Legislator Case Law & Legislation
305/2018 AI generated

305/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 305/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη-εισηγήτρια, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

305/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι ανωτέρω διάδικοι με τις από 28-11-2016 και 29-11-2016 αιτήσεις τους.

Keywords

AI generated
institution of public utility digital infrastructure supply public building disruption of public services misuse of a telecommunications installation right to install an antenna
AI generated
1712/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο - εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
569/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου-εισηγήτρια, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
1331/2013
Κατά το άρθρο 652 παρ 1.ΚΠολΔ η προθεσμία εφέσεως και της αναιρέσεως στις μισθωτικές διαφορές είναι δέκα πέντε (15) ημέρες, αν εκείνος που δικαιούται να ασκήσει τα ένδικα αυτά μέσα μένει στην Ελλάδα. Περαιτέρω από τα άρθρα 304 εδ.β' του ΠΔ 410/95 και 28 παρ.4 εδ.α' 2579/98 και άρθρο 11 του Κ.Δ/τος της 26-6/10-7-1944 προκύπτει ότι η προθεσμία άσκηση εφέσεως και αναιρέσεως στη διαδικασία των άρθρων 648 έως 661 ΚΠολΔ για τους Δήμους και τις Κοινότητες είναι τριάντα (30) ημέρες. Η ίδια προθεσμία με βάση την αρχή της ισότητας των όπλων ισχύει και για τον αντίδικό τους (Ολ.ΑΠ 12/2002.). Συνεπώς οι ανωτέρω διατάξεις δεν είναι αντίθετες στα άρθρα 4 παρ.1 του Συντάγματος και 6 παρ.1 της Ε.Σ.Δ.Α.
298/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
35/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 305 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 305/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη-εισηγήτρια, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

A. Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εκπροσωπείται νόμιμα και εδρεύει στο …, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιο δικηγόρο Μαρία Γολεμάτη.

Των αναιρεσίβλητων: 1. "..." ως ειδικού διαδόχου του πρώην ... Ν. 3852/2010, που εκπροσωπείται νόμιμα και εδρεύει στο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιο δικηγόρο Μαρία Κατίκα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. 2. ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και δτ ΟΤΕ ΑΕ που εκπροσωπείται νόμιμα και εδρεύει στο …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Άγγελο Βούρβαχη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Β. Της αναιρεσείουσας:ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και δτ ΟΤΕ ΑΕ που εκπροσωπείται νόμιμα και εδρεύει στο …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Άγγελο Βούρβαχη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσίβλητων: 1. "..." ως ειδικού διαδόχου του πρώην ... Ν. 3852/2010, που εκπροσωπείται νόμιμα και εδρεύει στο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιο δικηγόρο Μαρία Κατίκα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., 2.ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εκπροσωπείται νόμιμα και εδρεύει στο …, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιο δικηγόρο Μαρία Γολεμάτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-3-2000 αγωγή του δικαιοπαρόχου του ήδη 1ου αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου και την από 11-12-2000 δια των προτάσεων ανταγωγή της 2ης αναιρεσίβλητης στην υπό στοιχείο Α αναίρεση. Κατόπιν της 344/2001 μη οριστικής απόφασης του παραπάνω Δικαστηρίου, επανήλθε προς συζήτηση η υπόθεση με την από 19-2-2004 κλήση του 1ου αναιρεσίβλητου και ασκήθηκε η από 8-11-2004 κύρια παρέμβαση της ήδη αναιρεσείουσας στην υπό στοιχείο Α αναίρεση.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 308/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 20/2016 του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι ανωτέρω διάδικοι με τις από 28-11-2016 και 29-11-2016 αιτήσεις τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η πληρεξούσια δικηγόρος της παρούσας αναιρεσείουσας-αναιρεσίβλητης ζήτησε να γίνει δεκτή η από 28-11-2016 αίτησή της, να απορριφθεί η από 29-11-2016 αίτηση της αντιδίκου και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή Α. η από 28-11-2016 και με αριθμό πραξ. καταθ. ...-11-2016 αναίρεση, της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ανώνυμη Εταιρεία" κατά του "..." και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος - Ανώνυμη Εταιρεία" και Β. η από 29-11-2016 και με αριθμό πραξ. καταθ. ...-11-2016 αναίρεση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος - Ανώνυμη Εταιρεία", κατά του ... και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ανώνυμη Εταιρεία" στρέφονται κατά της ίδιας αποφάσεως, ήτοι της υπ’ αριθμ. 20/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, ασκούνται δε από τις συμμετάσχουσες ως εκκαλούσες στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση αυτή και στρέφονται κατά των εφεσιβλήτων της εν λόγω δίκης, λόγω δε της προφανούς τους συνάφειας πρέπει να ενωθούν και να συνεκδικασθούν, γιατί έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης.

Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 74,76 παρ. 1, 82, 83, 556 και 558 παρ. 1 ΚΠολΔικ, σαφώς προκύπτει ότι η ασκούμενη από του υπερού η παρέμβαση διάδικο αναίρεση, δεν απαιτείται να απευθύνεται κατά του προσθέτως παρεμβαίνοντος, αδιαφόρως του εάν πρόκειται για αυτοτελή ή μη αυτοτελή παρέμβαση, όπως επίσης και αντιστρόφως δεν απαιτείται να απευθύνεται η ασκουμένη από τον προσθέτως παρεμβαίνοντα αναίρεση κατά του υπέρ ού η παρέμβαση, τούτο δε για προφανή έλλειψη εννόμου συμφέροντος εκτός εάν η προσβαλλομένη απόφαση περιέχει διάταξη ή αιτιολογία υπέρ του ενός, η οποία βλάπτει τον άλλο (ΑΠ 761/2017, ΑΠ 117/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση η αναιρεσείουσα της υπό στοιχ. Α αναιρέσεως είχε ασκήσει στη δίκη ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της εναγομένης και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης στην αναίρεση αυτή (Α) και αναιρεσείουσας στην υπό στοιχ.

Β αναίρεση, η οποία αναιρεσείουσα (Β) στρέφει επίσης την αναίρεσή της και κατά της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβάσας, χωρίς σε καμία από τις αναιρέσεις αυτές να γίνεται επίκληση της παραπάνω εξαιρετικής περιπτώσεως ούτε τούτο να προκύπτει από τα οικεία δικόγραφα. Επομένως η υπό στοιχ. Α αναίρεση της προσθέτως παρεμβάσας και κατά το μέρος που στρέφεται κατά της υπέρ ως η πρόσθετη παρέμβαση και αντίστοιχα η υπό στοιχ.

Β αναίρεση της υπέρ ής η πρόσθετη παρέμβαση και κατά το μέρος που στρέφεται κατά της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβάσας, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, κατά τη διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ΚΠολΔικ.

Οι αναιρέσεις κατά τα λοιπά ήτοι κατά το μέρος που στρέφονται κατά του Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης "..." ο οποίος έχει αυτεπαγγέλτως υπεισέλθει στη θέση του αρχικώς ενάγοντος "..." κατά του Ν. 3852/2010, έχουν ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 3 και 552 επ ΚΠολΔικ.

Επομένως αυτές (αιτήσεις) είναι κατά το προαναφερθέν μέρος παραδεκτές και πρέπει να εξετασθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 571 και 577 ΚΠολΔικ), η δε προσθέτως παρεμβάσα δικαιολογεί έννομο συμφέρον προς άσκηση της αναιρέσεώς της, αφού ως ειδική διάδοχος της υπέρ ής η πρόσθετη παρέμβαση επιδιώκει την προστασία του επικαλουμένου δικαιώματός της, το οποίο η προσβαλλομένη απόφαση δεν δέχεται.

Επειδή με το άρθρο 191 παρ. 5 του ΒΔ 29.10/6-12-1949 ορίζεται ότι ο Υπουργός Γεωργίας κυρώνει με απόφασή του, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, τη μη οριστική διανομή (αντίστοιχη η διάταξη του άρθρου 185 του παλαιού Αγροτικού Κωδ - πδ 31.8/ 28-9-1935). Εξάλλου με το άρθρο 164 του Αγροτικού Κώδικα (ΒΔ 29.10/6-12-1949) αντίστοιχο προς το άρθρο 173, σε συνδυασμό με 198 του παλαιού Αγροτικού Κώδικα (πδ 31.8/19-9-1935), ορίζεται ότι: 1.

Παραχωρούνται εις το νομικόν πρόσωπον της Κοινότητος εν τη περιφέρεια της οποίας κείνται: α) Αι δι’ οριστικής διανομής προς κοινήν των εγκατασταθέντων προσφύγων ή γηγενών χρήσιν αφεθείσα και αφιέμεναι εν εκάστω συνοικισμώ γαίαι καθοριζόμεναι κατά τας παραγράφους α, γ, δ και ε του άρθρου 31 του παρόντος κώδικος..... (οδοί, πλατείας, βοσκήσιμοι εκτάσεις), β).......

γ) τα εν εκάστω συνοικισμώ και μετά την οριστικήν διανομήν των γαιών και ρυμοτομίαν του συνοικισμού αυτομένοντα αδιάθετα οικόπεδα, δ)..... 2 ..... 3. Η αληθείς ερμηνεία της περιπτώσεως υπό στοιχείον γ της προηγουμένης παραγράφου 1 είναι ότι δια την μεταβίβασίν εις την οικείαν Κοινότητα των αδιαθέτων οικοπέδων, απαιτείται ειδική απόφαση του Υπουργού Γεωργίας δι’ ένα έκαστον συνοικισμού ουχι γενική τοιαύτη.

Α. Τα κατά την προηγουμένην παράγραφον 1 κτήματα, λογιζόμενα ως κοινοτικός κλήρος, μεταβιβάζονται δι’ αποφάσεως του Υπουργού της Γεωργίας, δημοσιευομένης εν περιλήψει εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εις την οικείαν Κοινότητα. Από της μεταγραφής της δημοσιευθείσης αποφάσεως η κυριότης και η νομή μεταβιβάζονται εις την οικείαν Κοινότητα, άνευ άλλης τινος διατυπώσεως...".

Από τις διατάξεις αυτές του άρθρου 164 προκύπτει ότι, όταν κατά την οριστική διανομή, διάφορα ενάριθμα κληροτεμάχια παραχωρούνται ρητά με το οικείο πρακτικό (απόφαση) της αρμόδιας Επιτροπής στην κατονομαζόμενη σ’ αυτό Κοινότητα, στην περιφέρεια της οποίας βρίσκονται, αρκεί, για την κτήση, από την Κοινότητα, της κυριότητας των κληροταμαχίων να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και να μεταγραφεί η απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, με την οποία επικυρώνεται, κατά το μνημονευόμενο άρθρο 191 παρ. 5 του ΒΔ 29.10/6-12-1942, η οριστική διανομή και δεν απαιτείται επιπροσθέτως (στην περίπτωση αυτή) να εκδοθεί, δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και μεταγραφεί και ειδική (άλλη) απόφαση του ίδιου Υπουργού για τη μεταβίβαση των κληροτεμαχίων αυτών στην Κοινότητα, γιατί τέτοια ειδική απόφαση του Υπουργού Γεωργίας απαιτείται μόνο για τα οικόπεδα που έμειναν αδιάθετα κατά τη γενομένη οριστική διανομή του αγροκτήματος.

Ότι τέτοια ειδική απόφαση απαιτείται μόνο για τα αδιάθετα οικόπεδα προκύπτει, κατ’ αντιδιαστολή, από το γράμμα της πιο πάνω ερμηνευτικής διατάξεως του άρθρου 164 παρ. 3 του Β.Δ/τος 29/10.6/12-1949 (αντίστοιχο άρθρο 198 παρ. 2 Π.Δ/τος της 31/8-19/9-1935). Αν ο νομοθέτης ήθελε για όλα τα ακίνητα που παραχωρούνται στην Κοινότητα κατ’ εφαρμογή της πρώτης παραγράφου των άρθρων 164 και 173 αδιακρίτως, την έκδοση κλπ και ειδικής Υπουργικής αποφάσεως, δεν υπήρχε λόγος να θεσπιστεί η ερμηνευτική διάταξη.

Βεβαίως τα άρθρα 164 παρ. 4 και αντιστοίχως 173 παρ. 2 των ανωτέρω διαταγμάτων δεν κάνουν καμιά διάκριση ως προς τα κτήματα για τα οποία απαιτείται η μνημονευομένη ειδική Υπουργική απόφαση, αλλά και οι δύο αυτές παράγραφοι αναφέρονται στην πρώτη παράγραφο (των αντιστοίχων άρθρων), η οποία ισχύει όπως ερμηνεύθηκε αυθεντικά, κατά τα εκτεθέντα.

Άλλωστε το να αξιώνεται η έκδοση και (ειδικής) Υπουργικής περί ματαβιβάσεως αποφάσεως, δεν θα είχε καμιά έννοια, όταν μάλιστα στην Κοινότητα παραχωρούνται ενάριθμα και συγκεκριμένα ακίνητα προς χρήση των κατοίκων της (προσφύγων ή γηγενών). Αλλιώς όμως έχουν τα πράγματα όταν πρόκειται για αδιάθετα οικόπεδα, ακίνητα δηλαδή μη προοριζόμενα για την κοινή χρήση (Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο (ΑΕΔ) 31/1990).

Εξ ετέρου με το άρθρο 281 ΑΚ ορίζεται ότι η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από τη συμπεριφορά του δικαιούχου πριν από την άσκηση του δικαιώματος ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν και την πραγματική κατάσταση που στο μεταξύ διαμορφώθηκε ή από άλλα περιστατικά, τα οποία χωρίς να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινοτικού ανθρώπου.

Απαιτείται δηλαδή, για να καταστεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος να δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται ν ασκήσει το δικαίωμά του. Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου και η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει δικαίωμα ή δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί κατ’ αυτού, δεν αρκεί, κατ’ αρχήν, να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του.

Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις, που συνδέονται με προηγουμένη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί ανατροπή της καταστάσεως που έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί, με αποτέλεσμα να επέρχονται δυσμενείς για τα συμφέροντα του υπόχρεου επιπτώσεις, στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη.

Επίσης οι πράξεις του υποχρέου και η διαμορφωθείσα υπέρ αυτού κατάσταση πραγμάτων, είναι αναγκαίο να τελούν σε αιτιώδη σχέση προς την προηγούμενη συμπεριφορά, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστεως, τις συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά, δεν συγχωρείται να επικαλεσθεί (ο υπόχρεος) προς αντίκρουση του δικαιώματος.

Η συμπεριφορά του δικαιούχου που προκλήθηκε μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη ή παράλειψη του, η δε με την άσκηση του δικαιώματος ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε ή η με αυτήν πρόκληση στον υπόχρεο επαχθών, όχι δε κατ’ ανάγκη και αφόρητων συνεπειών, θα πρέπει, με γνώμονα την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη να μην είναι ανεκτή, ώστε, μετά από αντιστάθμιση τους προς το συμφέρον που η άσκηση αυτή εξυπηρετεί για τον δικαιούχο, να κρίνεται επιβεβλημένη, προς αποτροπή για τον υπόχρεο συνεπειών, η θυσία του αξιωμένου δικαιώματος.

Έτσι, το ζήτημα, αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του δικαιώματός του. Εξάλλου, η εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία έχει έντονο χαρακτήρα κανόνα δημοσίας τάξης, δεν αποκλείεται και επί ασκήσεως δικαιώματος που πηγάζει από διατάξεις δημοσίας τάξεις, όπως είναι και εκείνες του Αγροτικού Κώδικα για παραχώρηση της κυριότητας γεωργικών κλήρων και οικοπέδων (Ολ ΑΠ 33/2005, Ολ ΑΠ 7/2002, Ολ ΑΠ 8/2001).

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος παραβιάζεται αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Τέλος κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από το εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως, στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (αθρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ), το Εφετείο μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ’ αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων δέχθηκε, κατ’ ανέλεγκτη κρίση και κατά το μέρος που ενδιαφέρει την αναίρεση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά ως προς την από 27-3-2000 διεκδικητική αγωγή του ... (στη θέση του οποίου, όπως έχει ήδη αναφερθεί υπεισήλθε ο αναιρεσίβλητος ...) και των κατ’ αυτής ισχυρισμών της αναιρεσείουσας εναγομένης ανώνυμης εταιρείας και της υπέρ αυτής παρεμβάσας επίσης αναιρεσείουσας - ανώνυμης εταιρείας περί ιδίας από παράγωγο τρόπο κτήσεως κυριότητας και περί καταχρηστικής ασκήσεως του καταχθέντος σε δίκη δικαιώματος.

‘ ‘ Επίδικο είναι μέρος κληροτεμαχίου εμβαδού 38.094 τμ., το οποίο και αποτελεί τμήμα του μείζονος υπ’ ... κληροτεμαχίου, βρίσκεται στη θέση "Ρουσσές" της κτηματικής περιφέρειας του πρώην ..., το οποίο απέκτησε, μεταξύ άλλων κληροτεμαχίων, κατά κυριότητα ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος ..., δυνάμει του από 17-12-1932 πρακτικού οριστικής διανομής των κλήρων, που κυρώθηκε με την υπ’ αριθμ. ...1935 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας και δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 107/Τ2/35 και στο σχεδιάγραμμα του 90ου τοπογραφικού συνεργείου που μεταγράφηκε νόμιμα, στα βιβλία μεταγραφών Υποθηκοφυλακείου Ηρακλείου (τόμ. ...).

Μετέπειτα όμως το Ελληνικό Δημόσιο αμφισβήτησε τη νομιμότητα του εν λόγω κτητικού τίτλου και υποστήριξε ότι ο ενάγων Δήμος, ουδέποτε απέκτησε την κυριότητα του κληροτεμαχίου αυτού, διότι, εκτός από το παραπάνω πρακτικό, δεν επακολούθησε επιπροσθέτως η έκδοση και δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ειδικής αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς του Ελληνικού Δημοσίου, αποτελεί τον τίτλο κυριότητας του κληροτεμαχίου.

Η άποψη αυτή είχε διατυπωθεί στην απόφαση με αριθμό 559/1954 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία απορρίφθηκε αίτηση του ενάγοντος δήμου περί ακυρώσεως της με αριθμό 233/1953 αποφάσεως Επιτροπής Απαλλοτριώσεων. Ακολούθως ο ενάγων - εφεσίβλητος δήμος, άσκησε κατά του Ελληνικού Δημοσίου, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου την από 1-9-1979 αναγνωριστική της κυριότητας του αγωγή επί των κληροτεμαχίων, που απέκτησε με το ανωτέρω πρακτικό και εκδόθηκε επ’ αυτής η υπ’ αριθμό 198/1980 απόφαση του, που απέρριψε την αγωγή κατά τη βάση της για τον παράγωγο τρόπο κτήσεως κυριότητας από τον ενάγοντα.

Με την υπ’ αριθμό 142/1982 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, που εκδόθηκε επί εφέσεως του ενάγοντος κατά της προαναφερόμενης αποφάσεως, απορρίφθηκε ομοίως η βάση της αγωγής για τον παράγωγο τρόπο κτήσεως κυριότητας του. Η εφετειακή αυτή απόφαση αναιρέθηκε εν μέρει με την υπ’ αριθμό 626/1986 απόφαση του Γ’ Τμήματος του Αρείου Πάγου, που παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Δ’ Τμήμα του Αρείου Πάγου, το οποίο με την 507/1988 απόφαση του, ερμηνεύοντας τις διατάξεις των άρθρων 173 και 198 ΠΔ 31/1935 και 164 ΒΔ 29/1949, έκρινε ότι ο ενάγων Δήμος, με το ανωτέρω πρακτικό, νόμιμα απέκτησε την κυριότητα πολλών κληροτεμαχίων, μεταξύ των οποίων είναι και το με ...

κληροτεμαχίο, τμήμα του οποίου αποτελεί και το επίδικο. Η αμφισβήτηση ως προς την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, που δημιουργήθηκε μετά από την έκδοση των ανωτέρω αντίθετων αποφάσεων των ανώτατων δικαστηρίων, (ΣτΕ και ΑΠ), έχει ήδη αρθεί με την υπ’ αριθμ. 31/1990 απόφαση του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου. Η απόφαση αυτή εκδόθηκε μεταξύ του ενάγοντος - εφεσίβλητου δήμου και του Ελληνικού Δημοσίου και από τη δημοσίευση της ισχύει έναντι όλων, ως προς το νομικό θέμα που έκρινε, κατά τους ορισμούς της διάταξης του άρθρου 51 παρ. 1 Ν. 345/1976 περί Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου.

Με την απόφαση αυτή κρίθηκε, ότι νομίμως ο ενάγων - εφεσίβλητος Δήμος απέκτησε την κυριότητα των κληροτεμαχίων, διότι αρκεί η μεταγραφή της αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας, με την οποία επικυρώνεται η οριστική διανομή και δεν απαιτείται ουδεμία άλλη ειδική πράξη του Υπουργού. Κατά το έτος δε 1960, δηλαδή τέσσερα έτη μετά την έκδοση της προαναφερόμενης αποφάσεως του ΣτΕ εκδόθηκε ο με αριθμό .../13-12-1960 τίτλος κυριότητας της υπηρεσίας ανταλλαξίμων Μουσουλμανικών κτημάτων, ο οποίος έχει μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών Υποθηκοφυλακείου Ηρακλείου (τόμ. .... ...).

Απ’ όλα τα παραπάνω προκύπτει ότι, η εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα εταιρεία, δεν απέκτησε κυριότητα στο επίδικο τμήμα του κληροτεμαχίου, κατά παράγωγο τρόπο (άρθρο 1033 ΑΚ) από το μη κύριο Ελληνικό Δημόσιο, εφόσον η έλλειψη κυριότητας στον μεταβιβάζοντα έχει ως αποτέλεσμα την μη μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου (σχ.

ΑΠ 505/2015, ΑΠ 220/215 αμφ. δημ. Νόμος) και ο εφεσίβλητος Δήμος έχει καταστεί αποκλειστικά κύριος του επίδικου ακινήτου, που αποτελεί τμήμα του υπ’ ... κληροτεμαχίου, κατά παράγωγο τρόπο, δυνάμει του ως άνω από 17-12-1932 πρακτικού οριστικής διανομής των κλήρων, που κυρώθηκε με την υπ’ αριθμ. ...1935 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας και δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 107/Τ2/3 5 και στο σχεδιάγραμμα του 90ου τοπογραφικού συνεργείου, που μεταγράφηκε νόμιμα και σύμφωνα με τα προαναφερόμενα.

Επομένως όσα αντίθετα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες ότι ο δικαιοπάροχός τους (Ελληνικό Δημόσιο) αγόρασε το επίδικο ακίνητο από τους κληρονόμους Κ. κατόπιν απαλλοτριώσεως αυτού και συνεπώς ομολογούν, ότι δεν εγκαταστάθηκε στο επίδικο ακίνητο με την αναγκαστική διαδικασία, που προβλέπει ο Αγροτικός Κώδικας για τους αγροτικούς κληρούχους (κύρωση της οριστικής διανομής, έκδοση του οριστικού παραχωρητηρίου στο όνομα του κληρούχου και μεταγραφή του) είναι απορριπτέα ως νόμω αβάσιμα.

Στη συνέχεια το Εφετείο (κατά το μέρος που ενδιαφέρει την αναίρεση) απέρριψε τον περί ιδίας κυριότητας από παράγωγο τρόπο κτήσεως του επιδίκου ισχυρισμό των εκκαλουσών και τον οικείο πρώτο λόγο των εφέσεων. Στη συνέχεια το Εφετείο ως προς τον περί καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος ισχυρισμό των εκκαλουσών και τον οικείο τέταρτο λόγο των εφέσεών τους δέχθηκε τα ακόλουθα:

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχτηκε περαιτέρω ότι, το Ελληνικό Δημόσιο, λίγο πριν τα Γερμανικά στρατεύματα καταλάβουν την Ελλάδα και την Κρήτη ειδικότερα, ανήγειρε επί του επιδίκου ακινήτου, σταθμό ασυρμάτου, σε κτιριακές εγκαταστάσεις που το ίδιο κατασκεύασε για την εξυπηρέτηση των Τηλεπικοινωνιών της Ελλάδος.

Μετά την ίδρυση της εναγομένης με την μορφή της ανώνυμης εταιρείας με το ν.δ. 1049/1949, η εκμετάλλευση των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών που ασκούσε μέχρι τότε το Υπουργείο Τ.Τ.Τ. περιέρχεται σ’ αυτήν. Έκτοτε η τελευταία εγκαταστάθηκε και στον σταθμό ασυρμάτου που υπήρχε επί του επιδίκου. Ειδικότερα το Ελληνικό Δημόσιο είχε ήδη περιφράξει το επίδικο και είχε κατασκευάσει επ’ αυτού ένα απλό κτίριο, όπου είχαν τοποθετηθεί οι εγκαταστάσεις της ασύρματης τότε τηλεπικοινωνίας, καθώς και ένα δωμάτιο, τύπου φυλακίου, επίσης απλής κατασκευής, που χρησιμοποιούσε ο φύλακας, υπάλληλος ΟΤΕ.

Στον ακάλυπτο χώρο του ακινήτου και σε διάφορα σημεία του, υπήρχαν τρεις οριζόντιες κεραίες για την λήψη σημάτων, ραδιοτηλεγραφίας ή ραδιοτηλεφωνίας από τα πλέοντα καράβια, ενώ ο λοιπός χώρος χρησιμοποιούνταν για την τοποθέτηση υλικών υπεραστικού δικτύου (στυλώματα, κεραίες, σύρματα παλιά υλικά κλπ).

Αργότερα προστέθηκε και ένα μηχανοστάσιο περί τα 40 τμ. περίπου. Περί το έτος 1969 δημιουργήθηκε ένα κτίριο φρουράς από την εναγομένη και τρεις σκοπιές σε διάφορα σημεία του οικοπέδου, ενώ την επόμενη χρονιά ένα κτίριο 100 τμ. περίπου και δίπλα ένα τολ, για την αποθήκευση των υλικών. Το έτος 1979 η εναγομένη - εκκαλούσα εγκαταλείπει οριστικά τις εγκαταστάσεις της επί του επιδίκου, αποξηλώνοντας το σταθμό ασυρμάτου, διότι, λόγω του παρακείμενου αεροδρομίου, δεν μπορούσε να υπερυψώσει τις κεραίες της, αφού ήθελε να δημιουργήσει ικανότερο κέντρο λήψεως στο Αιγαίο και μεταφέρεται στις ....

Στη συνέχεια το έτος 1980 παραχωρεί το κτίριο του ασυρμάτου με συμβόλαιο στο κέντρο ..., όπου φιλοξενούνται παιδιά με ειδικές ανάγκες, το δε κτίριο της φρουράς χρησιμοποιείται έκτοτε ως πολιτιστικό κέντρο της εναγομένης. Ειδικότερα το κτίριο που χρησιμοποιείται ως πολιτιστικό κέντρο είναι ένα ισόγειο από λιθοδομή, στέγη από οπλισμένο σκυρόδεμα και καταλαμβάνει επιφάνεια περί τα 60 τμ.

Ομοίως και το κτίριο που χρησιμοποιείται ως σχολείο του συλλόγου ... για παιδιά με ειδικές ανάγκες είναι επίσης κατασκευασμένο από λιθοδομή με στέγη από οπλισμένο σκυρόδεμα εκτάσεως περίπου 300 τμ. Επίσης υφίσταται η αποθήκη (εγκαταλελειμμένη) κατασκευασμένη από απλούς τσιμεντόλιθους και στέγη από ελενίτ, καθώς και ένα ισόγειο κτίσμα, από μεταλλική κατασκευή και στέγη από σκυρόδεμα εκτάσεως 250 τμ, προκατασκευάστηκε πρόσφατα, μετά την έγερση της αγωγής.

Τέλος έχει τοποθετηθεί περίφραξη γύρωθεν του επιδίκου ακινήτου με απλό συρματόπλεγμα, εκτός από την βόρεια πλευρά του, όπου υπάρχει πλην του συρματοπλέγματος και σενάζ ύψους 20 πόντων και από τη δυτική του πλευρά, όπου υπάρχει τοιχίο από μπετό ύψους περίπου 1 μέτρου, στον δε περιβάλλοντα χώρο (ακάλυπτο) έχουν διαμορφωθεί χώροι αναψυχής, ήτοι μπάσκετ, τένις και κυλικείο.

Περαιτέρω και σε συνέχεια των ως άνω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων - εφεσίβλητος Δήμος, ουδέποτε αδράνησε στην άσκηση του δικαιώματος του, αλλά ούτε ολιγώρησε στην άσκηση της υπό κρίση αγωγής του. Αντίθετα αποδείχθηκε, ότι η καθυστέρηση των εκπροσώπων του ενάγοντος δήμου οφείλεται στη διαφωνία που, κατά τα άνω, ανέκυψε κατά το μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα με το Ελληνικό Δημόσιο και αφορούσε το ιδιοκτησιακό καθεστώς, εκτός των άλλων κληροτεμαχίων και ολόκληρου του κληροτεμαχίου (...), μέρος του οποίου αποτελεί το επίδικο ακίνητο.

Ειδικότερα, η μεταξύ του ενάγοντος δήμου και του Ελληνικού Δημοσίου δικαστική διένεξη αναφάνηκε, όπως προαναφέρθηκε, ιδίως κατά το έτος 1954 με την έκδοση της υπ’ αριθμ. 559/1954 απόφασης της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ), με την οποία απορρίφθηκε αίτηση του ενάγοντος δήμου περί ακυρώσεως της με αριθμό 233/1953 αποφάσεως Επιτροπής Απαλλοτριώσεων, αφού κατόπιν επακολούθησε η διεξαγωγή αλλεπάλληλων δικών και τελικώς δικαιώθηκε ο ενάγων δήμος, ο οποίος έκτοτε ξεκίνησε τη διαδικασία ανάκτησης των ακινήτων του.

Συνεπώς, ευθύς εξ αρχής αντέδρασε στην κατάληψη, όχι μόνο του επιδίκου ακινήτου, αλλά και άλλων κληροτεμαχίων που απέκτησε με τον ίδιο τρόπο (οριστική διανομή κλήρων), από το Ελληνικό Δημόσιο, αλλά και τρίτους καταπατητές, αφού κατέληξε κατά το έτος 1979, να ασκήσει αναγνωριστική αγωγή, τόσο εναντίον του Δημοσίου για την καταπάτηση, του κληροτεμαχίου υπ’ ..., τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο ακίνητο, όσο και κατά άλλων καταπατητών, που καταπάτησαν στην ευρύτερη περιοχή κληροτεμάχια (όπως κατά των καταπατητών των με αριθμ. ..., κληροτεμαχίων).

Το δε έτος 1994 εξέδωσε εναντίον της εναγομένης το από 25-4-1994 πρωτόκολλο Διοικητικής αποβολής από το επίδικο τμήμα ακινήτου, το οποίο ακυρώθηκε κατόπιν ασκήσεως σχετικής ανακοπής εκ μέρους της εναγομένης με την υπ’ αριθμ. 159/1995 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου. Κατ’ ακολουθίαν, αποδεικνύεται ότι όλα αυτά τα χρόνια που προηγήθηκαν, υπήρχε αμφισβήτηση σχετικά με την κυριότητα του Δήμου επί του επιδίκου ακινήτου, όμως δεν υπήρξε εκ μέρους του τελευταίου αδράνεια στην άσκηση του δικαιώματος της διεκδίκησης του, ούτε ολιγωρία, που να μπορούσε να δημιουργήσει στην εναγομένη - εκκαλούσα την πεποίθηση, ότι δεν θα ασκήσει το δικαίωμά του.

Άλλωστε οι περισσότερες από τις επικαλούμενες από την εναγομένη κτιριακές εγκαταστάσεις, ανεγέρθηκαν από αυτήν μετά το έτος 1969 έως και το έτος 1975, το δε έτος 1979 εγκαταλείφθηκαν από αυτήν, ενώ το ίδιο έτος ο ενάγων Δήμος άρχισε να διεκδικεί δικαστικά το όλο κληροτεμάχιο (με ...). Εκ μόνου του λόγου λοιπόν της επί δέκα χρόνια αδράνειας του ενάγοντος να ασκήσει το επίδικο δικαίωμα του και οι εμφανείς εν γνώσει του, ενέργειες της εναγομένης (ανέγερση κτιριακών εγκαταστάσεων, λειτουργία και χρήση του επιδίκου ως σταθμού ασυρμάτου), ακόμη και χωρίς διαμαρτυρία του πρώτου, δεν καθιστά άνευ τινός την άσκηση του με την αγωγή δικαιώματος του αντίθετη προς την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αφού η άσκησή του δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια τα επιβαλλόμενα από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό κι οικονομικό σκοπό του ασκούμενου δικαιώματος, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι οφείλεται σε αδικαιολόγητη αδράνεια του ίδιου, έστω και αν γνώριζε την λειτουργία επί του επιδίκου του άνω σταθμού και την επ’ αυτού ανέγερση των παραπάνω κτιριακών εγκαταστάσεων.

Επιπλέον δεν αποδείχθηκαν οι επιπρόσθετες ειδικές συνθήκες και περιστάσεις που πρέπει να συντρέχουν πέραν από την επί μακρό χρόνο αδράνεια του δικαιούχου, ακόμη και αν δημιούργησε την πεποίθηση στον οφειλέτη (εν προκειμένω εναγομένη - εκκαλούσα) ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί πλέον αυτό, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου η επακολουθήσασα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο να εξέρχεται των ορίων που τίθενται με το 281 ΑΚ.

Επίσης, η ενάσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος δήμου, αποδείχθηκε ότι δεν προκαλεί καμιά δυσμενή οικονομική επίπτωση στα συμφέροντα της εναγομένης, αφού η ίδια εγκατέλειψε τη λειτουργία των εγκαταστάσεων της επί του επιδίκου, από εικοσιπενταετίας και πλέον, χρησιμοποιώντας ένα μόνο κτίριο του για λόγους αναψυχής των υπαλλήλων της, ενώ η αξία των κτισμάτων αυτών, λόγω του προχείρου της κατασκευής τους και της παλαιότητας τους, είναι σχετικά μικρή, και έτσι η πραγματοποίηση των ανωτέρω κατασκευών στο επίδικο ακίνητο, δεν επέφερε δυσβάστακτες οικονομικές συνέπειες για την εναγόμενη, που είναι μεγάλου οικονομικού επιπέδου εταιρεία, σε συνάρτηση με την απώλεια του δικαιώματος κυριότητας επ’ αυτούς".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε τους αφορώντες τα παραπάνω ζητήματα οικείους λόγους της εφέσεως (πρώτο και τέταρτο) περί παραγώγου τρόπου αποκτήσεως της κυριότητας του επιδίκου από την αναιρεσείουσα εναγομένη και περί καταχρηστικής ασκήσεως από τον ενάγοντα Δήμο του ενδίκου δικαιώματός του και επικύρωσε κατά τα κεφάλαιά της αυτά την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει ομοίως.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση αφού διέλαβε σ’ αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της αποκτήσεως από τον αρχικά ενάγοντα ΟΤΑ της κυριότητας του επιδίκου, που ήταν τμήμα μεγαλυτέρου αποκτηθέντος από αυτόν κληροτεμαχίου, για το οποίο υπ’ ...

μεγαλύτερο κληροτεμάχιο έχει εκδοθεί η υπ’ αριθμ. 507/1988 απόφαση του Αρείου Πάγου, επί ασκηθείσας το 1979 αναγνωριστικής αγωγής μεταξύ των διαδίκων, η οποία δέχθηκε ότι η ανωτέρα δικαιοπάροχος του ενάγοντα Δήμου, Κοινότητα Ν. Αλικαρνασσού απέκτησε την κυριότητα του προαναφερθέντος υπ’ ... κληροτεμαχίου, καθώς και άλλων αναφερομένων σ’ αυτήν κληροτεμαχίων αμέσως μετά τη μεταγραφή της αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας (...1935) που κύρωνε το από 17-12-1932 πρακτικό οριστικής διανομής κλήρων, πράγμα το οποίο κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη αρκεί κατά την εκδοθείσα μετά την απόφαση αυτή υπ’ αριθμ. 31/1990 απόφαση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε ενόψει της κρίνασας διαφορετικά ως προς την κυρωτική απόφαση του Υπουργού υπ’ αριθμ. 559/1954 απόφαση της Ολ ΣτΕ, κατά την οποία έπρεπε να εκδοθεί επιπροσθέτως για τη μεταβίβαση του κληροτεμαχίου και άλλη ειδική απόφαση του ίδιου Υπουργού, ενώ στην εναγομένη - αναιρεσείουσα ΟΤΕ - ΑΕ δεν περιήλθε η κυριότητα αυτή από το Ελληνικό Δημόσιο, καθόσον τούτο κατάρτισε το 1936 μεταβιβαστική πράξη κυριότητας με τους κληρονόμους του Α.

Κ., οι οποίοι δεν ήταν κύριοι του μεταβιβαζομένου δικαιώματος και συνακόλουθα δεν απέκτησε παραγώγως κυριότητα, ώστε να μπορεί να την μεταβιβάσει. Οι αιτιολογίες αυτές ενόψει και της δεσμευτικότητας της προαναφερθείσας αποφάσεως του ΑΠ (του τμήματος παραπομπής) επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο των περί μεταβιβάσεως κυριότητας κατά τον Αγροτικό Κώδικα και τον ΑΚ διατάξεων.

Ενόψει τούτων ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ ταυτόσημος πέμπτος λόγος των αναιρέσεων και κατά το πρώτο μέρος του πρέπει να απορριφθεί, εσφαλμένα δε υπολαμβάνουν οι αναιρεσείουσες ότι το Εφετείο δέχεται ότι η υπ’ αριθμ. 507/1988 απόφαση του Αρείου Πάγου δέχεται ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στο υπ’ ...

κληροτεμάχιο, ενώ η απόφαση αυτή (του ΑΠ) αναγνωρίζει την κυριότητα της Κοινότητας Ν. Αλικαρνασσού σε όλο το υπ’ ... κληροτεμάχιο και η προσβαλλομένη κρίνει ανελέγκτως ότι το επιφανείας 38094 τμ. επίδικο είναι τμήμα του κληροτεμαχίου αυτού, κατά παραδοχή οικείου αγωγικού ισχυρισμού. Προσέτι υπό τις ως άνω παραδοχές το καταχθέν σε δίκη δικαίωμα του ενάγοντος δεν υπερβαίνει τα τασσόμενα από το άρθρο 281 ΑΚ όρια, καθόσον τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν πληρούν το πραγματικό της διατάξεως αυτής, όπως η έννοιά της αναλύθηκε στη νομική σκέψη.

Ειδικότερα γίνεται δεκτό ότι το Ελληνικό Δημόσιο από το 1941 και στη συνέχειθα από το 1949 η διάδοχός του εναγομένη ΟΤΕ - ΑΕ προέβησαν στην ανέγερση επί του επιδίκου κτιριακών εγκαταστάσεων για τη λειτουργία της ασύρματης επικοινωνίας, τις οποίες εγκαταστάσεις χρησιμοποίησαν μέχρι το 1979 και έκτοτε τις εγκατέλειψαν, εκτός από δύο κτίρια που χρησιμοποιούνται ακόμη και δη το ένα για τη λειτουργία από εκμισθωτή σύλλογο σχολείου για παιδιά με ειδικές ανάγκες και το άλλο για τη λειτουργία πολιτιστικού κέντρου, καθώς και διαμορφωμένοι χώροι αναψυχής.

Πλην όμως το εναγόμενο ουδέποτε αδράνησε για την άσκηση του ενδίκου δικαιώματός του, ενώ η καθυστέρηση στη διεκδίκηση των δικαιωμάτων του οφείλεται στην αμφισβήτηση του ιδιοκτησιακού του καθεστώτος που προέκυψε από την αναφερομένη απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, εφόσον δε πέραν της αδράνειας αυτής δεν προέκυψαν επιπρόσθετες ειδικές περιστάσεις δεν είναι καταχρηστική η άσκηση του ενδίκου δικαιώματος, αφού προσσέτι ενόψει του προχείρου της κατασκευής των κτιριακών εγκαταστάσεων, της παλαιότητας τους και της εγκαταλείψεώς τους σχεδόν στο σύνολό τους, δεν υφίστανται οικονομικές επιπτώσεις για την οικονομικά ισχυρή εναγομένη σε συνάρτηση με την απώλεια της ένδικης κυριότητας από το Δήμο.

Οι αιτιολογίες αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ΑΚ 281. Ενόψει τούτων ο ίδιος ταυτόσημος πέμπτος λόγος των αναιρέσεων και κατά το δεύτερο μέρος του πρέπει να απορριφθεί. Εξ ετέρου ενόψει των προεκτεθεισών παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως ο ταυτόσημος τέταρτος λόγος των αναιρέσεων, κατά τον οποίο το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε το άρθρο 25 του τότε ισχύοντος Ν. 5496/1932 περί αγροτικού κώδικα (ο οποίος όπως και οι Ν.5875/1933 και 6448/1935 κωδικοποιήθηκαν με το ΠΔ της 31/8.8/9/1935 που εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 76 του Ν. 6448/1935 - ΑΕΔ 31/1990) είναι ενόψει της προαναφερθείσας υπ’ αριθμ. 507/1988 αποφάσεως του Αρείου Πάγου αλυσιτελώς.

Επειδή κατά τη διάταξη του αριθμού 11β του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Όπως σαφώς συνάγεται από τη διάταξη αυτή οι αποδείξεις οι οποίες, παρά το νόμο, λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας πρέπει να είναι κρίσιμες για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού, αφού μόνο ένας τέτοιος ουσιώδης ισχυρισμός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (Ολ ΑΠ 42/2002).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο ταυτόσημο λόγο των αναιρέσεων αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από την παραπάνω διάταξη αναιρετική πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο για το ζήτημα της μη αποκτήσεως από το δικαιοπάροχο της αναιρεσείουσας Ελληνικό Δημόσιο της κυριότητας του επιδίκου, έλαβε υπόψη το υπ’ αριθμ. .../13-12-1960 παραχωρητήριο, το οποίο δεν προσκομίσθηκε από καμμία πλευρά των διαδίκων.

Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή περιέχει την ακόλουθη παραδοχή "Κατά το έτος 1960, δηλαδή τέσσερα έτη μετά την έκδοση της προαναφερόμενης απόφασης του ΣτΕ, εκδόθηκε ο με αριθμό .../3-12-1960 τίτλος κυριότητας της υπηρεσίας ανταλλαξίμων Μουσουλμανικών κτημάτων, ο οποίος έχει μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ηρακλείου (τομ. .... ...)".

Από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως και την επισκόπηση του προσκομιζομένου από τις αναιρεσείουσες επίμαχου μεταβιβαστικού τίτλου προκύπτει, ότι αυτός δεν έχει σχέση με την ένδικη υπόθεση και την απόδειξη των ισχυρισμών των διαδίκων, η δε αναφορά της απόφασης σ’ αυτήν και η προαναφερθείσα παραδοχή που τον περιέχει, οφείλονται προφανώς σε παραδρομή και ενόψει τούτου δεν στοιχειοθετείται ο ερευνώμενος ταυτόσημος πρώτος λόγος και των δύο αναιρέσεων.

Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ’ του ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο.

Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση του αποδεικτικού μέσου όταν είναι σαφής και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Καμμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη, ενώ από την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα μη αναφερόμενα.

Μόνον αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ ΑΠ 2/2008) ή κατ’ άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ ΑΠ 14/2005) ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο ταυτόσημο λόγο των αναιρέσεων και υπό την επίκληση της παραπάνω διατάξεως του αριθμού 11γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες ότι το Εφετείο α) για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως ως προς την ιδιότητα του επιδίκου ως τμήματος μεγαλυτέρου κληροτεμαχίου δεν έλαβε υπόψη τα παρακάτω έγγραφα, από τα οποία προέκυπτε ότι τούτο (επίδικο) δεν είχε την προαναφερθείσα ιδιότητα και ότι ανήκε στους κληρονόμους Α.

Κ., από τους οποίους το είχε αποκτήσει το δικαιοπάροχο του αναιρεσείοντος ΟΤΕ - ΑΕ, ήτοι το Ελληνικό Δημόσιο με σύμβαση, μετά από έκδοση δικαστικής απόφασης που το επέτρεπε καθόσον τούτο περιλαμβανόταν σε μεγαλύτερο ακίνητο επιφανείας 41.000 τμ. που είχε κηρυχθεί υπό απαλλοτρίωση για την εγκατάσταση σταθμού ασυρμάτου - τηλέγραφου της οποίας (απαλλοτρίωσης) η διαδικασία ήταν χρονοβόρα και γι’ αυτό, στα πλαίσια της, επιτράπηκε η μεταβίβαση του επιδίκου στο Δημόσιο με την προαναφερθείσα σύμβαση και β) για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως ως προς τη βασιμότητα του καταλυτικού ισχυρισμού των αναιρεσειουσών περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσίβλητου Δήμου, δεν έλαβε υπόψη τα παρακάτω έγγραφα, από τα οποία προέκυπταν οι επαχθείς συνέπειες της στερήσεως του επιδίκου από τον αναιρεσείοντα ΟΤΕ και η κρισιμότητα της λειτουργίας του σταθμού ασυρμάτου σε τοπικό επίπεδο.

Ειδικότερα τα έγγραφα αυτά ως προς την πρώτη αιτίαση είναι α) η υπ’ αριθμ. πρωτ. ...1965 αγωγή του τότε Δήμου Αλικαρνασσού κατά του τότε ..., β) η από 5-4-1966 έκθεση του Χ. Χ. τεχνικού Δ.Α.Π Ηρακλείου προς τον Προϊστάμενο του Γραφείου ΔΑΠ, γ) η υπ’ αριθμ. 207291/4851/1966 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, δ) η από 9-11-1935 απόφαση του Πρωτοδικείου Ηρακλείου, ε) το από 17-9-1962 έγγραφο του Γραφείου Διαχειρίσεως Ανταλλαξίμου Περιουσίας και ως προς τη δεύτερη αιτίαση α) τις υπ’ .../1997 και .../1979 άδειες οικοδομής και β) το υπ’ αριθμ. .../2003 έγγραφο του ΟΤΕ - Τηλεπ.

Περιφέρια Κρήτης. Οι ταυτόσημοι αυτοί λόγοι που αφορούν σε έγγραφα, των οποίων έγινε νόμιμη, μετ’ επικλήσεως, προσαγωγή στο Εφετείο, πρέπει να απορριφθούν και ως προς τις δύο αιτιάσεις τους ως αβάσιμοι, γιατί από την προσβαλλομένη απόφαση και ιδιαίτερα από την περιεχομένη σ’ αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη "όλα, ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν οι διάδικοι......

είτε...... ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα...... είτε ως δικαστικά τεκμήρια" σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν γεννιέται καμμιά απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία και συνεκτίμησε για τη στήριξη του αποδεικτικού του πορίσματος ως προς τα παραπάνω ζητήματα και μάλιστα δέχθηκε (λαμβάνοντας υπόψη τις οικοδομικές άδειες) ότι τα επί του επιδίκου κτίσματα ανεγέρθηκαν με δαπάνες της αναιρεσείουσας ΟΤΕ - ΑΕ και του δικαιοπαρόχου της Δημοσίου, αλλά στη συνέχεια δέχθηκε ανέλεγκτα ότι οι εγκαταστάσεις αυτές ήδη από το 1979 σχεδόν στο σύνολό τους έχουν εγκαταλειφθεί και χρησιμοποιούνται άλλες πιο σύγχρονες στις Γούρνες, ενώ ο σταθμός ασυρμάτου έχει αποξηλωθεί και ότι οι συνέπειες στερήσεως του επιδίκου, ενόψει της αξίας του οικοπέδου για το Δήμο της μικρής σχετικά αξίας των εγκαταστάσεων ένεκα του προχείρου της κατασκευής τους και της παλαιότητας τους και της οικονομικής επιφάνειας της ΑΕ - ΟΤΕ δεν είναι δυσβάστακτες για την αναιρεσείουσα εταιρεία και την παρεμβάσα ειδική της διάδοχο.

Η αιτίαση του ερευνώμενου λόγου ότι από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, είναι απαράδεκτη, καθόσον πλήττει την, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ, αναιρετικά ανέλεγκτη αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων ενώ, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, δεν απαιτείται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων.

Ενόψει τούτον και ο λόγος αυτός (δεύτερος) πρέπει να απορριφθεί. Επειδή ο από το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.

Ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων θεμελιώνει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 438 και 432 του ίδιου κώδικα ως αποδεικτικά μέσα και μπορεί να είναι είτε ιδιωτικά, είτε δημόσια και να χρησιμεύουν προς άμεση ή έμμεση απόδειξη και προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Επομένως δεν αποτελούν έγγραφα με την έννοια των παραπάνω άρθρων η δικαστική απόφαση από την οποία παράγεται δεδικασμένο και η οποία ως δικαστική απόφαση έχει την αναφερόμενη στο άρθρο 312 ΚΠολΔικ αποδεικτική δύναμη και η λήψη ή μη του απορρέοντος από αυτήν δεδικασμένο ή η παραβίασή του ιδρύουν τους από τους αριθμούς 16 ή 8 του άρθρου 559 του ίδιου κώδικα λόγους αναιρέσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο των αναιρέσεων αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αναιρετική πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπ’ αριθμ. 507/1988 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, που εκδόθηκε από το τμήμα παραπομπής του επί αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας ακινήτων, μεταξύ των δικαιοπαρόχων των διαδίκων, ήτοι της Κοινότητας Νέας Αλικαρνασσού και του Ελληνικού Δημοσίου και αναγνώρισε, μεταξύ άλλων, ότι η απώτερη δικαιοπάροχος του αναιρεσιβλήτου ...

είναι κυρία του υπ’ ... κληροτεμαχίου που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέριας του πρώην ..., που απέκτησε με το νόμιμα κυρωθέν και μεταγραφέν από 17-12-1932 πρακτικό οριστικώς κλήρων, με το να δεχθεί ότι η απόφαση αυτή δέχεται ότι το επιφανείας 38.094 τμ. επίδικο αποτελεί τμήμα του κληροτεμαχίου αυτού.

Ο λόγος αυτός ανεξάρτητα από το ότι βασίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθόσον όπως έχει ήδη αναφερθεί παραπάνω κατά την έρευνα του τέταρτου λόγου των αναιρέσεων δεν υφίσταται τέτοια παραδοχή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί αναφέρεται σε αποδεικτικό μέσο και δη σε δικαστική απόφαση, παράγουσα μεταξύ των διαδίκων, δεδικασμένο, το οποίο (αποδ.

μέσο) δεν αποτελεί "έγγραφο", κατά την αναφερόμενη στη νομική σκέψη έννοια, ώστε να υπόκειται σε παραμόρφωση κατά την έννοια της ερευνώμενης διάταξης. Ενόψει τούτων και οι λόγοι αυτοί, καθώς και οι συνεκδικαζόμενες αναιρέσεις στο σύνολό τους, πρέπει να απορριφθούν και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από κάθε αναιρεσείουσα παραβόλου (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔικ), ενώ αυτές (αναιρεσείουσες) λόγω της ήττας τους (άρθρ. 183 και 176 ΚπολΔικ) πρέπει να καταδικασθούν στην δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, η δε υπέρ του αναιρεσίβλητου Δήμου δαπάνη θα είναι μειωμένη, σύμφωνα με το επί Δήμων εφαρμοζόμενο άρθρο 22 παρ.1 και 3 του Ν. 3693/1957 και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ’ αριθμ.134423/8-12-1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Φεκ.

Β’ 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν.1738/1987.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την από 28-11-2016 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΡΕΙΑ" κατά του "..." και της ανώνυμης εταιρείας "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο (ΟΤΕ - ΑΕ) και την από 29-11-2016 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΟΤΕ - ΑΕ" κατά του "..." και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" για αναίρεση της υπ’ αριθμ.20/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.

Απορρίπτει τις αναιρέσεις αυτές.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από κάθε αναιρεσείουσα παραβόλου.

Καταδικάζει κάθε αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη κάθε πλευράς αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει για κάθε αναίρεση σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ από τα οποία εξακόσια (600) ευρώ υπέρ του Δήμου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ