Legislator Case Law & Legislation
305/2006 AI generated

305/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 305/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Ιανουαρίου 2006 , με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

305/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 305 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 305/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Βασίλειο Νικόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Ιανουαρίου 2006 , με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. συζύγου Β. Κ., το γένος Γ. Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αλεξάνδρας Σιούλη.

Των αναιρεσιβλήτων:1)Β. Σ. του Ι., κατοίκου…,2)Σ. Γ. του Γ., κατοίκου ... και 3)Μ. συζύγου Γ. Γ., το γένος Β. Σ., κατοίκου .... Οι 1ος και 2ος παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Σταθόπουλο, η δε 3η εκπροσωπήθηκε από τον ανωτέρω πληρεξούσιο δικηγόρο της.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-4-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3724/2001 του ίδιου Δικαστηρίου η οποία παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο λόγω αρμοδιότητας, 3174/2002 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και 562/2003 του Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-6-2004 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αντωνιάδης ανέγνωσε την από 14-12-2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως της 562/2003 του Εφετείου Πειραιά.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ. συνάγεται ότι, το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.

Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το λόγο της αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ., υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ως αντιστοίχως αποδεικνυόμενο ή ανταποδεικνυόμενο ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο γεγονός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (Ολ.ΑΠ.42/2002).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι, το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο περιεχόμενο σ' αυτήν αποδεικτικό πόρισμα ως προς τους κρίσιμους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε τις καταθέσεις των μαρτύρων και "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε προς συναγωγή δικαστηρίων (άρθρ.395 ΚΠολΔ), μεταξύ των οποίων (εγγράφων) για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων περιλαμβάνονται.......

και οι εκατέρωθεν προσκομιζόμενες τεχνικές εκθέσεις που περιλαμβάνουν φωτοερμηνεία των αεροφωτογραφιών που αναφέρονται σ' αυτή". Από τη γενική αυτή βεβαίωση, σε συνδυασμό και με το όλο αιτιολογικό της αποφάσεως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και: α) την από 18-5-1999 τεχνική έκθεση του αγρονόμου τοπογράφου Α.

Σ., με τις συνημμένες σ' αυτή αεροφωτογραφίες, β) το ... προικοσύμφωνο του συμβολαιογράφου Καλαβρίας 'Αγγελου Λίγγρη και γ) την ΣΤ/γ/2582 απόφαση του Νομάρχη Πειραιρώς, που επικαλέστηκε και προσκόμισε νόμιμα η εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα και που αναφέρονται στον 1ο λόγο της αναιρέσεως, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία αυτών.

Επομένως ο λόγος αυτός αναιρέσεως από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.8 περ. β' ΚΠολΔ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Δεν ιδρύεται επομένως ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολομ. ΑΠ. 12/1991). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον 2ο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς του, που περιλαμβανόταν στους 2ο, 3ο και 4ο λόγους εφέσεως, αναφορικά με το ποιος κατασκεύασε την επίδικη δεξαμενή, ποιος την επέβλεπε, την συντηρούσε και ποιος αντλούσε νερό και το διοχέτευε στις ιδιοκτησίες του. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη όλους τους λόγους της εφέσεως και τους απέρριψε ως αβάσιμους.

Κατά την έννοια του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την ένδικη αρνητική αναγνωριστική εμπραγμάτου δικαιώματος των εναγομένων επί ακινήτου της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, με τις ακόλουθες αιτιολογίες, κατά τα κύρια σημεία αυτών : Για την άρδευση του μείζονος ακινήτου, εκ του οποίου έχουν προέλθει οι ιδιοκτησίες των διαδίκων, ο απώτερος δικαιοπάροχος αυτών Β.

Σ., που απεβίωσε το έτος 1922, είχε κατασκευάσει την επίδικη δεξαμενή. Μετά το θάνατο του Β. Σ. οι κληρονόμοι του, ήτοι τα τέκνα του Ι., Σ. και Δ. Σ. και στη συνέχεια οι εναγόμενοι εξακολούθησαν, συστηματικώς και αδιαλείπτως και διάνοια δικαιούχων, να αρδεύουν τα μερίδια που περιήλθαν στους ίδιους, αντλώντας νερό από την υδατοδεξαμενή, το οποίο διοχετεύετο στις ιδιοκτησίες τους μέσω αυλακιών, εκ των οποίων εκείνο που κατέληγε στο κτήμα του πρώτου εναγόμενου ήταν λιθόκτιστο.

Αργότερα και ενώ οι εναγόμενοι είχαν αποκτήσει κυριότητα επί των ιδιοκτησιών τους, αντικατέστησαν τους αύλακες και συνέχισαν να υδροδοτούν από τη δεξαμενή τις ιδιοκτησίες τους, δια μέσου πλαστικών υδροσωλήνων, οι οποίοι ήσαν συνδεδεμένοι με την κεντρική βάνα της δεξαμενής και οι οποίοι διέσχιζαν το ακίνητο της ενάγουσας για να καταλήξουν στα δικά τους ακίνητα.

Την υδατοδεξαμενή φρόντιζαν, επισκεύασαν και συντηρούσαν τόσον οι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας και η ίδια στη συνέχεια, όσον και οι δικαιοπάροχοι των εναγομένων, όπως και οι ίδιοι οι εναγόμενοι και έτσι με την άσκηση των πράξεων αυτών από την πλευρά των δικαιοπαρόχων των εναγομένων και των ίδιων στη συνέχεια, με διάνοια δικαιούχων, κατέστησαν αυτοί (δικαιοπάροχοι και εναγόμενοι) συννομής της υδατοδεξαμενής.

Τόσο οι δικαιοπάροχοι των εναγομένων, όσο και οι ίδιοι οι εναγόμενοι είχαν πρόσβαση στη δεξαμενή δια διόδου. Οι εναγόμενοι, όπως και οι δικαιοπάροχοί τους στο παρελθόν, συνεχίζοντας ν' ασκούν τη φυσική εξουσίαση επί της υδατοδεξαμενής και τη μερική φυσική εξουσίαση επί του ακινήτου της ενάγουσας, διάνοια δικαιούχων, επί χρονικό διάστημα μεγαλύτετο της εικοσαετίας έχουν καταστεί συννομής της δεξαμενής και έχουν αποκτήσει επί του ακινήτου της ενάγουσας δουλεία διόδου και δουλεία διελεύσεως υδροσωλήνων δια μέσου του ακινήτου αυτής, για την υδροδότηση των ιδιοκτησιών τους.

Η ενάγουσα αμφισβήτησε τα δικαιώματα των εναγομένων για πρώτη φορά το έτος 1996, όταν το Μάϊο του έτους αυτού περιέφραξε τμήμα της νότιας πλευράς της ιδιοκτησίας της, αποκόπτοντας έτσι την πρόσβαση των εναγομένων στη δεξαμενή. Με τις αιτιολογίες του αυτές το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού διέλαβε σ' αυτήν σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν και επομένως ο 3ος λόγος της αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και συγκεκριμένα ότι δεν προσδιορίζεται ο ακριβής χρόνος της κατασκευής της υδατοδεξαμενής, ώστε να μην καθίσταται δυνατός ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου περί χρησικτησίας, μιας και δεν προσδιορίζεται ο χρόνος έναρξης της νομής, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως της 562/2003 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 31 Ιανουαρίου 2006 και δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Φεβρουαρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ