Legislator Case Law & Legislation
305/2016 AI generated

305/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 305/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 305 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

305/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 305 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 305 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 305/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Γ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σακελλάρη.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ελληνικά Ταχυδρομεία Ανώνυμη Εταιρεία" και το διακριτικό τίτλο "ΕΛΤΑ" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γραμματική Ζήρα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-1-1989 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3167/1989 μη οριστική, 4030/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 1834/2006 μη οριστική και 5465/2007 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε η από 16-2-2009 αίτηση αναιρέσεως του ήδη αναιρεσείοντος και εκδόθηκε η 843/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η πιο πάνω εφετειακή απόφαση και παραπέφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο, αποτελούμενο από άλλους δικαστές. Με κλήση της ήδη αναιρεσίβλητης η υπόθεση επαναφέρθηκε για συζήτηση στο Εφετείο Αθηνών και εκδόθηκε η 58/2014 απόφασή του, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-1-2015 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 2-10-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.10 Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή της με το άρθρο 17 παρ.2 ν.2915/2001 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή δεδομένου ότι η ένδικη αγωγή ασκήθηκε και συζητήθηκε για πρώτη φορά πριν από την τροποποίηση αυτή, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι’ αυτά. Ως ουσιώδη για την έκβαση της δίκης πράγματα νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι νομίμως προτεινόμενοι στηρίζουν κατά νόμο αγωγή, ένσταση ή άλλη αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων προς παροχή έννομης προστασίας (Α.Π.159/2001), όχι όμως και οι ισχυρισμοί που συνιστούν άρνηση της αγωγής (Α.Π.39/2010). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες της παραβάσεως του άρθρου 559 αριθ.10 περ.α και περ.β Κ.Πολ.Δ. (εσφαλμένα αναφερόμενες ως παραβάσεις του άρθρου 560 αρ.10 Κ.Πολ.Δ.), για τη θεμελίωση δε του λόγου αυτού εκθέτει τα εξής: Ότι εσφαλμένα το εφετείο δέχθηκε ότι κατά τον επίδικο χρόνο αφενός μεν στις αρμοδιότητές του περιλαμβανόταν η διαχείριση της περιουσίας της αναιρεσίβλητης και ότι στα πλαίσια της ασκήσεως αυτής ο ίδιος συναλλασσόταν με διάφορα πιστωτικά ιδρύματα και παρακολουθούσε τη διακίνηση των διαθεσίμων της, αφετέρου δε ότι, μετά τη μεταβίβαση σ’ αυτόν από το Γενικό Διευθυντή της αναιρεσίβλητης αρμοδιοτήτων του τελευταίου, υπέγραφε εντολές ή εξέδιδε επιταγές πληρωμής μέσω πιστωτικών ιδρυμάτων, με συνέπεια να του αποδοθεί εσφαλμένα ότι με ευθύνη του κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα μεγάλα χρηματικά ποσά, μετά τη λήξη του χρόνου των προθεσμιακών καταθέσεων, παρέμειναν σκοπίμως επί δεκαεπτά ημέρες κατά μέσο όρο στον άτοκο λογαριασμό όψεως αντί να ανανεωθεί η κατάθεσή τους σε προθεσμιακές καταθέσεις, με αντίστοιχη ζημία της αναιρεσίβλητης από την απώλεια των τόκων. Ότι ούτε ο κανονισμός της αναιρεσίβλητης προέβλεπε ότι αυτός είχε τα καθήκοντα που του απέδωσε η προσβαλλόμενη ούτε υφίσταται έγγραφη μεταβίβαση σ’ αυτόν από το Γενικό Διευθυντή της αναιρεσίβλητης αρμοδιοτήτων του τελευταίου ώστε να υπογράφει εντολές ή να εκδίδει επιταγές πληρωμής μέσω πιστωτικών ιδρυμάτων ούτε υφίσταται απόφαση της αναιρεσίβλητης που να του αναθέτει τα καθήκοντα που του απέδωσε η προσβαλλομένη ούτε τέλος το εφετείο εξέδωσε προδικαστική απόφαση με την οποία να διατάσσει αποδείξεις για τους πιο πάνω πραγματικούς ισχυρισμούς του που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός κατά το πρώτο σκέλος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.10 περ.α Κ.Πολ.Δ., ήτοι ότι δέχθηκε χωρίς απόδειξη τους αναφερόμενους στο λόγο αγωγικούς ισχυρισμούς, είναι απαράδεκτος διότι με αυτόν, υπό την κατ’ επίφαση επίκληση πλημμέλειας εκ της ανωτέρω διατάξεως, πλήττεται η ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του εφετείου (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.). Ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.10 περ.β Κ.Πολ.Δ., ήτοι ότι παρά τον νόμο δεν διέταξε απόδειξη για τους επίσης αναφερόμενους στο λόγο αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, είναι απαράδεκτος πλην των ανωτέρω και διότι οι ισχυρισμοί που συνιστούν άρνηση της αγωγής δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ.10 Κ.Πολ.Δ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 περ.β Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Για το ορισμένο του πιο πάνω αναιρετικού λόγου απαιτείται να προσδιορίζονται οι αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν και παρά ταύτα λήφθηκαν υπόψη, ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου λήφθηκαν υπόψη οι αποδείξεις αυτές και η επίδραση αυτού στο διατακτικό της αποφάσεως (Α.Π.1202/2011). Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω πλημμέλεια (εσφαλμένα αναφερόμενη ως παράβαση του άρθρου 560 αρ.11 Κ.Πολ.Δ.), για τη θεμελίωση δε του λόγου αυτού εκθέτει: Ότι δεν προσκομίσθηκε ο κανονισμός της αναιρεσίβλητης που να προβλέπει ότι είχε τα καθήκοντα τα οποία του απέδωσε η προσβαλλομένη ούτε κάποιο έγγραφο από το οποίο να προκύπτει μεταβίβαση σ’ αυτόν από το Γενικό Διευθυντή της αναιρεσίβλητης αρμοδιοτήτων του τελευταίου ώστε να υπογράφει εντολές ή να εκδίδει επιταγές πληρωμής μέσω πιστωτικών ιδρυμάτων, πολύ δε περισσότερο διότι δεν γίνεται καν μνεία αυτού, ούτε τέλος προσκομίστηκε κάποια άλλη απόφαση της αναιρεσίβλητης που να του αναθέτει τέτοια καθήκοντα. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι με αυτόν ο αναιρεσείων δεν επικαλείται συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα που δεν προσκομίστηκαν και παρά ταύτα ελήφθησαν υπόψη από το εφετείο αλλά, υπό την κατ’ επίφαση επίκληση πλημμέλειας εκ του άρθρου 559 αριθ.11 περ.β Κ.Πολ.Δ., προβάλλει κατά της προσβαλλομένης αιτιάσεις για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.20 Κ.Πολ. Δ. λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό έγγραφο περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε συμπέρασμα τελείως διαφορετικό από αυτό που προκύπτει από το έγγραφο ως προς την ύπαρξη ή ανυπαρξία πραγματικού γεγονότος. Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο: α) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, β) το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο, γ) το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο για το ότι υπάρχουν ή όχι κρίσιμα γεγονότα και δ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο (Α.Π. 118/2013). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω πλημμέλεια (εσφαλμένα αναφερόμενη ως παράβαση του άρθρου 560 παρ.20 Κ.Πολ.Δ.), για τη θεμελίωση δε του λόγου αυτού εκθέτει: Ότι το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραμόρφωσε: 1) τον κανονισμό της αναιρεσίβλητης αναφορικά με τις ανατεθείσες σ’ αυτόν αρμοδιότητες, αφού εσφαλμένα δέχθηκε ότι του ανατέθηκε και αυτός ανέλαβε τη διαχείριση της περιουσίας της και 2) τη μεταβίβαση (ουδέποτε γενομένη) σ’ αυτόν από το Γενικό Διευθυντή της αναιρεσίβλητης αρμοδιοτήτων του τελευταίου, όπως και πάλι εσφαλμένα έκρινε η προσβαλλομένη. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος αφού από τα παρατιθέμενα για τη θεμελίωσή του περιστατικά δεν προκύπτει με σαφήνεια ποιων εγγράφων (εκτός του κανονισμού της αναιρεσίβλητης) το περιεχόμενο παραμόρφωσε το εφετείο, ενώ όσον αφορά τον κανονισμό δεν αναφερεται στο αναιρετήριο ποιο ήταν κατά τον αναιρεσείοντα το αληθινό περιεχόμενό του και ποια ήταν τα προφανώς διαφορετικά από τα αναφερόμενα σ’ αυτόν πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας. Αντίθετα με το λόγο αυτό προβάλλονται κατά της προσβαλλομένης παράπονα για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις) σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) και να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου (άρθρο 495 παρ.4 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19 Ιανουαρίου 2015 αίτηση του Γ. Γ. για αναίρεση της 58/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκηση της αιτήσεως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Νοεμβρίου 2015.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στις 18 Απριλίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ