Legislator Case Law & Legislation
305/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds due to procedural defects and failure to meet statutory requirements.

Case Number 305/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Third Instance Court's decision of 2019. The appellant argued that the lower court erred in law regarding the validity of a settlement agreement and failed to consider specific claims about duress and unconscionability. The court ruled that the appellant's arguments were legally inadmissible because they did not constitute a valid ground for cassation under the Civil Procedure Code, rendering the appeal procedurally defective.

Legislator headnote

AI generated

Articles 495(1), 495(2), 559(1), 559(8b) of the Civil Procedure Code; An appeal for cassation is inadmissible if the grounds raised do not constitute a legal defect under the statutory requirements for such an appeal.

Keywords

AI generated
cassation appeal inadmissible grounds Civil Procedure Code procedural defect statutory requirements

Cited Legislation

AI generated
Article 495(1) and (2) of the Civil Procedure Code
Article 564(3) of the Civil Procedure Code
Article 74(1) of Law 4690/2020
Article 559(1) of the Civil Procedure Code
Article 559(8b) of the Civil Procedure Code
Articles 176, 180, 183, 191 of the Civil Procedure Code
Articles 178 and 179 of the Civil Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 305 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Γ.Β

Αριθμός 305/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Ελένη Θεοδωρακοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Β. του Κ., χήρας Ι. Α., κατοίκου ... και προσωρινά διαμένουσας στην .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κ. Μ.. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Παναγιώτη Μπιτσαξή και Χαράλαμπο Χαραλαμπέα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-12-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, την από 14-10-2008 προσεπίκληση σε παρέμβαση και ανακοίνωση δίκης της ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 14-7-2009 πρόσθετη παρέμβαση εταιρείας που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4850/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 767/2019 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-7-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 495 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, τα ένδικα μέσα, μεταξύ των οποίων και εκείνο της αίτησης αναίρεσης, ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, το οποίο έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Για την κατάθεση συντάσσεται έκθεση, κατά δε το άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, "αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της αναίρεσης είναι δύο (2) έτη και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη".

Με την ως άνω διάταξη καθιερώνεται η διετής καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης. Περαιτέρω, στην παρ. 1 του άρθρου 74 του Ν. 4690/2020 ορίζεται ότι: "1. Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων.

Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Ειδικότερα οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του 237 και του άρθρου 238 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ), καθώς και οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ, ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους", ενώ στην παρ.1 του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 ορίζεται ότι "Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α` 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων.

Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους".

Τέλος, κατά μεν την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του Ν 4792/2021 "Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α 48), ως ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας για τον υπολογισμό των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών, λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη λήξη ισχύος της υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.18877/26.3.2021 κοινής απόφασης των Υπουργών ... "Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορονοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας για το διάστημα από τη Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021 και ώρα 6:00 έως και τη Δευτέρα, 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6:00" (Β` 1194)", ήτοι η 6.4.2021", κατά δε τη μεταγενέστερη επίσης ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 49 του Ν. 4963/2022 "1.

Κατά την αληθή έννοια του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020 (Α' 104) και του πρώτου εδάφιου της περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α'48) ως προθεσμίες άσκησης ενδίκων βοηθημάτων και μέσων που ανεστάλησαν κατά το διάστημα από 13.3.2020 ως 31.5.2020 και από 7.11.2020 έως 5.4.2021, νοούνται και οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 518, της παρ. 5 του άρθρου 545 και της παρ. 3 του άρθρου 564 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας [π.δ. 503/1985, (Α' 182), ΚΠολΔ]. 2.

Κατά την αληθή έννοια του τρίτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020 και του τρίτου εδαφίου της περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 ως προθεσμίες άσκησης ενδίκων μέσων των οποίων παρατείνεται η λήξη νοούνται και οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 518, της παρ. 5 του άρθρου 545 και της παρ. 3 του άρθρου 564 ΚΠολΔ".

Είναι σαφές, επομένως, ότι οι παραπάνω διατάξεις εφαρμόζονται και στην καταχρηστική προθεσμία της άσκησης των ενδίκων μέσων και άρα και της αναίρεσης και επομένως το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας δεν υπολογίζεται στην καταχρηστική προθεσμία άσκησης της αναίρεσης (ΑΠ 987/2022, ΑΠ 1130/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 12-7-2021 και με αριθμό κατ. 894/20-9-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 767/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, επί της από 12-12-2013 έφεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ` αριθ. 4850/2011 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 19-12-2007 αγωγή της αναιρεσείουσας ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Με την προσβαλλομένη απόφαση το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την ως άνω έφεση, εξαφάνισε την εν λόγω απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, απέρριψε αυτήν ως μη νόμιμη. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, που ασκήθηκε με την κατάθεσή της στις 20-9-2021 στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών, έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ.3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, δεδομένου ότι από την επομένη της δημοσίευσης της με αριθ. 767/2019 απόφασης του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου (8.2.2019) άρχισε να τρέχει η ως άνω διετής καταχρηστική προθεσμία, η οποία, χωρίς την προσωρινή αναστολή της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας, θα έληγε στις 7.2.2021, λόγω, όμως, της ως άνω αναστολής και του εξ αυτής μη υπολογισμού των χρονικών διαστημάτων από 13.3.2020 έως 31.5.2020 (2 μήνες και 18 ημέρες) και από 7.11.2020 έως 6.4.2021 (4 μήνες και 29 ημέρες) και συνολικά χρονικού διαστήματος 7 μηνών και 17 ημερών, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 74 παρ.1 εδ.α του Ν. 4690/2020 και 83 παρ.1 εδ.α του Ν. 4790/2021, δεν είχε συμπληρωθεί αυτή (διετής προθεσμία) κατά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ενώπιον του Εφετείου Αθηνών στις 20.9.2021.

Συνακόλουθα η ως άνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1-2 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι, ειδικότερα, αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων:

Με την από 19-12-2007 αγωγή της η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε ότι η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, από τα μέσα της δεκαετίας του έτους 1980, είχε αναπτύξει επιχειρηματική δραστηριότητα στην ..., όπου κατοικούσε η ενάγουσα, δραστηριοποιείτο δε μέσω εξουσιοδοτημένων ασφαλιστικών πρακτόρων - προστηθέντων, μεταξύ των οποίων και η Σ.

Κ.. Ότι επιπλέον η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία είχε συστήσει την υπεράκτια θυγατρική αυτής εταιρία, με την επωνυμία ...'', η οποία είχε τυπική έδρα στο ..., πραγματική όμως έδρα είχε στην Αθήνα, στο όνομα δε αυτής συνάπτονταν οι πάσης φύσεως ασφαλιστικές και επενδυτικές συμβάσεις της εναγομένης, αντιπροσωπεύονταν δε και αυτή από τα εξουσιοδοτημένα στελέχη της εναγομένης.

Ότι το έτος 1998, η ενάγουσα, μετά από διαπραγματεύσεις με την Σ. Κ., ενεργούσα ως ασφαλιστική πράκτορας της εναγομένης, συνήψε τρία ασφαλιστήρια συμβόλαια και κατέβαλε στις 1-6-1998 , 1-6-1998 και 1-2-2001 τα ποσά των 500.000, 500.000 και 2.500.000 δολαρίων ΗΠΑ αντίστοιχα, για τα οποία έλαβε ισόποσες αποδείξεις καταβολής ασφαλίστρων της εταιρίας με την επωνυμία ..., καθώς και των αριθ. 51312 και 51313 ασφαλιστηρίων συμβολαίων δεκαετούς διάρκειας , που του παρέδωσε η ανωτέρω ασφαλιστική πράκτορας (το τρίτο ασφαλιστήριο ουδέποτε παραδόθηκε στην ενάγουσα).

Ότι με βάση τις εν λόγω συμβάσεις , η εναγομένη, επερχόμενης της ασφαλιστικής περιπτώσεως (θάνατος της ασφαλισμένης), υποχρεούτο να καταβάλει τη συμφωνημένη ασφαλιστική αποζημίωση στους ορισθέντες στη σύμβαση δικαιούχους και παράλληλα εγγυάτο μια ετήσια απόδοση, ενώ, κατά τη λήξη της δεκαετούς διάρκειας της σύμβασης, η εναγομένη υποχρεούτο να αποδώσει το τελικό ασφάλισμα προσαυξημένο με τις ετήσιες αποδόσεις.

Ότι η ετήσια απόδοση του ασφαλισθέντος κεφαλαίου ήταν κυμαινόμενη, πλην η ασφαλισμένη ενάγουσα μπορούσε να ζητήσει την εξαγορά του συμβολαίου της και πριν από τη λήξη της σύμβασης, εισπράττοντας το αρχικώς επενδυθέν κεφάλαιο προσαυξημένο με την απόδοσή του μέχρι το χρόνο εξαγοράς, η οποία (απόδοση) ήταν εγγυημένη για μεν το πρώτο έτος με ελάχιστο ποσοστό 12% και ακολούθως με ελάχιστο ποσοστό απόδοσης 3,6% ανά έτος, προσαυξημένο με την τυχόν μεγαλύτερη απόδοση που θα επέφερε η διαχείριση της εναγομένης .

Ότι οι μικτές αυτές συμβάσεις (ασφαλιστικές συμβάσεις με επενδυτικά προγράμματα) έφεραν τυπικά ως αντισυμβαλλόμενη της ενάγουσας την ως άνω αλλοδαπή εταιρία, πλην όμως κατά τις διαβεβαιώσεις της παραπάνω ασφαλιστικής πράκτορος, αυτό ήταν καθαρά τυπικό ζήτημα, δεδομένου ότι οι αποδόσεις των εν λόγω κεφαλαίων θα ήσαν καταβλητέες από την εναγομένη ελληνική ασφαλιστική εταιρία, στην εμπορική φήμη και φερεγγυότητα της οποίας η ενάγουσα είχε απόλυτη εμπιστοσύνη.

Ότι η ενάγουσα, ενημερωθείσα για τη διακοπή της συνεργασίας της εναγομένης με την παραπάνω ασφαλιστική πράκτορα, λόγω οικονομικού σκανδάλου, το μήνα Ιούνιο 2002 και ενώ βρισκόταν στην Ελλάδα, ζήτησε από την εναγομένη την εξαγορά και ρευστοποίηση των ασφαλιστηρίων συμβολαίων της, τα οποία είχαν κατά τον παραπάνω χρόνο αξία εξαγοράς τα ποσά των 626.257,43 , 626.257,43 και 2.800.000 δολαρίων ΗΠΑ αντίστοιχα και συνολικά 4.052.514,86 δολαρίων ΗΠΑ.

Ότι η ενάγουσα , όταν διαπίστωσε ότι οι δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της επικοινωνίες με τους αρμόδιους υπαλλήλους της εναγομένης απέβαιναν άκαρπες, απέστειλε στην αντιπρόσωπο της εναγομένης εταιρία τις από 4-6-2002 και 21-6-2002 εξώδικες διαμαρτυρίες. Ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος της ενάγουσας Α. Δ., προσήλθε στις 31-7-2002, στο γραφείο του πληρεξουσίου δικηγόρου της εναγομένης Παναγιώτη Μπιτσαξή, στην Αθήνα, ο οποίος αρνήθηκε οποιαδήποτε σχέση της εναγομένης με τα τρία ασφαλιστήρια συμβόλαια της ενάγουσας και του δήλωσε ότι αυτά ήσαν ισχυρά μόνο έναντι της αλλοδαπής εταιρίας (...).

Επίσης του δήλωσε ότι είχε την εντολή να προσφέρει στην ενάγουσα μόνο μέρος της συνολικής απαίτησής της προς πλήρη εξόφληση αυτής και συγκεκριμένα το ποσό των 3.000.000 δολαρίων ΗΠΑ. Ότι η ενάγουσα, ενημερωθείσα ότι και άλλοι ασφαλισμένοι επενδυτές, ομογενείς εκ Νοτίου Αφρικής, αντιμετώπιζαν την άρνηση της εναγομένης να προβεί στην εξαγορά των συμβολαίων τους και αφού αναλογίσθηκε ότι, όπως την ενημέρωσε σχετικά ο πληρεξούσιος δικηγόρος της, τυχόν προσπάθεια δικαστικής διεκδίκησης της από 4.052.514,86 δολάρια ΗΠΑ αξιώσεώς της, θα διαρκούσε το λιγότερο τέσσερα έτη, ''υπέκυψε'' στην πρόταση του δικηγόρου της εναγομένης Παναγιώτη Μπιτσαξή, ο οποίος αυθημερόν της ενεχείρισε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της τραπεζική επιταγή, εκδόσεως εις διαταγήν της, ποσού 3.000.000 δολαρίων ΗΠΑ (την οποία εισέπραξε την επόμενη ημέρα), η δε ενάγουσα του παρέδωσε τα πρωτότυπα ασφαλιστήρια συμβόλαια με τις πρωτότυπες αποδείξεις καταβολής ασφαλίστρων.

Ότι την ίδια ημέρα (31-7-2002), ο πληρεξούσιος δικηγόρος της ενάγουσας, ενεργών κατ' εντολή και για λογαριασμό της, υπέγραψε: 1) μία έγγραφη απόδειξη εισπράξεως εκ μέρους της, του ποσού των 3.000.000 δολαρίων ΗΠΑ εκ μέρους της ..., στην οποία δηλωνόταν ότι το ποσό της παραπάνω τραπεζικής επιταγής αφορούσε σε εξαγορά των ασφαλιστηρίων συμβολαίων της ενάγουσας και σε επιστροφή καταβληθέντων από αυτήν ασφαλίστρων καθώς και ότι η ενάγουσα ουδεμία διατηρούσε αξίωση ή απαίτηση κατά της παραπάνω αλλοδαπής εταιρίας από τα παραπάνω έγγραφα (πρωτότυπα συμβόλαια, αποδείξεις καταβολής ασφαλίστρων), παραιτούμενη ανεπιφύλακτα από οποιαδήποτε αξίωση ή απαίτηση, 2) μία έγγραφη δήλωση, στην οποία ο αυτός ως άνω πληρεξούσιος δικηγόρος, ενεργών ομοίως κατ' εντολή και για λογαριασμό της ενάγουσας, δήλωσε ότι η τελευταία ουδεμία αξίωση ή απαίτηση διατηρούσε κατά της εναγομένης και σε κάθε περίπτωση παραιτείτο από κάθε τέτοια.

Ότι η μονομερής δήλωση της ενάγουσας (δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της), η οποία περιλαμβάνεται στην από 31-7-2002 απόδειξη πληρωμής και στην από 31-7-2002 δήλωση, ήτοι ότι αυτή ουδεμία αξίωση διατηρεί από τις ένδικες ασφαλιστικές - επενδυτικές συμβάσεις, δεν αποτελεί λόγο απόσβεσης της εναπομεινάσης οφειλής της εναγομένης, που ανέρχεται στο ποσό των 1.052.514,86 δολαρίων ΗΠΑ, ούτε ως άφεση χρέους, ούτε ως συμβιβασμός, διότι δεν συνήθη μεταξύ των διαδίκων η σχετική σύμβαση, αλλά υπήρξε μόνο δήλωση προς σύναψή της, την οποία (δήλωση) η ενάγουσα ανακαλεί, σε κάθε δε περίπτωση, ουδέποτε αποδέχθηκε ρητώς ή σιωπηρώς η εναγομένη, ούτε ο αντιπρόσωπός της, ούτε ο ως άνω πληρεξούσιος δικηγόρος της.

Ότι οι παραπάνω δηλώσεις, ακόμη και αν εκληφθούν ως πρόταση ή αποδοχή πρότασης προς σύναψη σύμβασης άφεσης χρέους, είναι άκυρες και στερούνται έννομης συνέπειας, καθόσον η εναγομένη, κατά παράβαση των χρηστών ηθών, εξώθησε την ενάγουσα να προβεί σε αυτές, εκμεταλλευόμενη το φόβο, τον πανικό και την ιδιαίτερη ανάγκη, που της προκάλεσε το ενδεχόμενο να απωλέσει τις οικονομίες όλης της ζωής της.

Ότι, ελλείποντος του στοιχείου της αμοιβαιότητας των υποχωρήσεων, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει συναφθεί σύμβαση συμβιβασμού μεταξύ των διαδίκων, ακόμη δε και αν θεωρηθεί ότι έχει συναφθεί τέτοια, αυτή είναι άκυρη κατ' άρθρο 178 και 179 ΑΚ. Ότι ακόμη και αν ήθελε να γίνει δεκτό ότι συνήφθη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση άφεσης χρέους, αυτή είναι άκυρη, καθόσον εξ αιτίας της η εναγομένη κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερη κατά το ποσό των 1.052.514,86 δολαρίων ΗΠΑ, με αντίστοιχη ζημία της ενάγουσας, δηλαδή κατέστη πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας της, χωρίς νόμιμη αιτία και τούτο διότι μόνο η ενάγουσα προέβη σε σημαντική περιουσιακή διάθεση προς την εναγομένη, η οποία έτσι ωφελήθηκε, χωρίς αυτή να της καταβάλει την οφειλόμενη προς αυτήν παροχή, εκμεταλλευόμενη την ανάγκη της, καθόσον αν αυτή δεν αποδεχόταν την προσφερόμενη καταβολή μέρους του συνόλου των αξιώσεών της, θα ήταν υποχρεωμένη να υποβληθεί σε πολύχρονο και πολυδάπανο δικαστικό αγώνα για τη διεκδίκησή τους, αλλά και διότι ουδέποτε υπήρξε σύμπτωση βουλήσεων των συμβαλλομένων σε αυτή, ως προς το χαριστικό χαρακτήρα της άφεσης χρέους, ενόψει του ότι η κατάρτισή της δεν έγινε προς εκπλήρωση υποχρέωσής της (causa solvendi), αφού τέτοια υποχρέωση δεν είχε αυτή έναντι της εναγομένης, αλλά χαριστικώς (causa donandi) .

Με βάση τα ανωτέρω η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ισόποσο σε ευρώ κατά το χρόνο πληρωμής ποσό των 1.052.514,86 δολαρίων ΗΠΑ, με τους νόμιμους τόκους, άλλως επικουρικά να καταδικασθεί η εναγομένη σε δήλωση βουλήσεως προς την ενάγουσα περί επανασύστασης του χρέους της ήτοι να καταδικασθεί ότι οφείλει να της καταβάλει το ισόποσο σε ευρώ κατά το χρόνο πληρωμής ποσό των 1.052.514,86 δολαρίων ΗΠΑ, με τους νόμιμους τόκους.

Επί της αγωγής αυτής, η οποία συνεκδικάστηκε με την από 14-10-2008 προσεπίκληση σε παρέμβαση και ανακοίνωση δίκης της εναγομένης προς την εταιρία ... και την από 14-7-2009 πρόσθετη παρέμβαση της τελευταίας, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 4850/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία αφού απέρριψε την ασκηθείσα από την εναγομένη προσεπίκληση σε παρέμβαση ως μη νόμιμη και την ως άνω πρόσθετη παρέμβαση ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης νομίμου συμφέροντος της προσθέτως παρεμβαίνουσας, έκρινε την παραπάνω αγωγή ως ορισμένη και νόμιμη κατά την κύρια βάση της και απέρριψε αυτή ως προς την επικουρική της βάση, ακολούθως δε απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη .

Περαιτέρω η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε κατά της ως άνω απόφασης του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την από 12-12-2013 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 767/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την παραπάνω απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κράτησε και δίκασε εκ νέου την αγωγή, την οποία απέρριψε ως νόμω αβάσιμη.

Την απόφαση αυτή προσβάλλει η αναιρεσείουσα με την κρινόμενη από 12-7-2021 αίτηση αναίρεσης και τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους. Κατά το άρθρο 871 ΑΚ, με τη σύμβαση του συμβιβασμού, οι συμβαλλόμενοι διαλύουν, με αμοιβαίες υποχωρήσεις, μια έριδά τους ή μια αβεβαιότητα, για κάποια έννομη σχέση, αρκεί το αντικείμενο της σύμβασης αυτής να μην έχει εξαιρεθεί από την ιδιωτική πρωτοβουλία, γιατί, στην αντίθετη περίπτωση, η εν λόγω σύμβαση θεωρείται σαν να μην έγινε (άρθρα 174 και 180 ΑΚ).

Με αβέβαιη σχέση εξομοιώνεται και η επισφαλής απαίτηση. Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι προϋπόθεση του συμβιβασμού είναι, πλην άλλων, και η συμφωνία των ενδιαφερομένων για τον τερματισμό της μεταξύ τους φιλονικίας ή αβεβαιότητος ως προς κάποια έννομη σχέση, με αμοιβαίες υποχωρήσεις. Και φιλονικία μεν (έρις) υπάρχει, όταν καθένας από τους συμβαλλομένους αμφισβητεί τη νομική ή πραγματική βασιμότητα των απαιτήσεων του άλλου, άσχετα αν έχει πράγματι αμφιβολία περί αυτών ή πράττει τούτο από απλή κακοβουλία.

Αβεβαιότητα δε, όταν κανένας από τους συμβαλλομένους δεν είναι βέβαιος για τις δικές του απαιτήσεις, δηλαδή, αν γεννήθηκε η έννομη σχέση, αν υπάρχει, μεταξύ ποίων προσώπων ή σε ποια έκταση. Οι αμοιβαίες υποχωρήσεις των συμβαλλομένων θεωρούνται κατά την κοινή αντίληψη και μπορεί να είναι νομικής ή πραγματικής φύσεως.

Αρκεί το ένα συμβαλλόμενο μέρος να προβαίνει σε μια θυσία, γιατί σε αντίστοιχη θυσία προβαίνει και το άλλο συμβαλλόμενο μέρος. Η υποχώρηση μπορεί να συνίσταται και στην παραίτηση του συμβαλλόμενου από τα ένδικα μέσα κατά οριστικής ή και τελεσίδικης απόφασης (ΑΠ 1257/2017, ΑΠ 313/2013). Η υποχώρηση στην οποία προβαίνει το ένα μέρος δεν είναι απαραίτητο να είναι ισάξια προς την υποχώρηση του άλλου μέρους.

Αν δεν υπάρχει φιλονικία ή αβεβαιότητα ή η υπάρχουσα λύεται με υποχώρηση μόνο του ενός εκ των μερών, τότε δεν πρόκειται για συμβιβασμό, αλλά για άλλου είδους σύμβαση, όπως είναι η αναγνώριση απαίτησης (άρθρο 873 ΑΚ), η άφεση χρέους (άρθρο 454 ΑΚ), η δωρεά (άρθρο 496 ΑΚ) κ.λ.π. (ΑΠ 2035/2022). Για τη σύναψη της συμβάσεως συμβιβασμού απαιτείται πρόταση του ενός των συμβαλλομένων μερών με περιεχόμενο την, με αμοιβαίες υποχωρήσεις, διάλυση της έριδος ή αβεβαιότητος και αποδοχή αυτής από το έτερο μέρος.

Οι σχετικές δηλώσεις βουλήσεως και οι πράξεις των μερών, που περιέχονται στην πρόταση και την αποδοχή, αποτελούν πραγματικά περιστατικά, η συνδρομή των οποίων κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση όμως, για το αν τα συγκεκριμένα περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα, ότι καταρτίστηκε σύμβαση συμβιβασμού, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, και συνεπώς, σε περίπτωση σφάλματος, ως προς τον ορθό χαρακτηρισμό τους, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ για παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 871 Α.Κ. (Ολ.

Α.Π. 578/1980). Η σύμβαση συμβιβασμού είναι υποχρεωτική για τους συμβαλλομένους, γεγονός που σημαίνει, ότι τα μέρη δεν μπορούν να προβάλλουν αξιώσεις από τις οποίες παραιτήθηκαν με το συμβιβασμό και αν κάποιο από τα μέρη τις προβάλλει, αποκρούεται από το άλλο μέρος με την ανατρεπτική ένσταση της συνάψεως συμβιβασμού.

Δηλαδή, με το συμβιβασμό τερματίζεται οριστικώς η διαφορά και δεν μπορεί πλέον να λυθεί με διαφορετικό τρόπο η έννομη σχέση, που ρυθμίστηκε με αυτόν, το δε δικαστήριο, αν προταθεί η ένσταση του συμβιβασμού, οφείλει να διατυπώσει το διατακτικό της αποφάσεώς του, σύμφωνα με το περιεχόμενο του συμβιβασμού (ΑΠ 1005/2019, πρβλ.

επίσης, ΑΠ 1483/2018, ΑΠ 1257/2017, ΑΠ 1738/2017, ΑΠ 669/2016). Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

Α.Π. 7/2006, 4/2005). Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.

ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 1467/2018, ΑΠ 349/2014). Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο και εκτιμώντας εσφαλμένως τα διαδικαστικά έγγραφα [άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ] είτε έλαβε υπ` όψη πράγματα, τα οποία δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (εδ.

α) είτε δεν έλαβε υπ` όψη πράγματα, τα οποία προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (εδ. β). Νοούνται, ως "πράγματα", οι νόμιμοι, λυσιτελείς, αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, εάν τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση [άρθρα 338, 362 ΚΠολΔ], ήτοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους στο δικαστήριο της ουσίας [άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ], συγκροτούν την ιστορική βάση (και, συνεπώς, θεμελιώνουν, ιστορικώς, το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και, κατά νόμο, διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της αποφάσεως, που προσβάλλεται.

Αποτελούν "πράγματα" και οι λόγοι (κύριοι ή τυχόν πρόσθετοι) εφέσεως, οι οποίοι αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και διατυπώνουν παράπονο κατά της κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας, δηλ. οι λόγοι των οποίων η λήψη υπ` όψη και παραδοχή θα είχε, ως συνέπεια, την κατά το άρθρο 535 παρ.1 ΚΠολΔ εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως (ΑΠ 617/2022 ).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο, ερευνώντας τη νομική βασιμότητα της αγωγής, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τις ακόλουθες αιτιολογίες: ''.... Κατά τα ιστορούμενα στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής πραγματικά περιστατικά, η ενάγουσα είχε, τον Ιούνιο του έτους 2002, αξίωση εξαγοράς τριών ασφαλιστικών- επενδυτικών συμβάσεων, τις οποίες είχε συνάψει, τυπικώς, μόνον, με την εταιρεία με την επωνυμία "...", στην πραγματικότητα, όμως, με την εναγομένη εταιρεία, με την επωνυμία "...", που ανερχόταν (η αξίωση εξαγοράς), τον Ιούλιο του έτους 2002, στο συνολικό ποσό των 4.052.514,86 δολλαρίων ΗΠΑ.

Ότι, λόγω της μη ανταποκρίσεως της εταιρείας με την επωνυμία "..." στο ως άνω αίτημα εξαγοράς της ενάγουσας, αλλά και λόγω της αρνήσεως της εναγομένης κάθε σχέσεώς της με τις ανωτέρω ασφαλιστικές συμβάσεις, όπως, εξάλλου και της υποχρεώσεως πληρωμής οποιουδήποτε ποσού, η ενάγουσα, στις 31.7.2002, ακολουθώντας τις τηλεφωνικές οδηγίες των αρμοδίων υπαλλήλων των γραφείων της εναγομένης, στην Αθήνα, που λειτουργούσαν ταυτόχρονα και ως γραφεία διοικήσεως της "...", προήλθε σε συμφωνία με τον Παναγιώτη Μπιτσαξή, πληρεξούσιο δικηγόρο του ομίλου ...

και στο γραφείο του τελευταίου, όπου εμφανίσθηκε, κατ' εντολή της, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της, Α. Δ., σύμφωνα με την οποία, αυτή (η ενάγουσα) αποδέχθηκε την τελική πρόταση του άνω δικηγόρου της εναγομένης, Παναγιώτη Μπιτσαξή, να της καταβληθεί, προς "πλήρη εξόφληση" των εκ των επιδίκων συμβάσεων αξιώσεών της, το ποσό των 3.000.000 δολλαρίων ΗΠΑ (αντί του πραγματικώς οφειλομένου ποσού των 4.052.514,86 δολλαρίων ΗΠΑ).

Δηλαδή, η ενάγουσα ισχυρίζεται, με την αγωγή της, ότι, μεταξύ της ιδίας και της εναγομένης υπήρξε αμφισβήτηση, υπό την έννοια της αμφιβολίας, για την ύπαρξη, τα πρόσωπα και τις έννομες συνέπειες της επίδικης έννομης σχέσεως, της αμφιβολίας, εξειδικευομένης, με πραγματικά περιστατικά, σύμφωνα με τα οποία, ο εντολοδόχος της εναγομένης, δικηγόρος, αρνήθηκε, ρητώς, την κατάρτιση των ενδίκων ασφαλιστικών-επενδυτικών συμβάσεων, μεταξύ της τελευταίας και της ενάγουσας, αμφισβητώντας ότι, το πρόσωπο, που συνεβλήθη με την ενάγουσα ήταν η εναγομένη εταιρεία, συνακολούθως, δε, αρνήθηκε και την οποιαδήποτε υποχρέωση της εναγομένης εταιρείας για καταβολή οποιουδήποτε χρηματικού ποσού στην ενάγουσα.

Επικαλείται, δηλαδή, η ενάγουσα με την αγωγή της, ότι μεταξύ της ιδίας και της εναγομένης υπήρξε έρις και αβεβαιότητα, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 871 του ΑΚ, σχετικά με την επικαλούμενη αξίωση της ενάγουσας, η οποία, έρις και αβεβαιότητα, λύθηκε με αμοιβαίες υποχωρήσεις της εναγομένης και της ενάγουσας, που δηλώθηκαν, μέσω των πληρεξουσίων δικηγόρων εκάστης πλευράς, οι οποίοι είχαν την σχετική πληρεξουσιότητα προς τούτο.

Ειδικότερα, η ενάγουσα επικαλείται το περιεχόμενο της από 31.7.2002 αποδείξεως-δηλώσεως, η οποία υπεγράφη, για λογαριασμό της, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, Αλέξανδρο Δάσκα και, με την οποία η ίδια δήλωνε ότι, "στα πλαίσια γενομένου συμβιβασμού", δέχθηκε, "σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση" κάθε απαιτήσεώς της από τις τρεις ασφαλιστικές συμβάσεις, έναντι της τυπικώς συμβαλλομένης σε αυτές εται¬ρείας με την επωνυμία "..." (για την οποία, η ίδια η ενάγουσα, εκθέτει στην αγωγή της, ότι λειτουργούσε ως αντιπρόσωπος της εναγομένης), το ποσό των 3.000.000 δολλαρίων ΗΠΑ, παραιτούμενη, ταυτόχρονα, από κάθε απαίτησή της έναντι της τελευταίας αυτής εταιρείας, δηλαδή, παραιτούμενη από το υπόλοιπο της αξιώσεώς της (4.052.514,86 - 3.000.000=1.052.514,86 δολλ.

ΗΠΑ). Η ενάγουσα επικαλείται, επιπλέον, με την αγωγή της, ότι την ίδια ημέρα, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της υπέγραψε, για λογαριασμό της και έτερη δήλωση, με την οποία αυτή (η ενάγουσα) δήλωνε ότι, ουδεμία αξίωση διατηρούσε και έναντι της εναγομένης εταιρείας και, σε κάθε περίπτωση, παραιτείτο από κάθε τέτοια (αξίωση).

Επομένως, σύμφωνα, πάντοτε, με τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, αληθή υποτιθέμενα, συνήφθη, μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης σύμβαση συμβιβασμού, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 871 του ΑΚ, δεδομένου ότι, υπήρξε έρις και αβεβαιότητα, μεταξύ των διαδίκων, για την έννομη σχέση τους, κατά τα προεκτεθέντα και σαφής πρόθεση αμφοτέρων των πλευρών να τερματίσουν οριστικώς την έριδα και αβεβαιότητα αυτή, με την εν λόγω συμφωνία τους, της οποίας το περιεχόμενο ήταν απαλλοτριωτό και, για την εγκυρότητα της οποίας, δεν απαιτείτο η τήρηση τύπου.

Ο αγωγικός ισχυρισμός ότι, μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης δεν συνήφθη σύμβαση συμβιβασμού, διότι, μόνον η εναγουσα, διά του πληρεξουσίου δικηγόρου της, προέβη σε μονομερή δήλωση, αφού η σύμβαση αυτή δεν υπεγράφη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της εναγομένης ή της αντιπροσώπου αυτής εταιρείας, δεν βρίσκει νόμιμο έρεισμα, καθώς, όπως η ίδια η ενάγουσα εκθέτει στην αγωγή της, είχε προηγηθεί προφορική πρόταση του πληρεξουσίου δικηγόρου της εναγομένης, Παναγιώτη Μπιτσαξή προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ενάγουσας, Αλέξανδρο Λάσκα, την οποία (πρόταση) η ενάγουσα αποδέχθηκε, μέσω του πληρεξουσίου δικηγόρου της, προφορικώς και, στη συνέχεια, εγγράφως, γεγονός, που αρκεί, κατά το νόμο, για τη σύναψη έγκυρης συμβάσεως συμβιβασμού, η οποία θα μπορούσε να καταργηθεί εκ των υστέρων, μόνον, με μεταγενέστερη μεταξύ τους συμφωνία (.....) και όχι, με μονομερή ανακλητική δήλωση, στην οποία προβαίνει η ενάγουσα με την αγωγή της.

Ενόψει, δε, του ότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, στοιχειοθετείται η σύναψη συμβάσεως συμβιβασμού μεταξύ των διαδίκων δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής των διατάξεων περί συμβάσεως αφέσεως χρέους, καθώς η τελευταία αυτή σύμβαση προϋποθέτει την έλλειψη φιλονικίας ή αβεβαιότητας, ως προς κάποια έννομη σχέση, ενώ, αντίθετα, στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη αγωγή γίνεται σαφής επίκληση τέτοιας φιλονικίας και αβεβαιότητας περί την ύπαρξη των δικαιωμάτων, της εκτάσεώς τους και των προσώπων, που συνδέονται με τα δικαιώματα αυτά, του επισφαλούς χαρακτήρα της απαιτήσεως της ενάγουσας, υπό την έννοια της αβεβαιότητος για την είσπραξή της, εξαιτίας της επικαλουμένης μακράς και δαπανηρής διαδικασίας για την επιδίκαση της και την ικανοποίηση της ενάγουσας, όπως, άλλωστε, εκτίθεται και η αναληφθείσα υποχρέωση του ενός μέρους, αντιστοιχούσας σε ανάλογη υποχώρηση του άλλου και αντιστρόφως.

Συνακολούθως, αφού, κατά τα εκτιθέμενα στην ίδια την αγωγή πραγματικά περιστατικά, δεν συντρέχει περίπτωση συμβάσεως αφέσεως χρέους, παρέλκει η έρευνα των επικαλουμένων από την ενάγουσα περιστατικών, επί των οποίων η τελευταία επιχειρεί να θεμελιώσει ακυρότητα της "αφέσεως χρέους", λόγω αντιθέσεώς της προς τα χρηστά ήθη (άρθρα 178 και 179 του ΑΚ), (άλλωστε, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας, η άφεση χρέους συνιστά, εξ ορισμού, σύμβαση, στην οποία δεν λαμβάνει χώρα ανταλλαγή παροχών, ώστε, να μην γεννάται ζήτημα προφανούς δυσαναλογίας μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, ως μίας εκ των σωρευτικώς απαιτουμένων στοιχείων, για τον χαρακτηρισμό δικαιοπραξίας ως καταπλεονεκτικής και, εντεύθεν, αντίθετης προς τα χρηστά ήθη, που θα οδηγούσε σε ακυρότητα αυτής.

Σημειώνεται ότι, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής, η επίκληση ακυρότητας, λόγω συνδρομής των στοιχείων των άρθρων 178 και 179 του ΑΚ, αφορά, μόνον, στη βάση της αγωγής, που στηρίζεται στις διατάξεις περί συμβάσεως αφέσεως χρέους και όχι, στη σύμβαση του συμβιβασμού, χωρίς να επαρκεί, για τη θεμελίωση τέτοιας ακυρότη¬τας, η σύντομη αναφορά, που γίνεται στην αγωγή (υπό στοιχείο 3.1.10 in fine), περί ακυρότητας του συμβιβασμού ["ακόμη και αν θεωρηθεί ότι συνήφθη τέτοια (sic)"] καθώς, στην περίπτωση του συμβιβασμού, λόγω της ιδιάζουσας φύσεώς του, ο οποίος περιέχει, κατ'ανάγκη, εγκατάλειψη, μικρή ή και μεγάλη των προβαλλομένων αξιώσεων, για την εκτίμηση περί της υπάρξεως ή δυσαναλογίας μεταξύ των εκατέρωθεν υποχωρήσεων (οι οποίες, δεν είναι απαραίτητο να είναι ούτε ίσης αξίας ούτε απολύτως ανάλογες της παροχής και της αντιπαροχής), δεν λαμβάνεται υπόψιν αποκλειστικά και μόνον το ύψος των προβαλλομένων αξιώσεων, εκ των οποίων επέρχεται παραίτηση, οι οποίες είναι δυνατόν να είναι, όχι μόνον υπερβολικές, αλλά και αβάσιμες, αλλά και η πιθανότητα της κατ' αντικειμενική κρίση ευδοκιμήσεώς τους, η οποία εξαρτάται, τόσον, εκ του βαθμού της βασιμότητάς τους, όσο και εκ του επισφαλούς αυτού, χωρίς να λαμβάνονται υπόψιν οι υποκειμενικές παραστάσεις ή επιθυμίες των μερών (....).

Εσφαλε επομένως, περί την εφαρμογή του νόμου, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε την αγωγή, κατά την κύρια βάση της, ως ορισμένη και νόμιμη- και, στη συνέχεια, απέρριψε αυτήν, ως κατ' ουσιαν αβάσιμη και, συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση της ενάγουσας, με την οποία ζητείται να γίνει δεκτή η αγωγή, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και, αφού κρατηθεί, κατ'άρθρο 535 παρ.1 ΚΠολΔ, η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο, να δικασθεί η αγωγή, να ερευνηθεί εκ νέου και να απορριφθεί αυτή, ως μη νόμιμη, κατά την κυρία βάση της.

Σημειωτέον, ότι η απόφαση αυτή είναι, για την εκκαλούσα-ενάγουσα, επωφελέστερη από την εκκαλουμένη απόφαση, που απέρριψε την αγωγή, ως κατ'ουσίαν αβάσιμη και, ως εκ τούτου, δεν συντρέχει περίπτωση αντικαταστάσεως των αιτιολογιών, κατά το μέρος αυτό, κατά τη διάταξη του άρθρου 534 ΚΠολΔ. Αλλά και η επικουρική βάση της αγωγής (που εξετάσθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και απερρίφθη, ως μη νόμιμη), η οποία εδράζεται στην, λόγω της αφέσεως χρέους, έλλειψη νόμιμης αιτίας και, εξ αυτής της αιτίας, ύπαρξη αδικαιολογήτου πλουτισμού της εναγομένης, είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, δεδομένου ότι, όπως προεκτέθηκε, στην προκειμένη περίπτωση, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, δεν στοιχειοθετείται η έννοια της συμβάσεως αφέσεως χρέους......''.

Με βάση τις αιτιολογίες αυτές, το Εφετείο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ως προς όλες τις βάσεις. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, εκτιμώντας κυριαρχικά τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, τα οποία ανταποκρίνονται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361 και 871 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον, με βάση τα ως άνω εκτιθέμενα περιστατικά, καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων συμφωνία, που φέρει τα χαρακτηριστικά της σύμβασης εξώδικου συμβιβασμού, αφού συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις κατάρτισης αυτής, δεδομένου ότι:

α) υπήρχε σοβαρή αμφισβήτηση και αβεβαιότητα ως προς τα εκατέρωθεν δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των διαδίκων αναφορικά με τη γένεση, τη βασιμότητα και το ύψος της απαιτήσεως της ενάγουσας κατά της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, ενόψει του ότι η ενάγουσα υποστήριζε ότι συνήψε τις ασφαλιστικές συμβάσεις με την εδρεύουσα στις ...

εταιρία ..., που λειτουργούσε ως αντιπρόσωπος της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, ήτοι ότι η τελευταία είναι η πράγματι συμβληθείσα, η δε εναγομένη αρνείτο τούτο και συνακόλουθα την σε βάρος της αστική αξίωση της ενάγουσας, β) έγιναν αμοιβαίες υποχωρήσεις ως προς το εριζόμενο αυτό ζήτημα, καθόσον η μεν εναγομένη δέχθηκε να καταβάλει μέρος της προβαλλόμενης από την ενάγουσα αξίωσης, ανερχομένης στο ποσό των 4.052.514,86 δολαρίων ΗΠΑ, και συγκεκριμένα το ποσό των 3.000.000 δολαρίων ΗΠΑ, παρά την εκ μέρους της ρητή άρνηση της ύπαρξης της εν λόγω οφειλής της, η δε ενάγουσα, εισπράττοντας μεγάλο μέρος της απαίτησής της, παραιτήθηκε από κάθε περαιτέρω αξίωσή της από τα επίδικα ασφαλιστήρια συμβόλαια και ταυτόχρονα δεν προέβη στην άσκηση αγωγής κατά της εναγομένης, αποφεύγοντας έτσι αμφότεροι οι διάδικοι δικαστικό αγώνα αβέβαιης διάρκειας, έκβασης και έκτασης, και γ) καταρτίστηκε συμφωνία μεταξύ των μερών έχουσα το προαναφερθέν περιεχόμενο, αφού ως προς τούτο συνέπεσαν απολύτως οι εκατέρωθεν δηλώσεις βουλήσεως των διαδίκων με πρόθεση διάλυσης της φιλονικίας και της αβεβαιότητας ως προς την απαίτηση της ενάγουσας, η οποία οδήγησε στην οριστική επίλυση της προαναφερθείσας διαφοράς τους, υπογραφείσας από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ενάγουσας, της από 4.3.2002 απόδειξης και δήλωσης και της αποδοχής αυτής από την εναγομένη, διά της καταβολής του παραπάνω ποσού, με συνέπεια να μην υφίσταται αξίωση της ενάγουσας, αφού αυτή έχει ήδη αποσβεσθεί και, συνακόλουθα, να δικαιολογείται, υπό τα εκτιθέμενα, η απόρριψη της ένδικης αγωγής ως νομικά αβάσιμης.

Επομένως, το Εφετείο, αφενός μεν προέβη σε ορθό νομικό χαρακτηρισμό της ένδικης σύμβασης, υπαγάγοντας σωστά τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά στην έννοια της διάταξης του άρθρου 871 ΑΚ, αφετέρου δε, απορρίπτοντας την αγωγή, δεν έλαβε υπόψη, παρά το νόμο, πράγματα μη προταθέντα.

Συνεπώς, οι πρώτος και δεύτερος, αμφότεροι κατά το πρώτο σκέλος, λόγοι αναίρεσης, από τους αρ. 1 και 8, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Ο προβλεπόμενος στο άρθρο 871 ΑΚ συμβιβασμός, ως αμφοτεροβαρής σύμβαση υπόκειται στις διατάξεις των άρθρων 178 και 179 του ΑΚ.

Ειδικότερα, κατά το άρθρο 178 του Α.Κ. "δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, κριτήριο των χρηστών ηθών αποτελούν οι ιδέες, του, κατά γενική αντίληψη, με φρόνηση και χρηστότητα, σκεπτομένου μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Η αντίθεση δε στα χρηστά ήθη, που καθιστά άκυρη τη δικαιοπραξία, κρίνεται από το περιεχόμενό της, όχι μεμονωμένα από την αιτία, που κίνησε τους συμβαλλομένους να τη συνάψουν ή τον σκοπό στον οποίον αυτοί αποβλέπουν, αλλά από το σύνολο των περιστάσεων και των συνθηκών, που τη συνοδεύουν.

Κατά δε το άρθρο 179 του ΑΚ, το οποίο αποτελεί ειδικότερα περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 178 του ιδίου Κώδικα: "άκυρη ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη είναι ιδίως η δικαιοπραξία με την οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, την κουφότητα ή την απειρία του άλλου και πετυχαίνει έτσι να συνομολογήσει ή να πάρει για τον εαυτό του ή τρίτο για κάποια παροχή περιουσιακά ωφελήματα που κατά τις περιστάσεις τελούν σε φανερή δυσαναλογία προς την παροχή".

Όπως προκύπτει από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και εκείνων των άρθρων 174 και 180 του ΑΚ, για να χαρακτηρισθεί μία δικαιοπραξία ως αισχροκερδής - καταπλεονεκτική και συνεπώς άκυρη, λόγω αντιθέσεώς της προς τα χρηστά ήθη, απαιτείται να συντρέχουν σωρευτικώς τρία στοιχεία, δηλαδή α) προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής β) ανάγκη ή κουφότητα ή απειρία του ενός από τους συμβαλλομένους και γ) εκμετάλλευση από τον συμβαλλόμενο της γνωστής σε αυτόν ανάγκης ή κουφότητος ή απειρίας του αντισυμβαλλομένου του.

Τα στοιχεία της ανάγκης, της κουφότητος ή της απειρίας όμως δεν είναι απαραίτητο, όπως προκύπτει από τη σαφή διατύπωση της δεύτερης από τις ως άνω διατάξεις, να συντρέχουν σωρευτικώς, αλλά αρκεί η συνδρομή και μόνον του ενός εξ αυτών. Απειρία είναι η έλλειψη της συνήθους πείρας ως προς τα οικονομικά δεδομένα και μεγέθη, ως προς τις τιμές και ως προς τις συναλλαγές.

Κουφότητα είναι η αδιαφορία για τις συνέπειες και τη σημασία των πράξεων, ενώ ανάγκη είναι και η οικονομική, αρκεί να είναι άμεση και επιτακτική. Η δυσαναλογία παροχής και αντιπαροχής πρέπει να είναι προφανής. Εκμετάλλευση υπάρχει, όταν αυτός που γνωρίζει την ως άνω κατάσταση του αντισυμβαλλομένου του (ανάγκη, κουφότητα, απειρία), επωφελείται και με κατάλληλο χειρισμό επιτυγχάνει προφανώς μειωμένη αντιπαροχή.

Ειδικότερα, προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής είναι αυτή, που υποπίπτει στην αντίληψη λογικού και έχοντος πείρα των σχετικών συναλλαγών ανθρώπου και η οποία υπερβαίνει το μέτρο κατά το οποίο είναι ανθρωπίνως φυσικό να αποκομίζει ο ένας κάποιο όφελος από σύμβαση οικονομικού περιεχομένου επί ζημία του άλλου.

Η δυσαναλογία αυτή, η οποία διαπιστώνεται, ενόψει των περιστάσεων και της φύσης της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας, κατά το χρόνο της κατάρτισής της, (περιεχόμενο, σκοπός, αξία παροχών), χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι υποκειμενικές παραστάσεις ή επιθυμίες των μερών, αποτελεί νομική έννοια, και ως εκ τούτου η κρίση για την ύπαρξη αυτής ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (Ολ.

ΑΠ 714/1973). Η κρίση, όμως, του ουσιαστικού δικαστηρίου, με την οποία διαπιστώνει, κατά την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, ότι συνέτρεξαν ή όχι τα ως άνω πραγματικά περιστατικά δεν ελέγχεται αναιρετικώς κατ` άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 714/1973, ΑΠ 876/2020, ΑΠ 1738/2017, ΑΠ 432/2016). Περαιτέρω, δεν αποτελούν "πράγματα", υπό την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 630/2020, ΑΠ 1142/2019).

Επίσης, ο ανωτέρω λόγος δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε, έστω και εσφαλμένα, για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, ακόμη και αν η απόρριψή του έγινε σιωπηρά, με παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ.Α.Π. 25/2003, ΑΠ 1254/2022, ΑΠ 1271/2021, ΑΠ 684/2019, ΑΠ 1650/2018). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την από τον αρ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στη δίκη, και συγκεκριμένα τον αγωγικό ισχυρισμό της περί ακυρότητας του ένδικου εξώδικου συμβιβασμού ως καταπλεονεκτικής δικαιοπραξίας (άρθρ. 178, 179 ΚΠολΔ).

Επίσης, με τον πρώτο, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγο της αίτησης αναίρεσης, και επικουρικά, κατ' εκτίμηση, προς τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό της ενάγουσας περί ακυρότητας του ένδικου εξώδικου συμβιβασμού, ως αντικειμένου στην καλή πίστη και ως καταπλεονεκτικής δικαιοπραξίας, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού κανόνα διατάξεις των άρθρων 178 και179 ΑΚ, δεδομένου ότι η ενάγουσα εξέθετε στην αγωγή της (καθ' υποφορά προς απόκρουση ισχυρισμού της εναγομένης περί ύπαρξης συμβάσεως αποσβεστικής της ενδίκου ενοχής), ότι κατά το χρόνο κατάρτισης του συμβιβασμού τελούσε υπό καθεστώς πίεσης και φόβου να χάσει τα χρήματα που είχε επενδύσει στις εν λόγω ασφαλιστικές συμβάσεις, το οποίο της προκάλεσε η συμπεριφορά της εναγομένης, που αρνούνταν να εκπληρώσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις, με αποτέλεσμα να αναγκασθεί να δεχθεί την προσφορά των 3.000.000 δολαρίων ΗΠΑ προς πλήρη εξόφληση των απαιτήσεών της, αν και η προσφορά αυτή είναι καταφανώς δυσανάλογη των αξιώσεών της.

Τα παραπάνω περιστατικά, όμως, τα οποία επικαλέστηκε η ενάγουσα προς θεμελίωση του ανωτέρω αγωγικού ισχυρισμού της, αναφερόμενα ουσιαστικά στην ήδη επελθούσα γένεση της προβαλλόμενης κατά της εναγομένης αξίωσής της, δεν πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της ανάγκης, όπως αυτή αναλύθηκε στη μείζονα σκέψη, δηλαδή ότι κατά το χρόνο της συμφωνίας συνέτρεχε αδήριτη, επιτακτική και ανεπίδεκτη αναβολής ικανοποίησής της ανάγκη, και επομένως δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου.

Ενόψει αυτού, αφού ο ανωτέρω ισχυρισμός ήταν μη νόμιμος, δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης και, συνεπώς, το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει επ' αυτού. Κατά συνέπεια, ο ανωτέρω δεύτερος, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγος της αίτησης αναίρεσης, από τον αρ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι προεχόντως απαράδεκτος.

Σε κάθε περίπτωση, το δικαστήριο της ουσίας, κρίνοντας έγκυρη, υπό τα εκτιθέμενα, την καταρτισθείσα σύμβαση συμβιβασμού και απορρίπτοντας συνολικά την αγωγή ως μη νόμιμη, έλαβε υπόψη και τον παραπάνω αγωγικό ισχυρισμό της ενάγουσας, τον οποίο, έστω και σιωπηρά, ορθά απέρριψε ως μη νόμιμο. Επομένως, το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 178 και 179 ΑΚ, ούτε, παρά τον νόμο, παρέλειψε να λάβει υπόψη πράγματα προταθέντα, αναφορικά με τη στοιχειοθέτηση του επίμαχου αγωγικού ισχυρισμού περί ακυρότητας του ένδικου εξώδικου συμβιβασμού ως καταπλεονεκτικής δικαιοπραξίας, και, συνεπώς, ο πρώτος, κατά το δεύτερο σκέλος, αναιρετικός λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, λόγω εσφαλμένης εφαρμογής των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, καθώς και ο συναφής δεύτερος, κατά το δεύτερο σκέλος, από τον αρ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, είναι αβάσιμοι.

Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, θα επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 180, 183, 191 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Απορρίπτει την από 12-7-2021 αίτηση της Ε. Β. του Κ., για αναίρεση της υπ` αριθμ. 767/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. - Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

-

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Φεβρουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Φεβρουαρίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ