Legislator Case Law & Legislation
306/2009 AI generated

306/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 306/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

306/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Για το παραδεκτό όμως της σχετικής αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος που πλήττει την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, απαιτείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ.1 και 566 παρ.2 ΚΠολΔ, η κατάθεση του δικογράφου της αναίρεσης και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την συμπροσβαλλόμενη εν μέρει οριστική απόφαση.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 306 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 306/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Δ.ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ Ανώνυμη Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρεία", η οποία εδρεύει στην ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ηλιόπουλο.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ......, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-10-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4060/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 994/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των αποφάσεων ζητά η αναιρεσείουσα με την από 17-4-2007 αίτησή της, η οποία κατατέθηκε α) στο Εφετείο Αθηνών με αριθμό κατάθεσης 490/2007 και β) στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με αριθμό κατάθεσης 41/2007.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 17-9-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ως απαράδεκτη καθόσον στρέφεται κατά της 4060/2004 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την αναίρεση της υπ' αριθ. 994/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ...... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Πειραιώς ......, την οποία επικαλείται και προσκομίζει η επισπεύδουσα τη συζήτηση αναιρεσείουσα, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 17.04.2007 (αρ.κατ. 490/2007) αίτησης για αναίρεση των υπ' αριθμ. 4060/2004 και 994/2006 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου και του Εφετείου Αθηνών αντιστοίχως, με κλήση για συζήτηση αυτής, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσμο του δικαστηρίου τούτου (29.09.2008), επιδόθηκε με εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας, νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο, ο οποίος όμως δεν εμφανίστηκε ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση με τη σειρά της από το πινάκιο, ούτε κατέθεσε δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Επομένως πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήσαν παρόντες οι διάδικοι, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ.

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 522, 552 και 553 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν η υπόθεση εξετασθεί και στους δύο βαθμούς δκαιοδοσίας και γίνει τυπικά δεκτή η έφεση, ακολούθως δε απορριφθεί η αγωγή ως προς την γενόμενη δεκτή βάση αυτής, σε αναίρεση υπόκειται τόσο η εφετειακή απόφαση, ως προς τις διατάξεις της που αναφέρονται στα μεταβιβασθέντα στο Εφετείο κεφάλαια, όσο και η πρωτόδικη, ως προς τις οριστικές της διατάξεις (κεφάλαια) που δεν μεταβιβάστηκαν στο Εφετείο με λόγο έφεσης ή αντέφεσης.

Για το παραδεκτό όμως της σχετικής αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος που πλήττει την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, απαιτείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ.1 και 566 παρ.2 ΚΠολΔ, η κατάθεση του δικογράφου της αναίρεσης και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την συμπροσβαλλόμενη εν μέρει οριστική απόφαση.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 17.04.2007 αίτηση της ενάγουσας και εφεσίβλητης, η οποία έχει κατατεθεί νομίμως την 18.4.2007, τόσο στη γραμματεία του Εφετείου Αθηνών που εξέδωσε την συμπροσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 994/2004 απόφαση, όσο και στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εξέδωσε επίσης την συμπροσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 4.060/2004 απόφαση, ζητείται, για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους, η αναίρεση των άνω συμπροσβαλλομένων αποφάσεων Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα εξής:

Η αναιρεσείουσα με την από 10.10.2002 αγωγή της στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, εναντίον του αναιρεσιβλήτου ιστορούσε τα εξής: 'Οτι με σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και του Προμηθευτικού και Καταναλωτικού Συνεταιρισμού Υπαλλήλων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, μέλος του οποίου είναι και ο εναγόμενος, η ίδια ανέλαβε αυτή την υποχρέωση να πωλεί στα μέλη του εν λόγω συνεταιρισμού, είδη ένδυσης από το επί της οδού ......

αρ. ... (......) κατάστημά της, το τίμημα δε των πωλήσεων αυτών, μέχρι του ποσού των εκάστοτε παραδιδόμενων από τον αγοραστή (μέλος του συνεταιρισμού) διατακτικών εκδόσεως του συνεταιρισμού, ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλλει στην πωλήτρια ο άνω συνεταιρισμός, ευθυνομένου όμως παραλλήλως εις ολόκηρον για την καταβολή αυτού και του μέλους του συνεταιρισμού αγοραστή των εμπορευμάτων.

Ότι ο εναγόμενος που είναι μέλος του εν λόγω συνεταιρισμού, κατά τους αναφερόμενους στην αγωγή χρόνους, αγόρασε και παρέλαβε διαδοχικώς από το κατάστημα της ενάγουσας εμπορεύματα συνολικής αξίας 1.115,19 ευρώ, παραδίδοντας στην πωλήτρια ενάγουσα ισόποσες με το κάθε φορά τίμημα διατακτικές εκδόσεως του συνεταιρισμού. 'Οτι αυτή ζήτησε την καταβολή του άνω τιμήματος από τον συνεταιρισμό, πλην όμως ο τελευταίος δεν το κατέβαλε.

Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά ζητεί, επικαλούμενη κυρίως τις περί πωλήσεως διατάξεις του ΑΚ, και επικουρικώς τις διατάξεις των άρθρων 477, 415 και 904 ΑΚ να καταδικασθεί ο εναγόμενος αγοραστής να της καταβάλει το άνω ποσό του οφειλομένου τιμήματος νομιμοτόκως από τη επίδοση της αγωγή. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δικάζοντας την αγωγή αυτή ερήμην του αναιρεσιβλήτου, με την συμπροσβαλλόμενη υπ' αριθ. 4.060/2004 οριστική απόφασή του α) απέρριψε ως αόριστη την αγωγή κατά την κυρία επί της πωλήσεως βάση της, καθώς και κατά την επικουρική βάση της από το άρθρο 477 ΑΚ, β) απέρριψε ως μη νόμιμη την επικουρική βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και γ) έκρινε νόμιμη την αγωγή ως προς την επικουρική της βάση από το άρθρο 415 ΑΚ, κατόπιν δε αυτών δέχτηκε την αγωγή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα ως αποζημίωση το άνω ποσό των 1.115,19 ευρώ νομιμοτόκως.

Κατά της απόφασης αυτής ο εναγόμενος άσκησε έφεση,(η ενάγουσα δεν άσκησε έφεση ή αντέφεση ως προς τις απορριφθείσες βάσεις της αγωγής της), με την οποία ζήτησε την εξαφάνισή της και ως προς την γενόμενη δεκτή βάση της αγωγής, επί της οποίας (έφεσης) εκδόθηκε η συμπροσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 994/2006 απόφαση του Εφετείου, με την οποία, αφού έγινε τυπικά δεκτή η έφεση, εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη, ως προς τα μεταβιβασθέντα ενώπιον του Εφετείου με την έφεση κεφάλαια της εκκαλουμένης, σύμφωνα με το άρθρο 528 ΚΠολΔ, ακολούθως δε το Εφετείο, δικάζοντας την αγωγή ως προς την μεταβιβασθείσα ενώπιον αυτού βάση, απέρριψε αυτή ως μη νόμιμη.

Επομένως, σύμφωνα με όσα παραπάνω αναφέρθηκαν, η κρινόμενη αίτηση, είναι παραδεκτή, καθόσον με αυτή ζητείται η αναίρεση τόσο της απόφασης του Εφετείου, όσο και εκείνης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ως προς τις απορριφθείσες βάσεις της αγωγής, που δεν μεταβιβάστηκαν στο Εφετείο.

ΙΙΙ. Ο από το άρθρο 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, μπορεί να έχει ως περιεχόμενο και την αιτίαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας, απορρίψαν την αγωγή ως νόμω αβάσιμη, προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή ή μη εφαρμογή του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου ή σε εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή της ιστορικής βάσεως της αγωγής σ' αυτόν τον κανόνα.

Εξ άλλου, όπως συνάγεται από το άρθρο 415 ΑΚ, η μεταξύ άλλων συναπτόμενη εις βάρος τρίτου υποσχετική σύμβαση, δυνάμει της οποίας ο συμβαλλόμενος υπόσχεται ότι τρίτος, μη συμβαλλόμενος, θα καταβάλει κάποια παροχή στο λήπτη της υπόσχεσης, δεν γεννά υποχρέωση του μη συμβληθέντος τρίτου, και επομένως δεν παρέχεται αγωγή εναντίον αυτού από τον λήπτη της υπόσχεσης για εκπλήρωση της υποσχεθείσας από άλλον παροχής, εναντίον όμως του υποσχεθέντος η σύμβαση αυτή είναι ισχυρή, και αν ο τρίτος δεν εκπληρώσει τη υποσχεθείσα παροχή, ο υποσχόμενος οφείλει στο λήπτη αποζημίωση.

Ως εκ τούτου και ενόψει του ότι, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή της, η αναιρεσείουσα πώλησε και παρέδωσε στον εναγόμενο, μέλος του συνεταιρισμού, εμπορεύματα σε εκτέλεση της μεταξύ αυτής και του αντισυμβαλλομένου της συνεταιρισμού καταρτισθείσας σύμβασης, δυνάμει της οποίας αυτή ανέλαβε να πωλεί και παραδίδει στα μέλη του συνεταιρισμού εμπορεύματα και ο συνεταιρισμός να καταβάλλει το συμφωνηθέν τίμημα, δεν γεννάται υποχρέωση του εναγομένου να πληρώσει το τίμημα στην αναιρεσείουσα (ενάγουσα), με βάση τη διάταξη του άρθρου 415 ΑΚ, αφού δεν συντρέχουν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις εφαρμογής της.

Επομένως, το Εφετείο, που απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή ως προς τη βάση της αυτή, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την ανωτέρω διάταξη και άρα ο υπό στοιχείο VI λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος.

IV. Ως πράγματα, η μη λήψη υπόψη των οποίων από το δικαστήριο της ουσίας, ιδρύει τον από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, νοούνται οι νόμιμοι, λυσιτελείς και παραδεκτώς προταθέντες, ασκούντες δε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ισχυρισμοί, όπως είναι οι βάσεις αγωγής και οι λόγοι έφεσης. Μη νόμιμοι, απαράδεκτοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς (Ολ.ΑΠ 14/2004).

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό. Εξ άλλου, ο από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα ή απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο.

Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 522,535 και 536 παρ.2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεχθεί την αγωγή ως προς μία εκ των κατά δικονομική επικουρικότητα σωρευομένων βάσεων αυτής, και απορρίψει τις λοιπές, για την επαναφορά στο Εφετείο των επικουρικών βάσεων που απορρίφθηκαν, απαιτείται ειδικός λόγος έφεσης ή αντέφεσης, η οποία μπορεί να ασκηθεί και επικουρικώς, διαφορετικά, το Εφετείο, αν δεχθεί την έφεση του εναγομένου και ερευνήσει και τις απορριφθείσες επικουρικές βάσεις, υποπίπτει στην από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, της παρά το νόμο λήψης υπόψη πραγμάτων μη προταθέντων.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, οι ερευνηθείσες και απορριφθείσες από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο βάσεις, δεν επαναφέρθηκαν στο Εφετείο με ειδικό λόγο έφεσης ή αντέφεσης της ενάγουσας. Επομένως το Εφετείο, που μετά την αποδοχή της έφεσης του εναγομένου, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και δικάζοντας επί τη αγωγή ως προς την μεταβιβασθείσα ενώπιόν του βάση αυτής δεν ερεύνησε τις απορριφθείσες επικουρικές βάσεις, δεν υπέπεσε στις προβλεπόμενες από το άρθρο 559 αρ.8 και 14 ΚΠολΔ πλημμέλειες, και άρα ο περί του αντιθέτου ίδιος ως άνω υπό στοιχείο VI λόγο αναίρεσης κατά το οικείο μέρος του είναι αβάσιμος.

Ο λόγος αυτός, κατά το μέρος με το οποίο η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 11 και 12 ΚΠολΔ, καταλογίζει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη ομολογία του εναγομένου, είναι απαράδεκτος, διότι η θεμελίωσή του προϋποθέτει την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης, ενώ εν προκειμένω η αγωγή έχει απορριφθεί ως μη νόμιμη.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση καθόσον με αυτή ζητείται η αναίρεση της υπ' αριθμ. 994/2006 απόφασης του Εφετείου.

V. Από το άρθρο 904 ΑΚ προκύπτει, ότι η αγωγή εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι επιβοηθητικής ουσιαστικά φύσεως και μπορεί να ασκηθεί μόνο όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός αν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση (επικουρικώς) της απόρριψης της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία.

Στην προκειμένη περίπτωση με την κατά του αναιρεσιβλήτου αγωγή της η ενάγουσα, ιστορεί όσα παραπάνω αναφέρονται, επικουρικώς δε ζητεί, επικαλούμενη τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, να καταδικασθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει το τίμημα των εμπορευμάτων, τα οποία αυτή επώλησε και παρέδωσε στον εναγόμενο διαδοχικώς, κατά το χρονικό διάστημα από 24.1.2000 μέχρι 17.2.2000, ανερχόμενο στο συνολικό ποσό των 1.115,19 ευρώ, δυνάμει της μεταξύ αυτής και του συνεταιρισμού, του οποίου μέλος είναι ο εναγόμενος, καταρτισθείσας σύμβασης.

Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που, με την προσβαλλόμενη οριστική απόφασή του, απέρριψε την επικουρική, εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού, βάση της αγωγής, ως εκ του ότι κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή η εκπλήρωση της παροχής της ενάγουσας προς τον εναγόμενο έγινε σε εκτέλεση των συμβάσεων πωλήσεων, που καταρτίστηκαν μεταξύ τους, και την πληρωμή του τιμήματος των οποίων αναδέχθηκε σωρευτικώς ο Συνεταιρισμός, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, όπως αβασίμως αιτιάται η αναιρεσείουσα με τον υπό στοιχείο V λόγο κατά το 5ο σκέλος του.

Η περιεχόμενη στον ίδιο λόγο, κατά το 4ο σκέλος του αιτίαση, από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με αντιφατικές αιτιολογίες απέρριψε ως αόριστη την επικουρική βάση της αγωγής της εκ του άρθρου 477 ΑΚ, είναι απαράδεκτη, διότι ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνον, όταν το δικαστήριο έχει προβεί στην ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και όχι όταν έχει απορρίψει την αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη.

VI. Από τις διατάξεις των άρθρων 216 παρ.1 ΚΠολΔ και 513 επ. ΑΚ συνάγεται ότι για να είναι ορισμένη η αγωγή, με την οποία ο πωλητής ζητεί από τον αγοραστή την καταβολή του τιμήματος, πρέπει να αναφέρεται στο δικόγραφο αυτής η καταρτισθείσα σύμβαση κατά τα ουσιώδη αυτής στοιχεία, ήτοι το πωληθέν και παραδοθέν στον αγοραστή πράγμα και το συμφωνηθέν τίμημα, αν δε τα πωληθέντα είναι περισσότερα να καθορίζεται το είδος και η ποσότητα ενός εκάστου και το συμφωνηθέν για ένα έκαστο τίμημα.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, η ενάγουσα με την αγωγή της εκθέτει, ότι σε εκτέλεση της καταρτισθείσας σύμβασης με τον συνεταιρισμό, μέλος του οποίου είναι ο εναγόμενος, επώλησε και παρέδωσε σ' αυτόν (εναγόμενο), κατ' επιλογή του, από το κατάστημά της διαδοχικώς, κατά την χρονική περίοδο από 24.1.2000 μέχρι 17.2.2000, διάφορα κάθε φορά είδη ένδυσης και συναφή είδη, έναντι συμφωνηθέντος κάθε φορά τιμήματος, όπως στην αγωγή αναφέρεται και συνολικά 1.115.19 ευρώ, με τη συμφωνία ότι στην πληρωμή του τιμήματος υποχρεούνται εις ολόκληρο τόσο ο συνεταιρισμός όσο και ο αγοραστής εναγόμενος.

Ισχυριζόμενη δε περαιτέρω η ενάγουσα ότι ο συνεταιρισμός δεν επλήρωσε το άνω τίμημα, ζητεί να υποχρεωθεί ο εναγόμενος αγοραστής να της καταβάλει το ποσό αυτό, σύμφωνα με τις περί πωλήσεως διατάξεις. Με αυτό το ιστορικό και αίτημα η αγωγή ως προς την άνω, επί της πωλήσεως, βάση της, είναι αόριστη, διότι δεν αναφέρονται σ' αυτή τα πωληθέντα και παραδοθέντα κάθε φορά στον εναγόμενο αγοραστή πράγματα και το συμφωνηθέν τίμημα ενός εκάστου, και επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που έκρινε ομοίως και απέρριψε την αγωγή ως προς τη βάση της αυτή (πώλησης) λόγω αοριστίας, δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αρ.1 και 14 ΚΠολΔ πλημμέλειες, όπως αβασίμως αιτιάται η αναιρεσείουσα, με τον υπό στοιχείο V, κατά το οικείο μέρος, λόγο της αίτησης αναίρεσης.

VIΙ. Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 477 ΑΚ προκύπτει ότι σωρευτική αναδοχή χρέους είναι η σύμβαση που συνάπτεται μεταξύ του δανειστή και ενός τρίτου, με την οποία ο τρίτος αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκπληρώσει ξένο χρέος, χωρίς όμως να απαλλάσσεται ο αρχικός οφειλέτης. Ετσι παράγεται μία πρόσθετη ενοχή αυτού που υποσχέθηκε να εκπληρώσει το ξένο χρέος παράλληλη με την ενοχή του αρχικού οφειλέτη.

Η σύμβαση αυτή, που μπορεί να καταρτισθεί ακόμη και σιωπηρά, είναι ετεροβαρής και δεν έχει χαρακτήρα αναγνώρισης χρέους από τον αναδεχόμενο, αλλά ανάληψής του, εφόσον αυτό πραγματικά υπάρχει, μπορεί δε να αφορά και μελλοντικό χρέος, ως τέτοιου νομουμένου, τόσο εκείνου του χρέους, που ο νομικός λόγος παραγωγής του υπάρχει κατά την κατάρτιση της σύμβασης αναδοχής, αλλά δεν έχει γεννηθεί ακόμη (περιορισμένη μελλοντική απαίτηση), όσο και εκείνου του οποίου, ούτε ο λόγος παραγωγής, ούτε η απαίτηση υπάρχει κατά την κατάρτιση της σύμβασης, υπό την προϋπόθεση όμως ότι, και στις δύο περιπτώσεις, το μελλοντικό χρέος είναι οριστό, μπορεί δηλαδή να προσδιορισθεί, κατά το χρόνο που γεννάται η σχετική αξίωση έναντι του οφειλέτη.

Η ευθύνη του αναδοχέα έχει το ίδιο περιεχόμενο και την ίδια φύση με την ευθύνη του παλαιού οφειλέτη. Ετσι, μεταξύ των δύο αυτών προσώπων δημιουργείται, έναντι του δανειστή, παθητική εις ολόκληρον ενοχή (ΑΚ 481), δικαιουμένου του δανειστή να απαιτήσει την εκπλήρωση της παροχής μία μόνο φορά, κατ' επιλογή του, είτε από τον τρίτο που αναδέχθηκε το χρέος του οφειλέτη, με βάση τη σύμβαση αναδοχής, είτε από τον οφειλέτη με βάση την μεταξύ δανειστή και οφειλέτη έννομη σχέση Στην προκειμένη περίπτωση, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, με την αγωγή της εναντίον του ήδη αναιρεσιβλήτου, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα πωλήτρια, ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος αγοραστής να της καταβάλει το τίμημα των γενομένων προς αυτόν πωλήσεων, την πληρωμή του οποίου αναδέχτηκε σωρευρικώς ο Συνεταιρισμός, με την μεταξύ αυτού και της ενάγουσας πωλήτριας καταρτισθείσα σύμβαση.

Το περιεχόμενο αυτό της αγωγής, μη ανταποκρινόμενο στις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 477 ΑΚ, δεν καταφάσκει την με βάση το εν λόγω άρθρο ύπαρξη υποχρεώσεως του αναιρεσιβλήτου προς πληρωμή του τιμήματος. Επομένως το Πρωτοδικείο, που δεν εφάρμοσε την μη εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση ως άνω διάταξη του άρθρου 477 ΑΚ, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, όπως αβασίμως αιτιάται με τον υπό στοιχείο VI, κατά το οικείο μέρος του, λόγο η αναιρεσείουσα.

Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και καθόσον με αυτή ζητείται η αναίρεση της υπ' αριθμ. 4.060/2004 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17.04.2007 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "Δ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ Ανώνυμος Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρεία" για αναίρεση των υπ' αριθμ. 994/2006 και 4.060/2004 αποφάσεων του Εφετείου και του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αντιστοίχως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ