Legislator Case Law & Legislation
305/2007 AI generated

305/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 305/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-12-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 5245/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 4786/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19 Νοεμβρίου 2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κανελλόπουλος ανέγνωσε την από 13 Απριλίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Legislator headnote

AI generated

305/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά τον επίδικο χρόνο ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) ήταν δήμαρχος Βιλλίων Αττικής, εκλέγονταν δε δήμαρχος επί πέντε τετραετίες συνεχώς. Ο εναγόμενος (ήδη αναιρεσίβλητος) ήταν δημοτικός σύμβουλος του ίδιου Δήμου και επικεφαλής της μειοψηφίας, που αντιπολιτεύονταν την πλειοψηφούσα παράταξη, επικεφαλής της οποίας ήταν ο ενάγων.

Keywords

AI generated
right to a decent burial resolution of discharge credibility of asylum claims Nigerian asylum application indigence declaration of presumed death
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 305 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 305/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Ελένη Παναγιωτάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :

Του αναιρεσείοντος : ..... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μαραζιώτη.

Του αναιρεσιβλήτου : .... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Λιάρο-Παπαχαραλάμπους.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-12-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 5245/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 4786/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19 Νοεμβρίου 2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κανελλόπουλος ανέγνωσε την από 13 Απριλίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τα άρθρα 57 εδ. α, 59 εδ. α, 914 και 932 ΑΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 361, 362, 363 και 367 ΠΚ, συνάγονται τα εξής: Όποιος παράνομα προσβάλλεται από άλλον στην προστατευόμενη από το Σύνταγμα (άρθρα 2 και 5) προσωπικότητά του και ειδικότερα στην τιμή ή υπόληψή του, προσβάλλεται δε είτε με δυσφήμηση, ήτοι όταν ο άλλος από πρόθεση με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για εκείνον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, είτε με συκοφαντία, ήτοι όταν ο άλλος τον δυσφημεί, το δε αντίστοιχο δυσφημιστικό γεγονός είναι ψευδές και αυτός ο άλλος γνωρίζει ότι το εν λόγω γεγονός είναι ψευδές, είτε με εξύβριση, ήτοι όταν ο άλλος, εκτός από τις περιπτώσεις της συκοφαντίας ή της δυσφημήσεως, από πρόθεση προσβάλλει την τιμή ή την υπόληψη εκείνου με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο, έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον.

Το δε δικαστήριο μπορεί, επιπλέον, αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, να καταδικάσει τον προσβολέα να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη εκείνου που έχει προσβληθεί. Ο άδικος όμως χαρακτήρας των πράξεων της εξυβρίσεως και της απλής δυσφημήσεως, όχι και της συκοφαντικής δυσφημήσεως, αίρεται, εκτός από άλλες περιπτώσεις, όταν ο προσβολέας προβαίνει στις δυσφημιστικές ή υβριστικές εκδηλώσεις από δικαιολογημένο ενδιαφέρον.

Αλλά και στην περίπτωση αυτήν ο άδικος χαρακτήρας της εξυβριστικής ή δυσφημιστικής εκδηλώσεως δεν αίρεται και συνεπώς παραμένει η παρανομία ως συστατικό στοιχείο της αδικοπραξίας (άρθρο 914 ΑΚ), όταν από τον τρόπο και υπό τις περιστάσεις υπό τις οποίες πραγματοποιήθηκε η εκδήλωση αυτή προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή σκοπός που κατευθύνεται ειδικά σε προσβολή της τιμής άλλου με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου ή με περιφρόνησή του.

Τέτοιος τρόπος, για την απόδειξη του σκοπού εξυβρίσεως, συντρέχει ιδίως όταν αυτός δεν είναι αντικειμενικά αναγκαίος για την απόδοση της σκέψεως εκείνου που φέρεται ότι ενεργεί από δικαιολογημένο ενδιαφέρον. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ανελέγκτως, ύστερα από εκτίμηση των αποδείξεων, τα εξής:

Κατά τον επίδικο χρόνο ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) ήταν δήμαρχος Βιλλίων Αττικής, εκλέγονταν δε δήμαρχος επί πέντε τετραετίες συνεχώς. Ο εναγόμενος (ήδη αναιρεσίβλητος) ήταν δημοτικός σύμβουλος του ίδιου Δήμου και επικεφαλής της μειοψηφίας, που αντιπολιτεύονταν την πλειοψηφούσα παράταξη, επικεφαλής της οποίας ήταν ο ενάγων.

Στις αρχές Αυγούστου του 2001 ο ενάγων οργάνωσε, όπως συνηθιζόταν, ανοικτή συγκέντρωση των συμπολιτών του στην πλατεία της κωμόπολης των Βιλλίων, προκειμένου να κάνει λογοδοσία για το πεπραγμένα του Δήμου. Στις 11.8.2001, ο εναγόμενος οργάνωσε παρόμοια συγκέντρωση, για να απαντήσει στη λογοδοσία που είχε κάνει ο ενάγων.

Στη συγκέντρωση αυτή ισχυρίσθηκε ενώπιον πολλών συμπολιτών του, μεταξύ των άλλων, και τα εξής: Α) "Ο δρόμος του νεκροταφείου στοίχισε κοντά στα 40.000.000 δρχ. και είναι μόλις 120 μέτρα. Φαίνεται πως έχει ακριβύνει η άσφαλτος τώρα τελευταία και ανέβηκαν οι τιμές", Β) "Το κύρος του Δημάρχου μειώνεται, όχι από την ομάδα, αλλά όταν έχει στον προϋπολογισμό του το ποσό των 6.000.000 δρχ., ως αμοιβή του μαέστρου της φιλαρμονικής για ένα οκτάμηνο και που εντελώς τυχαία είναι υιός του", Γ) "Το κύρος του Δημάρχου να ξέρετε πως δεν μειώνεται από ομάδες, αλλά από αξιόποινες πράξεις και ενέργειες, που προκαλούν δημοσιεύματα του Αθηναϊκού τύπου και διαβάζει όλη η Ελλάδα και σας κατατάσσουν στους πρωταθλητές της παρανομίας".

Αναφορικά με τον πρώτο πιο πάνω ισχυρισμό του εναγομένου, το Εφετείο δέχτηκε τα εξής: Η μελέτη του έργου (του δρόμου του νεκροταφείου) προέβλεπε προϋπολογισμό δαπάνης 48.000.000 δρχ., η οποία μαζί με τον ΦΠΑ ανέρχονταν στο ποσό των 56.640.000 δρχ. Από την "Τεχνική δε Περιγραφή" του έργου, που είχε ημερομηνία 5.12.2000 προβλέπονταν εγκιβωτισμός της οδού με τοίχους αντιστήριξης σε όλο το μήκος της αριστερά, όπως ανέρχεται, και στη δεξιά πλευρά της σε μήκος 90 περίπου μέτρων, σε μήκος δε 17 μ.

πριν από την είσοδο του νεκροταφείου θα κατασκευάζονταν ράμπα. Το ακριβές μήκος του δρόμου είναι 346 μ. Ο μειοδότης του διαγωνισμού, στον οποίο κατακυρώθηκε η κατασκευή του δρόμου, είχε προσφέρει έκπτωση 47,35%. Στις 27.4.2001 υπογράφτηκε η σύμβαση κατασκευής του έργου, ορίστηκε δε η αμοιβή του εργολάβου, βάσει της προσφοράς του, στο ποσό των 25.981.077 δρχ., ενώ ο ΦΠΑ επί του ποσού αυτού (18%) ανέρχονταν σε 4.676.593,86 δρχ.

Όμως κατά τον επίδικο χρόνο, δέχτηκε το Εφετείο, το έργο δεν είχε ολοκληρωθεί, ώστε να γνωρίζει ο εναγόμενος το πραγματικό κόστος του, ενώ δεν έχουν προσκομιστεί και στοιχεία, από τα οποία να προκύπτει, αν το πραγματικό κόστος του έργου περιορίστηκε τελικά στο πιο πάνω ποσό των 25.981.077 δρχ., χωρίς τον ΦΠΑ.

Από όλα τα παραπάνω προκύπτει, συνεχίζει το Εφετείο, ότι αυτά που ισχυρίστηκε ο εναγόμενος στη συγκέντρωση για το κόστος του έργου δεν είναι ψευδή, γιατί αποδείχτηκε, ότι αυτός αναφερόταν στο κόστος, που προέβλεπε η μελέτη του έργου, αφού η κατασκευή του δρόμου δεν είχε ολοκληρωθεί και δεν ήταν γνωστό τότε το κόστος της, το οποίο, κατά την εν λόγω μελέτη, ήταν αρκετά μεγαλύτερο.

Συνεπώς, είπε το Εφετείο, όσον αφορά τον ισχυρισμό αυτόν, δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως, αλλ' ούτε και της απλής δυσφημήσεως, διότι αυτά που ισχυρίστηκε ο εναγόμενος για το κόστος του έργου είναι αληθή. Αυτά δε που ισχυρίστηκε ο ίδιος για το μήκος του δρόμου, δεν ανταποκρίνονται μεν προς την αλήθεια, αλλά δεν αποδείχτηκε και ότι αυτός γνώριζε το πραγματικό μήκος του δρόμου, που θα κατασκευαζόταν. Αντίθετα, αποδείχτηκε, ότι ο εναγόμενος, έχοντας υπόψη του αυτά που αναφέρονταν στην παραπάνω τεχνική περιγραφή του έργου για κατασκευές σε μήκος 90 μέτρων περίπου και σε μήκος 17 μ. πριν από την είσοδο του νεκροταφείου, υπέλαβε ότι το μήκος του δρόμου, που θα κατασκευαζόταν ήταν 120 μ. Αποδείχθηκε, δηλαδή, ότι αυτός πλανιόταν συγγνωστώς, ως προς το ακριβές μήκος του δρόμου, που θα κατασκευαζόταν.

Συνεπώς, όσον αφορά τον ισχυρισμό αυτό του εναγομένου, δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως. Ούτε όμως το αδίκημα της απλής δυσφημήσεως στοιχειοθετείται με αυτά, που ισχυρίσθηκε αυτός για το μήκος του δρόμου, γιατί η λανθασμένη αναφορά του στο μήκος αυτού, ως προς το οποίο (μήκος) μάλιστα, όπως αναφέρθηκε, αυτός πλανιόταν συγγνωστώς, δεν αρκεί μόνη της να προσβάλλει αντικειμενικά την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, δεδομένου μάλιστα και ότι η δαπάνη των 40.000.000 δρχ., που ανέφερε αυτός για το κόστος του δρόμου, ήταν εύλογη κατά τη μελέτη του έργου.

Τέλος, όσον αφορά τη φράση που είπε αυτός, ότι "ίσως ακρίβυνε η άσφαλτος", αποδείχθηκε ότι την είπε χάριν αστεϊσμού, συνδέεται δε η φράση αυτή με όσα ισχυρίσθηκε αυτός για το μήκος του δρόμου, σε συνδυασμό με το κόστος της κατασκευής του, το οποίο ήταν εύλογο και η κρίση του ήταν ότι η τιμή του έργου είναι ακριβή και δεν περιείχε ειρωνεία ή αιχμή σε βάρος του ενάγοντος προσωπικά.

Επομένως, δέχτηκε το Εφετείο, ούτε με τη φράση αυτή στοιχειοθετείται το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως, αλλ' ούτε και της απλής δυσφημήσεως. Επίσης το Εφετείο, σχετικά με τον πιο πάνω υπό στοιχείο Β' ισχυρισμό του εναγομένου, δέχτηκε τα εξής. Ο ενάγων, ως Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου τού Πνευματικού Κέντρου Βιλλίων, με την 15/20.6.2001 απόφασή του προσέλαβε το γιο του, ως μουσικό τού Πνευματικού Κέντρου για 8 μήνες, όπως τον είχε προσλάβει και τα δύο προηγούμενα χρόνια.

Επίσης αποδείχθηκε ότι στον προϋπολογισμό του Πνευματικού Κέντρου, ο οποίος εγκρίθηκε ομόφωνα με την από 7.6.2001 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού, στο οποίο μετείχε και ο εναγόμενος, είχε εγγραφεί κονδύλιο 6.000.000 δρχ. για αποδοχές εκτάκτων (μουσικού) και κονδύλιο 4.000.000 δρχ. για δαπάνες παροχής υπηρεσιών προσωπικού δημοτικής φιλαρμονικής.

Τέλος, αποδείχθηκε, ότι ο εναγόμενος σχολίασε πράγματι στη συγκέντρωση που αναφέρθηκε το παραπάνω κονδύλιο των 6.000.000 δρχ., το οποίο είχε περιληφθεί στον προϋπολογισμό για αποδοχές εκτάκτων (μουσικού) και το οποίο συνέδεσε με το γιο του ενάγοντος. Ωστόσο το γεγονός της εγγραφής του κονδυλίου αυτού στον προϋπολογισμό δεν είναι ψευδές, δεν αποδείχθηκε δε ότι αυτό αφορούσε άλλο πρόσωπο από το γιο του ενάγοντος, αφού δεν αποδείχθηκε ότι κατά τον επίδικο χρόνο είχε προσληφθεί άλλος μουσικός στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου, ως έκτακτος.

Η κρίση αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι στον ίδιο προϋπολογισμό είχε εγγραφεί άλλο κονδύλιο 4.000.000 δρχ., που αφορούσε δαπάνες παροχής υπηρεσιών για το προσωπικό της δημοτικής φιλαρμονικής.

Συνεπώς, ούτε όσον αφορά τον ισχυρισμό αυτόν του εναγομένου στοιχειοθετείται το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως, αλλά ούτε και το αδίκημα της απλής δυσφημήσεως, αφού αποδείχθηκε ότι αυτά που ισχυρίσθηκε αυτός σχετικά με το κονδύλιο αυτό είναι αληθή. Περαιτέρω, το Εφετείο, αναφορικά με τον υπό στοιχείο Γ' πιο πάνω ισχυρισμό του εναγομένου, δέχτηκε τα εξής:

Στο φύλο της 19.12.2000 της ημερήσιας εφημερίδας ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ που εκδίδεται στην Αθήνα και κυκλοφορεί σε όλη την Ελλάδα, δημοσιεύτηκε άρθρο με τον τίτλο "Πρωταθλητές στην παρανομία οι δήμαρχοι!", στο οποίο αναφερόταν, ότι με βάση εκθέσεις των επιθεωρητών του ΑΣΕΠ παραπέμπονται στη δικαιοσύνη μεταξύ των άλλων δημάρχων και ο δήμαρχος Βιλλίων .... , δηλαδή ο ενάγων.

Επίσης στο φύλλο της εκδιδόμενης στην Αθήνα εφημερίδας "ΣΤΟ ΚΑΡΦΙ" της 19.12.2000 δημοσιεύθηκε άρθρο με τον τίτλο "Δήμαρχοι στο σκαμνί", στο οποίο επίσης αναφερόταν ότι, με βάση εκθέσεις των επιθεωρητών του ΑΣΕΠ, διώκονται μεταξύ των άλλων δημάρχων και ο δήμαρχος Βιλλίων, δηλαδή ο ενάγων. Τέλος, με το 17227.2.4/31-7-2001 έγγραφό του προς τον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας Αττικής, ο συνήγορος του πολίτη ζήτησε την πειθαρχική δίωξη του Δημάρχου Βιλλίων, δηλαδή του ενάγοντος, γιατί αρνείτο να συμμορφωθεί στη νόμιμη υποχρέωσή του να προσλάβει τον αναφερόμενο σ' αυτό οδηγό απορριμματοφόρου .... , ο οποίος περιλαμβανόταν στον πίνακα των υποψηφίων που είχε συνταχθεί.

Στη συγκέντρωση που αναφέρθηκε αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος σχολίασε πράγματι τα παραπάνω δημοσιεύματα και αναφέρθηκε απλώς σ' αυτά, επαναλαμβάνοντας συνοπτικότατα το περιεχόμενό τους, χωρίς να αποδώσει στον ενάγοντα αξιόποινες πράξεις ή καταδίκες. Ωστόσο το γεγονός αυτό δεν ήταν ψευδές και έτσι δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως με τον ισχυρισμό του αυτό, αλλά ούτε και της απλής δυσφημήσεως, αφού αποδείχθηκε ότι αυτά που ισχυρίσθηκε αυτός είναι αληθή.

Δέχτηκε ακόμα το Εφετείο, ότι ο εναγόμενος ισχυρίστηκε όσα προαναφέρονται, από ενδιαφέρον να εκθέσει τις απόψεις του στους συμπολίτες του, για τα πεπραγμένα της δημοτικής αρχής, το οποίο είναι δικαιολογημένο, διότι αυτός κατά τον επίδικο χρόνο ήταν δημοτικός σύμβουλος του Δήμου και επικεφαλής της μειοψηφούσας παράταξης και συνεπώς είχε όχι μόνο εύλογο ενδιαφέρον, αλλά και υποχρέωση να εκθέσει τις απόψεις του και να ασκήσει δημόσια κριτική για τα πεπραγμένα του Δήμου, ενόψει και της προηγηθείσας γι' αυτά λογοδοσίας από τον ενάγοντα σε παρόμοια συγκέντρωση.

Ισχυρίστηκε δε αυτά ο εναγόμενος, κινούμενος αποκλειστικά από ενδιαφέρον να περιφρουρηθεί το κύρος της Δημοτικής Αρχής και η περιουσία του Δήμου και να ενημερωθούν για τα πεπραγμένα του Δήμου οι συμπολίτες του, οι οποίοι πρέπει να έχουν ενημέρωση από όλες τις πλευρές, ο τρόπος δε αυτός της εκδηλώσεως του ενδιαφέροντος του εναγομένου ήταν αντικειμενικά αναγκαίος για την προστασία των συμφερόντων του Δήμου.

Έτσι, δέχτηκε το Εφετείο, η συμπεριφορά του εναγομένου δεν περιέχει στοιχεία συκοφαντικής ή απλής δυσφημήσεως και ούτε από τον τρόπο και από τις περιστάσεις, υπό τις οποίες πραγματοποιήθηκε η πιο πάνω συμπεριφορά του εναγομένου προκύπτει σκοπός του για εξύβριση από αυτόν του ενάγοντος, δηλαδή σκοπός, που κατευθύνεται ειδικά σε προσβολή του ενάγοντος, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής του αξίας ή με περιφρόνηση αυτού.

Και κατέληξε το Εφετείο, ότι έτσι αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της αξιόποινης πράξης της εξυβρίσεως του ενάγοντος εκ μέρους του εναγομένου και συνεπώς αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς του τελευταίου, ως όρου της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου ή της παράνομης προσβολής της προσωπικότητας του ενάγοντος.

Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο, ορθώς δέχτηκε την ύπαρξη δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, βάσει των πιο πάνω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, τα οποία έτσι ορθώς υπήγαγε στη διάταξη του άρθρου 367 ΠΚ και συνακόλουθα δεν παραβίασε ούτε αυτήν, ούτε τις άλλες αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ενώ για το ζήτημα αυτό (της ύπαρξης δικαιολογημένου ενδιαφέροντος), καθώς και για το ζήτημα ότι δεν ήταν ψευδείς οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί του αναιρεσιβλήτου, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν δυνατό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων.

Επομένως, οι πρώτος από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και τρίτος από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι, η περιεχόμενη δε στον τρίτο λόγο αναίρεσης ειδικότερη αιτίαση πως δεν αιτιολογείται το αποδεικτικό πόρισμα ότι δεν είναι ψευδείς οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί, είναι απαράδεκτη, διότι η αιτιολόγηση του σαφούς αυτού πορίσματος δεν αποτελεί παρά στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων, η πλημμέλεια ή ανεπάρκεια της οποίας δεν ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο (Ολ.ΑΠ 1/1999, Ολ.ΑΠ 24/1992).

ΙΙ. Ο από τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλ' όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (Ολ.

ΑΠ 3/97). Με τον δεύτερο, από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι, ενώ ο αναιρεσίβλητος είχε ισχυριστεί στη συγκέντρωση, ότι στον προϋπολογισμό είχε εγγραφεί κονδύλιο 6.000.000 δρχ. ως αμοιβή για ένα οκτάμηνο του μαέστρου της φιλαρμονικής που ήταν γιός του, όμως το Εφετείο αγνόησε τον περιεχόμενο στην αγωγή του ισχυρισμό, ότι ο γιός του, μολονότι ασχολούνταν επί 12 μήνες, αμείβονταν μόνο για οκτώ μήνες και με το ποσό που ορίζουν οι σχετικές υπουργικές αποφάσεις, δηλαδή μηνιαίως με 215.000 δρχ.

και έτσι έλαβε συνολικώς για το έτος 2001 1.800.000 δρχ. και για τα προηγούμενα έτη αντίστοιχα ποσά. Όμως ο ισχυρισμός αυτός δεν αποτελεί "πράγμα", κατά την προαναφερόμενη έννοια, αλλ' επιχείρημα προβαλλόμενο από τον αναιρεσείοντα για την υποστήριξη των απόψεών του. Επομένως, ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης (τελευταίος εξεταζόμενος) είναι απαράδεκτος.

ΙΙΙ. Κατ΄ ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19 Νοεμβρίου 2004 αίτηση του ... , για αναίρεση της 4786/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Φεβρουαρίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 12 Φεβρουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ