305/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη - Εισηγητή, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated305/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Χρόνος, κατά τον οποίον πρέπει η προσβαλλομένη απόφαση να μην υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, είναι ο χρόνος καταθέσεως του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως στην γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου.
Full text
Απόφαση 305 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 305/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη - Εισηγητή, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καθού η κλήση: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΑΥΤΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Τσάκωνα, που κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου - καλούντος: Η. Τ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Ρουπακιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/12/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η 1362/2012 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζήτησε το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 15/2/2016 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1578/2018 απόφαση του δικαστηρίου τούτου που διέταξε την επανάληψη της επ' ακροατηρίου συζητήσεως, προκειμένου να προσκομισθεί επιμελεία του αναιρεσείοντος βεβαίωση της Γραμματείας του Πρωτοδικείου Αθηνών περί μη ασκήσεως εφέσεως κατά της υπ' αριθμόν 1362/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Κατόπιν της απόφασης αυτής και της από 2/5/2019 κλήσης του καλούντος η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 254 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ, οι οποίες εφαρμόζονται και επί της διαδικασίας της κατ' αναίρεση δίκης συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 ιδίου Κώδικος, συνάγεται αφ' ενός ότι το δικαστήριο δύναται να διατάξει την επανάληψη της επ' ακροατηρίου συζητήσεως, η οποία έχει κηρυχθεί περαιωμένη, όταν κατά την μελέτη της υποθέσεως ή την διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία, τα οποία χρήζουν συμπληρώσεως ή επεξηγήσεως, και αφ' ετέρου ότι κατά την επαναλαμβανομένη συζήτηση η υπόθεση εκδικάζεται από τον ίδιο δικαστή ή, επί πολυμελών δικαστηρίων, από την ιδία σύνθεση δικαστών, εκτός εάν τούτο είναι ανέφικτο ένεκα λόγων φυσικών ή νομικών, η συνδρομή των οποίων πρέπει να καταφάσκεται, άλλως, υφίσταται κακή σύνθεση του δικαστηρίου (ΑΠ 755/2012, 834/2010).
Συνεπώς, παραδεκτώς δια της από 2ας Μαΐου 2019 κλήσεως του αναιρεσιβλήτου επαναφέρεται προς εκδίκαση η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμόν 1362/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μετά την έκδοση της υπ' αρ. 1578/2018 αποφάσεως του Τμήματος τούτου, δια της οποίας διετάχθη η επανάληψη της επ' ακροατηρίου συζητήσεως της υποθέσεως, προκειμένου να προσκομισθεί επιμελεία του αναιρεσείοντος βεβαίωση της Γραμματείας του Πρωτοδικείου Αθηνών περί μη ασκήσεως εφέσεως κατά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, σημειουμένου ότι οι Αρεοπαγίτες Θεόδωρος Τζανάκης και Γεώργιος Δημάκης, οι οποίοι υπήρξαν μέλη της συνθέσεως του Τμήματος, υπό την οποία εξεδόθη η προαναφερομένη απόφαση περί επαναλήψεως της συζητήσεως, νομίμως αντικατεστάθησαν κατά την ενεστώσα επαναληφθείσα συζήτηση από τους Αρεοπαγίτες Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Θεόδωρο Μαντούβαλο, καθ' όσον δεν τυγχάνουν πλέον μέλη του Τμήματος.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1, 552 και 553 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνον κατά των μη υποκειμένων σε ανακοπή ερημοδικίας και έφεση αποφάσεων των ειρηνοδικείων, των μονομελών και πολυμελών πρωτοδικείων και των εφετείων, α) εκείνων, οι οποίες παραπέμπουν λόγω αναρμοδιότητος καθ' ύλην την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο, ή έχουν εκδοθεί από το δικαστήριο της παραπομπής κατά παράβαση του άρθρου 46 ΚΠολΔ, με το οποίο ορίζεται ότι η τελεσιδικία της αποφάσεως του παραπέμποντος δικαστηρίου καθιστά υποχρεωτική την αναρμοδιότητα αυτού και την αρμοδιότητα του δικαστηρίου, στο οποίο η παραπομπή, και β) των οριστικών αποφάσεων, οι οποίες περατώνουν την όλη δίκη ή μόνον την δίκη επί της αγωγής ή μόνον επί της ανταγωγής.
Χρόνος, κατά τον οποίον πρέπει η προσβαλλομένη απόφαση να μην υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, είναι ο χρόνος καταθέσεως του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως στην γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου.
Συνεπώς, προσβλητή δι' αιτήσεως αναιρέσεως είναι και η κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων εκδοθείσα οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, εάν παρέλθει η προθεσμία της εφέσεως, χωρίς να ασκηθεί έφεση, ή χωρήσει παραίτηση από την ασκηθείσα έφεση ή από το δικαίωμα της εφέσεως. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 518 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, η προθεσμία της εφέσεως είναι τριάντα ημερών από της επιδόσεως της αποφάσεως, η οποία περατώνει την δίκη, εάν ο εκκαλών διαμένει στην ημεδαπή, εάν δε δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της εφέσεως είναι τριών ετών, αρχομένη από της δημοσιεύσεως της αποφάσεως, η οποία περατώνει την δίκη, και ισχύει ως προς αποφάσεις έχουσες δημοσιευθεί μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2015, ενώ ως προς αποφάσεις δημοσιευθείσες από 1ης Ιανουαρίου 2016 η εν λόγω προθεσμία έχει δια του άρθρου τρίτου του άρθρου 1 Ν. 4335/2015 μειωθεί σε διετή (ΟλΑΠ 10/2018).
Το αυτό ισχύει και ως προς την προθεσμία της αναιρέσεως, η οποία, συμφώνως προς τις διατάξεις του άρθρου 564 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, είναι τριάντα ημερών από της επιδόσεως της αποφάσεως, εάν ο αναιρεσείων διαμένει στην ημεδαπή, εάν δε δεν επιδοθεί η απόφαση, είναι τριών ετών από της δημοσιεύσεως της αποφάσεως, ή επί αποφάσεως πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, από της παρελεύσεως της προθεσμίας της εφέσεως, ως προς αποφάσεις έχουσες δημοσιευθεί μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2015, ενώ ως προς αποφάσεις δημοσιευθείσες από 1ης Ιανουαρίου 2016 είναι διετής (άρθρο τρίτο του άρθρου 1 Ν. 4335/2015, ΟλΑΠ 10/2018).
Εν προκειμένω, ο αναιρεσίβλητος άσκησε κατά του αναιρεσείοντος ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 30ής Δεκεμβρίου 2008 αγωγή αιτούμενος την συμπλήρωση του εφ' άπαξ χρηματικού βοηθήματος, το οποίο έχει λάβει λόγω συνταξιοδοτήσεως. Εξεδόθη αντιμωλία των διαδίκων η υπ' αριθμόν 1362/2012 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου με ημερομηνία δημοσιεύσεως 17 Ιουλίου 2012, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή. Κατά της εν λόγω αποφάσεως, η οποία έχει τελεσιδικήσει, αφού κατ' αυτής, όπως προκύπτει από το επισυναφθέν στην δικογραφία υπ' αρ. 5139/6 Μαΐου 2019 πιστοποιητικό του Γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών, δεν έχει ασκηθεί το ένδικο μέσο της εφέσεως, οι δε διάδικοι δεν επικαλούνται ότι έχει προηγηθεί επίδοση αυτής, το αναιρεσείον άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η οποία κατετέθη στην Γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών την 16η Μαΐου 2016. Η εν λόγω αίτηση έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 και 566 ΚΠολΔ, πρέπει συνεπώς κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ιδίου Κώδικος να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.
Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, εάν έχει παραβιασθεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αντιθέτως, εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις, ως επίσης εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παραβίαση γίνεται είτε δια ψευδούς ερμηνείας, είτε εσφαλμένης υπαγωγής.
Εάν το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση συντελείται ειδικότερα, εάν το δικαστήριο εφήρμοσε τον νόμο, παρ' ότι τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έκρινε ως αποδειχθέντα, δεν ήσαν επαρκή προς τούτο, ή αντιθέτως δεν εφήρμοσε τον νόμο, παρ' ότι τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ήσαν επαρκή, ως επίσης εάν προέβη σε υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας τα περιστατικά αυτά δεν υπήγοντο, η εν λόγω δε παραβίαση ελέγχεται αποκλειστικώς βάσει των παραδοχών της αποφάσεως, των πραγματικών δηλονότι περιστατικών, τα οποία εδέχθη το δικαστήριο ότι απεδείχθησαν ή δεν απεδείχθησαν.
Από δε τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να περιέχει κατά τρόπο σαφή και ωρισμένο την αποδιδομένη νομική πλημμέλεια της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί εάν η προβαλλομένη αιτίαση θεμελιώνει λόγον αναιρέσεως και ποίον συγκεκριμένως από τους περιοριστικώς οριζομένους από την διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους.
Προκειμένου να είναι ωρισμένος ο προαναφερόμενος αναιρετικός λόγος, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο η συγκεκριμένη φερομένη ως παραβιασθείσα διάταξη ουσιαστικού δικαίου, η νομική κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς την έννοια της διατάξεως αυτής, το αποδιδόμενο συγκεκριμένο ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και, εάν απερρίφθη η αγωγή ή η ανακοπή ή γενικώς συγκεκριμένος ισχυρισμός ως μη νόμιμος, η οικεία ιστορική βάση, και εάν απερρίφθη ένσταση, και ο τρόπος της παραδεκτής προβολής αυτής, εάν δε το δικαστήριο απεφάνθη επί της ουσίας, οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, υπό τα οποία συνετελέσθη η προβαλλομένη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, έστω κατά τρόπο συνοπτικό αλλά όχι αποσπασματικό (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 259/2019, 70/2019, 933/2018, 495/2010, 1662/2009, 524/2009).
Τα προαναφερόμενα στοιχεία είναι αναγκαία, ώστε να εξειδικεύεται και να οριοθετείται το αντικείμενο του αναιρετικού ελέγχου, καθ' όσον μάλιστα ο Άρειος Πάγος, κατ' αρχήν, με την εξαίρεση της διατάξεως του άρθρου 562 παρ. 4 ΚΠολΔ, δεν επιτρέπεται να προτείνει και να θεμελιώσει αυτεπαγγέλτως τους αναιρετικούς λόγους βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται επί της αναιρετικής διαδικασίας.
Υπό αντίθετη εκδοχή, θα είχε αναδεχθεί ο Άρειος Πάγος, όχι απλώς την κρίση περί του παραδεκτού και της βασιμότητος των λόγων αναιρέσεως, αλλά και την υποχρέωση της ανασύρσεως και διατυπώσεως αυτών, μετά από αναζήτηση των σφαλμάτων της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κατά παράβαση της απορρεούσης από την διάταξη του άρθρου 106 ΚΠολΔ βασικής δικονομικής αρχής της διαθέσεως, κατά την οποία, το δικαστήριο ενεργεί μόνον κατόπιν αιτήσεως των διαδίκων και αποφασίζει βάσει των πραγματικών ισχυρισμών και των αιτήσεων αυτών.
Παρέπεται ότι, εάν ελλείπει κάποιο από τα εν λόγω στοιχεία, ο λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, ενώ η αοριστία δεν δύναται να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΟλΑΠ 20/2005).
Εν προκειμένω, με τους λόγους της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ισχυρίζεται το αναιρεσείον ότι από λανθασμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου το Μονομελές Πρωτοδικείο εδέχθη την αγωγή του αναιρεσιβλήτου, συνταξιούχου της Εθνικής Τραπέζης, περί συμπληρώσεως του εφ' άπαξ χρηματικού βοηθήματος, το οποίο έλαβε βάσει της διατάξεως του άρθρου 57 Ν. 2084/1992 λόγω της συνταξιοδοτήσεώς του από της 19ης Μαΐου 1997, καθ' όσον αφ' ενός δια της υπ' αρ. 4/2007 αποφάσεως του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου εκρίθη μεν αντισυνταγματική η εν λόγω διάταξη, μόνον όμως εφεξής και όχι και από προγενεστέρου της δημοσιεύσε-ως της εν λόγω αποφάσεως χρόνου (πρώτος λόγος), αφ' ετέρου η σχετική αξίωση του αναιρεσιβλήτου είχε κατά πάσα περίπτωση παραγραφεί βάσει της διατάξεως του άρθρου 48 ΑΝ 496/1974 (δεύτερος - τελευταίος λόγος). Όμως δεν εκθέτει παντάπασι το αναιρεσείον τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία εδέχθη το Μονομελές Πρωτοδικείο, ούτε ποίες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου παρεβίασε καθ' όσον αφορά τον πρώτο λόγο, ούτε ποίο συγκεκριμένως υπήρξε το σφάλμα αυτού περί την ερμηνεία και την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων.
Συνεπώς, οι ως άνω λόγοι, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτοι ως αόριστοι και πρέπει να απορριφθούν. Κατ' ακολουθίαν, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί. Επειδή, συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτού, ως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15ης Φεβρουαρίου 2016 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμόν 1362/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου ποσού χιλίων οκτακόσιων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Φεβρουαρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Μαρτίου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ