Legislator Case Law & Legislation
305/2017 AI generated

305/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 305/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη-εισηγήτρια, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

305/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών, ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητου ζήτησε να απορριφθεί καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 305 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 305/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη-εισηγήτρια, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 25 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών:1)Μ.-Μ. Σ. του Σ., κατοίκου ..., 2)Φ. Σ. του Σ., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Τσώνη.

Της αναιρεσιβλήτου: Π. Χ. το γένος Δ. Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ελευθέριο Κρέμερ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-10-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 54ΤΜ/2014 του ιδίου Δικαστηρίου, 105/2015 του Εφετείου Αιγαίου.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 10-3-2016 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών, ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητου ζήτησε να απορριφθεί καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔικ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.

Αντίθετα η ποιοτική ή ποσοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, κατά νόμο, για την στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά δηλαδή περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 14 και 8 του ΚΠολΔ, καθόσον στην πρώτη περίπτωση (αρ. 14) το δικαστήριο παραλείπει να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου, κατά παράβαση της δικονομικής διατάξεως του άρθρου 216 ΚΠολΔικ, στην δε δεύτερη περίπτωση (αρ.8) λαμβάνει υπόψη ως προς την ιστορική βάση της αγωγής περιστατικά που δεν προτάθηκαν ή παραγνωρίζει περιστατικά που προτάθηκαν, ενώ εξ ετέρου η ποσοτική αοριστία της αγωγής δεν ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο του αρ. 19 του ίδιου άρθρου, καθόσον η ίδρυσή του προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της διαφοράς.

Περαιτέρω από το άρθρο 1094 ΑΚ συνάγεται ότι αναγκαία στοιχεία της διεκδικητικής ή αναγνωριστικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής είναι, μεταξύ άλλων, η ακριβής περιγραφή του ακινήτου κατά θέση έκταση και όρια, καθώς και κατά ιδιότητα ως οικοπέδου, αγρού κλπ ώστε να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητά του.

‘ Οταν το επίδικο ακίνητο φέρεται στην αγωγή ως τμήμα μεγαλυτέρου ακινήτου, ο ενάγων έχει υποχρέωση εκτός από την έκταση του επιδίκου τμήματος, να προσδιορίσει τη θέση μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο, έτσι ώστε ο εναγόμενος να αντιτάξει άμυνα περί συγκεκριμένου επιδίκου αντικειμένου και σε περίπτωση παραδοχής της αγωγής να είναι δυνατή η εκτέλεση η δε περιγραφή του ακινήτου μπορεί να γίνει και με την αποτύπωσή του σε ενσωματωμένο στο δικόγραφο της αγωγής τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλίμακα.

Δεν απαιτείται όμως για το ορισμένο της αγωγής να αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο οι πλευρικές διαστάσεις, ούτε ο καθ’ ορια προσανατολισμός του, ούτε επίσης να κατονομάζονται οι ιδιοκτήτες των ομόρων ακινήτων, εφόσον και χωρίς τα στοιχεία αυτά δεν δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητα του επιδίκου, ενώ όταν πρόκειται για κληρονομιαίο ακίνητο, για το ορισμένο της αγωγής απαιτείται η αναφορά της αποδοχής και η μεταγραφή της.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης διεκδικητικής αγωγής (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ), το επίδικο ακίνητο περιγράφεται επαρκώς κατά θέση, έκταση και όρια, ώστε να μην γεννώνται αμφιβολίες για την ταυτότητά του και προσδιορίζεται η θέση των δύο επί μέρους επιδίκων ως τμημάτων του όλου μεγαλυτέρου ακινήτου, τα οποία διαχωρίζονται με εδαφική λωρίδα, επί της οποίας έχει συσταθεί δουλειά διόδου.

Ειδικότερα αναφέρεται στην αγωγή ότι η ενάγουσα από νόμιμα γενομένη αποδεκτή και μεταγραφείσα κληρονομιά των γονέων της, έγινε κυρία του επιφανείας 14532,86 επιδίκου αγροτεμαχίου που διαχωρίζεται σε δύο τμήματα, έκτασης 4818,90 και 8462,51 τμ, από εδαφική λωρίδα επιφανείας 1251,45 τμ επί της οποίας έχει συσταθεί δουλεία, τόσο δε το όλο ακίνητο, όσο και τα επί μέρους τμήματά του περιγράφονται κατά θέση έκταση και όρια, ενώ αποτυπώνονται και στα συνημμένα στο δικόγραφο της αγωγής από Ιουνίου 2008 δύο τοπογραφικά διαγράμματα του τοπογράφου μηχανικού Π.

Ν. Θ.. Ενόψει τούτων η αγωγή ως προς τον τρόπο περιέλευσης του επιδίκου στην κυριότητα της ενάγουσας και την περιγραφή του όλου και των επί μέρους τμημάτων του, είναι επαρκώς ορισμένη και καμμιά αμφιβολία δεν γεννιέται για την ταυτότητά του. Ενόψει τούτων το δικαστήριο δεν αρκέστηκε σε λιγότερα από όσα απαιτεί ο νόμος για την απόκτηση, από κληρονομική διαδοχή της κυριότητας ακινήτου, ούτε έλαβε υπόψη για το ορισμένο της ιστορικής βάσεως της αγωγής πράγματα που δεν προτάθηκαν και ο υποστηρίζων τα αντίθετα και από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πρώτος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, ενώ οι αιτιάσεις του ίδιου λόγου κατά τις οποίες το ακίνητο που μεταβιβάστηκε στις αναιρεσείουσες δεν ταυτίζεται με κάποιο από τα επί μέρους ακίνητα που αναφέρονται στην αγωγή, αφορά σε περιστατικά εκτός του κειμένου της αγωγής, που αφορούν στην ουσιαστική βασιμότητά της και ως πλημμέλειες κατά του ορισμένου της είναι απαράδεκτες προσέτι δε η μη αναφορά των πλευρικών διαστάσεων του επιδίκου δεν είναι απαραίτητο στοιχείο του ορισμένου της περιγραφής του επιδίκου αντικειμένου, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη και ακόμη με την αναιρετική πλημμέλεια του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ δεν πλήττονται οι παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως που αφορούν το ορισμένο της αγωγής.

Ενόψει τούτων ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως και ως προς όλες τις αιτιάσεις του πρέπει να απορριφθεί. Επειδή η πληρότητα του αναιρετικού λόγου, ως προϋπόθεση του παραδεκτού αυτού, συνίσταται στη σαφή, ορισμένη και ευσύνοπτη αναφορά της αναιρετικής πλημμέλειας, από τις περιοριστικώς αναφερόμενες στο άρθρο 559 ΚΠολΔικ.

Η αναγκαιότητα σαφούς και ορισμένης έκθεσης του αναιρετικού λόγου επιβάλλει την εξειδίκευσή του, με αναφορά στο αναιρετήριο των απαραιτήτων για τη διάγνωσή του ιστορικών στοιχείων. Το ευσύνοπτο της έκθεσής του εξάλλου, συνίσταται στην περιληπτική αναφορά των εν λόγω στοιχείων, καθισταμένης περιττής της αναφοράς όσων λεπτομερειών δεν άπτονται του αναιρετικού ελέγχου.

Ως απαραίτητα ιστορικά στοιχεία τέλος νοούνται τα διαδικαστικά συμβάντα, επί των οποίων θεμελιώνεται η αναιρετική αιτίαση, ήτοι δικανικά γεγονότα (πχ πρόταση ισχυρισμού, λήψη υπόψη παρανόμου αποδεικτικού μέσου ή ερημοδικία διαδίκου) ή κρίσεως του ουσιαστικού δικαστηρίου ( πχ αναιτιολόγητη απόρριψη ενστάσεως κυριότητας ή ενστάσεως καταχρήσεως ή αποδοχή ισχυρισμού χωρίς απόδειξη) - Δοικητ.

ΟλΑΠ 14/2010- Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης γίνεται αριθμητική και μόνο επίκληση των διατάξεων των αριθμών 1, 8, 10, 11, 12, 16 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, χωρίς αντίστοιχο πραγματικό, ενώ χωρίς να γίνεται καμμία αναφορά στις παραδοχές και τις τυχόν πλημμέλειες της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, παρατίθενται οι ισχυρισμοί που είχαν με λόγους εφέσεως υποβληθεί στο Εφετείο περί παραγραφής, περί καταχρήσεως και περί ιδίας κυριότητας και στη συνέχεια αφού γίνεται επίκληση των προσκομισθέντων στο Εφετείο αποδεικτικών στοιχείων και του συμπεράσματος που, κατά τις αναιρεσείουσες, προέκυπτε από αυτά, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση κακή εκτίμηση των αποδείξεων, καθόσον το αποδεικτικό πόρισμα δεν συμφωνεί με εκείνο που οι αναιρεσείουσες θεωρούν ορθό.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί οι αιτιάσεις τους δεν συγκροτούν αναιρετικές πλημμέλειες, υπό την εκτιθέμενη στη νομική σκέψη έννοια. Περαιτέρω με τον ίδιο λόγο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι παραβίασε το δεδικασμένο που προέκυπτε από την υπ’ αριθμ. 71/2012 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, που έχει εκδοθεί σε δίκη που αφορούσε σε ακίνητο προερχόμενο από τον ίδιο με τον δικαιοπάροχο των διαδίκων ιδιοκτήτη, ήτοι από τον Δ.

Σ. και έχει εκδοθεί μεταξύ της αναιρεσίβλητης και των παιδιών της ετεροθαλούς αδελφής της Μ., ήτοι τους Δ. και Ι. Π.. Η αιτίαση αυτή είναι αλυσιτελής, αφού είναι προφανές ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του δεδικασμένου σε σχέση με την ένδικη υπόθεση, αφού δεν υφίστανται τα οριζόμενα στο άρθρο 324 ΚΠολΔικ αντικειμενικά όρια και δή ταυτότητα διαδίκων, δικαιώματος και αντικειμένου, αφού η επικαλούμενη απόφαση αφορά άλλους από τους διαδίκους της ένδικης υπόθεσης και σε άλλο δικαίωμα.

Ακόμη απαράδεκτη είναι η αναφορά του ίδιου λόγου στην κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας Α. Σ. και στην αξιολόγησή της, αφού τούτο απόκειται αποκλειστικά στην ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Ενόψει τούτων και ο λόγο αυτός ως προς όλες τις αιτιάσεις του, καθώς και η αναίρεση στο σύνολό της πρέπει να απορριφθούν και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τις αναιρεσείουσες παραβόλου (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ. 3 ΚΠολΔικ), ενώ αυτές (αναιρεσείουσες) λόγω της ήττας τους (άρθρ. 183, 176 και 181 παρ. 1 ΚΠολΔικ) πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10.3.2016 αίτηση των Μ. - Μ. Σ. του Σ. και Φ. Σ. του Σ. κατά της Π. Χ., το γένος Δ. Σ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 105/2015 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τις αναιρεσείουσες παραβόλου.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Φεβρουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 21 Φεβρουαρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ