Supreme Court allows appeal against debt restructuring court ruling due to violation of specific law applicable at time of claim filing.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court accepted the appellant's request to overturn a final debt restructuring decision made in absentia by a single judge. The court found that the lower court incorrectly applied the law governing debt restructuring, failing to recognize that the creditor's claim was based on intentional tort rather than the specific statute applicable at the time the claim was filed. Consequently, the appeal was granted, the original decision was annulled, and the case was remanded for retrial with a different judge.
Legislator headnote
AI generatedArticles 739-741 of the Code of Civil Procedure; Article 1 of Law 3869/2010: The court must apply the law valid at the time of the claim's filing when determining the applicability of debt restructuring provisions, and an error in this legal qualification constitutes grounds for annulment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 305 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)M.K.
Αριθμός 305/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Αθανάσιο Τσουλό, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Φ. Γ. - Λ. του Ι., κατοίκου ... Αττικής, η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. - Τ. Κ. του Β., κατοίκου ... Αττικής, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και ήδη "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Τυχάλα, η 4η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Σαρρή, που δήλωσε στο ακροατήριο, καθώς και με τις από 8-11-2021 κατατεθείσες προτάσεις του την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας, ενώ οι 2η και 3η δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-10-2014 αίτηση της ήδη 1ης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κρωπίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 117/2016, όπως αυτή διορθώθηκε με την 237/2016, οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 700/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-6-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αθανάσιο Τσουλό, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι 1η και 4η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των 1ης και 4ης αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 18/6/2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του Κ.Πολ.Δικ., σε συνδυασμό με άρθρο 15 του Ν. 3869/2010), υπ` αριθμ. 700/2018 απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ερήμην της τρίτης και τέταρτης των εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων.
Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλομένη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης απευθύνεται παραδεκτά εναντίον αυτών, διότι, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακολούθως, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 153/2017).
Από τις προσκομισθείσες από την πρώτη αναιρεσίβλητη υπ` αριθμ. 4556Η/20-10-20 και 4557Η/21-10-20 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Π. Γ., προκύπτει ότι ακριβή επικυρωμένα αντίγραφα της υπό κρίση αίτησης για αναίρεση της προαναφερόμενης απόφασης του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με πράξη ορισμού δικασίμου για την 2/10/2020 και κλήση προς συζήτηση για την μετ'αναβολή εκ της ως άνω αρχικώς ορισθείσας δικασίμου για την προκείμενη (5/11/2021) (ομού μετά της σχετικής περί αναβολής βεβαίωσης του γραμματέως του Δικαστηρίου τούτου), επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα από την αναιρεσείουσα, η οποία επισπεύδει την συζήτηση, στις δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων.
Οι εν λόγω όμως αναιρεσίβλητες, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, δεν εμφανίστηκαν, ούτε έλαβαν μέρος με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο στην συζήτηση αυτή, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το οικείο πινάκιο.
Ομοίως δεν εμφανίσθηκε και η επισπεύδουσα την συζήτηση αναιρεσείουσα, ως προς την οποία ωστόσο προκύπτει ύπαρξη πληρεξουσιότητας για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, εκ της από 12/6/2019 έκθεσης της γραμματέως του Δικαστηρίου τούτου Κ. Δ.
Συνεπώς, παρά την απουσία τους, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στην συζήτηση της υπόθεσης (άρθρο 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.).
Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί, συμφώνως και με τα προεκτεθέντα, νομότυπα (άρθρ. 552, 553 παρ. 1, 556, 558, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ. σε συνδ. 741 και 769 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα (άρθρο 564 παρ. 1 ΚΠολΔ), επισημαινόμενου περαιτέρω και του ότι στη θέση της αρχικώς αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία "..." υπεισήλθε ως καθολική διάδοχος της η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "...", λόγω διασπάσεως της πρώτης με απόσχιση του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητας της και σύσταση της δεύτερης τραπεζικής εταιρείας (άρθρο 16 ν. 2515/1997 και άρθρα 57 παρ. και 59-74 του ν. 4601/2019).
Με το άρθρο 1 του Ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων και άλλες διατάξεις", ως είχε πριν από την τροποποίηση του με την παρ. 1 του άρθρου 1 της υποπαρ. Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015, ορίζονταν ότι: "1. Φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής. 2. Δεν επιτρέπεται η ρύθμιση οφειλών, οι οποίες: είτε α)... είτε β) προέκυψαν από αδικοπραξία που διαπράχθηκε με δόλο. ...". Η διάταξη αυτή, ως είχε, καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της υποπαρ. Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α 94/14-8-2015), τις αιτήσεις που είχαν υποβληθεί μέχρι την έναρξη ισχύος του, δηλαδή μέχρι την υπογραφή από τα συμβαλλόμενα μέρη της Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης της παραγράφου Β του άρθρου 3 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α 94/14-8-2015).
Συνεπώς δεν εντάσσονται στη ρύθμιση χρέη, που είχαν ως γενεσιουργό αιτία την αδικοπραξία, που διαπράχθηκε με δόλο, αν η αίτηση υπαγωγής στη διαδικασία είχε κατατεθεί πριν την 14/8/2015. Στην έννοια της αδικοπραξίας εμπίπτει κάθε οφειλή, που προκλήθηκε από υπαίτια και παράνομη πράξη ή παράλειψη, από την οποία προκλήθηκε αιτιωδώς ζημία σε τρίτο πρόσωπο. Το άρθρο 1 παρ. 2 (πριν από την τροποποίηση του εκ του Ν. 4336/2015) περιόριζε την εξαίρεση μόνο στις οφειλές από αδικοπραξία που τελέσθηκαν με δόλο. Οφειλές από αδικοπραξία που τελέσθηκαν με αμέλεια, ακόμα και βαρειά, δεν εξαιρούνταν από την υπαγωγή στο Ν. 3869/2010. Η εξαίρεση του άρθρου 1 παρ. 2 περί οφειλών από αδικοπραξία εκ δόλου αφορά απαιτήσεις τόσον για αποκατάσταση ψυχικής οδύνης ή ηθικής βλάβης, όσο και προς αποζημίωση για πρόκληση υλικής ζημίας. Του νόμου μη διακρίνοντος (ως είχε προ της τροποποίησης της διάταξης από το ν. 4336/2015) δεν αποτελούσε προϋπόθεση για την εξαίρεση της απαίτησης από τη ρύθμιση, η τέλεση της αδικοπραξίας από τον ίδιο τον αιτούντα οφειλέτη.
Συνεπώς και η κατόπιν κληρονομικής διαδοχής βαρύνουσα τον αιτούντα οφειλέτη απαίτηση ενέπιπτε στην εξαίρεση από την ρύθμιση, εάν είχε ως γενεσιουργό αιτία την εκ δόλου τελεσθείσα αδικοπραξία. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α` του Κ.Πολ.Δικ., όπως ίσχυε, τόσο πριν όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 757/2015).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. (Α.Π. 551/2018, Α.Π. 1753/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, η 1η αναιρεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κρωπίας την από 17.10.2014 (αρ. καταθ. 1498/20.10.2014) αίτησή της (κατ' άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 3869/2010) κατά της αναιρεσείουσας Φ. Γ. και των δεύτερης τρίτης και τέταρτης αναιρεσιβλήτων ανωνύμων τραπεζικών εταιρειών με τις επωνυμίες "..." "..." και "... ...", με την οποία (επικαλούμενη ότι έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των μη ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της κατόπιν και της εξ αδιαθέτου κληρονομιάς του αποβιώσαντος πατρός της), ζήτησε να γίνει δεκτό το προτεινόμενο σχέδιο διευθέτησης των οφειλών και να επικυρωθεί αυτό, άλλως να ρυθμιστούν τα χρέη τους δικαστικώς, σύμφωνα με το άρθρο 8 του ν. 3869/2010, κατά τα ειδικότερα στην αίτησή της αναφερόμενα.
Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 117/2016 απόφαση του εν λόγω Ειρηνοδικείου (που διορθώθηκε με την υπ'αριθμ. 237/2016 απόφασή του), με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή αυτή και ρυθμίστηκαν τα χρέη της αιτούσας, όπως αναλυτικά αναφέρεται στο διατακτικό της. Κατά της ανωτέρω πρωτόδικης απόφασης ασκήθηκε εκ μέρους της ήδη αναιρεσείουσας η υπ'αριθμ. 63/2016 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμό 700/2018 απόφαση του δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτή απορρίφθηκε.
Ειδικότερα το εν λόγω Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω για την έρευνα του συναφούς αναιρετικού λόγου, τα ακόλουθα: "Με το υπ' αρ. ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο ακινήτου της συμβολαιογράφου Σπάτων Ελένης Στέργιου ο πατέρας της πρώτης εφεσιβλήτου αγόρασε ακίνητο που βρίσκεται στην Αρτέμιδα Αττικής, επί της οδού ..., συνολικής έκτασης 1.700 τ.μ.
περίπου. Για την αγορά του εν λόγω ακινήτου ο ανωτέρω απέσπασε δολίως το απαιτούμενο ποσό για την αγοραπωλησία από την εκκαλούσα, εξαπατώντας την υποσχόμενος σε αυτήν γάμο. Δια σχετικών αποφάσεων των αστικών δικαστηρίων επεδικάσθη στην εκκαλούσα το ποσό 44.526,26 ευρώ, ως αποζημίωση εξ αδικοπραξίας και συγκεκριμένα απάτης εις βάρος της.
Κατόπιν του επελθόντος την 24-02-2004 θανάτου του ανωτέρω πατέρα της αιτούσας-πρώτης εφεσιβλήτου, οι κληρονόμοι αυτού, μεταξύ των οποίων και η πρώτη εφεσίβλητος, σε ποσοστό 1/3, δυνάμει της με αρ. ... δημόσιας διαθήκης, που συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Κορωπίου Ελένης Στέργιου και δημοσιεύθηκε νόμιμα από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, εγκαταστάθηκαν εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού.
Έτι περαιτέρω και ενόψει των ως άνω αποφάσεων οι κληρονόμοι αυτού, μεταξύ των οποίων και η πρώτη εφεσίβλητος, υπέγραψαν με την εκκαλούσα δια του πληρεξούσιου δικηγόρου της, το από 10-08-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό αναγνώρισης χρέους και συμφωνίας τμηματικής εξόφλησης αυτού, αναγνωρίζοντας την αναφερόμενη ως άνω οφειλή και συμφωνώντας ειδικούς όρους για την εξόφλησή της, τους οποίους δεν τήρησε η πρώτη εφεσίβλητος, όπως άλλωστε συνομολογεί και η ίδια.
Στη συνέχεια, με τη με αρ. 32342/07-08-2012 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών ..., η πρώτη εφεσίβλητος αποδέχθηκε ανεπιφύλακτα το ποσοστό της κατά το οποίο εγκαταστάθηκε στην κληρονομιά του πατέρα της και ειδικότερα το 1/3 εξ αδιαιρέτου των εξής ακινήτων: α) ενός οικοπέδου άρτιου ως προς το εμβαδόν και οικοδομήσιμου κατόπιν εγκρίσεως του αρμοδίου πολεοδομικού γραφείου, που βρίσκεται στον Δήμο Αρτέμιδος Αττικής, εντός του εγκεκριμένου σχεδίου Π.Δ. 14-6-1989/ΦΕΚ 424 Δ716-6-1989, στην κτηματική περιφέρεια του ομώνυμου Δήμου, στη θέση "..." κατά τον τίτλο κτήσεως ή "...", στο υπ' αρ. ...
οικοδομικό τετράγωνο ήδη στη Δημοτική Ενότητα Αρτέμιδος, του Δήμου Σπάτων - Αρτέμιδος, της Περιφερειακής ενότητας Ανατολικής Αττικής, της Περιφέρειας Αττικής και επί των οδών ... και πεζοδρόμου, έκτασης μέτρα τετραγωνικά χίλια επτακόσια (1700) και β) μίας ισόγειας οικίας μετ' υπογείου που είναι χτισμένη σε οικόπεδο που βρίσκεται στον Δήμο Αρτέμιδος Αττικής, εντός του εγκεκριμμένου σχεδίου Π.Δ. 14-6-1989/ΦΕΚ 424 Δ716-6-1989, στην κτηματική περιφέρεια του ομώνυμου Δήμου, στη θέση "...", στο υπ' αρ. ...
οικοδομικό τετράγωνο ήδη της Δημοτικής Ενότητας Αρτέμιδος, του Δήμου Σπάτων - Αρτέμιδος, της Περιφερειακής ενότητας Ανατολικής Αττικής, της Περιφέρειας Αττικής και επί της οδού Αιγαίου, έκτασης μέτρα τετραγωνικά διακόσια τριάντα έξι και 0,50 (236,50) και σύμφωνα με νεότερη καταμέτρηση μέτρα τετραγωνικά διακόσια τριάντα πέντε (235,00), η συνολική αντικειμενική αξία των οποίων είναι περίπου 60.000 ευρώ.
Η εκκαλούσα δια του πρώτου και δεύτερου λόγου της εφέσεώς της ισχυρίζεται ότι αφενός το χρέος της προκύπτει από αδικοπραξία και ως εκ τούτου εξαιρείται της υπαγωγής του στο νόμο 3869/2010 δυνάμει του άρθρου 1 παρ. 2 εδ. β' (δεύτερος λόγος της εφέσεως) και ότι αφετέρου δολίως περιήλθε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής ως προς το πρόσωπό της αποδεχόμενη την κληρονομιά του πατρός της γνωρίζοντας ότι ο τελευταίος είχε την εξ αδικοπραξίας οφειλή του προς την εκκαλούσα (πρώτος λόγος της εφέσεως).
Οι λόγοι αυτοί της εφέσεως οι οποίοι επαναφέρουν τις δια των πρωτοδίκως προτάσεων της εκκαλούσης, προβληθείσες ενστάσεις μη νόμιμης αιτήσεως και δόλιας περιελεύσεως σε αδυναμία πληρωμών, πρέπει να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμες για τους ακόλουθους λόγους: Ειδικότερα η αναφερόμενη οφειλή δύναται να ενταχθεί στις ευεργετικές διατάξεις του Ν. 3869/2010, καθόσον προέρχεται μεν από αδικοπραξία την οποία όμως δεν τέλεσε η πρώτη εφεσίβλητη, αλλά ο πατέρας της, ο οποίος με απατηλή και δόλια συμπεριφορά κατάφερε και απέσπασε από την εκκαλούσα το αναφερόμενο χρηματικό ποσό, που διέθεσε προς αγορά των ως άνω αναφερόμενων ακινήτων.
Η δε πρώτη εφεσίβλητος αποδέχθηκε την κληρονομιά του θανόντος πατέρα της, ενώ αναγνώρισε και την οφειλή της προς την εκκαλούσα κατά το ποσοστό εγκατάστασης της σε αυτήν, με ιδιωτικό συμφωνητικό αναγνώρισης χρέους. Σε κάθε περίπτωση η οφειλή αυτή, η οποία αναγνωρίστηκε με δικαστικές αποφάσεις, που κατέστησαν αμετάκλητες, απώλεσε τον αδικοπρακτικό της χαρακτήρα ως προς την πρώτη εφεσίβλητο, αφορούσα παθητικό της κληρονομιάς του πατέρα της.
Προς επίρρωση της άποψης αυτής συνηγορεί και το γεγονός ότι η πρώτη εφεσίβλητος δεν υπέχει ποινικής ευθύνης σχετικά". Ωστόσο το ως εφετείο δικάσαν Δικαστήριο έσφαλε κατά την υπαγωγή των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών στον ως άνω εφαρμοστέο κανόνα δικαίου, διότι, παρά τις παραδοχές του περί του ότι η απαίτηση της αναιρεσειούσας κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης οφειλέτη, ως γενεσιουργό αιτία είχε την τέλεση εκ δόλου αδικοπραξίας, την υπήγαγε στην ρύθμιση, παραβιάζοντας έτσι κατά τα προεκτειθέμενα την διάταξη της παρ. 2 του άρθρο 1 του Ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων και άλλες διατάξεις", ως είχε πριν από την τροποποίηση του με την παρ. 1 του άρθρου 1 της υποπαρ.
Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015, που είναι εφαρμοστέα ως εκ του χρόνου κατάθεσης της αίτησης (20.10.2014).
Συνεπώς, ο συναφής πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός για ευθεία παραβίαση της προαναφερθείσας διάταξης κατά τα προεκτιθέμενα, ενώ παρέλκει η έρευνα του άλλου (δεύτερου) λόγου της αίτησης, καθ' όσον η αναιρετική εμβέλεια του παραπάνω πρώτου λόγου (που έγινε δεκτός) στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του δευτέρου λόγου, η παραδοχή του οποίου θα οδηγούσε στο ίδιο αποτέλεσμα.
Μετά από αυτά, αφού η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης γίνει δεκτή, κατά παραδοχή ως βάσιμου του προαναφερόμενου λόγου της, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.), ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, σ' αυτήν (άρθρο 495 παρ. 3 εδάφ.
ε' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 πού ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016). Στην παρούσα απόφαση δεν περιλαμβάνεται διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 του Κ.Πολ.Δ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδάφ.
β' του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Α.Π. 156/2018, Α.Π. 1208/2017, Α.Π. 636/2017).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ` αριθ. 700/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που δίκασε ως Εφετείο.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο παραπάνω δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση.
ΔΙΑΤΑΖΕΙ την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που έχει καταθέσει.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Δεκεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 23 Φεβρουαρίου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ