Legislator Case Law & Legislation
305/2009 AI generated

305/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 305/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

305/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τη διάταξη αυτή, που έχει εφαρμογή και σε περίπτωση εκούσιας συμμορφώσεως σε επισπευδόμενη αναγκαστική εκτέλεση, αφού και αυτή είναι συνεπεία εξαναγκασμού, δεν αποκλείεται η επιβοηθητική ευθύνη κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού των άρθρων 904 επ. Α.Κ., για την επανόρθωση της τυχόν αδικίας από μία ελαττωματική και αδικαιολόγητη μετατόπιση περιουσιακών στοιχείων.

Keywords

AI generated
over-indebtedness outstanding insurance premiums deficiency of pledge lapse due to peremption over-insurance capacity to incur bill liability
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 305 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 305/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Νικολακόπουλο.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τα Σπυρίδωνα Τσαντίνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-7-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4095/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 10009/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 26-4-2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 2-10-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση για τους αναφερόμενους στο σκεπτικό λόγους.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 940 παρ. 3 ΚΠολΔ, που αποτελεί κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν ακυρωθεί αμετάκλητα η αναγκαστική εκτέλεση εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση έχει δικαίωμα να ζητήσει από εκείνον που την επέσπευσε αποζημίωση για τις ζημίες που επήλθαν από την εκτέλεση, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 914 ή 919 του Αστικού Κώδικα.

Από τη διάταξη αυτή, που έχει εφαρμογή και σε περίπτωση εκούσιας συμμορφώσεως σε επισπευδόμενη αναγκαστική εκτέλεση, αφού και αυτή είναι συνεπεία εξαναγκασμού, δεν αποκλείεται η επιβοηθητική ευθύνη κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού των άρθρων 904 επ. Α.Κ., για την επανόρθωση της τυχόν αδικίας από μία ελαττωματική και αδικαιολόγητη μετατόπιση περιουσιακών στοιχείων.

Εξ άλλου, η έννοια της γενικής απαιτήσεως από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό προκύπτει από την ΑΚ 904 παρ. 1 εδ. α', που ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Το εδάφιο δεύτερο της αυτής παραγράφου του ίδιου άρθρου αναφέρει ενδεικτικώς ορισμένες ειδικές από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό απαιτήσεις, με τη μορφή παραλλαγών της άνω γενικής απαίτησης, οι οποίες δεν έχουν σημασία παρά μόνο για τα όρια εφαρμογής των ειδικών διατάξεων των άρθρων 905 έως 907 και 911, 912 του Α.Κ.

Μεταξύ δε αυτών είναι και εκείνες από αχρεώστητη παροχή και για αιτία λήξασα. Απαίτηση παροχής αχρεωστήτου είναι η απαίτηση του ζημιουμένου κατά του λήπτη προς ανάληψη του συνεπεία αχρεωστήτου παροχής επελθόντος πλουτισμού αυτού. Επομένως απαιτείται ανυπαρξία υποχρέωσης για την εκπλήρωση της οποίας έγινε η παροχή του ζημιουμένου προς τον λήπτη, ως και άγνοια της ανυπαρξίας αυτής εκ μέρους του ζημιουμένου.

Ο κατά το άρθρο 905 παρ. 1 Α.Κ., αποκλεισμός της απαίτησης αχρεωστήτου, δεν ισχύει στην περίπτωση της ανυπαρξίας της βούλησης ελευθεριότητας, όπως συμβαίνει και όταν ο δότης υποχρεώθηκε να προβεί, στην καταβολή για την αποφυγή αναγκαστικής εκτέλεσης κατ' αυτού . Περαιτέρω, από το άρθρο 904 ΚΠολΔ σαφώς προκύπτει, ότι αναγκαστική εκτέλεση μπορεί να γίνει μόνο με βάση τίτλο εκτελεστό από τους αναφερόμενους στη διάταξη αυτή, όπως είναι και η διαταγή πληρωμής.

Όμως, η δικαστική απόφαση ή η διαταγή πληρωμής με την οποία υποχρεώνεται ο καθού να καταβάλει στον αιτούντα ορισμένο ποσό για κεφάλαιο και τους επ' αυτού τόκους υπερημερίας αποτελεί τίτλο εκτελεστό μόνο για το επιδικαζόμενο κεφάλαιο και τους τυχόν επιδικαζόμενους επίσης τόκους υπερημερίας, καθώς και για την επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη και τα έξοδα και δικαιώματα της επιταγής για εκτέλεση, δεν αποτελεί όμως εκτελεστό τίτλο για μη επιδικασθέντες τόκους υπερημερίας ή δικαστικά έξοδα.

Τέλος,ο από το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης (παραμόρφωση εγγράφου) ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας, για την σχηματισμό της κρίσης του, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού, παραμόρφωσε αποδεικτικό έγγραφο, είτε με εσφαλμένη ανάγνωση αυτού, είτε με παράλειψη ανάγνωσης χρησίμων τμημάτων του κειμένου αυτού , συνεπεία της οποίας αποδίδει στο αποδεικτικό αυτό έγγραφο περιεχόμενο που δεν έχει, ακολούθως δε βασιζόμενο αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στο παραμορφωθέν έγγραφο καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την αγωγή του, ο ήδη αναιρεσείων εκθέτει, ότι η εναγομένη ήδη αναιρεσίβλητη, με τίτλο και την υπ' αριθμ. 12.528/1987 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εις βάρος του δικαιοπαρόχου του (πωλητή), επέσπευσε εναντίον του τρίτου που νέμεται με νόμιμο τίτλο, αναγκαστική εκτέλεση και κατάσχε αναγκαστικώς τα αναφερόμενα στην αγωγή του ακίνητα, επί των οποίων η επισπεύδουσα, προς εξασφάλιση της απαιτήσεώς της είχε εγγράψει προσημείωση υποθήκης που τράπηκε σε υποθήκη. 'Ότι ο αντιπρόσωπός του Α, κατά την ημέρα που ορίστηκε για την διεξαγωγή του πλειστηριασμού των ενυποθήκων ακινήτων, εμφανίστηκε στον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο και ζήτησε να καταβάλει το χρέος του δικαιοπαρόχου του προς την επισπεύδουσα από την άνω διαταγή πληρωμής, προκειμένου να ματαιωθεί ο επικείμενος πλειστηριασμός, πλήν όμως ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος, ενεργώντας, σύμφωνα με την επιδοθείσα από την επσπεύδουσα επιταγή για αναγκαστική εκτέλεση εις βάρος του καθού, με την οποία πέραν του επιδικασθέντος με τον άνω τίτλο ποσού κεφαλαίων και εξόδων, η επισπεύδουσα ζητούσε και την καταβολή μη επιδικασθέντων τόκων, απαίτησε και την καταβολή των τόκων. 'Ότι αυτός (ενάγων), προκειμένου να αποφύγει τον πλειστηριασμό των ακινήτων του, αναγκάστηκε να καταβάλει αχρεωστήτως και τόκους, με δήλωσή του δε στον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο, επιφυλάχτηκε να αναζητήσει το ποσό των επιτασσομένων χωρίς εκτελεστό τίτλο τόκων.

Με βάση αυτά ο ενάγων, επικαλούμενος τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το αχρεωστήτως καταβληθέν σ' αυτή ποσό των τόκων. Το Εφετείο, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, απέρριψε την αγωγή, δεχόμενο εκτός των άλλων ότι, με βάση τον άνω εκτελεστό τίτλο (διαταγή πληρωμής) ο οφειλέτης υποχρεούτο να καταβάλει στην επισπεύδουσα και τόκους.

Στην κρίση του αυτή κατέληξε το Εφετείο στηριζόμενο κυρίως στην άνω διαταγή πληρωμής, την οποία προσκόμισε και επικαλέσθηκε ο ήδη αναιρεσείων, ως αποδεικτικό έγγραφο του θεμελιωτικού της αγωγής του ισχυρισμού, ότι κατέβαλε το ποσό των τόκων αχρεωστήτως, διότι με τον εκτελεστό αυτό τίτλο δεν επιδικάζονται και τόκοι.

Από τη διαταγή αυτή πληρωμής, που εκδόθηκε επί αιτήσεως της ήδη αναιρεσίβλητης κατά του οριστικού συνδίκου του πτωχεύσαντος οφειλέτη της επισπεύδουσας και δικαιοπαρόχου του ενάγοντος, Β, προκύπτει, ότι ο σύνδικος της πτώχευσης αυτού, διατάσσεται να καταβάλει στην επισπεύδουσα τράπεζα ποσό κεφαλαίου 11.000.000 δραχμών και ποσό 323.000 δρχ.

για δικαστικά έξοδα, όχι όμως και τόκους επιπλέον αυτών των ποσών. Επομένως, το Εφετείο, που δέχθηκε ότι με βάση την άνω διαταγή πληρωμής ο οφειλέτης υποχρεούται και στην καταβολή τόκων, πλέον του επιδικασθέντος κεφαλαίου, παραμόρφωσε με εσφαλμένη ανάγνωση το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, υποπίπτοντας στην από το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ πλημμέλεια, όπως βασίμως αιτιάται με τον πρώτο λόγο κατά το δεύτερο σκέλος του ο αναιρεσείων.

Επειδή, κατά την έννοια των άρθρων 1276, 1277, 1278 και 1279 Α.Κ, η προσημείωση χορηγεί δικαίωμα μόνο προτιμήσεως για την απόκτηση υποθήκης, υπό τη διπλή αίρεση της τελεσιδίκου επιδικάσεως της απαιτήσεως και της τροπής αυτής σε υποθήκη, μέσα στην προθεσμία που ορίζει το άρθρο 1323 αριθμ. 2 του Α.Κ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 56 παρ.2 του Εισ.Ν.ΚΠολΔ.

Η πλήρωση της ως άνω αιρέσεως ενεργεί αναδρομικώς, δηλαδή η υποθήκη λογίζεται εγγραφείσα από την ημέρα της προσημειώσεως, η ρύθμιση δε αυτή δεν επηρεάζεται από την πτώχευση του οφειλέτη. Έτσι, η προσημείωση που ενεγράφη πριν από τον ύποπτο χρόνο του άρθρου 537 ΕμπΝ μπορεί να τραπεί σε υποθήκη οποτεδήποτε, ακόμα και μετά την κήρυξη της πτωχεύσεως.

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 1289 Α.Κ, αν το κεφάλαιο της απαίτησης που ασφαλίζεται με υποθήκη γράφηκε ως τοκοφόρο, η υποθήκη, σε οποιουδήποτε την κυριότητα και αν βρίσκεται το ακίνητο, ασφαλίζει κατά την ίδια τάξη εγγραφής και τους καθυστερούμενους τόκους ενός έτους πριν από την κατάσχεση, από οποιονδήποτε και αν ενεργήθηκε αυτή, καθώς και τους τόκους μετά την κατάσχεση ως την πληρωμή του χρέους, ή ωσότου γίνει αμετάκλητος ο πίνακας της κατάταξης.

Κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, προϋπόθεση για την επέκταση της υποθήκης και επί των τόκων του χρονικού διαστήματος που αναφέρεται σε αυτή είναι η εγγραφή του κεφαλαίου της απαιτήσεως ως τοκοφόρου. Τέλος ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από τις αιτιολογίες της τα αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση πραγματικά περιστατικά, ως προς την κρίση του για τη συνδρομή των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της εφαρμογής του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή της μη συνδρομής αυτών που αποκλείουν την εφαρμογή του.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την απορριπτική της αγωγής του απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δεχόμενο ότι αποδείχθηκαν τα εξής: Ότι ο ενάγων έγινε κύριος , νομέας και κάτοχος με αγορά από τον δικαιοπάροχό του Β, δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ' αριθμ. ......

συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Στυλιανής Σιαράβα, των περιγραφομένων στην αγωγή του και την προσβαλλόμενη απόφαση οριζοντίων ιδιοκτησιών. Ότι η εναγομένη, προς εξασφάλιση απαιτήσεών της κατά του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος, είχε εγγράψει στις αγορασθείσες από τον ενάγοντα ως άνω οριζόντιες ιδιοκτησίες τις εξής προσημειώσεις υποθηκών:

α) δυνάμει της υπ' αριθμ. 12.994/183 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προσημείωση υποθήκης για ποσό 8.000.000 δρχ. β) δυνάμει της υπ' αριθμ. 2107/1984 απόφασης του ιδίου δικαστηρίου προσημείωση υποθήκης για ποσό 5.000.000 δρχ. γ) δυνάμει της υπ' αριθμ. 5597/1985 απόφασης του ιδίου δικαστηρίου προσημείωση υποθήκης για ποσό 10.000.000 δρχ.

Ότι οι προσημειώσεις αυτές ετράπησαν σε υποθήκες από 16.11.1987, δυνάμει της υπ' αριθμ. 12.526/1987 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών οι άνω δύο πρώτες και δυνάμει της υπ' αριθμ. 10.658/1987 διαταγής πληρωμής του ιδίου δικαστή η τρίτη, με τις οποίες (διαταγές πληρωμής) καταδικάσθηκε να καταβάλει στην ήδη αναιρεσίβλητη τράπεζα τα ποσά των 11.000.000 και 10.000.000 δρχ, αντιστοίχως, νομιμοτόκως και τα δικαστικά έξοδα. 'Ότι η εναγομένη με τίτλους τις εν λόγω διαταγές πληρωμής, επέσπευσε αναγκαστική εκτέλεση εις βάρος του ενάγοντος ως νομίμου διακατόχου των ενυποθήκων ακινήτων με κατάσχεση αυτών, επιτάσσοντας τον ενάγοντα να της καταβάλει τα παραπάνω ποσά πλέον τόκων υπερημερίας και εξόδων. 'Ότι κατά την ορισθείσα για τη διενέργεια του πλειστηριασμού χρονολογία, προσήλθε στον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο ο αντιπρόσωπος του ενάγοντος (καθού η εκτέλεση) και ζήτησε να καταβάλει τα επιδικασθέντα με τις άνω διαταγές ποσά, καθώς και ποσό για την ικανοποίηση του οποίου είχε αναγγελθεί η επισπεύδουσα, χωρίς όμως τόκους, προκειμένου να ματαιωθεί ο αναγκαστικός πλειστηριασμό και να αποφύγει τον πλειστηριασμό των ακινήτων του, πλήν όμως, ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος, ενεργώντας σύμφωνα με την επιδοθείσα επιταγή προς εκτέλεση, ζήτησε την καταβολή τόσο του κεφαλαίου όσο και των επ' αυτού τόκων και των εξόδων εκτέλεσης, τα οποία και κατέβαλε ο ενάγων δια του αντιπροσώπου του, επιφυλασσόμενος για τα ποσά των τόκων.

Περαιτέρω το Εφετείο, προς αντιμετώπιση του ουσιώδους για την έκβαση της δίκης αγωγικού ισχυρισμού του ενάγοντος, ότι αχρεωστήτως κατέβαλε τα επί πλέον ποσά των τόκων, διότι αυτά δεν καλύπτονταν με τις εγγραφείσες ως άνω προσημειώσεις, που ετράπησαν σε υποθήκες, δέχεται ότι από το όλο περιεχόμενο (ιστορικό) και διατακτικό των ανωτέρω αναφερομένων αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με τις οποίες χορηγήθηκε στην επισπεύδουσα τράπεζα το δικαίωμα εγγραφής προσημειώσεων υποθήκης, όπως και την υπ' αριθμ. 7.255/1985 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου, με την οποία χορηγήθηκε στην επισπεύδουσα το δικαίωμα εγγραφής προσημείωσης για την αναγγελθεία στον πλειστηριασμό απαίτησή της, καθώς και τις διαταγές πληρωμής προς ικανοποίηση των οποίων επισπεύδονταν η αναγκαστική εκτέλεση, είναι προφανές ότι με αυτές χορηγήθηκε στην ήδη αναιρεσείουσα το δικαίωμα εγγραφής πρσημειώσεων υποθηκών προς εξασφάλιση πέραν των ποσών του κεφαλαίου και των τόκων αυτών.

Με τις αιτιολογίες δε αυτές απέρριψε τον αγωγικό ισχυρισμό του ενάγοντος ότι αχρεωστήτως κατέβαλε τα ποσά των τόκων. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς, ασαφείς και ενδοιαστικές αιτιολογίες ως προς κρίσιμα ζητήματα, ήτοι τόσο ως προς το εάν με τις άνω αποφάσεις ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών χορηγήθηκε στην ενυπόθηκη δανείστρια το δικαίωμα εγγραφής προσημείωσης προς εξασφάλιση και των τόκων του κεφαλαίου, όσο και ως προς το αν οι απαιτήσεις της επισπεύδουσας, για την εξασφάλιση των οποίων αυτή ενέγραψε τις προσημειώσεις, εγγράφηκαν ως τοκοφόρες και έτσι εκαλύπτοντο και οι τόκοι του χρονικού διαστήματος ενός έτους πριν από την κατάσχεση και μέχρι την πληρωμή του χρέους, τα οποία ποσά των τόκων κατέβαλε ο αναιρεσείων.

Ως εκ τούτου, είναι βάσιμος ο εκ μέρους του Εισηγητού προταθείς και από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ απορρέων σχετικός λόγος αναιρέσεως και επομένως πρέπει, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο που εξέδωσε την αναιρούμενη, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 10.009/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος από ευρώ 2.000.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Νοεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ