Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and rejects admissible grounds as accessory to a valid primary ground.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Kerkira Court of Appeal's decision regarding a property exchange dispute. The appellant argued for a retrial based on a violation of substantive law and a failure to cite specific statutes, while the appellee requested dismissal and cost allocation. The court rejected the appeal because the appellant failed to appear, the primary ground regarding the interpretation of the contract was validly raised, and the secondary ground was deemed accessory and therefore inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576(2), 242(2), 561(1), 559(1), 173, 200 of the Civil Code; The Supreme Court examines appeals ex officio when the appellee is absent, and accessory grounds of appeal are inadmissible if the primary ground is not rejected.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 306 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 306/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Βασίλειο Νικόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων-καθών η κλήση: 1)Δήμου Παραμυθιάς Θεσπρωτίας που εδρεύει στη Παραμυθιά Θεσπρωτίας νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Δήμαρχο του Ε. Κ. και 2) Σ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Του αναιρεσίβλητου- καλούντος: Σ. Δ. του Β., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σακελλαρόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-4-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14/1997 προδικαστική 71/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 180/2000 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 17-4-2001 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 612/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη, Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση ο καλών με την από 28-6-2004 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αντωνιάδης ανέγνωσε την από 24-2-2004 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης της 180/2000 αποφάσεως του Εφετείου Κέρκυρας .
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη των αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί, ο 'Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, από το οικείο πινάκιο και τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι τη συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως επισπεύδει ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος επέδωσε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσείοντες αντίγραφο της από 28-6-2004 κλήσης με την οποία φέρεται για συζήτηση η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (βλ. ... και ... εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας Π. Μ.). Επομένως, εφόσον δεν εμφανίστηκαν αυτοί κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, ούτε και κατέθεσαν δήλωση, κατά το άρθρο 242 & 2 ΚΠολΔ, πρέπει το Δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως, παρά την απουσία τους (άρθρ.576 & 1 ΚΠολΔ).
Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρ.559 αριθ.1 ΚΠολΔ.), σε περίπτωση που έγινε δεκτή η αγωγή ως και κατ' ουσία βάσιμη, πρέπει να καθορίζονται όχι μόνον η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, αλλά και να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για την κατ' ουσία βασιμότητα της αγωγής.
Διότι μόνον ενόψει των ουσιαστικών αυτών παραδοχών μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναιρέσεως (άρθρ.578 ΚΠολΔ.). Εξάλλου η έλλειψη μείζονος προτάσεως, η παράλειψη δηλαδή παραθέσεως των διατάξεων στις οποίες βρίσκει έρεισμα το αγωγικό αίτημα, δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα, διότι η συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας των αποφάσεων (άρθρ.93 & 3 του Συντάγματος) δεν καθιερώνει ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο.
Ο κοινός δε νομοθέτης στο πεδίο της πολιτικής δίκης προβλέπει ως λόγο αναιρέσεως την έλλειψη νόμιμης βάσεως "ιδίως αν (η απόφαση) δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης" (άρθρ.559 αριθ.19 ΚΠολΔ.). Ως "αιτιολογίες" όμως νοούνται στη διάταξη αυτή μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου.
Η μη παράθεση στην απόφαση των διατάξεων που στηρίζουν το διατακτικό, δεν καθιστά αυτή αναιρετέα αρκεί οι διατάξεις να υφίστανται και να δικαιολογούν, βάσει των ουσιαστικών παραδοχών της, το διατακτικό της, οπότε ο 'Αρειος Πάγος μπορεί να τις συμπληρώσει, σύμφωνα με το άρθρο 578 του ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον 1ο λόγο της αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο "παρέκαμψε απολύτως" τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 195,196,197 του ισχύοντος κατά το χρόνο συνάψεως της συμβάσεως ανταλλαγής του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (ν.δ.2888/1954) και 9 του από 15-6-1965 β.δ/τος και έκρινε όλως αυθαιρέτως ότι η δημοτική έκταση που αντηλλάγη δεν ήταν 25 στρεμμάτων ως έγγιστα, αλλά η τοιαύτη των 45,799 τ.μ.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν καθορίζεται το ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ούτε αναφέρονται στο αναιρετήριο, παρά μόνο αποσπασματικά, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για τη βασιμότητα της αγωγής, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό.
Εξάλλου, υπό την επίκληση της παραβίασης των διατάξεων αυτών, πλήττεται αποκλειστικά η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών γεγονότων (σαφής βούληση των συμβαλλομένων), η οποία καθεαυτή δεν υπόκειται στο έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 561 & 1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1/1995). Επίσης πρέπει να απορριφθεί και η περιλαμβανόμενη στο λόγο αυτό αιτίαση, ότι το Εφετείο παρέλειψε να παραθέσει τις διατάξεις αυτές του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, διότι η παράλειψη αυτή δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.
Στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες (κύριες ή επικουρικές), με την σε αναίρεση πλήττονται όλες, πλην όμως η προσβολή μιας από αυτές δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναιρέσεως που προσβάλλουν τις λοιπές είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς (ΟλΑΠ 25/2003).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον 2ο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, προκειμένου να προβεί στην ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως των συμβαλλομένων στην σύμβαση ανταλλαγής ακινήτων, παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Όπως όμως προκύπτει από την εκτίμηση του περιεχομένου της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Εφετείο δέχθηκε την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή του αναιρεσίβλητου, κυρίως με την αιτιολογία, ότι με βάσει τα όρια που αναφέρονται στο συμβόλαιο ανταλλαγής το επίδικο ακίνητο έχει εμβαδόν 45.799 τ.μ.
και ότι το συμβόλαιο αυτό είναι σαφές, διότι ναι μεν αναγράφεται σ' αυτό ως έκταση τα 25 στρέμματα, πλην όμως εφόσον σ' αυτήν αναφέρεται, " ή όσης και αν είναι επί πλέον ή έλαττον ταύτης, βάσει των διαγραφομένων ορίων", οι συμβαλλόμενοι και κυρίως ο πρώτος εναγόμενος Δήμος δέχεται ότι η μεταβίβαση αυτή " αφορά α) έκταση μικρότερη ή μεγαλύτερη των 25 στρεμμάτων και β) κυρίως δέχεται την έκταση που περιλαμβάνεται μέσα στα λεπτομερώς αναφερόμενα όρια".
Δέχθηκε δε επικουρικώς ότι, " και αν όμως ήθελε γίνει δεκτό ότι λόγω της μεγάλης διαφοράς μεταξύ της δηλωθείσας και της πραγματικής εκτάσεως του επιδίκου υπάρχει ασάφεια στις δηλώσεις του εναγόμενου ως προς την έκταση που πράγματι μεταβίβασε στον Β. Δ., από την ερμηνεία της δηλώσεως αυτής, όπως απαιτεί η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, χωρίς προσήλωση στις λέξεις (άρθρ. 173,200 ΑΚ), σε συνδυασμό και με τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν, αποδεικνύεται ότι η ανταλλαγείσα έκταση ήταν αυτή που περιλαμβάνονταν μέσα στα όρια που δήλωσε ο εναγόμενος".
Εφόσον όμως η κύρια αιτιολογία, που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, προσβλήθηκε με τον 1ο λόγο της αναιρέσεως και δεν τελεσφόρησε, ο 2ος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η επάλληλη αυτή αιτιολογία, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως της 180/2000 αποφάσεως του Εφετείου Κερκύρας.
Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 31 Ιανουαρίου 2006 και δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Φεβρουαρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ