Supreme Court annuls lower court for excessive damages and remands case for substantive trial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the First Instance Court of Athens decision regarding excessive damages awarded for mental distress. The court found the lower court violated the principle of proportionality by awarding amounts far exceeding typical practice for similar cases. Consequently, the case was remanded to the Supreme Court for a substantive trial on the merits.
Legislator headnote
AI generatedArticles 579, 580, 581 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may annul a judgment for violation of substantive law principles like proportionality and remand the case for substantive trial if clarification is unnecessary.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 305 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 305/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Τ. του Σ. και 2) Φ. χας Σ. Τ., κατοίκων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Θεοδοσίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Θ. - Φ. Χ., 2) Γ. Α. συζ. Θ. - Φ. Χ., 3) Α. Χ. του Θ. - Φ., κατοίκων … και 4) Μ. Σ. του Κ., κατοίκου …, εκ των οποίων ο 1ος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θ. - Φ. Χ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-12-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1733/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3537/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ήδη αναιρεσείοντες και η αλλοδαπή ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία "ENTERPRISE INSURANCE CO PLC" με την από 22-10-2015 αίτησή τους και οι ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 16-11-2016 αίτησή τους. Εκδόθηκαν οι 1755/2017 και 1756/2017 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, αντίστοιχα, εκ των οποίων η 2η αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση ως προς τους τρίτο και τέταρτη των εκεί αναιρεσιβλήτων - ήδη αναιρεσειόντων και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλον δικαστή.
Εκδόθηκε η 1200/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-7-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., "αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση, για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 581 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, "στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση".
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 580 παρ.3 του Κ.Πολ.Δικ., "αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παρ. 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν, κατά την κρίση του, δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση σε ιδιαίτερη συζήτηση και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές.
Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι η αναίρεση της αποφάσεως και, επομένως, και η εξαφάνισή της μπορεί να είναι ολική ή μερική. Τούτο θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο έχουν προσβληθεί όλα ή κάποιο από τα περισσότερα κεφάλαια αυτής. Ειδικότερα, η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναιρέσεως, δηλαδή κατά τα κεφάλαια, (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), τα οποία αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναιρέσεως, καθώς και εκείνα που συνάπτονται, αρρήκτως, προς τα αναιρεθέντα.
H έκταση αυτή της αναιρέσεως προκύπτει οπό το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής αποφάσεως, κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατυπώσεως αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού της από αυτήν της εκτάσεως της αναιρέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, ως ολικής. Επομένως, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση.
Αν η απόφαση αναιρεθεί μερικώς, ως προς ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης, τότε μόνο ως προς αυτά εξαφανίζεται η απόφαση και η εξουσία του δικαστηρίου της παραπομπής δεν εκτείνεται στα άλλα κεφάλαια, ως προς τα οποία διατηρείται το δεδικασμένο της αποφάσεως, το οποίο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εκτός από τα κεφάλαια που συνδέονται αρρήκτως με τα αναιρεθέντα, οπότε συναναιρούνται.
Με την αναίρεση της αποφάσεως, κατά το μέτρο παραδοχής της αντίστοιχης αιτήσεως, κατά το σύνολο του ενός ενιαίου κεφαλαίου ή των πλειόνων κεφαλαίων, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας (έφεση, αγωγή κ.λπ.).
Έτσι, αν αναιρεθεί η απόφαση του Εφετείου και δεν πρόκειται για τις περιπτώσεις του άρθρου 580 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δικ., δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων, των σχετικών με την αρμοδιότητα, αναβιώνει η πρωτόδικη απόφαση και η κατ' αυτής έφεση θα επανακριθεί από το εφετείο μόνο ως προς το κεφάλαιο, στο οποίο αναφέρεται η παράβαση, για την οποία η αναίρεση, και δεν εξετάζονται εκ νέου, ούτε θίγονται τα κεφάλαια που δεν αναιρέθηκαν, ως προς τα οποία πλέον η απόφαση έχει καταστεί αμετάκλητη (Α.Π. 493/2011, Α.Π. 629/2010, Α.Π. 479/2009).
Περαιτέρω, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 580 παρ.4 του Κ.Πολ.Δικ., "οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα "είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης κατά απόφασης του δικαστηρίου της παραπομπής, εφόσον με τον λόγο αυτόν προσβάλλεται η απόφαση κατά το τμήμα της εκείνο κατά το οποίο συμμορφώθηκε με την αναιρετική".
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι το δικαστήριο της παραπομπής, δεσμευόμενο από τις παραπάνω αποφάσεις του Αρείου Πάγου, δεν έχει δικαίωμα διαφωνίας με το αναιρετικό δικαστήριο και γι' αυτό η απόφασή του, κατά το μέρος που αυτή συμμορφώθηκε με την αναιρετική απόφαση, απαραδέκτως πλήττεται με λόγο αναιρέσεως.
Ιδρύεται δε ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 18 του Κ.Πολ.Δικ., όταν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, δηλαδή, δεν ακολούθησε, όσον αφορά στο νομικό ζήτημα για το οποίο απαγγέλθηκε η αναίρεση, τη λύση που δόθηκε από τον Άρειο Πάγο. Επομένως, οι παραπάνω αποφάσεις είναι δεσμευτικές και για τον ίδιο τον Άρειο Πάγο, αν επανέλθει σ' αυτόν η υπόθεση ύστερα από νέα αναίρεση κατά της αποφάσεως του δικαστηρίου της παραπομπής, η δέσμευση, όμως, αυτή περιορίζεται μόνο στα νομικά ζητήματα που έλυσε ο Άρειος Πάγος, με την παραδοχή ή απόρριψη λόγων αναιρέσεως, τα οποία μπορεί να ανάγονται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο (Α.Π. 146/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της προκειμένης δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα, κατά το ενδιαφέρον την έρευνα του προκειμένου αναιρετικού λόγου μέρος: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 10.12.2013 αγωγή τους, με την οποία ισχυρίστηκαν, κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, ότι από συγκλίνουσα αμέλεια του, μη διαδίκου στην προκειμένη δίκη, πρώτου εναγομένου Ε.
Κ., οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας … Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη, μη διάδικο στην προκειμένη δίκη, δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "INTERLIFE A.E." και του τρίτου εναγομένου Κ. Τ., οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας … Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου και ήδη πρώτου αναιρεσείοντος, ιδιοκτησίας της τετάρτης εναγομένης Φ.
συζ. Σ. Τ. και ήδη δεύτερης αναιρεσείουσας, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη, μη διάδικο στην προκειμένη δίκη, πέμπτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "ENTERPRISE INSURANCE COMPANY P.L.C.", προκλήθηκε ο θανάσιμος τραυματισμός της πεζής Ν. Χ., συγγενούς αυτών, κατά το αυτοκινητικό ατύχημα, που έλαβε χώρα υπό τις αναφερόμενες σ' αυτήν (αγωγή) συνθήκες.
Με την επίκληση των πραγματικών αυτών περιστατικών, ζήτησαν, όπως παραδεκτά περιορίστηκε το αίτημα από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν, καθένας εις ολόκληρον, το ποσό των 1.000.000 ευρώ σε καθένα από τους πρώτο και δεύτερη εξ αυτών (γονείς της θανούσας), το ποσό των 400.000 ευρώ στην τρίτη (αδελφή της) και το ποσό των 200.000 ευρώ στον τέταρτο τούτων (μνηστήρα της), ως χρηματική τους ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, επί πλέον δε στον πρώτο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 3.871 ευρώ , που αντιστοιχεί στα έξοδα κηδείας και κατασκευής τάφου, τα οποία κατέβαλε αυτός, ως αποζημίωσή του, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 1733/2014 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, με την οποία, αφού κρίθηκε ότι ο θανάσιμος τραυματισμός της πεζής οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα των πρώτου και τρίτου εναγομένων και ότι την θανατωθείσα πεζή δεν βαρύνει οποιοδήποτε συνυπαιτιότητα, έγινε εν μέρει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και αναγνωρίστηκε ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν, καθένας εις ολόκληρον, στον πρώτο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 102.371 ευρώ (100.000 ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης +2.371 ως αποζημίωση), στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 100.000 ευρώ, στην τρίτη ενάγουσα το ποσό των 70.000 ευρώ και στον τέταρτο ενάγοντα το ποσό των 30.000 ευρώ, ως χρηματική τους ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, νομιμοτόκως κατά το αγωγικό αίτημα.
Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, οι ακόλουθες εφέσεις: 1] η από 13.6.2014 (αριθμός καταθέσεως 3860/2014) έφεση των εκ των εναγομένων: α) Κ. Τ., β) Φ. συζ. Σ. Τ. και γ) ασφαλιστικής εταιρίας, με την επωνυμία "ENTERPRISE INSURANCE COMPANY P.L.C.", που υπογράφεται από την δικηγόρο Μέτα Αντωνίου, με την οποία διετύπωναν παράπονα κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως για κακή εκτίμηση των αποδείξεων σχετικώς με τα κεφάλαια της υπαιτιότητας, της απορρίψεως της προβληθείσας πρωτοδίκως ενστάσεώς τους περί συνυπαιτιότητας της πεζής, το ύψος των επιδικασθέντων κονδυλίων χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ψυχικής οδύνης, καθώς επίσης περί της απορριφθείσας πρωτοδίκως ενστάσεώς τους περί αοριστίας της αγωγής ως προς τα προαναφερθέντα κονδύλια 2] η αυτοτελώς ασκηθείσα από 10.9.2014 (αριθμός καταθέσεως 5854/2014) έφεση των εκ των εναγομένων:
α) Κ. Τ. και β) Φ. συζ. Σ. Τ., που υπογράφεται από τον δικηγόρο Ιωάννη Θεοδοσίου, με την οποία, αφενός μεν παραιτήθηκαν του δικογράφου της πρώτης ως άνω εφέσεως, αφετέρου δε διετύπωναν παράπονα κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως μόνον για το κεφάλαιο της υπαιτιότητας και το ύψος των επιδικασθέντων κονδυλίων χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ψυχικής οδύνης, χωρίς, όμως, να διατυπώνουν παράπονα για την απόρριψη της προβληθείσας από αυτούς πρωτοδίκως ενστάσεως περί συνυπαιτιότητας της πεζής και για το πρωτοδίκως γενόμενο δεκτό αγωγικό κονδύλιο, ύψους 2.371 ευρώ, που, όπως προαναφέρθηκε, αφορούσε στις δαπάνες για την κηδεία και την κατασκευή τάφου, ενώ ούτε με τις κατατεθείσες κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, από 23.2.2015, προτάσεις τους διέλαβαν συναφείς προσθέτους λόγους, 3] η από 29.8.2014 (αριθμός καταθέσεως 5767/2014) έφεση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, με την επωνυμία "ΙNTERLIFE Α.Α.Ε.Γ.Α." και 4] η από 20.9.2014 (αριθμός καταθέσεως 6241/2014) έφεση του εναγομένου Ε.
Κ.. Επίσης, οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι άσκησαν, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, αντέφεση με τις προτάσεις τους. Επ' αυτών (εφέσεων και αντεφέσεως), που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε από το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, η 3537/2015 απόφασή του, με την οποία, αφού δέχθηκε: α) ότι είναι παραδεκτή η από 10.9.2014 έφεση των τότε εκκαλούντων, λόγω παραιτήσεώς τους από την από 13.6.2014 πρώτη έφεση, η οποία θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε ως προς αυτούς και β) ότι η ένδικη αγωγή τυγχάνει πλήρως ορισμένη, απέρριψε τους συναφείς λόγους εφέσεως και έκρινε στη συνέχεια ότι στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος συνετέλεσε και η πεζή με την αμελή συμπεριφορά της και καθόρισε το ποσοστό συνυπαιτιότητας αυτής σε 50%, στη συνέχεια δε, αφού απέρριψε κατ' ουσίαν την, με τις προτάσεις των εναγόντων- εφεσιβλήτων, ασκηθείσα αντέφεση και δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσίαν τις προαναφερθείσες τρεις εφέσεις, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, διακράτησε και εκδίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση και μείωσε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 300 του Α.Κ., ως προς όλους τους εναγομένους, τα επιδικασθέντα πρωτοδίκως ποσά της αποζημιώσεως κατά το ποσοστό συνυπαιτιότητας της πεζής, έλαβε δε τούτο (ποσοστό συνυπαιτιότητας) υπόψη και για τον καθορισμό του ύψους της οφειλόμενης στους ενάγοντες χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ψυχικής οδύνης, αναγνωρίζοντας ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν, έκαστος εις ολόκληρον, στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 1.185,50 ευρώ (180 + 570 = 2.371:50%) για δαπάνες κηδείας και κατασκευής τάφου και το ποσό των 50.000 ευρώ ως χρηματική του ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης και στους δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των εναγόντων τα ποσά των 50.000, 35.000 και 15.000 ευρώ, αντίστοιχα, ως χρηματική τους ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης.
Κατά της αποφάσεως αυτής οι ενάγοντες άσκησαν την από 16.11.2016 αίτηση αναιρέσεως, την οποία απηύθηναν εναντίον όλων των εναγομένων. Ο Άρειος Πάγος με την υπ' αριθμ. 1756/2017 απόφασή του, απέρριψε την αίτηση ως προς τους πρώτο, δεύτερη και πέμπτη των εναγομένων και τότε αναιρεσιβλήτων Ε. Κ., ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "INTERLIFE Α.Α.Ε.Γ.Α." και ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "ENTERPRISE INSURANCE COMPANY P.L.C.", αντίστοιχα, ενώ δέχθηκε αυτήν ως προς τους τρίτο και τετάρτη των εναγομένων τότε αναιρεσιβλήτων και ήδη αναιρεσειόντων Κ.
Τ. και Φ. συζ. Σ. Τ., αντίστοιχα, και μόνο κατά το μέρος αυτής που αφορά στην ένσταση συνυπαιτιότητας της πεζής και τα συναφή με τους διαδίκους αυτούς θέματα, ήτοι τα έξοδα κηδείας και κατασκευής τάφου και το ύψος της χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ψυχικής οδύνης, για τον προβλεπόμενο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ.
λόγο και συγκεκριμένα γιατί το Εφετείο, παρά το γεγονός ότι οι εκ των εναγομένων τότε αναιρεσιβλήτων και ήδη αναιρεσείοντες Κ. Τ. και Φ. χα Σ. Τ. δεν είχαν επαναφέρει νομίμως ενώπιόν του (Εφετείου) την εκ μέρους τους προβληθείσα και πρωτοδίκως απορριφθείσα ένσταση συνυπαιτιότητας της θανατωθείσας πεζής Ν.
Χ., συγγενούς των εναγόντων τότε αναιρεσειόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, μείωσε, κατ' εφαρμογήν της διατάξεως του άρθρου 300 του Α.Κ. τα πρωτοδίκως επιδικασθέντα ποσά της αποζημιώσεως (έξοδα κηδείας και κατασκευής τάφου) κατά το ποσοστό συνυπαιτιότητας της θανατωθείσας πεζής, έλαβε δε υπόψη το ποσοστό αυτό και κατά τον καθορισμό του ύψους της οφειλόμενης στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσιβλήτους χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ψυχικής οδύνης ως προς όλους τους εναγομένους, παρότι σχετικούς με την απόρριψη της ενστάσεως αυτής (συνυπαιτιότητας της πεζής) λόγους είχαν προβάλει με τις εφέσεις τους μόνον οι εκ των εναγομένων Ε.
Κ., ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "INTERLIFE A.A.E.E.A." και ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "ENTERPRISE INCURANCE COMPANY PLC", κρίνοντας περαιτέρω ότι μεταξύ των εις ολόκληρον ευθυνομένων προς αποζημίωση από αδικοπραξία υφίσταται απλή ομοδικία και ότι, συνεπώς, η εκ μέρους των προαναφερομένων υποβολή των συναφών με την απόρριψη της ενστάσεως συνυπαιτιότητας της θανατωθείσας πεζής λόγων εφέσεως δεν ωφελεί και τους, μη επαναφέροντες αυτήν (ένσταση), τρίτο και τέταρτο των εναγομένων τότε αναιρεσιβλήτων και ήδη αναιρεσείοντες και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Τελικά, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση, κατά το προαναφερθέν μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση, με την 1200/2019 (ήδη προσβαλλομένη) απόφασή του, ως Δικαστήριο της παραπομπής, δεσμευόμενο από την ανωτέρω 1756/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου και δικάζοντας μέσα στα όρια που διαγράφονται από αυτήν, απέρριψε κατ' ουσίαν την από 10.9.2014 έφεση των εκ των εναγομένων Κ.
Τ. και Φ. χας Σ. Τ., ήδη αναιρεσειόντων, κατά της πρωτόδικης 1733/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δεχόμενο τα ακόλουθα: "Την 29.11.2012 και περί ώρα 17:40, σε τροχαίο ατύχημα που έλαβε χώρα στη λεωφόρο Φυλής, στα Άνω Λιόσια Αττικής, τραυματίστηκε θανάσιμα η Ν. Χ., θυγατέρα του πρώτου και της δεύτερης των εναγόντων, αδελφή της τρίτης και μνηστή του τετάρτου εξ αυτών.
Το επίδικο τροχαίο ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα του Ε. Κ., οδηγού του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας … Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του, και του πρώτου των εκκαλούντων Κ. Τ., οδηγού του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας …. Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, που ανήκε κατά κυριότητα στη δεύτερη των εκκαλούντων Φ. Τ., αλλά και σε συνυπαιτιότητα της ίδιας της πεζής, το ποσοστό δε της συνυπαιτιότητας ανέρχεται σε 50% για τους οδηγούς των ζημιογόνων οχημάτων και σε 50% για τη θανούσα πεζή, όπως έγινε αμετακλήτως δεκτό με το μη αναιρεθέν κεφάλαιο της υπ' αριθμ. 3537/2015 αποφάσεως του παρόντος Δικαστηρίου.
Εξ άλλου, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος των εναγόντων κατέβαλε για τα έξοδα της κηδείας της θανούσας τα ακόλουθα ποσά: α) για κατασκευή φέρετρου ποσό 500 ευρώ, β) για τους ανθρώπους της μεταφοράς και την τακτοποίηση του νεκρού ποσό 50 ευρώ, γ) για τη νεκροφόρα ποσό 50 ευρώ, δ) για την αμοιβή του γραφείου τελετών ποσό 100 ευρώ, ε) για άνθη φέρετρου ποσό 250 ευρώ, στ) για διακόσμηση ναού ποσό 150 ευρώ, ζ) για στεφάνια από άνθη και σταυρό ποσό 350 ευρώ, η) για αμοιβή εργατών ταφής ποσό 100 ευρώ, θ) για αμοιβή νεκροφορέων ποσό 450 ευρώ, ι) για έξοδα περιποίησης της θανούσας ποσό 300 ευρώ, ία) για αμοιβή χορωδίας ποσό 200 ευρώ, ιβ) για έξοδα παραμονής σε ψυκτικό θάλαμο ποσό 50 ευρώ, ιγ) για αμοιβή στεφανοφορέων ποσό 60 ευρώ, ιδ) για έξοδα ταρίχευσης νεκρού ποσό 200 ευρώ, ε) για μετακίνηση πραγμάτων με αυτοκίνητο ποσό 200 ευρώ, ιστ) για αγγελτήρια ποσό 50 ευρώ, ιζ) για συγκέντρωση επισκεπτηρίων ποσό 50 ευρώ και ιη) για δικαιώματα ναού ποσό 100 ευρώ, ήτοι συνολικά κατέβαλε το ποσό των 3.301 ευρώ, από το οποίο έλαβε από τον ΕΔΟΕΑΠ, ασφαλιστικό φορέα της θανούσας, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ.
πρωτ. …-…./…-3-2014 βεβαίωση αυτού, το ποσό των 1.500 ευρώ και, κατά συνέπειαν, η ζημία του πρώτου των εναγόντων από την αιτία αυτή ανέρχεται στο ποσό των (3.301 - 1.500 =) 1.801 ευρώ. Επίσης, ο ίδιος ενάγων κατέβαλε τα ποσά α) των 360 ευρώ για μάρμαρα Νάξου, β) των 50 ευρώ για μάρμαρα β' διαλογής, γ) των 50 ευρώ για καντήλι, δ) των 30 ευρώ για θυμιατό και ε) των 80 ευρώ για βάζα, ήτοι συνολικά το ποσό των (360 + 50 + 50 + 30 + 80) 570 ευρώ για την κατασκευή του τάφου της θανούσας, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ.
…/….12.2012 απόδειξη λιανικής πώλησης της Β. Κ., εν συνόλω δε η ζημία του πρώτου ενάγοντος από τις ως άνω αιτίες ανέρχεται στο ποσό των 2.371 (1.801 + 570) ευρώ, όπως έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση, η οποία ως προς την αποδοχή της αυτή δεν πλήττεται με λόγο εφέσεως. Το ως άνω ποσό οφείλουν να του καταβάλουν στο σύνολό του οι εκκαλούντες, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, χωρίς τούτο να μειωθεί κατά το ποσοστό συνυπαιτιότητας της θανούσας, ενόψει του ότι οι τελευταίοι, όπως προαναφέρθηκε, δεν διατύπωσαν με την υπό κρίση έφεσή τους παράπονα για την απόρριψη της προβληθείσας εκ μέρους τους πρωτοδίκως ενστάσεως περί συνυπαιτιότητας της πεζής.
Τέλος, αποδείχθηκε ότι η θανούσα ήταν θυγατέρα του πρώτου και της δεύτερης των εναγόντων και αδελφή της τρίτης τούτων (βλ το υπ' αριθμ. πρωτ. …/…-1.2-2012 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δημάρχου Νέας Σμύρνης), ήταν δε μνηστευμένη με τον τέταρτο ενάγοντα, με πρόθεση την μεταξύ τους τέλεση γάμου. Η προαναφερόμενη, ηλικίας κατά το χρόνο του ατυχήματος 37 ετών, ήταν υγιής, εργαζόταν ως ιδιωτική υπάλληλος στο δημοσιογραφικό όμιλο Λαμπράκη και ζούσε αρμονικά στην οικογενειακή οικία με τους ενάγοντες γονείς της.
Όλοι οι ανωτέρω ενάγοντες συνδέονταν μαζί της με αμοιβαία αγάπη και στενούς ψυχικούς δεσμούς και δοκίμασαν μεγάλη θλίψη και πόνο από τον απροσδόκητο και τραγικό θάνατό της. Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε το ατύχημα, το βαθμό της υπαιτιότητας του πρώτου εκκαλούντος (όχι όμως και της συνυπαιτιότητας της θανούσας στην πρόκληση του ατυχήματος, λόγω μη επαναφοράς της σχετικής ενστάσεως με σχετικό λόγο της υπό κρίση εφέσεως, κατά τα προαναφερθέντα), την ηλικία της θανούσας και των δικαιούχων συγγενών της, τις εν γένει συνθήκες του βίου της, τόσο ατομικώς όσο και σε σχέση με τους ενάγοντες, καθώς επίσης, την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων, αλλά και την έντονη ψυχική οδύνη που υπέστησαν αυτοί από τον αδόκητο θάνατό της, ανάλογα και με το βαθμό της συγγένειας που τους συνέδεε, κρίνει ότι για την άμβλυνση αυτών και την ηθική παρηγοριά και ανακούφισή τους δικαιούνται χρηματικής ικανοποίησης, η οποία καθορίζεται, για καθένα μεν από τους δύο πρώτους ενάγοντες, γονείς της, σε 100.000 ευρώ, για την τρίτη ενάγουσα, αδελφή της, σε 70.000 ευρώ και για τον μνηστήρα της σε 30.000 ευρώ, ποσά, τα οποία, μετά την στάθμιση των κατά νόμο στοιχείων, κρίνονται εύλογα (άρθρο 932 Α.Κ.).
Δηλαδή, οι ως άνω εναγόμενοι- εκκαλούντες οφείλουν να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 102.371 (2.371 + 100.000) ευρώ, στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 100.000 ευρώ, στην τρίτη ενάγουσα το ποσό 70.000 ευρώ και στον τέταρτο ενάγοντα το ποσό των 30.000 ευρώ, με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής, όπως ορθώς έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένων ως αβασίμων όσων αντίθετων υποστηρίζονται με την υπό κρίση έφεση".
Από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο, συμμορφώθηκε πλήρως με την υπ' αριθμ. 1756/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, καθ' όσον αφορά στους τρίτο και τέταρτη των εναγομένων τότε αναιρεσιβλήτων και ήδη αναιρεσείοντες, ως προς τους οποίους είχε, κατά τα προεκτεθέντα, αναιρεθεί η 3537/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, αφού η δέσμευσή του, ως δικαστηρίου της παραπομπής, εξηντλείτο στο θέμα που επέλυσε εκείνη, ότι δηλαδή μεταξύ των ήδη αναιρεσειόντων και της ασφαλιστικής τους εταιρίας υφίσταται απλή ομοδικία και ότι, συνεπώς, η εκ μέρους της τελευταίας υποβολή της προαναφερόμενης ενστάσεως συνυπαιτιότητας της θανούσας, δεν ωφελεί και αυτούς (ήδη αναιρεσείοντες), κρίνοντας ότι οι τελευταίοι οφείλουν να καταβάλουν στον πρώτο ενάγοντα - εφεσίβλητο και ήδη πρώτο των αναιρεσιβλήτων ολόκληρη την οφειλόμενη σ' αυτόν, για τις προεκτεθείσες αιτίες, αποζημίωση, χωρίς αυτή (αποζημίωση) να μειωθεί, κατά το ποσοστό συνυπαιτιότητας της θανούσας, επειδή αυτοί δεν είχαν επαναφέρει την ένσταση συνυπαιτιότητας της θανούσας νομίμως ενώπιόν του και, συνακολούθως, επιδικάζοντας στον πρώτο ενάγοντα - εφεσίβλητο και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο το ποσό των 2.371 ευρώ, ως αποζημίωσή του, χωρίς να μειώσει αυτήν, κατά το ποσοστό της συνυπαιτιότητας της θανούσας πεζής, προσέτι δε ότι για τον καθορισμό του ύψους της οφειλόμενης από τους προαναφερθέντες τρίτο και τέταρτη των εναγομένων (τότε αναιρεσιβλήτων και ήδη αναιρεσείοντες) σε όλους τους ενάγοντες - εφεσιβλήτους και ήδη αναιρεσιβλήτους χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ψυχικής οδύνης, δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη, για τον προεκτεθέντα λόγο, ο βαθμός συνυπαιτιότητας της θανούσας πεζής, συνεπεία δε τούτου προέβη στον καθορισμό των οφειλομένων εκ μέρους τους, για την προεκτεθείσα αιτία, παραπάνω αναφερομένων ποσών, που είναι διαφοροποιημένα και δη μεγαλύτερα, εκείνων που καθορίστηκαν για τους λοιπούς διαδίκους, οι οποίοι είχαν επαναφέρει νομίμως ενώπιον του Εφετείου την προβληθείσα από αυτούς ένσταση συνυπαιτιότητας της πεζής.
Επομένως, οι πρώτος, έκτος και δωδέκατος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες αιτιώνται την προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 16 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., ισχυριζόμενοι ότι το δικαστήριο της παραπομπής το μεν έλαβε υπόψη την ένσταση συνυπαιτιότητας της πεζής, η οποία δεν περιέχεται στο δικόγραφο της εφέσεώς τους (πρώτος λόγος, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ.) το δε ότι παραβίασε το δεδικασμένο, που αφορά στη συνυπαιτιότητα της θανούσας κατά 50% (έκτος λόγος και δωδέκατος λόγος, από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ.) πρέπει, πέραν του ότι τυγχάνουν αβάσιμοι, ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ερειδόμενοι, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, το δικαστήριο της παραπομπής δεν εξέτασε εκ νέου τη συνυπαιτιότητα της πεζής, ούτε ασχολήθηκε με το ζήτημα του δεδικασμένου, να απορριφθούν, πρωτίστως, ως απαράδεκτοι, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., διότι προσβάλλουν την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση κατά το τμήμα της εκείνο κατά το οποίο συμμορφώθηκε προς την 1756/2017 αναιρετική απόφαση.
Με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., ισχυριζόμενοι, κατ' ορθήν εκτίμηση των προς θεμελίωσή τους εκτιθεμένων, ότι το δικαστήριο της παραπομπής εσφαλμένως ερμήνευσε και εφήρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 926 του Α.Κ.
Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι το Εφετείο με το να απορρίψει την έφεσή τους και να καταστήσει ενεργό την πρωτόδικη απόφαση, αγνόησε την αμετάκλητα κριθείσα συνυπαιτιότητα της πεζής, που θα μπορούσε να επηρεάσει το ύψος της οφειλόμενης εκ μέρους τους χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ψυχικής οδύνης προς τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσιβλήτους, την οποία και δεν έλαβε υπόψη και παρέλειψε να συνεκτιμήσει, όπως όφειλε, "με αποτέλεσμα οι ίδιοι να υποχρεώνονται να καταβάλουν το 100% της ψυχικής οδύνης, κατ' αντίθεση προς τους λοιπούς υπόχρεους προς αποζημίωση που υποχρεώθηκαν να καταβάλουν το 50%", διατεινόμενοι περαιτέρω ότι μεταξύ αυτών και της ασφαλιστικής τους εταιρίας υφίσταται αναγκαστική ομοδικία και, συνεπώς, η εκ μέρους αυτής υποβολή της ανωτέρω ενστάσεως ωφελεί και τους ίδιους.
Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, διότι, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην οικεία νομική σκέψη, το Εφετείο, όπως άλλωστε και το Δικαστήριο τούτο, δεσμεύεται και δεν δύναται να αποστεί από την ως άνω 1756/2017 αναιρετική απόφαση ως προς το επιλυθέν με αυτήν νομικό ζήτημα της υπάρξεως μεταξύ των ήδη αναιρεσειόντων και της ασφαλιστικής τους εταιρίας απλής ομοδικίας.
Με τους τέταρτο και δέκατο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., με την αιτίαση ότι άφησε αιτήσεις αδίκαστες, ήτοι την ένσταση αοριστίας της αγωγής και την ένσταση δεδικασμένου που υπέβαλαν με την έφεση.
Και οι λόγοι αυτοί κρίνονται απορριπτέοι, προεχόντως, ως απαράδεκτοι, λόγω του δεδικασμένου, που παράγεται από την 3537/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δεν εθίγη κατά τις οικείες παραδοχές της από την προαναφερόμενη απόφαση του Αρείου Πάγου, καθ' όσον με την τελευταία αναιρέθηκε η ως άνω εφετειακή απόφαση, μόνο ως προς το προαναφερθέν ορισμένο κεφάλαιό της και, συνεπώς, το δικαστήριο της παραπομπής είχε υποχρέωση να ερευνήσει μόνο το λόγο της εφέσεως που είναι σχετικός με τα κεφάλαια της δίκης για τα οποία αναιρέθηκε η εφετειακή απόφαση, αφού ως προς τα μη αναιρεθέντα κεφάλαια υπάρχει δεδικασμένο που δεν ανατράπηκε με την αναίρεση, το οποίο, κατ' άρθρο 322 του Κ.Πολ.Δικ., λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο.
Συνακόλουθα με τις σκέψεις αυτές πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες: α) η προβαλλομένη με τους πέμπτο, κατά το δεύτερο μέρος του, όγδοο και ενδέκατο αναιρετικούς λόγους αιτίαση (από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ.) ότι στην προσβαλλομένη απόφαση διαλαμβάνονται ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες καθ' όσον αφορά στο κεφάλαιο της συνυπαιτιότητας των εμπλακέντων στο ατύχημα οδηγών και της θανούσας πεζής, β) η προβαλλομένη με τον πέμπτο, κατά το πρώτο μέρος του, αναιρετικό λόγο αιτίαση (από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ.) ότι το Εφετείο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, τα οποία έχουν σχέση με τη συνυπαιτιότητα της θανούσας, ως αληθινά χωρίς απόδειξη και γ) η προβαλλομένη με τον έβδομο αναιρετικό λόγο αιτίαση (από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ.), διότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως, καθ' όσον αφορά στο κεφάλαιο της συνυπαιτιότητας των εμπλακέντων στο ατύχημα οδηγών και της θανούσας πεζής, λόγω του δεδικασμένου που παράγεται από την προαναφερόμενη εφετειακή απόφαση, η οποία, όπως έχει εκτεθεί παραπάνω, δεν εθίγη κατά τις οικείες παραδοχές της από την απόφαση του Αρείου Πάγου.
Επειδή, επί αγωγής αποζημιώσεως, που στηρίζεται σε αδικοπραξία του εναγομένου (άρθρο 914 Α.Κ.), ο ισχυρισμός του τελευταίου ότι αποκλειστικά υπαίτιος της ζημίας του είναι ο ενάγων συνιστά άρνηση της βάσεως της αγωγής, ενώ ο ισχυρισμός του ιδίου ότι στην επέλευση της ζημίας συνετέλεσε και πταίσμα του ενάγοντος συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό, που θεμελιώνει ένσταση από το άρθρο 300 Α.Κ.
καταλυτική εν όλω ή εν μέρει της αγωγής, η οποία πρέπει να προτείνεται επί "ποινή" απαραδέκτου, κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής. Ο ισχυρισμός αυτός δεν δύναται να θεωρηθεί ότι περιέχεται στον πρώτο ισχυρισμό περί αποκλειστική υπαιτιότητας και γι' αυτό το λόγο πρέπει να προτείνεται από τον εναγόμενο με πληρότητα, δηλαδή με τα συνιστώντα αυτόν πραγματικά περιστατικά και με σχετικό αίτημα, όπως επιβάλλεται από το άρθρο 262 του Κ.Πολ.Δικ., δεν μπορεί δε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (ολ.Α.Π. 1115/86, ολ.Α.Π. 423/1985 Α.Π 267/2013, Α.Π. 1621/2007).
Εξ άλλου, λόγος αναιρέσεως κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' του Κ.Πολ.Δικ. δημιουργείται όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να εξειδικεύσει τις αόριστες νομικές έννοιες και να υπαγάγει σε αυτές τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς (Α.Π. 220/2008).
Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα (Α.Π. 1255/2004). Για την πληρότητα δε και το ορισμένο του λόγου αυτού αναιρέσεως της παραβάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι συνίσταται η παράβαση, διαφορετικά ο λόγος της αναιρέσεως είναι αόριστος (Α.Π. 2050/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον ένατο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και με την επίκληση της παραπάνω διατάξεως του αριθμού 1 εδ. β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. αποδίδεται από τους αναιρεσείοντες, κατ' εκτίμηση των προς θεμελίωσή του εκτιθεμένων, στην προσβαλλομένη απόφαση η από την προεκτεθείσα διάταξη πλημμέλεια της παραβάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας, που συνίσταται στο ότι καίτοι έχει κριθεί ότι το ποσοστό συνυπαιτιότητας της θανούσας πεζής για την πρόκληση του θανάσιμου τραυματισμού της ανέρχεται σε 50% και του ετέρου οδηγού (Κ.) σε ποσοστό 50%, αποδίδεται στον πρώτο των αναιρεσειόντων, επειδή έγινε δεκτό ότι οι αναιρεσείοντες δεν υπέβαλαν ενώπιον του Εφετείου την ένσταση συνυπαιτιότητας της πεζής, ποσοστό υπαιτιότητας 100%.
Τούτο δε, παρά το γεγονός ότι αρνήθηκαν την υπαιτιότητα του πρώτου εξ αυτών, στην άρνηση δε αυτή εμπεριέχεται ο ισχυρισμός περί συνυπαιτιότητας της θανούσας, όφειλε δε το Εφετείο να δεχθεί ότι στο μείζον περιλαμβάνεται και το έλασσον και να λάβει υπόψη το ποσοστό συνυπαιτιότητας της θανούσας για τον καθορισμό της οφειλόμενης από αυτούς στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσιβλήτους χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ψυχικής οδύνης.
Υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως, ως προς το πρώτο σκέλος του, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, το μεν ως αόριστος, διότι δεν αναφέρει ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάστηκαν, ενόψει και του ότι οι επικαλούμενες πλημμέλειες δεν αναφέρονται στην ερμηνεία κανόνων δικαίων ή την υπαγωγή σ' αυτόν πραγματικών περιστατικών, το δε διότι, σύμφωνα με όσα έχουν ήδη εκτεθεί, το Δικαστήριο της παραπομπής συμμορφώθηκε ως προς το ανωτέρω νομικό ζήτημα με την ως άνω απόφαση του Αρείου Πάγου, ως προς δε το δεύτερο σκέλος του, διότι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ο ισχυρισμός περί συνυπαιτιότητας της θανούσας δεν περιέχεται στον ισχυρισμό περί αποκλειστικής υπαιτιότητας της τελευταίας.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 579 παρ. 1 και 581 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι αν αναιρεθεί μερικώς η απόφαση ως προς ορισμένο κεφάλαιο της όλης δίκης ή προς μερικούς μόνον από τους διαδίκους, το δικαστήριο της παραπομπής δεν μπορεί να επιληφθεί της υποθέσεως ως προς τα λοιπά κεφάλαια ή ως προς τους λοιπούς διαδίκους, ως προς τους οποίους δεν αναιρέθηκε η απόφαση, αφού, αν εξέταζε εκ νέου διατάξεις της αναιρεθείσας αποφάσεως, οι οποίες διατηρήθηκαν από τον Άρειο Πάγο, θα παραβίαζε το δεδικασμένο, το οποίο, κατ' άρθρο 332 του ίδιου Κώδικα, λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δέκατο τέταρτο (και τελευταίο) λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αιτιώνται την προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., ισχυριζόμενοι ότι δεν κήρυξε το απαράδεκτο της συζητήσεως, παρά το γεγονός ότι οι καλούντες εφεσίβλητοι και ήδη αναιρεσίβλητοι την από 11.12.2017 κλήση τους, με την οποία επανέφεραν την υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου της παραπομπής, απηύθυναν μόνον εναντίον αυτών και όχι, όπως όφειλαν, εναντίον όλων των διαδίκων της αρχικής δίκης.
Ο λόγος αυτός κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος, διότι, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, η εφετειακή απόφαση αναιρέθηκε μόνον ως προς ορισμένους διαδίκους και συγκεκριμένα μόνον ως προς τους ήδη αναιρεσείοντες, ορθώς οι αντίδικοί τους, οι οποίοι επέσπευσαν τη συζήτηση της υποθέσεως, ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής, απηύθυναν την ως άνω κλήση τους μόνον εναντίον αυτών, ως προς τους οποίους και μόνον, κατά τα προεκτεθέντα, είχε αναιρεθεί η εφετειακή απόφαση.
Με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά διατρέχει το σύνολο της έννομης τάξεως και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.
Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ' αυτήν, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά στις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές, που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κ.λπ.).
Στην περίπτωση δε υπερβάσεως της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς τον σκοπό, δηλαδή το ασκούμενο δικαίωμα έχει απολέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη. Από τα παραπάνω συνάγεται ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια, που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλαδή να μην υπερβαίνει τα όρια, όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνειδήσεως σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με τη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί γενική αρχή του δικαίου και μέσον ελέγχου της κρίσεως του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Ενόψει αυτών αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο ως πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. (Ολ.ΑΠ 9/2015).
Εξ άλλου, από το άρθρο 932 του Α.Κ. προκύπτει ότι σκοπός της διατάξεως είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, ή την ψυχική οδύνη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς από το άλλο μέρος να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.
Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διατάξεως. Τέτοια στοιχεία, όπως έχει εκτεθεί ήδη, είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες προκλήσεως της ηθικής βλάβης.
Ειδικότερα στην περίπτωση επιδικάσεως στην οικογένεια του θύματος χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης από τον θάνατό του, ερευνάται από το δικαστήριο ως πραγματικό ζήτημα και η ύπαρξη μεταξύ των δικαιουμένων προσώπων και του τελευταίου αισθημάτων αγάπης και στοργής όταν ζούσε, η ηλικία του θύματος και των μελών της οικογένειάς του, καθώς και η συμβίωση ή όχι των επιζώντων μελών της οικογένειας με το ίδιο το θύμα.
Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 του Α.Κ. εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκαταστάσεως της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.
Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 του Α.Κ. και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημιώσεως λόγω αδικοπραξίας του Α.Κ. Η κρίση του δικαστηρίου ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποιήσεως αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.
Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος) με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ή της ψυχικής οδύνης ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας τους, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Έτσι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.
Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποιήσεως, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 Κ.Πολ.Δικ. αναλόγως από τους αριθμούς 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Α.Π.
Ολομ. 9/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, καθόρισε, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, τη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης για καθένα από τους δύο πρώτους ενάγοντες - αναιρεσιβλήτους, γονείς της θανούσας, σε 100.000 ευρώ, για την τρίτη ενάγουσα - αναιρεσίβλητη, αδελφή της, σε 70.000 ευρώ και για τον τέταρτο ενάγοντα - αναιρεσίβλητο, μνηστήρα της σε 30.000 ευρώ.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, αφού τα εν λόγω ποσά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση είναι μεγαλύτερα των συνήθως επιδικαζομένων σε παρόμοιες περιπτώσεις. Κατ' ακολουθίαν ο συναφής δέκατος τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι, αληθώς, την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., προβάλλουν, κατ' εκτίμηση των προς θεμελίωσή του εκτιθεμένων, ότι το Εφετείο επιδικάζοντας στους αναιρεσιβλήτους τα προαναφερόμενα ποσά ως χρηματική τους ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, τα οποία είναι καταφανώς μεγαλύτερα των συνήθως επιδικαζομένων σε παρόμοιες περιπτώσεις, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ., καθώς επίσης και την αρχή της αναλογικότητας, κρίνεται βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Εν όψει των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση. Στη συνέχεια η υπόθεση πρέπει να κρατηθεί από τον Άρειο Πάγο, προκειμένου να δικαστεί κατ' ουσίαν, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. τελευταίο του Κ.Πολ.Δικ. Έτσι, για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης στον Άρειο Πάγο από την διάταξη αυτή υποχρεώσεως για εκδίκαση μετά από δεύτερη αναίρεση, της υποθέσεως κατ' ουσίαν, θα πρέπει να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υποθέσεως μετά την έκδοση της αναιρετικής αποφάσεως ενώπιον του ιδίου Τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο της ουσίας, σε νέα προς το σκοπό αυτό δικάσιμο, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους, σύμφωνα με τις προβλέψεις της διατάξεως του άρθρου 581 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή, ώστε κατ' αυτήν οι διάδικοι να διαμορφώσουν ανάλογα τους ισχυρισμούς και τις προτάσεις τους.
Οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του καταβληθέντος εκ μέρους τους παραβόλου, ενόψει της νίκης τους (άρθρο 495 παρ. 3 εδ.
ε' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1.1.2016).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1200/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Κρατεί την υπόθεση στο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου και την παραπέμπει για περαιτέρω κατ' ουσίαν εκδίκαση στο ίδιο τμήμα, σε ιδιαίτερη συζήτηση.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Και
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στους καταθέσαντες τούτο αναιρεσείοντες.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Μαρτίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ