Legislator Case Law & Legislation
305/2010 AI generated

305/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 305/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

305/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν όμως η βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται, κατά δικονομική επικουρικότητα (αρθρ. 219 ΚΠολΔ), υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απορρίψεως της κύριας βάσεως αυτής από τη σύμβαση εργασίας, αρκεί για την πληρότητα της πιο πάνω επικουρικής βάσεως να γίνεται απλή επίκληση της ακυρότητας της συμβάσεως, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 305 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 305/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 12η Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Ανώνυμη Εταιρία Λαϊκής Βάσης Ιαματικών Λουτρών Δήμου Απολλωνίας - Ιαματικά Λουτρά", που εδρεύει στην Νέα Απολλωνία του Δήμου Απολλωνίας Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραχοντζίτη.

Της αναιρεσίβλητης: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γρηγόριο Παπαδογιάννη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 24-7-2003 και 10-9-2003 αγωγές της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7461/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1310/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-10-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 8-10-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από το άρθρο 904 του ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, προκύπτει ότι στοιχείο του πραγματικού κάθε απαιτήσεως αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι, εκτός άλλων, και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη.

Αν λείπει το στοιχείο αυτό, δηλαδή αν η ως άνω αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η απαίτηση αυτή προϋποθέτει έλλειψη αξιώσεως από την αιτία. Τέτοια έλλειψη υπάρχει και όταν η αιτία της παροχής είναι παράνομη, εξαιτίας απαγορευτικής διατάξεως νόμου, τούτο δε συμβαίνει και στην περίπτωση της παροχής εργασίας από εργαζόμενο που δεν έχει τα απαιτούμενα, κατά νόμο, για τη συγκεκριμένη εργασία τυπικά προσόντα.

Στην περίπτωση αυτή, αν ασκηθεί αγωγή, με την οποία αναζητείται ευθέως από τον ενάγοντα εργαζόμενο ο πλουτισμός (ωφέλεια) του εναγομένου εργοδότη, εξαιτίας της ακυρότητας της συμβάσεως εργασίας, για να είναι ορισμένη η αγωγή, θα πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1α του ΚΠολΔ, τα περιστατικά που συνεπάγονται την ακυρότητα της συμβάσεως και συνιστούν τον λόγο για τον οποίο η αιτία της εντεύθεν ωφέλειας του εργοδότη δεν είναι νόμιμη.

Αν όμως η βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται, κατά δικονομική επικουρικότητα (αρθρ. 219 ΚΠολΔ), υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απορρίψεως της κύριας βάσεως αυτής από τη σύμβαση εργασίας, αρκεί για την πληρότητα της πιο πάνω επικουρικής βάσεως να γίνεται απλή επίκληση της ακυρότητας της συμβάσεως, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα.

Και τούτο, διότι στην τελευταία περίπτωση η επικουρική βάση της αγωγής θα εξετασθεί μόνο αν η στηριζόμενη στην έγκυρη σύμβαση εργασίας κύρια βάση της αγωγής απορριφθεί μετά παραδοχή της ακυρότητας της συμβάσεως για συγκεκριμένο λόγο, ο οποίος, είτε κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, είτε κατ' ένσταση του εναγομένου εργοδότη, αποτέλεσε ήδη αντικείμενο της δίκης και πληρούται έτσι ο σκοπός της διατάξεως του άρθρου 216 του Κ.Πολ.Δικ, η οποία απαιτεί τη σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή.

Επομένως στη δικονομικώς ενιαία εκδίκαση της επικουρικής βάσεως της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό δεν είναι αναγκαία η επίκληση από τον εργαζόμενο του λόγου ακυρότητας της συμβάσεως εργασίας που διαγνώστηκε ήδη δικαστικώς στην ίδια δίκη και είναι έτσι δεδομένος, κατά την εξέταση της ως άνω επικουρικής βάσεως (Ολ.ΑΠ.22/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα δικόγραφα των ένδικων από 24-7-2003 και 10-9-2003 αγωγών, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ισχυρίστηκε ότι η εναγομένη Ανώνυμη Εταιρία και ήδη αναιρεσείουσα, που αποτελεί Δημοτική Επιχείρηση εκμετάλλευσης των ιαματικών λουτρών του Δήμου Απολλωνίας, την προσέλαβε στις 2-5-1996 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου για να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως λογίστρια μέχρι 30-11-1996.

Ότι μετά τη λήξη της συμβάσεως αυτής συνέχισε να προσφέρει τις ίδιες υπηρεσίες με διαδοχικές συμβάσεις καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτής, με αποτέλεσμα να μετατραπεί η σύμβαση σε αορίστου χρόνου, εργάστηκε δε μέχρι 3-6-2003, οπότε η αναιρεσείουσα κατήγγειλε ακύρως τη σύμβαση. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε με την πρώτη αγωγή α) να αναγνωριστεί ότι η σύμβαση εργασίας της είχε το χαρακτήρα συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου β) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης γ) να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της και δ) να υποχρεωθεί να της καταβάλει τα αναφερόμενα ποσά που της οφείλει, για μισθούς υπερημερίας, άλλως ως συμπλήρωση της αποζημιώσεως απολύσεως, για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη και τέλος για αποδοχές αδείας.

Με τη δεύτερη αγωγή ζήτησε να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να της καταβάλει το αναφερόμενο ποσό ως αποζημίωση") για την αναφερόμενη σ' αυτή υπερωριακή απασχόλησή της. Όλα τα πιο πάνω ποσά η αναιρεσίβλητη ζήτησε να της καταβληθούν κυρίως με βάση τη σύμβαση εργασίας και επικουρικά, για την περίπτωση που θα θεωρηθεί άκυρη η σύμβασή της, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Το Εφετείο Θεσσαλονίκης απέρριψε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, την πρώτη αγωγή ως προς όλα τα αιτήματα αυτής πλην του κονδυλίου αυτής που αφορούσε τις αποδοχές αδείας της ενάγουσας -αναιρεσίβλητης καθώς και την κύρια βάση της δεύτερης αγωγής, γιατί έκρινε ότι η σύμβαση εργασίας της αναιρεσίβλητης ήταν άκυρη δεδομένου ότι μετά τη λήξη της πρώτης σύμβασης ορισμένου χρόνου που είχε καταρτιστεί εγκύρως, οι λοιπές διαδοχικές συμβάσεις που καταρτίστηκαν, είναι άκυρες γιατί έγιναν χωρίς την τήρηση των διατυπώσεων του Οργανισμού της αναιρεσείουσας, (η οποία ως δημοτική επιχείρηση υπάγεται στις διατάξεις του ν. 2190/1994) και χωρίς προκήρυξη και δημοσίευση αυτής ή οποιονδήποτε έλεγχο του Α.Σ.Ε.Π.

κατά παραδοχή δε της επικουρικής βάσης της δεύτερης αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, την οποία έκρινε νόμιμη και ορισμένη, επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 38.679,91 ευρώ ως αποζημίωση για την υπερωριακή απασχόλησή της, παρά το γεγονός ότι δεν αναφέρονταν σ' αυτή οι λόγοι ακυρότητας της συμβάσεως.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, δεν παρέλειψε, παρά το νόμο, να κηρύξει απαράδεκτη λόγω αοριστίας, την ως άνω επικουρική βάση της αγωγής και συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως αληθώς μόνο από το άρθρο 559 14 του Κ.Πολ.Δ. και όχι και από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Επειδή ως "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ, τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων ή η λήψη υπόψη καίτοι μη προταθέντων, ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος ουσιαστικού ή δικονομικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι δε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί της αγωγής ή της ενστάσεως, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι παρά το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε και απέδειξε ότι το σύστημα κάρτας-Δελτίων Παρουσίας Προσωπικού εφαρμόστηκε για μικρό χρονικό διάστημα και έκτοτε καταργήθηκε ως μη λειτουργικό, το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την υπερωριακή απασχόληση της αναιρεσίβλητης δέχτηκε το εν λόγω Δελτίο Παρουσίας προσωπικού το οποίο επικαλέστηκε και προσκόμισε αυτή.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι ο επικαλούμενος ισχυρισμός δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την προαναφερθείσα έννοια, αλλά επιχείρημα της αναιρεσείουσας που ανάγεται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-10-2007 αίτηση αναιρέσεως της Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "Ανώνυμη Εταιρία Λαϊκής Βάσης Ιαματικών Λουτρών Δήμου Απολλωνίας - Ιαματικά Λουτρά" κατά της 1310/2007 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιανουαρίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Φεβρουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ