμενες πράξεις νομής με διάνοια κυρίου, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανένα μέχρι το θάνατό του το έτος 1989, ότι στη συνέχεια η νομή του επιδίκου μεταβιβάστηκε στις μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, ήτοι τη σύζυγό του Σ.
Κ. και τη θυγατέρα του Ε. , οι οποίες από το 1989 ασκούσαν με διάνοια κυρίου τις ίδιες πράξεις νομής, με αποτέλεσμα η ανωτέρω Ε. Κ. να καταστεί κυρία του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, συνυπολογιζομένου στο δικό της χρόνο και του χρόνου των δικαιοπαρόχων της, έστω και αν η κυριότητά της αφορά τμήμα οικοπέδου, το οποίο είναι μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο.
Ακολούθως, έκρινε, ότι το έτος 2004 η Ε. Κ. με το αναφερόμενο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, όπως διορθώθηκε, μεταβίβασε στους ήδη αναιρεσίβλητους ένα ακίνητο, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και το επίδικο, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να καταστούν συγκύριοι αυτού, αφού το απέκτησαν με έκτακτη χρησικτησία, και ότι ουδόλως αποδείχθηκε η άσκηση οποιασδήποτε πράξης νομής στο επίδικο από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες.
Κατόπιν τούτων, το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, αφού δέχτηκε την ένσταση ιδίας κυριότητας των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε κρίνει όμοια. Με αυτά, που δέχτηκε, και, έτσι, που έκρινε το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1 παρ.1 του α.ν. 431/1968, της παρ. 2 του άρθρου 1 αυτού του αναγκαστικού νόμου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.666/1977, και του άρθρου 2 παρ. 1 του ν.δ. 690/1948, η οποία καταργήθηκε με το άρθρο 3 παρ. 1 του α.ν.625/1968 και επαναφέρθηκε σε ισχύ με το άρθρο 6 παρ. 1 του 651/1977, καθώς και των άρθρων 974, 1045 και 1051 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε.
Επομένως οι συναφείς πρώτος και δεύτερος λόγοι του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πολυμελών Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου..., 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος..., 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα και 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας.
Από την προαναφερόμενη διάταξη προκύπτει, ότι κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων και κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους λόγους που αναφέρονται περιοριστικώς στο νόμο, αφού στη διάταξη αυτή ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους.
Οι διατάξεις του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι ειδικές ως προς τους λόγους αναιρέσεως των αναφερόμενων στο άρθρο αυτό αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 559 ΚΠολΔ που αναφέρονται στους λόγους αναιρέσεως των αποφάσεων των υπόλοιπων δικαστηρίων. Έτσι, δεν ιδρύεται ο λόγος, όταν το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ενόψει τούτων, οι πρώτος και τρίτος, κατά το πρώτο μέρος τους, πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν, ότι το δικάσαν ως Εφετείο Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, και δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζουν, ότι το ίδιο δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του …/18-5-2004 πληρεξούσιου του συμβολαιογράφου Πάργας Δημ.
Δούκα, οι οποίοι στηρίζονται στους αριθμούς 8 περ. β' και 20 του 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι. Επίσης, απαράδεκτοι και απορριπτέοι είναι οι ίδιοι πρώτος, δεύτερος και τρίτος, κατά το δεύτερο μέρος τους, πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, από τον αριθμό 560 αριθ. 1α του ΚΠολΔ, με τους οποίους, με το πρόσχημα της παράβασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1041, 1045 και 1051 ΑΚ, καθώς και τοπικού εθιμικού κανόνα δικαίου, προσβάλλεται η περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Επειδή, ο τρίτος λόγος, αλλά και τελευταίος εξεταζόμενος, του κύριου δικογράφου της αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζεται πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ότι το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις περί πληρεξουσιότητας και εξουσιοδότησης των άρθρων 211 επ.
και 232 ΑΚ, είναι αβάσιμος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι η προσβαλλόμενη δεν περιέχει παραδοχές περί πληρεξουσιότητας και εξουσιοδότησης. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-3-2010 αίτηση και τους από 22-8-2011 πρόσθετους λόγους των αναιρεσειόντων Γ. Ν. κ.λ.π. για αναίρεση της 139/2009 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, που δίκασε ως Εφετείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Φεβρουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ