304/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated304/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους".
Full text
Απόφαση 304 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Γ.Β
Αριθμός 304/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Ελένη Θεοδωρακοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Α. του Κ., 2) Κ. Α. του Ι., 3) Π. Α. του Ι. και 4) Ε. Α. του Ι., απάντων κατοίκων ... και προσωρινά διαμενόντων στην ..., υπό την ιδιότητα αυτών ως καθολικών διαδόχων και εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Ι. Α. του Κ.. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Μίχο. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Παναγιώτη Μπιτσαξή και Χαράλαμπο Χαραλαμπέα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-12-2007 αγωγή του αρχικού διαδίκου Ι. Α., την από 14-10-2008 προσεπίκληση σε παρέμβαση και ανακοίνωση δίκης της ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 14-7-2009 πρόσθετη παρέμβαση εταιρείας που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4853/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 6187/2018 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-7-2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 495 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, τα ένδικα μέσα, μεταξύ των οποίων και εκείνο της αίτησης αναίρεσης, ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, το οποίο έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Για την κατάθεση συντάσσεται έκθεση, κατά δε το άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, "αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της αναίρεσης είναι δύο (2) έτη και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη".
Με την ως άνω διάταξη καθιερώνεται η διετής καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης. Περαιτέρω, στην παρ. 1 του άρθρου 74 του Ν. 4690/2020 ορίζεται ότι: "1. Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων.
Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Ειδικότερα οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του 237 και του άρθρου 238 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ), καθώς και οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ, ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους", ενώ στην παρ.1 του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 ορίζεται ότι "Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α` 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων.
Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους".
Τέλος, κατά μεν την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 4792/2021 "Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α 48), ως ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας για τον υπολογισμό των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών, λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη λήξη ισχύος της υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.18877/26.3.2021 κοινής απόφασης των Υπουργών ... "Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορονοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας για το διάστημα από τη Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021 και ώρα 6:00 έως και τη Δευτέρα, 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6:00" (Β` 1194)", ήτοι η 6.4.2021", κατά δε τη μεταγενέστερη, επίσης ερμηνευτική διάταξη, του άρθρου 49 του Ν. 4963/2022 "1.
Κατά την αληθή έννοια του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020 (Α' 104) και του πρώτου εδάφιου της περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α'48) ως προθεσμίες άσκησης ενδίκων βοηθημάτων και μέσων που ανεστάλησαν κατά το διάστημα από 13.3.2020 ως 31.5.2020 και από 7.11.2020 έως 5.4.2021, νοούνται και οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 518, της παρ. 5 του άρθρου 545 και της παρ. 3 του άρθρου 564 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας [π.δ. 503/1985, (Α' 182), ΚΠολΔ]. 2.
Κατά την αληθή έννοια του τρίτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020 και του τρίτου εδαφίου της περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 ως προθεσμίες άσκησης ενδίκων μέσων των οποίων παρατείνεται η λήξη νοούνται και οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 518, της παρ. 5 του άρθρου 545 και της παρ. 3 του άρθρου 564 ΚΠολΔ".
Είναι σαφές, επομένως, ότι οι παραπάνω διατάξεις εφαρμόζονται και στην καταχρηστική προθεσμία της άσκησης των ενδίκων μέσων και άρα και της αναίρεσης και επομένως το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας δεν υπολογίζεται στην καταχρηστική προθεσμία άσκησης της αναίρεσης (ΑΠ 987/2022, ΑΠ 1130/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 12-7-2021 και με αριθμό κατ. 789/26-7-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 6187/13-12-2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, επί της από 12-12-2013 έφεσης των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ` αριθ. 4853/2011 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 19-12-2007 αγωγή του δικαιοπαρόχου των τελευταίων ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Με την προσβαλλομένη απόφαση το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την ως άνω έφεση, εξαφάνισε την εν λόγω απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, απέρριψε αυτήν ως μη νόμιμη. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων, που ασκήθηκε με την κατάθεσή της στις 26-7-2021 στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών, έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ.3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, δεδομένου ότι από την επομένη της δημοσίευσης της με αριθ. 6187/2018 απόφασης του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου (14.12.2018) άρχισε να τρέχει η ως άνω διετής καταχρηστική προθεσμία, η οποία, χωρίς την προσωρινή αναστολή της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας, θα έληγε στις 15.12.2020, λόγω, όμως, της ως άνω αναστολής και του εξ αυτής μη υπολογισμού των χρονικών διαστημάτων από 13.3.2020 έως 31.5.2020 (2 μήνες και 18 ημέρες) και από 7.11.2020 έως 6.4.2021 (4 μήνες και 29 ημέρες) και συνολικά χρονικού διαστήματος 7 μηνών και 17 ημερών, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 74 παρ.1 εδ.α του Ν. 4690/2020 και 83 παρ.1 εδ.α του Ν. 4790/2021, δεν είχε συμπληρωθεί αυτή (διετής προθεσμία) κατά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ενώπιον του Εφετείου Αθηνών στις 26.7.2021.
Συνακόλουθα η ως άνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1-2 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι, ειδικότερα, αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων:
Ο δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων Ι. Α., με την από 19-12-2007 αγωγή του ισχυρίστηκε ότι, όντας επιτυχημένος επιχειρηματίας και μόνιμος κάτοικος εν ζωή ..., γνώρισε το έτος 1995 τη φερόμενη ως κορυφαίας φήμης ασφαλιστική πράκτορα Σ. Κ., προστηθείσα της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας και ήδη αναιρεσίβλητης, η οποία του πρότεινε ως ιδιαιτέρως επικερδή τη σύναψη με την εναγομένη ασφαλιστηρίων ζωής, τα οποία θα λειτουργούσαν παράλληλα ως επενδυτικά προγράμματα με μεγάλες αποδόσεις, που θα κατέβαλε η ενάγουσα σε δολάρια ΗΠΑ στην Ελλάδα.
Ότι πείσθηκε από τις διαβεβαιώσεις αυτής και κατέβαλε στις 30-12-1999, 30-1-2000 και 1-12-2000 τα ποσά των 750.000, 750.000 και 500.000 δολαρίων ΗΠΑ αντίστοιχα, για τα οποία έλαβε ισόποσες αποδείξεις καταβολής ασφαλίστρων της εταιρίας με την επωνυμία ..., υπεράκτιας θυγατρικής εταιρίας της εναγομένης, που ενεργούσε ως αντιπρόσωπος και για λογαριασμό της τελευταίας, με τυπική έδρα στο ...
και πραγματική έδρα τα γραφεία της εναγομένης στην Αθήνα, καθώς και των αριθ. 51629, 51630 και 51631 ασφαλιστηρίων συμβολαίων δεκαετούς διάρκειας, που του παρέδωσε η ανωτέρω ασφαλιστική πράκτορας. Ότι με βάση τις εν λόγω συμβάσεις, η εναγομένη, επερχόμενης της ασφαλιστικής περιπτώσεως (θάνατος του ασφαλισμένου), υποχρεούτο να καταβάλει τη συμφωνημένη ασφαλιστική αποζημίωση στους ορισθέντες στη σύμβαση δικαιούχους και παράλληλα εγγυάτο μια ετήσια απόδοση, ενώ, κατά τη λήξη της δεκαετούς διάρκειας της σύμβασης, η εναγομένη υποχρεούτο να αποδώσει το τελικό ασφάλισμα προσαυξημένο με τις ετήσιες αποδόσεις.
Ότι οι μικτές αυτές συμβάσεις (ασφαλιστικές συμβάσεις με επενδυτικά προγράμματα) έφεραν τυπικά ως αντισυμβαλλόμενη την ως άνω αλλοδαπή εταιρία, πλην όμως κατά τις διαβεβαιώσεις της παραπάνω ασφαλιστικής πράκτορος, αυτό ήταν καθαρά τυπικό ζήτημα, δεδομένου ότι οι αποδόσεις των εν λόγω κεφαλαίων θα ήσαν καταβλητέες από την εναγομένη ελληνική ασφαλιστική εταιρία, στην εμπορική φήμη και φερεγγυότητα της οποίας ο ίδιος είχε απόλυτη εμπιστοσύνη.
Ότι στη συνέχεια, ενημερωθείς για τη διακοπή της συνεργασίας της εναγομένης με την παραπάνω ασφαλιστική πράκτορα, λόγω οικονομικού σκανδάλου, το μήνα Μάρτιο 2002 και ενώ βρισκόταν στην Ελλάδα, ζήτησε από την εναγομένη την εξαγορά και ρευστοποίηση των ασφαλιστηρίων συμβολαίων του, τα οποία είχαν κατά τον παραπάνω χρόνο αξία εξαγοράς τα ποσά των 870.240 , 870.240 και 560.000 δολαρίων ΗΠΑ αντίστοιχα και συνολικά 2.300.480 δολαρίων ΗΠΑ.
Ότι προσήλθε, με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Δάσκα, στις 4-3-2002, στο γραφείο του πληρεξουσίου δικηγόρου της εναγομένης Παναγιώτη Μπιτσαξή, στην Αθήνα, ο οποίος αρνήθηκε οποιαδήποτε σχέση της εναγομένης με τα τρία ασφαλιστήρια συμβόλαια του ενάγοντος και του δήλωσε ότι αυτά ήσαν ισχυρά μόνο έναντι της αλλοδαπής εταιρίας ( ...) και, ακόμη, ότι είχε την εντολή να προσφέρει στον ενάγοντα μόνο μέρος της συνολικής απαίτησής του προς πλήρη εξόφληση αυτής και συγκεκριμένα το ποσό των 1.833.000 δολαρίων ΗΠΑ.
Ότι, ενημερωθείς ότι και άλλοι ασφαλισμένοι επενδυτές, ομογενείς εκ ..., αντιμετώπιζαν την άρνηση της εναγομένης να προβεί στην εξαγορά των συμβολαίων τους και αφού αναλογίσθηκε ότι, όπως τον ενημέρωσε σχετικά ο πληρεξούσιος δικηγόρος του, τυχόν προσπάθεια δικαστικής διεκδίκησης της από 2.300.480.000 δολάρια ΗΠΑ αξιώσεώς του, θα διαρκούσε το λιγότερο τέσσερα έτη, ''υπέκυψε'' στην πρόταση του δικηγόρου της εναγομένης Παναγιώτη Μπιτσαξή, ο οποίος αυθημερόν του ενεχείρισε τραπεζική επιταγή, εις διαταγήν του ενάγοντος, ποσού 1.833.000 δολαρίων ΗΠΑ (την οποία εισέπραξε την επόμενη ημέρα), αυτός δε (ενάγων) του παρέδωσε τα πρωτότυπα ασφαλιστήρια συμβόλαια με τις πρωτότυπες αποδείξεις καταβολής ασφαλίστρων.
Ότι την ίδια ημέρα (4-3-2002), ο πληρεξούσιος δικηγόρος του, ενεργών κατ' εντολή και για λογαριασμό του, υπέγραψε : 1) μία έγγραφη απόδειξη εισπράξεως εκ μέρους του, του ποσού των 1.833.000 δολαρίων ΗΠΑ εκ μέρους της ..., στην οποία δηλωνόταν ότι το ποσό της παραπάνω τραπεζικής επιταγής αφορούσε σε εξαγορά των ασφαλιστηρίων συμβολαίων του ενάγοντος και σε επιστροφή καταβληθέντων από αυτόν ασφαλίστρων καθώς και ότι ο ενάγων ουδεμία διατηρούσε αξίωση ή απαίτηση κατά της παραπάνω αλλοδαπής εταιρίας από τα παραπάνω έγγραφα (πρωτότυπα συμβόλαια, αποδείξεις καταβολής ασφαλίστρων), παραιτούμενος ανεπιφύλακτα από οποιαδήποτε αξίωση ή απαίτηση, και 2) μία έγγραφη δήλωση, με την οποία ο αυτός ως άνω πληρεξούσιος δικηγόρος, ενεργών ομοίως κατ' εντολή και για λογαριασμό του, δήλωσε ότι ο ενάγων ουδεμία αξίωση ή απαίτηση διατηρούσε κατά της εναγομένης και σε κάθε περίπτωση παραιτείτο από κάθε τέτοια.
Ότι η πιο πάνω μονομερής δήλωσή του (δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του), η οποία περιλαμβάνεται στην από 4-3-2002 απόδειξη πληρωμής και στην από 4-3-2002 δήλωση, ήτοι ότι αυτός ουδεμία αξίωση διατηρεί από τις ένδικες ασφαλιστικές - επενδυτικές συμβάσεις, δεν αποτελεί λόγο απόσβεσης της εναπομεινάσης οφειλής της εναγομένης, που ανέρχεται στο ποσό των 467.480 δολαρίων ΗΠΑ, ούτε ως άφεση χρέους , ούτε ως συμβιβασμός, διότι δεν συνήφθη μεταξύ των διαδίκων η σχετική σύμβαση, αλλά υπήρξε μόνο δήλωση προς σύναψή της, την οποία (δήλωση) ανακαλεί, σε κάθε δε περίπτωση, ουδέποτε αποδέχθηκε ρητώς ή σιωπηρώς η εναγομένη, ούτε ο αντιπρόσωπός της, ούτε ο ως άνω πληρεξούσιος δικηγόρος της.
Ότι οι παραπάνω δηλώσεις, ακόμη και αν εκληφθούν ως πρόταση ή αποδοχή πρότασης προς σύναψη σύμβασης άφεσης χρέους, είναι άκυρες και στερούνται έννομης συνέπειας, καθόσον η εναγομένη, κατά παράβαση των χρηστών ηθών, τον εξώθησε να προβεί σε αυτές, εκμεταλλευόμενη το φόβο, τον πανικό και την ιδιαίτερη ανάγκη, που του προκάλεσε το ενδεχόμενο να απωλέσει τις οικονομίες όλης της ζωής του.
Ότι, ελλείποντος του στοιχείου της αμοιβαιότητας των υποχωρήσεων, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει συναφθεί σύμβαση συμβιβασμού μεταξύ των διαδίκων, ακόμη δε και αν θεωρηθεί ότι έχει συναφθεί τέτοια, αυτή είναι άκυρη κατ' άρθρο 178 και 179 ΑΚ. Ότι ακόμη και αν ήθελε να γίνει δεκτό ότι συνήφθη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση άφεσης χρέους, αυτή είναι άκυρη, καθόσον εξ αιτίας της η εναγομένη κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερη κατά το ποσό των 467.480 δολαρίων ΗΠΑ, με αντίστοιχη ζημία του ενάγοντος, δηλαδή κατέστη πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας του, χωρίς νόμιμη αιτία και τούτο διότι μόνο αυτός (ενάγων) προέβη σε σημαντική περιουσιακή διάθεση προς την εναγομένη, η οποία έτσι ωφελήθηκε, χωρίς αυτή να του καταβάλει την οφειλόμενη προς αυτόν παροχή, εκμεταλλευόμενη την ανάγκη του, καθόσον αν αυτός δεν αποδεχόταν την προσφερόμενη καταβολή μέρους του συνόλου των αξιώσεών του, θα ήταν υποχρεωμένος να υποβληθεί σε πολύχρονο και πολυδάπανο δικαστικό αγώνα για τη διεκδίκησή τους, αλλά και διότι ουδέποτε υπήρξε σύμπτωση βουλήσεων των συμβαλλομένων σε αυτή, ως προς το χαριστικό χαρακτήρα της άφεσης χρέους, ενόψει του ότι η κατάρτισή της δεν έγινε προς εκπλήρωση υποχρέωσής του (causa solvendi), αφού τέτοια υποχρέωση δεν είχε αυτός έναντι της εναγομένης, αλλά χαριστικώς (causa donandi).
Με βάση τα ανωτέρω ο ενάγων ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ισόποσο σε ευρώ κατά το χρόνο πληρωμής ποσό των 467.480 δολαρίων ΗΠΑ, με τους νόμιμους τόκους, άλλως επικουρικά να καταδικασθεί η εναγομένη σε δήλωση βουλήσεως προς τον ενάγοντα περί επανασύστασης του χρέους της, ήτοι να καταδικασθεί ότι οφείλει να του καταβάλει το ισόποσο σε ευρώ κατά το χρόνο πληρωμής ποσό των 467.480 δολαρίων ΗΠΑ, με τους νόμιμους τόκους.
Επί της αγωγής αυτής, η οποία συνεκδικάστηκε με την από 14-10-2008 προσεπίκληση σε παρέμβαση και ανακοίνωση δίκης της εναγομένης προς την εταιρία ... και την από 14-7-2009 πρόσθετη παρέμβαση της τελευταίας, εκδόθηκε στις 19-9-2011 η υπ' αριθ. 4853/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία αφού απέρριψε την ασκηθείσα από την εναγομένη προσεπίκληση σε παρέμβαση ως μη νόμιμη και την ως άνω πρόσθετη παρέμβαση ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης νομίμου συμφέροντος της προσθέτως παρεμβαίνουσας, έκρινε την παραπάνω αγωγή ως ορισμένη και νόμιμη κατά την κύρια βάση της και απέρριψε αυτή ως προς την επικουρική της βάση, ακολούθως δε απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Περαιτέρω στις 8-2-2012 ο ενάγων απεβίωσε και οι νόμιμοι κληρονόμοι αυτού και ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν κατά της ως άνω απόφασης του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την από 12-12-2013 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 6187/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την παραπάνω απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κράτησε και δίκασε εκ νέου την αγωγή, την οποία απέρριψε ως νόμω αβάσιμη.
Την απόφαση αυτή προσβάλλουν οι αναιρεσείοντες με την κρινόμενη από 12-7-2021 αίτηση αναίρεσης και τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους. Κατά το άρθρο 871 ΑΚ, με τη σύμβαση του συμβιβασμού, οι συμβαλλόμενοι διαλύουν, με αμοιβαίες υποχωρήσεις, μια έριδά τους ή μια αβεβαιότητα, για κάποια έννομη σχέση, αρκεί το αντικείμενο της σύμβασης αυτής να μην έχει εξαιρεθεί από την ιδιωτική πρωτοβουλία, γιατί, στην αντίθετη περίπτωση, η εν λόγω σύμβαση θεωρείται σαν να μην έγινε (άρθρα 174 και 180 ΑΚ).
Με αβέβαιη σχέση εξομοιώνεται και η επισφαλής απαίτηση. Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι προϋπόθεση του συμβιβασμού είναι, πλην άλλων, και η συμφωνία των ενδιαφερομένων για τον τερματισμό της μεταξύ τους φιλονικίας ή αβεβαιότητος ως προς κάποια έννομη σχέση, με αμοιβαίες υποχωρήσεις. Και φιλονικία μεν (έρις) υπάρχει, όταν καθένας από τους συμβαλλομένους αμφισβητεί τη νομική ή πραγματική βασιμότητα των απαιτήσεων του άλλου, άσχετα αν έχει πράγματι αμφιβολία περί αυτών ή πράττει τούτο από απλή κακοβουλία.
Αβεβαιότητα δε, όταν κανένας από τους συμβαλλομένους δεν είναι βέβαιος για τις δικές του απαιτήσεις, δηλαδή, αν γεννήθηκε η έννομη σχέση, αν υπάρχει, μεταξύ ποίων προσώπων ή σε ποια έκταση. Οι αμοιβαίες υποχωρήσεις των συμβαλλομένων θεωρούνται κατά την κοινή αντίληψη και μπορεί να είναι νομικής ή πραγματικής φύσεως.
Αρκεί το ένα συμβαλλόμενο μέρος να προβαίνει σε μια θυσία, γιατί σε αντίστοιχη θυσία προβαίνει και το άλλο συμβαλλόμενο μέρος. Η υποχώρηση μπορεί να συνίσταται και στην παραίτηση του συμβαλλόμενου από τα ένδικα μέσα κατά οριστικής ή και τελεσίδικης απόφασης (ΑΠ 1257/2017, ΑΠ 313/2013). Η υποχώρηση στην οποία προβαίνει το ένα μέρος δεν είναι απαραίτητο να είναι ισάξια προς την υποχώρηση του άλλου μέρους.
Αν δεν υπάρχει φιλονικία ή αβεβαιότητα ή η υπάρχουσα λύεται με υποχώρηση μόνο του ενός εκ των μερών, τότε δεν πρόκειται για συμβιβασμό, αλλά για άλλου είδους σύμβαση, όπως είναι η αναγνώριση απαίτησης (άρθρο 873 ΑΚ), η άφεση χρέους (άρθρο 454 ΑΚ), η δωρεά (άρθρο 496 ΑΚ) κλπ. (ΑΠ 2035/2022). Για τη σύναψη της συμβάσεως συμβιβασμού απαιτείται πρόταση του ενός των συμβαλλομένων μερών με περιεχόμενο την, με αμοιβαίες υποχωρήσεις, διάλυση της έριδος ή αβεβαιότητος και αποδοχή αυτής από το έτερο μέρος.
Οι σχετικές δηλώσεις βουλήσεως και οι πράξεις των μερών, που περιέχονται στην πρόταση και την αποδοχή, αποτελούν πραγματικά περιστατικά, η συνδρομή των οποίων κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση όμως, για το αν τα συγκεκριμένα περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα, ότι καταρτίστηκε σύμβαση συμβιβασμού, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, και συνεπώς, σε περίπτωση σφάλματος, ως προς τον ορθό χαρακτηρισμό τους, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ για παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 871 Α.Κ. (Ολ.
Α.Π. 578/1980). Η σύμβαση συμβιβασμού είναι υποχρεωτική για τους συμβαλλομένους, γεγονός που σημαίνει, ότι τα μέρη δεν μπορούν να προβάλλουν αξιώσεις από τις οποίες παραιτήθηκαν με το συμβιβασμό και αν κάποιο από τα μέρη τις προβάλλει, αποκρούεται από το άλλο μέρος με την ανατρεπτική ένσταση της συνάψεως συμβιβασμού.
Δηλαδή, με το συμβιβασμό τερματίζεται οριστικώς η διαφορά και δεν μπορεί πλέον να λυθεί με διαφορετικό τρόπο η έννομη σχέση, που ρυθμίστηκε με αυτόν, το δε δικαστήριο, αν προταθεί η ένσταση του συμβιβασμού, οφείλει να διατυπώσει το διατακτικό της αποφάσεώς του, σύμφωνα με το περιεχόμενο του συμβιβασμού (ΑΠ 1005/2019, πρβλ.
επίσης, ΑΠ 1483/2018, ΑΠ 1257/2017, ΑΠ 1738/2017, ΑΠ 669/2016). Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
Α.Π. 7/2006, 4/2005). Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.
ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 1467/2018, ΑΠ 349/2014). Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο και εκτιμώντας εσφαλμένως τα διαδικαστικά έγγραφα [άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ] είτε έλαβε υπ` όψη πράγματα, τα οποία δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (εδ.
α) είτε δεν έλαβε υπ` όψη πράγματα, τα οποία προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (εδ. β). Νοούνται, ως "πράγματα", οι νόμιμοι, λυσιτελείς, αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, εάν τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση [άρθρα 338, 362 ΚΠολΔ], ήτοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους στο δικαστήριο της ουσίας [άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ], συγκροτούν την ιστορική βάση (και, συνεπώς, θεμελιώνουν, ιστορικώς, το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και, κατά νόμο, διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της αποφάσεως, που προσβάλλεται.
Αποτελούν "πράγματα" και οι λόγοι (κύριοι ή τυχόν πρόσθετοι) εφέσεως, οι οποίοι αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και διατυπώνουν παράπονο κατά της κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας, δηλ. οι λόγοι των οποίων η λήψη υπ` όψη και παραδοχή θα είχε, ως συνέπεια, την κατά το άρθρο 535 παρ.1 ΚΠολΔ εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως (ΑΠ 617/2022).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο, ερευνώντας τη νομική βασιμότητα της αγωγής, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τις ακόλουθες αιτιολογίες: ''....Με την ένδικη αγωγή και κατά το ενδιαφέρον για τη θεμελίωση των αγωγικών αξιώσεων μέρος της, ο ενάγων ισχυρίστηκε ότι στις 4 Μαρτίου 2002, ακολουθώντας τις τηλεφωνικές οδηγίες των αρμοδίων υπαλλήλων των γραφείων της εναγομένης στην Αθήνα, που λειτουργούσαν ταυτόχρονα και ως γραφεία διοίκησης της ..., μετά της οποίας (...) αυτός συνήψε τις επίδικες μικτές (ασφαλιστικές/επενδυτικές) συμβάσεις, προήλθε σε συμφωνία με τον Παναγιώτη Μπιτσαξή, πληρεξούσιο Δικηγόρο του ομίλου ...
και στο γραφείο του τελευταίου, όπου εμφανίστηκε ομού με τον πληρεξούσιο Δικηγόρο του Αλέξανδρο Δάσκα, σύμφωνα με την οποία, αποδέχθηκε τη τελική πρόταση (sic "υπέκυψε στην πρόταση") του άνω Δικηγόρου της εναγομένης Παναγιώτη Μπιτσαξή, ο οποίος ρητώς αρνήθηκε κάθε σχέση της εναγομένης με τα ένδικα ασφαλιστικά συμβόλαια, όπως εξ άλλου και την υποχρέωση πληρωμής οποιουδήποτε ποσού, να του καταβληθεί προς "πλήρη εξόφληση" των εκ των επιδίκων συμβάσεων αξιώσεών του, που ανήρχοντο στο συνολικό ποσό των 2.300.480 δολλαρίων ΗΠΑ, το ποσό των 1.833.000 δολλαρίων ΗΠΑ.
Εκτίθεται σαφώς συνεπώς, στο ένδικο αγωγικό δικόγραφο, ότι μεταξύ του ενάγοντος και της εναγομένης υπήρξε αμφισβήτηση, υπό την έννοια της αμφιβολίας, για την ύπαρξη, τα πρόσωπα και τις έννομες συνέπειες της επίδικης έννομης σχέσης, της αμφιβολίας εξειδικευόμενης με πραγματικά περιστατικά, σύμφωνα με τα οποία, ο φερόμενος ως εκπρόσωπος της εναγομένης, Δικηγόρος, αρνήθηκε ρητώς την κατάρτιση των ενδίκων μικτών συμβάσεων μεταξύ της τελευταίας και του ενάγοντος, αμφισβητώντας ότι το πρόσωπο που συνεβλήθη με τον ενάγοντα υπήρξε η εναγομένη εταιρεία, όπως εξ άλλου αμφισβήτησε αυτός, υπό την άνω ιδιότητα του, τη βασιμότητα των αξιώσεων του ενάγοντος και την έκταση αυτών, και τούτο σε πλήρη αντίθεση με τους ισχυρισμούς του τελευταίου.
Υπήρξε δηλαδή, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, έρις και αβεβαιότητα κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 871 του ΑΚ (.....) συναφώς προς την επικαλούμενη αξίωση του ενάγοντος, η οποία λύθηκε με αμοιβαίες υποχωρήσεις του πληρεξουσίου Δικηγόρου της εναγομένης και του ενάγοντος, υπό την έννοια ότι ο μεν πρώτος, ως πληρεξούσιος της εναγομένης, πρότεινε τη μερική εξόφληση της αξιώσεως του ενάγοντος, παρότι αυτή αμφισβητείτο πλήρως από την εναγομένη, ο δε ενάγων αποδέχθηκε αυτήν, παραιτούμενος του υπολοίπου της αξιώσεως του, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, υπερέβαινε κατά πολύ του προσφερθέντος σ'αυτόν ποσού.
Συνήφθη επομένως, κατά τα εκτιθέμενα, μεταξύ των άνω συμβαλλομένων, σύμβαση συμβιβασμού κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 871 του ΑΚ, δεδομένου ότι υπήρξε έριδα και αβεβαιότητα μεταξύ των διαδίκων για την υπόψη έννομη σχέση τους, κατά τα αμέσως ανωτέρω προεκτεθέντα, και πρόθεσή τους (της εναγομένης νομίμως εκπροσωπουμένης από τον άνω πληρεξούσιο Δικηγόρο της) να τερματίσουν οριστικά και συμβιβαστικά την έριδα και αβεβαιότητα αυτή, με την υπόψη συμφωνία τους, της οποίας το περιεχόμενο είναι απαλλοτριωτό και η οποία τελικώς επετεύχθη και προς απόδειξη της οποίας, και όχι προς σύστασή της, αφού όπως αναλυτικά προεκτέθηκε, ο νόμος δεν απαιτεί την τήρηση οποιουδήποτε τύπου για την κατάρτιση του συμβιβασμού, υπεγράφησαν από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο του ενάγοντος, Αλεξάνδρου Δάσκα οι από 4.3.2002 απόδειξη και δήλωση, με τις οποίες βεβαιώνεται η είσπραξη του προσφερθέντος προς συμβιβασμό χρηματικού ποσού και δηλώνεται η παραίτηση του ενάγοντος από οποιαδήποτε οικονομική, εκ των επιδίκων συμβάσεων, αξίωσή του κατά αμφοτέρων των υπόψη εταιρειών (εναγομένης και ...).
Συνεπώς, δεν εκτίθεται εν προκειμένω περίπτωση μονομερών δηλώσεων του εναγομένου, υπό την έννοια μάλιστα των εκ μέρους του προτάσεων που δεν έτυχαν αποδοχής από την εναγομένη, αλλά περιγραφή στην αγωγή περιστατικών μίας πλήρως καταρτισμένης σύμβασης. Ενόψει δε, του ότι στη προκειμένη περίπτωση, δεν εκτίθεται ύπαρξη βέβαιων δικαιωμάτων που εγκαταλείφθηκαν από τον ενάγοντα, αλλά αντιθέτως κοινή των συμβαλλομένων αβεβαιότητα ως προς την ύπαρξη των δικαιωμάτων, της έκτασής τους και των προσώπων που συνδέονται με τα δικαιώματα αυτά, του επισφαλούς χαρακτήρα της απαιτήσεως του ενάγοντος, υπό την έννοια της αβεβαιότητος για την είσπραξη της, εξ αιτίας της επικαλουμένης μακράς και δαπανηρής διαδικασίας για την επιδίκαση της και την ικανοποίηση του ενάγοντος, όπως άλλωστε εκτίθεται και η αναληφθείσα υποχρέωση του ενός μέρους αντιστοιχούσας σε ανάλογη υποχώρηση του άλλου και αντίστροφα, δηλαδή το στοιχείο της αμοιβαιότητας, η επικαλούμενη σχέση των διαδίκων δεν συγκροτεί την έννοια της συμβάσεως αφέσεως χρέους, όπως κατ' επικουρική της αγωγής βάση, επιχειρεί να θεμελιώσει ο ενάγων την επίδικη αξίωση του.
Συνακόλουθα, το αίτημα της αγωγής περί καταβολής του ισοπόσου σε ευρώ κατά το χρόνο της καταβολής, των 467.480 δολλαρίων ΗΠΑ, και επικουρικά, επανασύστασης του ενδίκου χρέους, δεν θεμελιώνεται, ούτε στην επικαλούμενη έλλειψη συμβάσεως αποσβεστικής της ενδίκου ενοχής, υφισταμένων κατά τα εκτιθέμενα, μόνον δηλώσεων που δεν έγιναν αποδεκτές από την εναγομένη, και τούτο ανεξαρτήτως του αν αυτές έπασχαν από ελάττωμα ως προς το βουλητικό τους στοιχείο, ούτε αντίθετα (κατά την επικουρική της αγωγής βάση) στην ύπαρξη συμβάσεως αποσβεστικής της ενδίκου ενοχής, υπό τη μορφή της σύμβασης άφεσης χρέους η οποία καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων ακύρως (κατά την αγωγή) λόγω του επικαλουμένου αισχροκερδούς της χαρακτήρα κατ' άρθρο 179 ΑΚ, δεδομένου ότι η άφεση χρέους, ως αναλυτικά προεκτέθηκε στις υπό στοιχεία I και II μείζονες σκέψεις της παρούσας, είναι εξ ορισμού σύμβαση, στην οποία δεν λαμβάνει χώρα ανταλλαγή παροχών, ώστε να μην γεννάται ζήτημα προφανούς δυσαναλογίας μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, ως μίας εκ των σωρευτικώς απαιτουμένων στοιχείων για τον χαρακτηρισμό δικαιοπραξίας ως καταπλεονεκτικής και εντεύθεν αντίθετης στα χρηστά ήθη, που θα οδηγούσε σε ακυρότητα αυτής.
Ούτε, εξ άλλου, η αγωγή μπορεί να θεμελιωθεί στην επικαλούμενη έλλειψη νομίμου αιτίας της σύμβασης άφεσης χρέους, που φέρεται ως εκ τούτου, να οδήγησε στον αδικαιολόγητο πλουτισμό της εναγομένης κατά το αιτηθέν προς επιδίκαση χρηματικό ποσό, καθόσον ανεξαρτήτως της επικαλουμένης αιτίας , λόγω της οποίας (κατά τα επικουρικώς εκτιθέμενα στην αγωγή) καταρτίστηκε η εν λόγω σύμβαση αφέσεως χρέους, αυτή δεν κατέστησε την εναγομένη αδικαιολογήτως πλουσιότερη κατά το ισχυριζόμενο και αιτηθέν χρηματικό ποσό, αφού η σύμβαση αυτή καθ' εαυτή αποτελεί νόμιμο λόγο πλουτισμού της εναγομένης, κατά την έννοια του άρθρου 904 ΑΚ.
Συνεπώς προς τα ανωτέρω, και δεδομένου ότι ακόμη και αν ο ενάγων επικαλείται ορισμένη νομική αιτία, δηλαδή συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, το δικαστήριο δεν δεσμεύεται απ' αυτήν τη συμπεριφορά του ενάγοντα, αλλά εξακολουθεί να έχει υπηρεσιακό καθήκον να αναζητήσει αυτεπαγγέλτως (σύμφωνα με την αρχή jura novit curia), κάτω από ποιόν κανόνα δικαίου (ακόμα και μη περιεχόμενο στο δικόγραφο της αγωγής) θα τοποθετήσει τα πραγματικά γεγονότα, που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, προκειμένου να κρίνει αν αυτά τα γεγονότα είναι όντως ικανά να γεννήσουν το ένδικο δικαίωμα, η ένδικη αγωγή ελέγχεται στο σύνολο της ως μη νόμιμη, ως τέτοια δε και ως προς την προσήκουσα υπαγωγή των περιστατικών που παρατίθενται στην αγωγή στις διατάξεις του άρθρου 871 του ΑΚ, καθόσον η σύμβαση συμβιβασμού είναι υποχρεωτική για τους συμβαλλομένους και δεν παράγει στα πρόσωπα των συμβαλλομένων αξιώσεις από τις οποίες παραιτήθηκαν....''.
Με βάση τις αιτιολογίες αυτές, το Εφετείο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ως προς όλες τις βάσεις. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, εκτιμώντας κυριαρχικά τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, τα οποία ανταποκρίνονται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361 και 871 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον, με βάση τα ως άνω εκτιθέμενα περιστατικά, καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων συμφωνία, που φέρει τα χαρακτηριστικά της σύμβασης εξώδικου συμβιβασμού, αφού συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις κατάρτισης αυτής, δεδομένου ότι:
α) υπήρχε σοβαρή αμφισβήτηση και αβεβαιότητα ως προς τα εκατέρωθεν δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των διαδίκων αναφορικά με τη γένεση, τη βασιμότητα και το ύψος της απαιτήσεως του αρχικού ενάγοντος και δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων κατά της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, ενόψει του ότι ο ενάγων υποστήριζε ότι συνήψε τις ασφαλιστικές συμβάσεις με την εδρεύουσα στις ...
εταιρία ..., που λειτουργούσε ως αντιπρόσωπος της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, ήτοι ότι η τελευταία είναι η πράγματι συμβληθείσα, η δε εναγομένη αρνείτο τούτο και συνακόλουθα την σε βάρος της αστική αξίωση του ενάγοντος, β) έγιναν αμοιβαίες υποχωρήσεις ως προς το εριζόμενο αυτό ζήτημα, καθόσον η μεν εναγομένη δέχθηκε να καταβάλει μέρος της προβαλλόμενης από τον ενάγοντα αξίωσης, ανερχομένης στο ποσό των 2.300.480 δολαρίων ΗΠΑ, και συγκεκριμένα το ποσό των 1.833.000 δολαρίων ΗΠΑ, παρά την εκ μέρους της ρητή άρνηση της ύπαρξης της εν λόγω οφειλής της, ο δε ενάγων, εισπράττοντας μεγάλο μέρος της απαίτησής του, παραιτήθηκε από κάθε περαιτέρω αξίωσή του από τα επίδικα ασφαλιστήρια συμβόλαια και ταυτόχρονα δεν προέβη στην άσκηση αγωγής κατά της εναγομένης, αποφεύγοντας έτσι αμφότεροι οι διάδικοι δικαστικό αγώνα αβέβαιης διάρκειας, έκβασης και έκτασης, και γ) καταρτίστηκε συμφωνία μεταξύ των μερών έχουσα το προαναφερθέν περιεχόμενο, αφού ως προς τούτο συνέπεσαν απολύτως οι εκατέρωθεν δηλώσεις βουλήσεως των διαδίκων με πρόθεση διάλυσης της φιλονικίας και της αβεβαιότητας ως προς την απαίτηση του ενάγοντος, η οποία οδήγησε στην οριστική επίλυση της προαναφερθείσας διαφοράς τους, υπογραφείσας από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ενάγοντος, της από 4.3.2002 απόδειξης και δήλωσης και της αποδοχής αυτής από την εναγομένη, διά της καταβολής του παραπάνω ποσού, με συνέπεια να μην υφίσταται αξίωση του ενάγοντος, αφού αυτή έχει ήδη αποσβεσθεί και, συνακόλουθα, να δικαιολογείται, υπό τα εκτιθέμενα, η απόρριψη της ένδικης αγωγής ως νομικά αβάσιμης.
Επομένως, το Εφετείο, αφενός μεν προέβη σε ορθό νομικό χαρακτηρισμό της ένδικης σύμβασης, υπαγάγοντας σωστά τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά στην έννοια της διάταξης του άρθρου 871 ΑΚ, αφετέρου δε, απορρίπτοντας την αγωγή, δεν έλαβε υπόψη, παρά το νόμο, πράγματα μη προταθέντα.
Συνεπώς, οι πρώτος και δεύτερος, αμφότεροι κατά το πρώτο σκέλος, λόγοι αναίρεσης, από τους αρ. 1 και 8, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Ο προβλεπόμενος στο άρθρο 871 ΑΚ συμβιβασμός, ως αμφοτεροβαρής σύμβαση υπόκειται στις διατάξεις των άρθρων 178 και 179 του ΑΚ.
Ειδικότερα, κατά το άρθρο 178 του Α.Κ. "δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, κριτήριο των χρηστών ηθών αποτελούν οι ιδέες, του, κατά γενική αντίληψη, με φρόνηση και χρηστότητα, σκεπτομένου μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Η αντίθεση δε στα χρηστά ήθη, που καθιστά άκυρη τη δικαιοπραξία, κρίνεται από το περιεχόμενό της, όχι μεμονωμένα από την αιτία, που κίνησε τους συμβαλλομένους να τη συνάψουν ή τον σκοπό στον οποίον αυτοί αποβλέπουν, αλλά από το σύνολο των περιστάσεων και των συνθηκών, που τη συνοδεύουν.
Κατά δε το άρθρο 179 του ΑΚ, το οποίο αποτελεί ειδικότερα περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 178 του ιδίου Κώδικα: "άκυρη ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη είναι ιδίως η δικαιοπραξία με την οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, την κουφότητα ή την απειρία του άλλου και πετυχαίνει έτσι να συνομολογήσει ή να πάρει για τον εαυτό του ή τρίτο για κάποια παροχή περιουσιακά ωφελήματα που κατά τις περιστάσεις τελούν σε φανερή δυσαναλογία προς την παροχή".
Όπως προκύπτει από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και εκείνων των άρθρων 174 και 180 του ΑΚ, για να χαρακτηρισθεί μία δικαιοπραξία ως αισχροκερδής - καταπλεονεκτική και συνεπώς άκυρη, λόγω αντιθέσεώς της προς τα χρηστά ήθη, απαιτείται να συντρέχουν σωρευτικώς τρία στοιχεία, δηλαδή α) προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής β) ανάγκη ή κουφότητα ή απειρία του ενός από τους συμβαλλομένους και γ) εκμετάλλευση από τον συμβαλλόμενο της γνωστής σε αυτόν ανάγκης ή κουφότητος ή απειρίας του αντισυμβαλλομένου του.
Τα στοιχεία της ανάγκης, της κουφότητος ή της απειρίας όμως δεν είναι απαραίτητο, όπως προκύπτει από τη σαφή διατύπωση της δεύτερης από τις ως άνω διατάξεις, να συντρέχουν σωρευτικώς, αλλά αρκεί η συνδρομή και μόνον του ενός εξ αυτών. Απειρία είναι η έλλειψη της συνήθους πείρας ως προς τα οικονομικά δεδομένα και μεγέθη, ως προς τις τιμές και ως προς τις συναλλαγές.
Κουφότητα είναι η αδιαφορία για τις συνέπειες και τη σημασία των πράξεων, ενώ ανάγκη είναι και η οικονομική, αρκεί να είναι άμεση και επιτακτική. Η δυσαναλογία παροχής και αντιπαροχής πρέπει να είναι προφανής. Εκμετάλλευση υπάρχει, όταν αυτός που γνωρίζει την ως άνω κατάσταση του αντισυμβαλλομένου του (ανάγκη, κουφότητα, απειρία), επωφελείται και με κατάλληλο χειρισμό επιτυγχάνει προφανώς μειωμένη αντιπαροχή.
Ειδικότερα, προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής είναι αυτή, που υποπίπτει στην αντίληψη λογικού και έχοντος πείρα των σχετικών συναλλαγών ανθρώπου και η οποία υπερβαίνει το μέτρο κατά το οποίο είναι ανθρωπίνως φυσικό να αποκομίζει ο ένας κάποιο όφελος από σύμβαση οικονομικού περιεχομένου επί ζημία του άλλου.
Η δυσαναλογία αυτή, η οποία διαπιστώνεται, ενόψει των περιστάσεων και της φύσης της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας, κατά το χρόνο της κατάρτισής της, (περιεχόμενο, σκοπός, αξία παροχών), χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι υποκειμενικές παραστάσεις ή επιθυμίες των μερών, αποτελεί νομική έννοια, και ως εκ τούτου η κρίση για την ύπαρξη αυτής ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (Ολ.
ΑΠ 714/1973). Η κρίση, όμως, του ουσιαστικού δικαστηρίου, με την οποία διαπιστώνει, κατά την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, ότι συνέτρεξαν ή όχι τα ως άνω πραγματικά περιστατικά δεν ελέγχεται αναιρετικώς κατ` άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 714/1973, ΑΠ 876/2020 , ΑΠ 1738/2017, ΑΠ 432/2016). Περαιτέρω, δεν αποτελούν "πράγματα", υπό την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 630/2020, ΑΠ 1142/2019).
Επίσης, ο ανωτέρω λόγος δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε, έστω και εσφαλμένα, για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, ακόμη και αν η απόρριψή του έγινε σιωπηρά, με παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ.Α.Π. 25/2003, ΑΠ 1254/2022, ΑΠ 1271/2021, ΑΠ 684/2019, ΑΠ 1650/2018). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, την από τον αρ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στη δίκη, και συγκεκριμένα τον αγωγικό ισχυρισμό του περί ακυρότητας του ένδικου εξώδικου συμβιβασμού ως καταπλεονεκτικής δικαιοπραξίας (άρθρ. 178, 179 ΚΠολΔ).
Επίσης, με τον πρώτο, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγο της αίτησης αναίρεσης, και επικουρικά, κατ' εκτίμηση, προς τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό του αρχικού ενάγοντος περί ακυρότητας του ένδικου εξώδικου συμβιβασμού, ως αντικειμένου στην καλή πίστη και ως καταπλεονεκτικής δικαιοπραξίας, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού κανόνα διατάξεις των άρθρων 178 και179 ΑΚ, δεδομένου ότι ο ενάγων εξέθετε στην αγωγή του (καθ' υποφορά προς απόκρουση ισχυρισμού της εναγομένης περί ύπαρξης συμβάσεως αποσβεστικής της ενδίκου ενοχής), ότι κατά το χρόνο κατάρτισης του συμβιβασμού τελούσε υπό καθεστώς πίεσης και φόβου να χάσει τα χρήματα που είχε επενδύσει στις εν λόγω ασφαλιστικές συμβάσεις, το οποίο του προκάλεσε η συμπεριφορά της εναγομένης, που αρνούνταν να εκπληρώσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις, με αποτέλεσμα να αναγκασθεί να δεχθεί την προσφορά των 1.833.000 δολαρίων ΗΠΑ προς πλήρη εξόφληση των απαιτήσεών του, αν και η προσφορά αυτή είναι καταφανώς δυσανάλογη των αξιώσεών του.
Τα παραπάνω περιστατικά, όμως, τα οποία επικαλέστηκε ο ενάγων προς θεμελίωση του ανωτέρω αγωγικού ισχυρισμού του, αναφερόμενα ουσιαστικά στην ήδη επελθούσα γένεση της προβαλλόμενης κατά της εναγομένης αξίωσής του, δεν πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της ανάγκης, όπως αυτή αναλύθηκε στη μείζονα σκέψη, δηλαδή ότι κατά το χρόνο της συμφωνίας συνέτρεχε αδήριτη, επιτακτική και ανεπίδεκτη αναβολής ικανοποίησής της ανάγκη, και επομένως δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου.
Ενόψει αυτού, αφού ο ανωτέρω ισχυρισμός ήταν μη νόμιμος, δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης και, συνεπώς, το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει επ' αυτού. Κατά συνέπεια, ο ανωτέρω δεύτερος, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγος της αίτησης αναίρεσης, από τον αρ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι προεχόντως απαράδεκτος.
Σε κάθε περίπτωση, το δικαστήριο της ουσίας, κρίνοντας έγκυρη, υπό τα εκτιθέμενα, την καταρτισθείσα σύμβαση συμβιβασμού και απορρίπτοντας συνολικά την αγωγή ως μη νόμιμη, έλαβε υπόψη και τον παραπάνω αγωγικό ισχυρισμό του ενάγοντος, τον οποίο, έστω και σιωπηρά, ορθά απέρριψε ως μη νόμιμο. Επομένως, το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 178 και 179 ΑΚ, ούτε, παρά τον νόμο, παρέλειψε να λάβει υπόψη πράγματα προταθέντα, αναφορικά με τη στοιχειοθέτηση του επίμαχου αγωγικού ισχυρισμού περί ακυρότητας του ένδικου εξώδικου συμβιβασμού ως καταπλεονεκτικής δικαιοπραξίας, και, συνεπώς, ο πρώτος, κατά το δεύτερο σκέλος, αναιρετικός λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, λόγω εσφαλμένης εφαρμογής των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, καθώς και ο συναφής δεύτερος, κατά το δεύτερο σκέλος, από τον αρ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, είναι αβάσιμοι.
Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου που καταβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες, στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, θα επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 180, 183, 191 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την από 12-7-2021 αίτηση αναίρεσης των 1) Ε. Α. του Κ./νου, 2) Κ./νου Α. του Ι., 3) Π. Α. του Ι. και 4) Ε. Α. του Ι., κατά της υπ` αριθμ. 6187/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. - Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
-
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Φεβρουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Φεβρουαρίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ