306/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated306/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αντιθέτως η ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Στην περίπτωση αυτή η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη και η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 306 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 306/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1. Εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία ".........", που εδρεύει στο ......., νόμιμα εκπροσωπούμενης και 2. Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ZEPPELIN (ΖΕΠΠΕΛΙΝ) ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΝΑΨΥΚΤΗΡΙΩΝ ΑΕ" με τον διακριτικό τίτλο "ZEPPELIN ΑΝΑΨΥΚΤΗΡΙΑ ΑΕ", που εδρεύει στο Β' Αττικό Άλσος Δήμου Γαλατσίου Αττικής, νόμιμα εκπροσωπούμενης, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Νικολάου.
Της αναιρεσίβλητης: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΑ ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ ΑΘΗΝΩΝ ΠΕΙΡΑΙΩΣ", που εδρεύει στην Αθήνα, νόμιμα εκπροσωπούμενου, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Τάσο Ζόμπολα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-5-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 898/2006 προδικαστική, 2792/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση των αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17-1-2007 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνης Παπαθεοδώρου ανέγνωσε την από 6-12-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη ως απαράδεκτης της αίτησης αναίρεσης κατά το μέρος που στρέφεται κατά της 898/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης κατά το μέρος που στρέφεται κατά της 2792/2006 απόφασης του ίδιου δικαστηρίου. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 553 παρ. 1β Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται κατά των οριστικών αποφάσεων που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή. Η κατ' άρθρο 254 Κ.Πολ.Δ απόφαση με την οποία διατάσσεται η επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, δεν είναι οριστική, αφού με αυτή προπαρασκευάζεται η υπόθεση ώστε να καταστεί ώριμη προς έκδοση οριστικής απόφασης και επομένως κατ' αυτής της απόφασης δεν επιτρέπεται αναίρεση. Επομένως η προκείμενη αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που στρέφεται κατά της 898/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης επί της από 9-5-2005 αγωγής του αναιρεσιβλήτου για απόδοση του μισθίου, και μάλιστα χωρίς να προβάλλεται κανένας σαφής αναιρετικός λόγος κατά της εν λόγω απόφασης (Κ.Πολ.Δ. 553 παρ. 2) είναι απαράδεκτος.
ΙΙ Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης παραδεκτά στρέφεται κατά της 2792/2006 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 648 επομ. Κ.Πολ.Δ.) διότι όταν αυτή ασκήθηκε (αριθ. πράξης κατάθεσης 4/18.1.7) είχε καταστεί τελεσίδικη (άρθρο 553 Κ.Πολ.Δ.), λόγω παρέλευσης δεκαπέντε (15) ημερών, ενόψει της φύσης της διαφοράς, από την επίδοση της ως άνω απόφασης στις ...... (βλ. επικυρωμένο αντίγραφο της απόφασης με τη σχετική επ' αυτής επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας .......), χωρίς να ασκηθεί εντομεταξύ έφεση (βλ. και υπ' αριθ. 135/2007 πιστοποιητικό του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών).
ΙΙΙ. Επειδή η νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί αποτελεί παράβαση που ελέγχεται αναιρετικά με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ, αν το δικαστήριο της ουσίας αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή αντιθέτως αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.
Αντιθέτως η ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Στην περίπτωση αυτή η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη και η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ.
Σε κάθε, όμως, περίπτωση η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναίρεσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ.8 περ.β Κ.Πολ.Δ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης "Πράγματα" υπό την έννοια της ως άνω διάταξης, είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων και υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής ένστασης ή αντένστασης.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό.Στην προκείμενη περίπτωση, το ενάγον και ήδη αναιρεσίβλητο στην επιτρεπτώς, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκοπούμενη από 9-5-2005 αγωγή του, εκθέτει όπως δέχθηκε και το Πρωτοδικείο στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του ότι το "Ειδικό Ταμείο Μονίμων Οδοστρωμάτων Αθηνών" (Ε.Τ.Μ.Ο.Α), που διαδέχθηκε η αναιρεσίβλητη με το ΠΔ 98/ 2000, με το από ......
ιδιωτικό συμφωνητικό, εκμίσθωσε μετά από δημοπρασία στην πρώτη εναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα εταιρία τον περιγραφόμενο μίσθιο χώρο (αναψυκτήριο - δημόσιο κτήμα) που βρίσκεται μέσα στο κοινόχρηστο ......, για χρονικό διάστημα πέντε ετών που έληξε στις 30.4.2003 και με μηνιαίο μίσθωμα 2.170.000 δραχμές. αναπροσαρμοζόμενο ετησίως κατά ποσοστό 6%, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά ως αναψυκτήριο και ότι στη συνέχεια η ως άνω μισθώτρια, κατά παράβαση του 9ου όρου του μισθωτηρίου, που απαγορεύει την ολική ή μερική υπεκμίσθωση του μισθίου, την με οποιαδήποτε μορφή και τύπο μερική ή ολική παραχώρηση, αυτού από το μισθωτή έστω και χωρίς αντάλλαγμα καθώς και την πρόσληψη συνεταίρου χωρίς την έγγραφη συναίνεση αυτού (ενάγοντος), παραχώρησε αυθαιρέτως το μίσθιο στην δεύτερη εναγομένη και ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα εταιρία.
Με βάση το ιστορικό αυτό, το ενάγον ζήτησε την απόδοση της χρήσης του μισθίου λόγω παρόδου της συμβατικής διάρκειας της μίσθωσης, άλλως λόγω λήξης της μίσθωσης, με τη διαλαμβανόμενη στην αγωγή καταγγελία αυτής αν θεωρηθεί ότι μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου, άλλως λόγω καταγγελίας αυτής ένεκα κακής χρήσεως του μισθίου (παραβάσεως του ως άνω όρου της μισθωτικής σύμβασης).
Με τέτοιο περιεχόμενο η αγωγή περιέχει τα, κατ' άρθρο 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό με τα άρθρα 361, 574, 594, 599 παρ. 1 , 608, 609 εδ. δ' ΑΚ, αναγκαία στοιχεία μεταξύ των οποίων και το ύψος του μισθώματος, αλλά και τον χρόνο έναρξης της σύμβασης μίσθωσης, ήτοι πέντε χρόνια αναδρομικά πριν της 30ηςΑπριλίου 2003, και είναι ορισμένη.
Επομένως το Μονομελές Πρωτοδικείο, που με την 2792/2006 τελεσίδικη απόφασή του έκρινε την αγωγή αυτή ορισμένη δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κήρυξης αυτής απαραδέκτου λόγω αοριστίας και συνεπώς ο εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και συγκεκριμένα ότι η αγωγή είναι αόριστη, διότι "δεν αναφέρει το ύψος του μισθώματος και τον χρόνο έναρξης της σύμβασης μίσθωσης", είναι αβάσιμος.
Επίσης ο τρίτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στο Μονομελές Πρωτοδικείο η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 περ.β Κ.Πολ.Δ, συνιστάμενη στο ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη για το σχηματισμό της ως άνω δικανικής κρίσης του, τον παραδεκτά προβαλλόμενο με τις προτάσεις τους ισχυρισμό περί αοριστίας του δικογράφου της αγωγής, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, γιατί έτσι που έκρινε, έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό και τον απέρριψε για λόγο ουσιαστικό κρίναν την αγωγή ορισμένη και νόμω βάσιμη.
IV. Κατά την περίπτωση ε της παρ. 1 του άρθρου 4 του ΠΔ 34/1995 "Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων περί εμπορικών μισθώσεων" όπως αυτή ισχύει και στις υφιστάμενες μισθώσεις μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 7 παρ.1 και 2 του ν. 2741/1999, δεν υπάγονται στις διατάξεις του και "οι μισθώσεις χώρων, εντός δημοσίων, δημοτικών ή κοινοτικών κήπων, αλσών, πλατειών και εν γένει κοινοχρήστων χώρων".
Από τη διάταξη αυτή, με την οποία εισάγεται εξαίρεση στις διατάξεις του άρθρου 1 του ΠΔ 34/1995, συνάγεται ότι η εξαίρεση αυτή που άρχισε από την ισχύ του ν. 2741/1999, ήτοι από 28.9.1999 καλύπτει όχι μόνο τους εντός των δημοσίων, δημοτικών ή κοινοτικών κήπων και αλσών ακάλυπτους χώρους αλλά και τα εντός αυτών οικοδομήματα.
Οι μισθώσεις σε αυτούς του χώρους δεν προστατεύονται, ανεξάρτητα από το αν ο εκμισθωτής είναι το Δημόσιο ή άλλο πρόσωπο και από το αν δηλώθηκε η ιδιότητα αυτή του μισθίου από τον εκμισθωτή κατά τις διαπραγματεύσεις για τη συνομολόγηση της μίσθωσης. (Με βάση τη διάταξη του εδ. ε' της παρ. 1 του άρθρου 4 του π.δ. 34/1995, δεν υπάγονται στις ρυθμίσεις του π.δ. 34/1995 οι μισθώσεις χώρων που βρίσκονται μέσα σε κοινόχρηστους χώρους, ήτοι κήπους, άλση, πλατείες, παραλίες).
Στην προκείμενη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με την υπ' αρ. ...... διακήρυξη δημοπρασίας το Ειδικό Ταμείο Μονίμων Οδοστρωμάτων Αθηνών (ΕΤΜΟΑ) προκήρυξε δημόσιο πλειοδοτικό διαγωνισμό, σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ. 715/1979, για την εκμίσθωση για μια πενταετία ενός αναψυκτηρίου που βρίσκεται στην περιοχή Β' του κοινόχρηστου ......
που είναι δημόσιο κτήμα και η διαχείριση - εκμετάλλευσή του είχε ανατεθεί σ' αυτό σύμφωνα με την υπ' αρ ..... απόφαση του ΥΠΕΧΩΔΕ. Στη δημοπρασία που διενεργήθηκε στις 21-11-1997 αναδείχθηκε πλειοδότης η πρώτη εναγομένη, η οποία πρόσφερε μηνιαίο μίσθωμα 2.170.000 δραχμές, ενώ το σχετικό πρακτικό που συντάχθηκε από την αρμόδια Επιτροπή που διενήργησε το διαγωνισμό εγκρίθηκε (κατακυρώθηκε) με την υπ' αρ. ......
πράξη της Δ/σας Επιτροπής του πιο πάνω Νομικού Προσώπου (ΕΤΜΟΑ). Στη συνέχεια και ειδικότερα στις ......, με το υπό ιδία ημερομηνία ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο καταρτίστηκε μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων του πιο πάνω Ταμείου και της πρώτης εναγομένης, το πρώτο εκμίσθωσε στην τελευταία το αναψυκτήριο, το οποίο βρίσκεται στην περιοχή Β' του ......
Αθηνών και αποτελείται από ισόγειο, εμβαδού 150 τμ, υπόγειο 150 τμ, στεγασμένο υπαίθριο χώρο, εμβαδού 100 τμ και δύο WC, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά για αναψυκτήριο. Το μίσθωμα, το οποίο συμφωνήθηκε να προκαταβάλλεται την πρώτη ημέρα κάθε μήνα στην Τράπεζα της Ελλάδος και στον υπ' αρ ..... λογαριασμό του ΕΤΜΟΑ, καθορίσθηκε στο διαμορφωθέν στη δημοπρασία ποσό των 2.170.000 δραχμών και ήδη 6.368,30 ευρώ μηνιαίως, πλέον τέλους χαρτοσήμου, ποσού 78.120 δραχμών και ήδη 229,25 ευρώ μηνιαίως, ήτοι ποσοστό 3,6% επί του πιο πάνω μισθώματος, αναπροσαρμοζόμενο ετησίως κατά ποσοστό 6% επί του μισθώματος του προηγούμενου έτους.
Πέραν των ανωτέρω η διάρκεια της ένδικης μίσθωσης ορίσθηκε πενταετής, με έναρξη από την εκ μέρους της αρμόδιας τοπικής αυτοδιοίκησης ημερομηνία χορήγησης της άδειας λειτουργίας, την οποία κατά νόμο έπρεπε να λάβει η μισθώτρια και σε κάθε περίπτωση όχι αργότερα από την πάροδο τριμήνου από την ημέρα κατακύρωσης (έγκρισης) του διαγωνισμού, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, ήταν η 15η-12-1997 και συνεπώς για την περίπτωση αυτή η ένδικη μίσθωση θα είχε έναρξη την 15η-3-1998.
Περαιτέρω συμφωνήθηκε ότι η πρώτη εναγομένη έλαβε πλήρη γνώση των όρων της προαναφερθείσας διακήρυξης, η οποία υπογράφηκε από αυτήν και θεωρείται αναπόσπαστο μέρος της μισθωτικής σύμβασης (όρος 6), ότι απαγορεύεται η σιωπηρή αναμίσθωση και η ολική ή μερική υπεκμίσθωση του μισθίου αναψυκτηρίου, καθώς και η με οποιαδήποτε μορφή και τύπο παραχώρηση αυτού από την εναγόμενη - μισθώτρια ολικά ή μερικά, έστω και χωρίς αντάλλαγμα και η πρόσληψη συνεταίρου χωρίς την έγγραφη συναίνεση του εκμισθωτή - Ταμείου (όρος 9) και ότι μόλις λήξει η μίσθωση η εναγόμενη - μισθώτρια οφείλει να αποδώσει το μίσθιο απροφάσιστα και σε άριστη κατάσταση χωρίς καμία όχληση από το Ταμείο (όρος 12).
Όλα τα ανωτέρω, τα οποία άλλωστε συνομολογούνται από τη δεύτερη εναγομένη με τις έγγραφες προτάσεις (σημείωμα) της, αποδεικνύονται και από το αρχήθεν επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από το ενάγον προαναφερθέν συμφωνητικό μίσθωσης. Ακολούθως αποδεικνύεται ότι η εν λόγω μίσθωση, η οποία, εφόσον το προπεριγραφέν μίσθιο (οικοδομήματα και στεγασμένος υπαίθριος χώρος αυτού) βρίσκεται εντός του προαναφερθέντος δημοσίου κτήματος (άλσους) και θεωρείται χώρος εντός άλσους, δεν προστατεύεται από τις διατάξεις του π.δ 34/1995 και συνεπώς δεν έχει ελάχιστη νόμιμη διάρκεια δώδεκα ετών, άρχισε στις 15-3-1998, ήτοι μετά την πάροδο του προαναφερθέντος τριμήνου, η οποία, κατά τα ως άνω συμφωνηθέντα, ορίσθηκε ως απώτατος χρόνος έναρξης της μίσθωσης.
Τούτο διότι ο εν λόγω χρόνος έναρξης που αποτέλεσε αντικείμενο της προαναφερθείσας μισθωτικής σύμβασης, ήταν ανεξάρτητος από το χρόνο της δυνατότητας της πρώτης εναγομένης να κάνει χρήση του μισθίου, αρκεί ότι το τελευταίο και όπως δεν αμφισβητείται, παραχωρήθηκε στην πρώτη εναγομένη σε όποια κατάσταση αυτή το δέχτηκε με τη σύμβαση.
Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι με το Π.Δ 98/2000 καταργήθηκε το προαναφερθέν νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επίσης προαναφερθείσα επωνυμία (ΕΤΜΟΑ), κατόπιν δε τούτου οι αρμοδιότητες διεύθυνσης, διαχείρισης και εκμετάλλευσης του Άλσους του Πεδίου του Άρεως, του Άλσους που περιβάλλει το Βυζαντινό Μουσείο και του Αττικού Άλσους μεταφέρθηκαν στο ενάγον, το οποίο υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ένδικης μίσθωσης, γεγονός, το οποίο άλλωστε συνομολογείται από τη δεύτερη εναγομένη.
Δεν αποδεικνύεται ωστόσο, όπως η τελευταία αβάσιμα ισχυρίζεται, ότι η πρώτη εναγομένη από το έτος 1999 μετατράπηκε από ΕΠΕ σε Α.Ε με την επωνυμία "ΖΕΠΠΕΛΙΝ Τουριστική και Διαχείριση Αναψυκτηρίων Ανώνυμη Εταιρία" και ότι η εν λόγω μετατροπή δεν επέφερε οποιαδήποτε επίδραση στη λειτουργία της ένδικης μίσθωσης, και έτσι δεν συντρέχει περίπτωση ανεπίτρεπτης υπεκμίσθωσης ή παραχώρησης της χρήσης του μισθίου σ' αυτήν.
Αντιθέτως και εκτός από τη μη αποδεικνυόμενη ως άνω μετατροπή, αποδεικνύεται ότι η υπ' αρ. ......... άδεια λειτουργίας εκδόθηκε στο όνομα της πρώτης εναγομένης - μισθώτριας επί της σχετικής από 26-1-2000 αιτήσεως που υπέβαλε η ίδια, η οποία εάν είχε παύσει να υφίσταται δεν θα είχε δικαίωμα υποβολής τέτοιας αίτησης κατά τον πιο πάνω χρόνο ούτε λήψης της προαναφερθείσας άδειας.
Τέλος, αποδεικνύεται ότι με την πάροδο της συμβατικής διάρκειας των πέντε ετών από 15-3-1998 και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 608 παρ.1 ΑΚ, η ένδικη μίσθωση έληξε στις 15-3-2003, χωρίς άλλη διατύπωση. Η εν λόγω λήξη επήλθε ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ότι η ένδικη, ορισμένου χρόνου, μίσθωση άρχισε τον Ιανουάριο του 1999, οπότε κατά τους ισχυρισμούς της δεύτερης εναγομένης άρχισε η πραγματική λειτουργία της ασκούμενης στο μίσθιο επιχείρησης, όπως επίσης έληξε ακόμα και αν ήθελε θεωρηθεί ότι η μίσθωση αυτή άρχισε στις 4-5-2000, οπότε χορηγήθηκε στην πρώτη εναγομένη η σχετική άδεια λειτουργίας από το Δήμο Γαλατσίου, σημειουμένου ότι, μετά τη συμπλήρωση του χρόνου της συμβατικής της διάρκειας (πενταετίας), δεν έλαβε χώρα σιωπηρή αναμίσθωση, η οποία απαγορεύεται ρητά τόσο από τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 47 του π.δ 715/1979 όσο και από τον προαναφερθέντα υπ' αρ. 9 όρο της μισθωτικής σύμβασης.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή και υποχρέωσε τις εναγόμενες να αποδώσουν τη χρήση του μισθίου στον ενάγοντα. Έτσι που έκρινε το δικαστήριο ότι δηλαδή η ένδικη μίσθωση δεν προστατεύεται από τις διατάξεις του Π.Δ 34/1995, δεν παραβίασε ειδικότερα τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 περιπ.
ε του Π.Δ 34/1995 όπως αυτή ίσχυε αλλά και ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 7 παρ. 1 του ν. 2741/1999, και επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο υποστηρίζονται από τις αναιρεσείουσες τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Αλυσιτελώς δε με το λόγο αυτό επικαλούνται οι αναιρεσείουσες τις άσχετες εν προκειμένω πολεοδομικές διατάξεις του αρ. 19 του Γ.Ο.Κ. (ν. 1577/1985) και του Π.Δ/τος από 29.1.1996 (ΦΕΚ 143§Δ.16.2.1996) τις οποίες ούτε εφάρμοσε το Πρωτοδικείο, ούτε αυτές ήταν εφαρμοστέες με βάση τις άνω παραδοχές του.
Κατόπιν όλων αυτών, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΑ ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ ΑΘΗΝΩΝ - ΠΕΙΡΑΙΩΣ" οριζόμενη σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957 και της κοινής απόφασης 134423/1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης σε συνδυασμό με το άρθρο 38 παρ. 2 του ν. 2218/1994 (ΑΠ 202/2004).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-
Απορρίπτει την από 17.1.2007 αίτηση των εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία ".........." κλπ για αναίρεση των 898/2006 και 2792/2006 μη οριστικής και οριστικής - τελεσίδικης αντίστοιχα αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
-
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε τριακόσια πενήντα (350) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Φεβρουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Φεβρουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ