Legislator Case Law & Legislation
305/2023 AI generated

Supreme Court allows appeal on statute of limitations start date in public sector employment dispute.

Case Number 305/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal regarding the statute of limitations period in a public sector employment dispute. The plaintiff argued that the limitation period started later due to a specific administrative act, while the defendant contended it began upon the initial contract. The court ruled that the limitation period commenced on the date of the wrongful act (September 15, 2011), not the contract date, thereby admitting the appeal on this specific ground.

Legislator headnote

AI generated

Articles 90(3) of Law 2362/1995 and 140(3) of Law 4270/2014; The statute of limitations for wage claims in public employment begins on the date of the wrongful act or contract formation, whichever is earlier, regardless of subsequent administrative acts regarding appointment.

Keywords

AI generated
statute of limitations public sector employment wage claims limitation period start administrative act contract formation Supreme Court appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 552, 553, 556, 558, 564(3), 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 185, 189, 192, 201, 361, 648 of the Civil Code
Article 90(3) of Law 2362/1995
Article 140(3) of Law 4270/2014
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580(1) to (3) of the Code of Civil Procedure
Article 179 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 305 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 305/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Τ. Ν. του Κ., κατοίκου ... που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Σιώμου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Πληρωμών και Ελέγχου Κοινοτικών Ενισχύσεων Προσανατολισμού και Εγγυήσεων" (Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε.), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Αλεξάνδρας Μάνου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-2-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1264/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 196/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά η αναιρεσείουσα με την από 16-4-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Τριανταφυλλιά Πατρώνα.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 16.4.2021 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθ. 196/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατόπιν εφέσεως της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ'αριθ. 1264/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την προσβαλλομένη απόφαση απορρίφθηκε η έφεση και επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα προς της επιδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως [άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ]. Ως εκ τούτου είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της [άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ].

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 185, 189, 192, 201, 361 και 648 του ΑΚ προκύπτει ότι, η προκήρυξη του διαγωνισμού, για πρόσληψη προσωπικού - με εξετάσεις ή αξιολόγηση δικαιολογητικών ή και με τους δύο τρόπους - συνιστά πρόταση του εργοδότη προς αόριστο αριθμό προσώπων, για κατάρτιση σύμβασης, ενώ η υποβολή υποψηφιότητας και η συμμετοχή σ' αυτόν, επέχει θέση αποδοχής της εργοδοτικής πρότασης, από την περιέλευση δε της δήλωσης του υποψηφίου στον εργοδότη, για την αποδοχή της πρότασής του, θεωρείται ότι καταρτίσθηκε η σύμβαση εργασίας, η οποία τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της επιτυχίας του ενδιαφερομένου στον διαγωνισμό.

Με την έκδοση και ανακοίνωση των αποτελεσμάτων του διαγωνισμού, εφόσον ο ενδιαφερόμενος πέτυχε σ' αυτόν, πληρώνεται η αίρεση και επέρχονται τα αποτελέσματα της σύμβασης ο δε επιτυχών θεωρείται αυτοδικαίως και οριστικά μισθωτός του εργοδότη, που προκήρυξε τον διαγωνισμό, υπό την προϋπόθεση, ότι ο υποψήφιος συμμετείχε νόμιμα στο διαγωνισμό, σύμφωνα με τους όρους, που έθεσε ο εργοδότης.

Η πλήρωση της παραπάνω αίρεσης ελέγχεται, βάσει του άρθρου 207 παρ.1 του Α.Κ., κατά το οποίο η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε, αν την πλήρωσή της εμπόδισε, αντίθετα προς την καλή πίστη, εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της [ΑΠ 132/2021, 282/2017]. Μετά την τελείωση της σύμβασης, κατά τα ανωτέρω, ο εργοδότης, μη αποδεχόμενος τις υπηρεσίες του μισθωτού, καθίσταται υπερήμερος, με τις συνέπειες που ορίζουν σε βάρος του οι διατάξεις των άρθρων 349, 350 και 656 ΑΚ [ΑΠ 192/2000, 1661/1995].

Περαιτέρω, με το άρθρο 13 του ν. 2637/1998 συστάθηκε ο Οργανισμός Πληρωμών και Ελέγχου Κοινοτικών Ενισχύσεων Προσανατολισμού και Εγγυήσεων [ΟΠΕΚΕΠΕ], αρχικά ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, εν συνεχεία, όμως, με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του ν. 2732/1999 μεταβλήθηκε σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και τελεί υπό την εποπτεία και τον έλεγχο του Υπουργού Γεωργίας, υπαγόμενο στον ευρύτερο δημόσιο τομέα [ΑΠ 1459/2018], ενώ η πρόσληψη του τακτικού διοικητικού προσωπικού αυτού γίνεται από τον ίδιο τον Οργανισμό κατά τις εκάστοτε εφαρμοστέες περί προσλήψεων διατάξεις [άρθρο 23 Ν. 2637/1998].

Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ.3 του Ν. 2527/1997, όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο: << Οι αμιγείς και μικτές επιχειρήσεις των Ο.Τ.Α. α' και β' βαθμού στις οποίες ο Ο.Τ.Α., κατέχει άμεσα ή έμμεσα το 50% τουλάχιστον του εταιρικού τους κεφαλαίου, οι πάσης μορφής δημόσιες επιχειρήσεις και οι θυγατρικές τους εταιρείες, καθώς και οι θυγατρικές εταιρείες τραπεζών υπάγονται στο σύστημα προσλήψεων του Ν. 2190/1994 ως προς την πρόσληψη τακτικών και με σύμβαση ορισμένου χρόνου διοικητικών υπαλλήλων των κατηγοριών ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ και τακτικού και με σύμβαση ορισμένου χρόνου προσωπικού της κατηγορίας ΥΕ, με εξαίρεση το εργατοτεχνικό προσωπικό ΥΕ.

Ως διοικητικοί υπάλληλοι για την εφαρμογή της παρούσας διάταξης νοούνται οι προσλαμβανόμενοι για την άσκηση της διοικητικοοικονομικής λειτουργίας της επιχείρησης [όπως γραφείς, γραμματείς, δακτυλογράφοι, στενογράφοι, λογιστές, υπάλληλοι για θέματα προσωπικού, οικονομικής διαχείρισης κλπ]. Η πρόσληψη του τακτικού διοικητικού προσωπικού από τις επιχειρήσεις των Ο.Τ.Α., τις δημόσιες επιχειρήσεις και τις θυγατρικές τους εταιρείες και τις θυγατρικές εταιρείες τραπεζών γίνεται με τη διαδικασία του άρθρου 18 του παρόντος νόμου από τις ίδιες τις εταιρείες.

Η σχετική προκήρυξη δημοσιεύεται ολόκληρη στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως [Τεύχος Προκηρύξεων Α.Σ.Ε.Π.] και περίληψή της σε δύο τουλάχιστον εφημερίδες των Αθηνών. Η προκήρυξη αποστέλλεται πριν τη δημοσίευσή της στο ΑΣΕΠ, το οποίο οφείλει να την ελέγξει από άποψη νομιμότητας εντός δέκα [10] ημερών. Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία των δέκα [10] ημερών τεκμαίρεται η σύμφωνη γνώμη του Α.Σ.Ε.Π.

Οι σχετικοί πίνακες κατάταξης των υποψηφίων αποστέλλονται στο Α.Σ.Ε.Π., το οποίο ασκεί έλεγχο αυτεπαγγέλτως ή κατ' ένσταση των υποψηφίων. Μετά τον έλεγχο η επιτροπή του οικείου φορέα καταρτίζει τους οριστικούς πίνακες κατάταξης, καθώς και τους πίνακες διοριστέων, τους οποίους και αποστέλλει για δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως [Τεύχος Προκηρύξεων Α.Σ.Ε.Π.].

Η πρόσληψη όμως του προσωπικού μπορεί να γίνεται αμέσως μετά την κατάρτιση των πινάκων κατάταξης των υποψηφίων και πριν τον αυτεπάγγελτο ή κατ' ένσταση έλεγχο του Α.Σ.Ε.Π. Μετά τη δημοσίευση των οριστικών πινάκων διοριστέων οι τυχόν ήδη προσληφθέντες που δεν περιλαμβάνονται σ' αυτούς απολύονται...>>. Σύμφωνα, δε, με επόμενη διάταξη της ίδιας παρ. 3, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 10 παρ. 7 του Ν. 2839/2000, οι ρυθμίσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν μεταξύ άλλων και για τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου της παρ. 1 του άρθρου 14 του Ν. 2190/1994, μεταξύ των οποίων και τα νομικά πρόσωπα που ανήκουν στο Κράτος ή επιχορηγούνται τακτικώς από κρατικούς πόρους κατά 50% του προϋπολογισμού των.

Εξ άλλου, κατά την παρ. 17 του άρθρου 17 του Ν. 2190/1994, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή της με το άρθρο 61 παρ. 1α του Ν. 4765/2021, <<Υποψήφιος ο οποίος επιτυγχάνει, βάσει αμετάκλητης απόφασης διοικητικού δικαστηρίου, ακύρωση της σειράς εγγραφής του στον πίνακα επιτυχίας, η οποία συνεπάγεται κατάταξή του σε ανώτερη σειρά, εντάσσεται στη οικεία σειρά του πίνακα επιτυχίας.

Εφόσον η νέα σειρά παρέχει σε αυτόν δικαίωμα εγγραφής του στον πίνακα διοριστέων, διορίζεται σε κενή θέση της υπηρεσίας ή νομικού προσώπου, στην οποία βάσει της δήλωσης προτίμησής του θα διοριζόταν, αν εξαρχής είχε εγγραφεί στη σειρά αυτή. Αν δεν υπάρχει κενή θέση διορίζεται σε προσωποπαγή θέση που συνιστάται με την απόφαση διορισμού και καταλαμβάνει την πρώτη θέση που θα κενωθεί στον οικείο φορέα, οπότε καταργείται αυτοδικαίως η προσωποπαγής θέση.

Επίσης αντί διορισμού του σε προσωποπαγή θέση, μπορεί να ζητήσει με νέα δήλωσή του προς το Α.Σ.Ε.Π. το διορισμό του σε κενή θέση άλλου φορέα, στον οποίο διατίθεται με απόφαση του Προέδρου του Α.Σ.Ε.Π.>>. Ο φορέας οφείλει συμμορφούμενος προς την πράξη του ΑΣΕΠ, με την οποία αναμορφώνεται ο πίνακας των διοριστέων, να διορίσει τον επιτυχόντα την ακύρωση του πίνακος.

Εάν ο φορέας εσφαλμένως δεν είχε εξαρχής κατατάξει τον διορισθέντα στον οικείο πίνακα και από το ΣτΕ ακυρώθηκε η απορριπτική της ενστάσεως αυτού πράξη της Επιτροπής του ΑΣΕΠ, ο φορέας οφείλει μισθούς υπερημερίας - αποζημίωση στον διορισθέντα [ΑΠ 1617/2022, 1402/2021], αντιθέτως, εάν ο φορέας είχε ορθώς κατατάξει τον διορισθέντα, αλλά εν συνεχεία εσφαλμένως η κατάταξη ανετράπη από το ΑΣΕΠ και η σχετική πράξη της Επιτροπής του ΑΣΕΠ ακυρώθηκε από το ΣτΕ, υποχρέωση αποζημιώσεως κατά τα άρθρα 105, 106 ΕισΝΑΚ υπέχει το Ελληνικό Δημόσιο, ενώ ο φορέας δεν οφείλει μισθούς υπερημερίας [ΑΠ 1617/2022], αφού η παρεμπόδιση της πληρώσεως της αναβλητικής αιρέσεως υπό την οποία τελούσε η πρόσληψη, δεν οφείλεται σε ενέργειες των οργάνων του φορέως εναντίον της καλής πίστεως αλλά σε εσφαλμένη κρίση του ΑΣΕΠ.

Η δε αποζημίωση κατά του Δημοσίου από την προαναφερομένη αιτία περιλαμβάνει ως διαφυγόν κέρδος το σύνολο των ακαθάριστων [μικτών] αποδοχών του υπαλλήλου, μεταξύ των οποίων και τα ποσά των ασφαλιστικών εισφορών, τα οποία θα έπρεπε να παρακρατηθούν από τον μισθό του και να αποδοθούν στον ασφαλιστικό φορέα, αφού τα εν λόγω ποσά αποτελούν ζημία αυτού, καθ'όσον πλέον θα πρέπει να τα καταβάλει ο ίδιος με δική του δαπάνη, αλλοιώς θα στερηθεί την αντίστοιχη ασφαλιστική κάλυψη [ΑΠ 174/2008, 1050/2000].Περαιτέρω, ο φορέας δεν οφείλει μεν κατά τα ανωτέρω εάν δεν παρεμπόδισε αυτός την πλήρωση της αιρέσεως αποζημίωση, υπέχει όμως την υποχρέωση όχι από την ακυρωτική απόφαση, η οποία δεν παράγει εκτελεστότητα έναντι αυτού [ΑΠ 1617/2022,ΣτΕ 9/2014 Ν 3068/2002] αλλά κατ' έμμεση αντανακλαστική συνέπεια της αποφάσεως του ΑΣΕΠ [πρβλ.ΑΠ 631/2021] και κατ' ανάλογη εφαρμογή των πανομοιοτύπων διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 4 Ν. 3320/2005 και 17 παρ. 8 Ν. 2839/2000 κατά τις οποίες <<οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξεως κατάταξής τους.

Ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των κατατασσομένων λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου>>, να προσδώσει αναδρομικότητα στον διορισμό υπό την έννοια όχι της οφειλής των μισθών υπερημερίας του προ του διορισμού χρονικού διαστήματος αλλά της θεωρήσεως κατά πλάσμα του εν λόγω χρόνου ως διανυθέντος υπό σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και της κατατάξεως εντεύθεν του διορισθέντος στο αντίστοιχο βαθμολογικό και μισθολογικό κλιμάκιο.

Η παράλειψη προσδόσεως της κατά τα ανωτέρω αναδρομικότητας συνιστά αδικοπραξία, εκ της οποίας η ζημία δεν εκδηλώνεται άπαξ αλλά συνεχίζει να γεννάται καθ' όλο το διάστημα, ενόσω ο υπόχρεως εξακολουθεί την παράνομη συμπεριφορά και δεν προσδίδει αναδρομικότητα. Εξ άλλου κατά τις διατάξεις των άρθρων 90 παρ.3 και 91 εδ.

α' Ν. 2362/1995 αντιστοίχως και τις πανομοιότυπες προς αυτές διατάξεις των άρθρων 140 παρ.3 και 141 Ν. 4270/2014, οι οποίες ισχύουν από 1.1.2016, <<η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της>> και <<επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής>>.

Δια των ως άνω διαταξεων των άρθρων 90 παρ. 3 - 140 παρ.3 ρυθμίζεται ειδικώς το θέμα του χρόνου της παραγραφής των αξιώσεων των υπαλλήλων του Δημοσίου, οι οποίες αφορούν αποδοχές ή άλλης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις, ορίζεται δε ως χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής η γέννηση εκάστης αξιώσεως. Οι εν λόγω διατάξεις είναι ειδικές και ως εκ τούτου κατισχύουν των ως άνω διατάξεων των άρθρων 91 εδ.

α'- 141, δια των οποίων ρυθμίζεται γενικώς το θέμα της ενάρξεως του χρόνου παραγραφής οιασδήποτε αξιώσεως κατά του Δημοσίου, από του τέλους του οικονομικού έτους, εντός του οποίου εγεννήθη η αξίωση και κατέστη δυνατή η δικαστική αυτής επιδίωξη. Αφετέρου από τη διάταξη του άρθρου 42 εδ. α ' Ν. 2683/1999, κατά την οποία <<ο μισθός προκαταβάλλεται στην αρχή κάθε δεκαπενθημέρου>> προκύπτει ότι χρονικό σημείο της γενέσεως των σχετικών προς αποδοχές και πάσης φύσεως απολαβές απαιτήσεων των υπαλλήλων του δημοσίου τομέως είναι η αρχή εκάστου δεκαπενθημέρου, το οποίο αφορά τις εν λόγω απολαβές.

Περαιτέρω, οι ως άνω διατάξεις [άρθρα 90 παρ.3, 140 παρ.3], οι οποίες δεν αφορούν μόνο τις μισθολογικές αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου αλλά και τις μισθολογικές αξιώσεις και των υπαλλήλων των νομικών προσώπων του δημόσιου τομέα [Στε1084/2016], τυγχάνουν εφαρμογής και επί των αξιώσεων των υπαλλήλων του ΟΠΕΚΕΠΕ κατ' αυτού, αφού τούτο δικαιολογείται από λόγους κοινωνικού και δημοσίου συμφέροντος.

Ειδικότερα, η προβλεπομένη από τις εν λόγω διατάξεις βραχυπρόθεσμη, διετής παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από το χρόνο παραγραφής των άλλων αξιώσεων κατά του Δημοσίου [πενταετία] αλλά και τον χρόνο παραγραφής των μισθολογικών αξιώσεων των υπαλλήλων και των εργατών του ιδιωτικού τομέα, έχει θεσπισθεί από την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως αξιώσεων απορρεουσών από περιοδικές [ανά μήνα] παροχές και των αντιστοίχων υποχρεώσεων του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής καταστάσεως αυτού, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων.

Η ταχεία εκκαθάριση των εκκρεμοτήτων αναφορικά με τις ανωτέρω αξιώσεις και τις υποχρεώσεις του Δημοσίου είναι αναγκαία προς αποφυγή ανατροπής μετά την πάροδο μακρού χρονικού διαστήματος των οικονομικών δεδομένων, κατά συνεκτίμηση των οποίων το Δημόσιο προβαίνει στο σχεδιασμό της οργανώσεως και του τρόπου λειτουργίας της δημοσίας διοικήσεως, λαμβάνοντας αυτά υπόψη για την πρόβλεψη των σχετικών δαπανών κατά την κατάρτιση του κρατικού προϋπολογισμού [ΑΕΔ 1/2012].

Ο αυτός δικαιολογητικός λόγος συντρέχει και για τον ΟΠΕΚΕΠΕ, ο οποίος ασκεί αρμοδιότητες αφορώσες την ανάπτυξη της γεωργίας, την διατήρηση της ισορροπίας της αγοράς του βάμβακος, την ενίσχυση των παραγωγών εντός του πλαισίου της κοινής γεωργικής πολιτικής κλπ. και λειτουργεί ως φορέας δημοσίας εξουσίας ως προς την διαχειριστική και ελεγκτική του λειτουργία όσον αφορά την καταβολή των ενισχύσεων στους δικαιούχους, ενώ, όπως προκύπτει και από την αιτιολογική έκθεση του Ν. 2732/1999, ο μετασχηματισμός του ΟΠΕΚΕΠΕ σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου εκρίθη αναγκαίος όχι εξ άλλων λόγων αλλά προκειμένου να έχει μεγαλύτερη ευελιξία κατά τη λειτουργία του, για να προσαρμοσθεί στο αντίστοιχο καθεστώς λειτουργίας του Οργανισμού Πληρωμών των λοιπών κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να μην απαιτείται προληπτικός έλεγχος δαπανών πριν από οποιαδήποτε πληρωμή, αλλά μόνον κατασταλτικός.

Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 90 παρ.3 Ν. 2362/1995 και 140 παρ.3 Ν. 4270/2014 παρέπεται ότι εάν η μισθολογική αξίωση βασίζεται ή δύναται να βασισθεί επί δύο εκ των διαλαμβανομένων στις εν λόγω διατάξεις αγωγικών βάσεων [συμβάσεως, αδικοπραξίας, αδικαιολόγητου πλουτισμού] ή και επί των τριών αυτών, με διαφορετική ως προς εκάστη βάση έναρξη του χρόνου παραγραφής, ληπτέος ως χρόνος ενάρξεως της διετούς παραγραφής είναι η παλαιοτέρα ημερομηνία κατ' αποκλεισμό των άλλων.

Ο εν λόγω καθορισμός της ενάρξεως του χρόνου παραγραφής, ο οποίος προκύπτει από το σαφές νοηματικό περιεχόμενο των ως άνω διατάξεων, τελεί κατά σημαίνοντα λόγο σε θετική αναφορά προς τον προαναφερθέντα σκοπό του Νόμου συνιστάμενο στην κατά το δυνατόν ταχύτερη εκκαθάριση των οφειλών του Δημοσίου και αποτρέπει την καταστρατήγηση αυτού, η οποία θα ήταν προφανής, εάν παρείχετο η δυνατότης στον ενάγοντα να επιλέξει τη νεωτέρα ημερομηνία ως χρόνο ενάρξεως της παραγραφής.

Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται εάν έχει παραβιασθεί κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αντιθέτως εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις, ως επίσης εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παραβίαση γίνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη υπαγωγή.

Ωσαύτως, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση συγχωρείται εάν η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως και ιδίως εάν στερείται παντελώς αιτιολογιών ή εάν έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες επί ζητήματος ασκούντος ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Τούτο συμβαίνει όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται παντελώς πραγματικά περιστατικά ή εάν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, τα οποία απαιτούνται προς εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου.

Εν προκειμένω από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι η ενάγουσα συμμετείχε στο διαγωνισμό που προκήρυξε το εναγόμενο και κατέλαβε θέση διοριστέου, κατά τον έλεγχο νομιμότητος όμως που διενήργησε το ΑΣΕΠ αναμόρφωσε τον σχετικό πίνακα και την θέση της ενάγουσας κατέλαβε άλλος υποψήφιος, με αποτέλεσμα να μην διοριστεί η ενάγουσα, παρά μόνον την 15.9.2011 μετά την έκδοση ακυρωτικής της πράξεως του ΑΣΕΠ αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας, ενώ αναδρομικότητα στον εν λόγω διορισμό από τον χρόνο της αρχικής προσλήψεως, 24.5.2004, προσδόθηκε την 29.3.2016 με πράξη του Προέδρου του εναγομένου δημοσιευθείσα στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως την 17.6.2016.

Περαιτέρω το Εφετείο έκρινε ότι εν όψει του χρόνου επιδόσεως της ενδίκου αγωγής στο εναγόμενο την 6.3.2018, οι μισθολογικές αξιώσεις της ενάγουσας για διαφορές αποδοχών των διαστημάτων 24.5.2004 έως 15.9.2005 και 18.11.2011 έως 29.3.2016 και για πλήρεις αποδοχές του διαστήματος 16.9.2005 έως 17.11.2011 συνολικού ποσού 218.260,69 ευρώ είχαν υποπέσει στην διετή παραγραφή των άρθρων 90 παρ. 3 Ν. 2362/1995 και 140 παρ. 3 Ν. 4270/2014 και απέρριψε την έφεση της ενάγουσας κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο είχε κρίνει ομοίως.

Με τους λόγους της υπό κρίση αιτήσεως εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προσάπτονται στην αναιρεσιβαλλομένη οι πλημμέλειες της παραβιάσεως των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 90 παρ.3 Ν. 2362/1995 και 140 παρ.3 Ν. 4270/2014 και της ελλείψεως νομίμου βάσεως με την επίκληση ότι χρόνος ενάρξεως της παραγραφής των μισθολογικών αξιώσεων της αναιρεσείουσας κατά την κυρία βάση της αγωγής εκ της συμβάσεως εργασίας είναι ο χρόνος της δημοσιεύσεως στο στην ΕτΚ της πράξεως του Προέδρου του εναγομένου περί προσδόσεως στον διορισμό της αναιρεσείουσας αναδρομικότητας [17.6.2016] και όχι ο χρόνος προσλήψεώς της στο εναγόμενο χωρίς να προσδοθεί αναδρομικότης [15.9.2011], οπότε ετελέσθη από τα όργανα του εναγομένου αδικοπραξία θεμελιώνουσα την επικουρική βάση της αγωγής. 'Όμως, οι μισθολογικές αξιώσεις της αναιρεσείουσας ηδύναντο να βασισθούν τόσο επί της γενομένης την 15.9.2011 αδικοπραξίας και της εξ αυτής συνεχισθείσης μέχρι της 17.6.2016 παρανόμου συμπεριφοράς όσον και επί της συμβάσεως εργασίας με ημερομηνία ενάρξεως της παραγραφής 17.6.2016 και επομένως συμφώνως προς τα προαναφερθέντα ως χρόνος ενάρξεως της παραγραφής των εν λόγω μισθολογικών αξιώσεων είτε επιδιώκονται βάσει της αδικοπραξίας είτε βάσει της συμβάσεως εργασίας είναι κατ' αρχήν η 15.9.2011 για τις μέχρι τότε έχουσες γεννηθεί αξιώσεις και οι μετέπειτα ημερομηνίες 1ης και 16ης εκάστου μηνός, αφότου εκάστη επί μέρους αξίωση έχει γεννηθεί.

Συνακολούθως, οι μισθολογικές αξιώσεις της αναιρεσείουσας μέχρι της 15.3.2016 έχουν υποκύψει στην διετή παραγραφή των προαναφερομένων διατάξεων εν όψει της επιδόσεως της αγωγής στον εναγόμενο την 6.3.2018, ενώ οι αξιώσεις αυτής του διαστήματος από 16.3 μέχρι 29.3.2016 δεν έχουν παραγραφεί, αφού εγεννήθησαν στην αρχή του δευτέρου δεκαπενθημέρου του υπόψη μηνός.

Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτός ο εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, να αναιρεθεί κατά το κεφάλαιο τούτο, ως και κατά το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλο Δικαστή εκτός του εκδώσαντος την εν λόγω απόφαση [άρθρο 580παρ. 1 έως 3 ΚΠολΔ]. Τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων της προκειμένης δίκης και του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφισθούν εν όλω, καθόσον η ερμηνεία των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου ήταν ιδιαιτέρως δυσχερής [άρθρο 179 ΚΠολΔ].

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 196/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου συντιθεμένου από άλλο Δικαστή εκτός του εκδώσαντος την εν λόγω απόφαση. Και Συμψηφίζει καθ' ολοκληρίαν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Φεβρουαρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ