306/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 306 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated306/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 306 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Full text
Απόφαση 306 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 306/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Τσακαλία, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Σκαρίμπα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-8-1995 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4531/1997 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 8039/2001 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29 Οκτωβρίου 2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καλαμίδας ανέγνωσε την από 8 Μαϊου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλομένης κατά παραδοχή του πρώτου βάσιμου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη του δεύτερου λόγου της αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 297, 298 και 299 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, ο διάδικος που νικήθηκε μπορεί να αποδεχθεί την απόφαση που εκδόθηκε σε βάρος του, είτε πριν από την άσκηση του ενδίκου μέσου, είτε μετά την άσκησή του κατ αυτής. Η αποδοχή της απόφασης, σημαίνουσα παραίτηση από του δικαιώματος ασκήσεως ενδίκων μέσων κατ αυτής και επαγόμενη το απαράδεκτο των ενδίκων αυτών μέσων, όταν γίνεται πριν από την άσκηση του ενδίκου μέσου, δεν υποβάλλεται σε κανένα τύπο και συνεπώς μπορεί να γίνει και σιωπηρά, με πράξεις από τις οποίες προκύπτει σαφώς η αποδοχή της απόφασης. Εξ άλλου, για την παραίτηση από το δικαίωμα ασκήσεως ενδίκων μέσων και επομένως για την σημαίνουσα τέτοια παραίτηση αποδοχή της απόφασης, ρητή ή σιωπηρά, απαιτείται ειδική πληρεξουσιότητα του δικηγόρου που υπογράφει την ρητή αποδοχή της απόφασης ή που προβαίνει στην πράξη από την οποία συνάγεται η σιωπηρή αποδοχή της απόφασης, διαφορετικά η (ρητή ή σιωπηρά) αποδοχή της απόφασης και συνεπώς και η παραίτηση από το δικαίωμα ασκήσεως ενδίκων μέσων κατ αυτής είναι ανίσχυρη. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλομένη προκύπτει, δέχθηκε ότι, επί της από 26-8-1995 αγωγής του ήδη αναιρεσιβλήτου κατά του ήδη αναιρεσείοντος εκδόθηκε η 4531/1997 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκε ο τελευταίος να καταβάλει στον πρώτο 1.464.824 δραχμές, με το νόμιμο τόκο και 55.000 δραχμές για δικαστική δαπάνη. Ότι η άνω απόφαση, που δεν είχε κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, δημοσιεύθηκε στις 28-7-1997.Ότι στις 30-3-1998 και ενώ η απόφαση δεν είχε κοινοποιηθεί στον εναγόμενο (αναιρεσείοντα), ο τελευταίος, δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Αντωνίου Βαρβαρήγου, κατέβαλε στον ενάγοντα (αναιρεσίβλητο) και συγκεκριμένα στον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Μπότση, ενεργούντα για λογαριασμό του, το ποσό των 2.447.719 δραχμών, σε πλήρη εξόφληση του επιδικασθέντος με την απόφαση κεφαλαίου, των τόκων και της δικαστικής δαπάνης. Ότι η καταβολή αυτή έγινε χωρίς ο εναγόμενος να διατηρήσει οποιαδήποτε επιφύλαξη. Ότι, μετά ταύτα ο εναγόμενος άσκησε έφεση κατά της άνω απόφασης στις 24-7-2000, δηλαδή τρεις ημέρες πριν από τη συμπλήρωση τριετίας από τη δημοσίευσή της. Και ότι οι άνω, γενόμενες πριν από την άσκηση της παραπάνω εφέσεως, πράξεις (καταβολή του άνω ποσού σε πλήρη εξόφληση της απαίτησης του ενάγοντος, μετά των τόκων και της δικαστικής δαπάνης, χωρίς ο εναγόμενος να διατηρήσει οποιαδήποτε επιφύλαξη) σαφώς φανερώνουν τη βούληση του εναγομένου-αναιρεσείοντος για αποδοχή της απόφασης. Με βάση αυτά, έκρινε το Εφετείο ότι η έφεση του εναγομένου-αναιρεσείοντος, λόγω αποδοχής της άνω απόφασης, είναι απαράδεκτη. Εφόσον, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, απαιτείτο ειδική πληρεξουσιότητα του άνω δικηγόρου του εναγομένου, που προέβη στις παραπάνω πράξεις, από τις οποίες συνάγεται η αναφερθείσα σιωπηρά αποδοχή της απόφασης, το Εφετείο, που δέχθηκε ότι από τις πράξεις αυτές συνάγεται ότι ο εναγόμενος αποδέχθηκε σιωπηρά την απόφαση, χωρίς να δεχθεί ότι ο δικηγόρος που προέβη στις άνω πράξεις είχε ειδική ειδική πληρεξουσιότητα, αναγκαία για το κύρος της εκ των πράξεων αυτών σιωπηρά συναγόμενης αποδοχής της απόφασης, εν ελλείψει της οποίας (ειδικής πληρεξουσιότητας) οι άνω πράξεις δεν επάγονται αποδοχή της απόφασης και συνακόλουθα το απαράδεκτο της κατ αυτής έφεσης, παρά το νόμο και δη τις άνω διατάξεις εκήρυξε την έφεση απαράδεκτη και ο εκ του άρθρου 559 αριθ.14 του Κ.Πολ.Δ. πρώτος λόγος της αναιρέσεως είναι βάσιμος. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (Κ.Πολ.Δ. 580 παρ.3).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 8039/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν την υπόθεση. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Φεβρουαρίου 2007.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 12 Φεβρουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ