Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to lack of proper service of summons to absent parties.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's final judgment. The appellant argued the lower court violated common sense and specific laws regarding debt collection, but the court found these arguments irrelevant to the appeal's admissibility. The decision was based on the failure of the opposing banks to properly serve the summons, rendering the appeal procedurally inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576 paragraphs 1-2 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must examine ex officio whether a party who did not appear or appeared improperly was legally and timely summoned, and if the summons was not served or served improperly, declare the hearing inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 304 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 304/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Η. Χ. του Ν., κατοίκου ... Πύργου Ηλείας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παντελή Χατζηχαραλάμπους.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρεία» και ήδη «ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK Ανώνυμη Εταιρεία», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ATTICA BANK - Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο, που δήλωσε στο ακροατήριο την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας, ενώ οι 2η και 3η δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11.10.2011 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πύργου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 413/2014 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-11-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και η 1η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ευστάθιος Νίκας διάβασε την από 29.10.2020 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της από 19.11.2014 αιτήσεως για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 413/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και ο πληρεξούσιος της 1ης αναιρεσίβλητης την απόρριψή της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Από το άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 418/2019, ΑΠ 1049/2017, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 1747/2017, ΑΠ 242/2015).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 11 «Προσωρινή αναστολή λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών» της από 11.03.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α'55), όπως αυτή κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α'76)
«1. Προς τον σκοπό της αποφυγής κινδύνου εμφάνισης ή και διάδοσης κορωνοϊού COVID-19 που ενδέχεται να έχουν σοβαρές επιπτώσεις στη δημόσια υγεία, μπορεί να επιβληθεί το μέτρο της προσωρινής, μερικής ή ολικής, αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, συμπεριλαμβανομένων και των στρατιωτικών δικαστηρίων, καθώς και της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών.
2. Το μέτρο της παρ. 1 επιβάλλεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Υγείας και Δικαιοσύνης, [...] μετά από γνώμη της Εθνικής Επιτροπής Προστασίας της Δημόσιας Υγείας έναντι του κορωνοϊού COVID-19. Με όμοια απόφαση ορίζεται και κάθε συναφής και αναγκαία πρόβλεψη για τα ζητήματα αναστολής ή παρέκτασης δικονομικών προθεσμιών, [...] καθώς και για όλα τα λοιπά ζητήματα που αφορούν στο καθεστώς προσωρινής αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας».
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 74 του Ν. 4690/30-5-2020 (Φ.Ε.Κ. Α'104) «Διατάξεις για την επαναλειτουργία των πολιτικών δικαστηρίων και τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης»:
«2. Σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και με οποιαδήποτε διαδικασία ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής, δηλαδή μέχρι και τις 31.05.2020, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του δικαστή, ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο σε σύντομη κατά το δυνατόν δικάσιμο και κατά προτεραιότητα εντός του χρονικού διαστήματος από 1.7.2020 έως 15.07.2020 ή από 01.09.2020 έως 15.09.2020. Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προς ενημέρωση των διαδίκων, και πάντως όχι επί ποινή ακυρότητας, η νέα δικάσιμος γνωστοποιείται από τον γραμματέα στον δικηγορικό σύλλογο της έδρας του δικαστηρίου και στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Με πρωτοβουλία επίσης του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα».
Στην προκείμενη περίπτωση, από τις υπ’αριθμ. ... και .../ 16-1-2020 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Δημ. ΛΑΜΠΡΑΚΗ, που επικαλείται προσκομίζει ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση, από 19.11.2014 και με αριθμό κατάθεσης 110/24-11-2014 αίτησης αναιρέσεως κατά της υπ’ αριθμ. 413/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, με την στη συνέχεια αυτής από 05.04.2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Δ' Τμήματος αρμοδίου για την εκδίκαση της εν λόγω αίτησης αναίρεσης, την από 05.04.2019 πράξη της Προέδρου του Δ' Τμήματος περί ορισμού δικασίμου της 20.03.2020 και με κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο της 20.03.2020 (κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε λόγω προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών προς τον σκοπό της αποφυγής κινδύνου εμφάνισης ή και διάδοσης κορωνοϊού COVID-19, δυνάμει της ανωτέρω αναφερθείσας από 11.03.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου που κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020), επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, με την επιμέλεια του επισπεύδοντος τη συζήτηση αναιρεσείοντος, στις δεύτερη και τρίτη (αντιστοίχως) των αναιρεσιβλήτων, ήτοι αντιστοίχως στην Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία με την επωνυμία «ATTIKA BANK - Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία» και στην Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ».
Εξάλλου από την παραδεκτά επισκοπούμενη από 14.07.2020 Πράξη της Προέδρου του Δ' Τμήματος περί αυτεπαγγέλτως ορισμού δικασίμου, για εκδικαση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας 06.11.2020, ημέρα Παρασκευή και ώρα 09:30 π.μ. και την παρά πόδας αυτής βεβαίωση της Γραμματέως του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου περί εγγραφής της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο του Δ' Πολιτικού Τμήματος με αύξοντα αριθμό 37, προκύπτει ότι η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης προσδιορίστηκε νομίμως αυτεπαγγέλτως για την αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 06.11.2020, ημέρα Παρασκευή και ώρα 09:30 π.μ στο οικείο πινάκιο του Δ' Πολιτικού Τμήματος με αύξοντα αριθμό 37.
Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, κατά την αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 06.11.2020, οι 2η και 3η των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, ούτε κατέθεσαν δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως λαμβανομένου υπόψη ότι οι 2η και 3η των αναιρεσιβλήτων κλητεύτηκαν νομίμως για την προαναφερθείσα αρχική δικάσιμο της 20.03.2020, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε λόγω προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών προς τον σκοπό της αποφυγής κινδύνου εμφάνισης ή και διάδοσης κορωνοϊού COVID-19, δυνάμει της ανωτέρω αναφερθείσας από 11.03.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου που κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020, η δε μετά ταύτα αυτεπάγγελτη εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, με πρωτοβουλία του γραμματέα ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, η υπόθεση πρέπει, να συζητηθεί, σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες.
Η κρινόμενη από 19.11.2014 και με αρ. κατάθ. 110/ 24-11-2014 αίτηση αναιρέσεως, κατά της υπ’ αριθμ. 413/2014 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, που εκδόθηκε με την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 741 επ. ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010 ) κατ’ αντιμωλία των διαδίκων, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ.). Πρέπει συνεπώς να ερευνηθεί προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 του ίδιου Κώδικα).
[II] Περαιτέρω και αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, από την επιτρεπτή κατ’ άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ. επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει, ότι ο αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πύργου την από 16.11.2011 (αρ. κατ.40/2011) αίτηση με την οποία, επικαλούμενος έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρεών του προς τις καθών η αίτηση πιστώτριες Τράπεζες, ζήτησε τη ρύθμιση των οφειλών του σύμφωνα με τον προτεινόμενο από αυτόν τρόπο διευθέτησης με σκοπό, αφού ληφθούν υπ’ όψη η περιουσιακή και προσωπική του κατάσταση, την απαλλαγή του από αυτά.
Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε κατ’αντιμωλία των διαδίκων η οριστική υπ’ αριθμ. 6/2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πύργου με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αίτηση, καθορίστηκαν οι αναγραφόμενες στην ως άνω απόφαση μηνιαίες καταβολές στις καθών Τράπεζες και εξαιρέθηκε της εκποίησης η κύρια κατοικία του αιτούντα επιβάλλοντας στον αιτούντα την υποχρέωσή να καταβάλλει για την διάσωση της οικίας του επί 15 χρόνια το ποσό των 566,50 ευρώ μηνιαίως και επί 180 μήνες κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα στο διατακτικό της ανωτέρω απόφασης.
Κατά της ανωτέρω αποφάσεως του ως άνω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου η εκκαλούσα–6η καθ’ ής η αίτηση και ήδη 1η αναιρεσίβλητη «Τράπεζα Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρεία» άσκησε, κατ’ άρθρ. 513 παρ. 2 ΚΠολΔ την από 18.07.2013 (αρ. κατ. ΜΕ 120/2013) έφεση, επί της οποίας, συνεκδικασθείσας με τις υπέρ της εκκαλούσας Τράπεζας πρόσθετες παρεμβάσεις των καθ’ ών–ήδη (αντιστοίχως ) 2ης και 3ης των αναιρεσιβλήτων Τραπεζών κατά την δικάσιμο της 11.06.2014, εκδόθηκε κατ’ αντιμωλία των διαδίκων η προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 413/2014 τελεσίδικη απόφαση του δικάζοντος κατ’ έφεση Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, δυνάμει της οποίας, μετά την τυπική και ουσιαστική παραδοχή της έφεσης της εκκαλούσας και ήδη 1ης αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας, εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση, διακρατήθηκε η υπόθεση στο ως άνω δικαστήριο, και απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν η αίτηση του εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσείοντος.
[III] Σύμφωνα με το άρθρο 1 § 1 Ν. 3869/2010, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 85 § Α.1 Ν. 3996/2011, «φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφ’εξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής».
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για να επιτευχθεί η ρύθμιση των οφειλών του υπερχρεωμένου οφειλέτη προς τους πιστωτές του και η απαλλαγή του, πρέπει αυτός να μη περιήλθε σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των χρηματικών οφειλών του με δόλιο τρόπο (ΑΠ 67/2020 - ΝΟΜΟΣ, βλ. και ΑΠ 632/2019 ). Ο Ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη 330 ΑΚ, με την οποία ορίζεται «ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές».
Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και την νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 § 1 ΠΚ. Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο.
Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που θέλει την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής. Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το αποδέχεται (ΟλΑΠ 4/2010, ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 67/2020, ΑΠ 632/2019, ΑΠ 297/2007).
Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή. Περαιτέρω από τη διατύπωση της παρ. 1 εδαφ. α’ του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην «περιέλευση» του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών.
Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας. Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο είτε είναι αρχικός είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε (ΑΠ 67/2020).
Στην περίπτωση της §1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (ΑΠ 67/2020, ΑΠ 53/2020). Επομένως, η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει. Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτό (ΑΠ 67/2020, ΑΠ 53/2020).
Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου (ΑΠ 67/2020, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017).
Περαιτέρω, κατά την ανωτέρω αναφερθείσα διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 εδ. α’ του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην παρούσα διαδικασία (άρθρο 14 του ν. 3869/2010), αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΑΠ 53/2020). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ ( ΑΠ 53/2020, ΑΠ 849/2007).
[IV] Στην προκειμένη περίπτωση, με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της κρινόμενης από 19.11.2014 αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 413/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας την εκ του άρθρου 560 παρ. 1 ΚΠολΔ αιτίαση της παραβίασης διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, ισχυριζόμενος συγκεκριμένα (κατ’ ορθήν εκτίμηση των ισχυρισμών του) ότι με την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση παραβιάστηκαν οι διατάξεις του άρθρου 330 ΑΚ και του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010.
Ειδικότερα ο αναιρεσείων ισχυρίζεται με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσής του, ότι τα γενόμενα δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περιστατικά δεν είναι ικανά να στοιχειοθετήσουν τα προαναφερόμενα στοιχεία του δόλου, καθώς και ότι από τα στοιχεία του αντικειμενικού των περί δόλου διατάξεων, τα οποία είναι απαραίτητα για την κατάφαση του δόλου, ουδέν εκτίθεται και ουδέν φέρεται αποδεδειγμένο στην προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ότι με βάση τα γενόμενα δεκτά από την προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περιστατικά–παραδοχές της δεν συνέτρεχε στο πρόσωπο του αιτούντος–αναιρεσείοντος:
α) γνώση όλων των περιστατικών που πρέπει να συντρέχουν για να απαγορεύεται η ελεγχόμενη ενέργειά του, και ειδικότερα ότι εν προκειμένω δεν συνέτρεχε στο πρόσωπο του αιτούντος–αναιρεσείοντος η γνώση λόγων απαγορευτικών για την σύναψη των επίδικων δανείων και ανάληψη των προς τις πιστώτριες τράπεζες υποχρεώσεών του,
β) ότι δεν συνέτρεχε η πρόβλεψη από τον ενεργούντα αναιρεσείοντα ότι ως συνέπεια της πράξεώς του θα επέλθει το παράνομο αποτέλεσμα και εν προκειμένω η καθυστέρηση εκπληρώσεως των υποχρεώσεων ή η πλήρης αθέτησή τους με την αδυναμία εκπληρώσεως της παροχής η οποία τον βαρύνει, και ειδικότερα ότι ο αναιρεσείων δεν μπορούσε να προβλέψει την αδυναμία του για την πληρωμή των επίδικων δανείων, δεν την θέλησε, ούτε την επεδίωξε,
γ) ότι δεν συνέτρεχε στο πρόσωπο του αιτούντος–αναιρεσείοντος βούληση επελεύσεως του παρανόμου αποτελέσματος, και εν προκειμένω δεν συνέτρεχε επιδίωξη του αναιρεσείοντος με τις πράξεις ή τις παραλείψεις του να περιέλθει σε αδυναμία πληρωμών του, ούτε συνέτρεχε πρόβλεψή του ότι θα περιέλθει σε αδυναμία πληρωμών και αποδοχή του αποτελέσματος αυτού.
[V] Στην εξεταζόμενη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας, με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 413/2014 απόφαση του, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην προκείμενη δίκη ότι αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά αυτολεξεί παρατιθέμενα:
«| Ο αιτών– εφεσίβλητος, ηλικίας 67 ετών είναι διαζευγμένος χωρίς τέκνα και εν γένει προστατευόμενα μέλη. Είναι συνταξιούχος του ΙΚΑ και η σύνταξή του ανέρχεται στο ποσό των 1480 € μηνιαίως, συμπεριλαμβανομένης και της Επικουρικής σύνταξης [...]. Εργαζόταν ως φαρμακοϋπάλληλος, με μηνιαίες αποδοχές, που ανέρχονταν στο ποσό των 1.600 € πλέον δώρων, ενώ η συνταξιοδότησή του έλαβε χώρα κατά το έτος 2005-2006. Το μέσο μηνιαίο προσωπικό εισόδημα του αιτούντος ανέρχεται στο ποσό των 1.480 ευρώ, από το οποίο ισχυρίζεται ότι απαιτείται ποσό 800,00 ευρώ περίπου για την κάλυψη των μηνιαίων δαπανών διαβίωσής του. Επίσης, ο αιτών ισχυρίζεται ότι αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας, τα οποία, όπως προκύπτει από την από 29.05.2014 ιατρική γνωμάτευση του ιδιώτη γενικού ιατρού Ε. Μ., συνίστανται σε αρτηριακή υπέρταση και αγχώδη καταθλιπτική συνδρομή με μόνιμες αϋπνίες.
Στα περιουσιακά στοιχεία του αιτούντος περιλαμβάνεται η πλήρης κυριότητα ενός οικοπέδου στο ... Νομού Ηλείας, εμβαδού 415,50 τ.μ. στο οποίο το έτος 2008 ανεγέρθηκε μονοκατοικία 84,60 τ.μ., αντικειμενικής αξίας 48.870,90 ευρώ (βλ. με αριθμό .../19.07.2012 ειδοποίηση Ε.Τ.Α.Κ., για το έτος 2009 ), βεβαρημένο με προσημειώσεις υπέρ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ» και της εταιρείας με την επωνυμία «EFG EUROBANK ERGASIAS A.E». Επίσης ο αιτών έχει στην ιδιοκτησία του κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή ένα Ι.Χ. αυτοκίνητο κυβισμού 1349 κ.ε. με ημερομηνία πρώτης κυκλοφορίας 16.03.2001 Ο αιτών πλην των παραπάνω δεν διαθέτει άλλα περιουσιακά στοιχεία. Ισχυρίζεται δε ότι το μέσο μηνιαίο και ετήσιο ατομικό εισόδημά του έχει μειωθεί ως συνέπεια των μέτρων που λήφθηκαν για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης από το έτος 2010 και μετά, οπότε από το ποσό των 1.700 € μέσο ατομικό μηνιαίο εισόδημα του αιτούντος μειώθηκε το παραπάνω ποσό σε καθαρές μηνιαίες αποδοχές, που ανέρχονται στο ποσό των 1.266,38 € (βλ. ...).
Ταυτόχρονα όμως, με τα παραπάνω προέκυψε ότι ο αιτών τουλάχιστον από το έτος 2006 προέβαινε συνεχώς σε υπέρμετρο δανεισμό και με τη χρήση ανακυκλούμενης πίστωσης για την επίτευξη επιπέδου διαβίωσης ανώτερου από τις οικονομικές του δυνατότητες. Ήδη δε σήμερα, όπως αποδεικνύεται, το σύνολο των υποχρεώσεων του τελευταίου προς τις πιστώτριες Τράπεζες ανέρχεται στο ποσό των 223.804,20 ευρώ, από το οποίο, ποσό συνολικής οφειλής 90.977,10 ευρώ προέρχεται από συμβάσεις στεγαστικής πίστης και το υπόλοιπο ποσό των 132.827,10 ευρώ προέρχεται από συμβάσεις καταναλωτικών δανείων και πιστωτικών καρτών.
Συγκεκριµένα, αποδεικνύεται ότι:
(1) από την «ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΤΤΙΚΗΣ Α.Ε.» του έχει χορηγηθεί µε τη µε αριθµ. ... σύµβαση ελεύθερου δανείου, δάνειο, µε υπόλοιπο οφειλής στις 31.01.2011 συνολικά ποσό ύψους 10.663€ (βλ την από 31.01.2011 απάντηση της ως άνω τράπεζας•
(2) από την «CIΤIBANK INTERNAΤIONAL P.L.C.» του έχει χορηγηθεί:
(2/α) µε τη µε αριθµ. ... σύµβαση πιστωτικής κάρτας, δάνειο, µε υπόλοιπο οφειλής στις 27.01.2011, συνολικά ποσό ύψους 16.875,44€,
(2/β) µε τη µε αριθµ. ... σύµβαση πιστωτικής κάρτας, δάνειο, µε υπόλοιπο οφειλής στις 27.01.2011 συνολικά ποσό ύψους 16.595,14€,
(2/γ) µε τη µε αριθµ ... σύµβαση προσωπικού δανείου, δάνειο, µε υπόλοιπο οφειλής στις 27.01.2011 συνολικά ποσό ύψους 2.609,05€ (βλ. την από 27.01.2011 απάντηση της ως άνω τράπεζας).
Συνολικά δε οι απαιτήσεις της πιστώτριας αυτής από τις παραπάνω συµβάσεις ανέρχονται στο ποσό των 36.079,63€•
(3) Από την «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.» του έχει χορηγηθεί:
(3/α) µε τη µε αριθµ. ... σύµβαση καταναλωτικής πίστης, δάνειο, µε υπόλοιπο οφειλής στις 27.01.2011 συνολικά το ποσό των 6.472,20 €,
(3/β) µε τη µε αριθµ. ... σύµβαση καταναλωτικής πίστης, δάνειο, µε υπόλοιπο οφειλής στις 27.01.2011, συνολικά το ποσό των 5.191,13€,
(3/γ) µε τη µε αριθµ. ... σύµβαση στεγαστικής πίστης, δάνειο, µε υπόλοιπο οφειλής στις 27.01.2011, συνολικά το ποσό των 60.161,02€,
(3/δ) µε τη µε αριθµ. ... σύµβαση στεγαστικής πίστης, δάνειο, µε υπόλοιπο οφειλής στις 27.01.2011 συνολικά το ποσό των 30.816,08 €,
(3/ε) µε τη µε αριθµ. ... σύµβαση καταναλωτικής πίστης, δάνειο, µε υπόλοιπο οφειλής στις 27.01.2011, συνολικά το ποσό των 6.790,20€,
(3/στ) µε τη µε αριθµ. ... σύµβαση πιστωτικής κάρτας, µε υπόλοιπο οφειλής στις 27.01.2011, συνολικά το ποσό των 1.963,30 €,
(3/ζ) µε τη µε αριθµ. ... σύµβαση πιστωτικής κάρτας, δάνειο, µε υπόλοιπο οφειλής στις 27.01.2011, συνολικά το ποσό των 2.772,00€,
(3/η) µε τη µε αριθµ. ... σύµβαση πιστωτικής κάρτας, δάνειο, µε υπόλοιπο οφειλής στις 27.01.2011, συνολικά το ποσό των 11.948,27€ (βλ την από 27.01.2011 απάντηση της ως άνω τράπεζας).
Συνολικά δε οι απαιτήσεις της πιστώτριας αυτής από τις παραπάνω συµβάσεις ανέρχονται στο ποσό των 126.114,20 €•
(4) Από την «ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ» του έχει χορηγηθεί
(4/α) µε τη µε αριθ. ... σύµβαση πιστωτικής κάρτας, δάνειο, µε υπόλοιπο οφειλής στις 28.01.2011 συνολικά το ποσό των 2.329,27 €,
(4/β) µε τη µε αριθ. ... σύµβαση πιστωτικής κάρτας, δάνειο, µε υπόλοιπο οφειλής στις 28.01.2011, συνολικά το ποσό των 5.561,07€.
Συνολικά δε οι απαιτήσεις της πιστώτριας αυτής από τις παραπάνω συµβάσεις ανέρχονται στο ποσό των 7.890,34€•
(5) Από την «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ» του έχει χορηγηθεί:
(5/α) με τη με αριθ. ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου, δάνειο, με υπόλοιπο οφειλής στις 28.01.2011, συνολικά το ποσό των 5.552,19€,
(5/β) με τη με αριθ. ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας, δάνειο, με υπόλοιπο οφειλής στις 28.01.2011, συνολικά το ποσό των 11.860,50€,
(5/γ) με τη με αριθ. ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας, δάνειο, με υπόλοιπο οφειλής στις 28.01.2011, συνολικά το ποσό των 5.039,27€, (βλ. την από 28.01.2011 αναλυτική βεβαίωση οφειλών).
Συνολικά δε οι απαιτήσεις της πιστώτριας αυτής από τις παραπάνω συμβάσεις ανέρχονται στο ποσό των 22.451,96€•
(6) Από την «EFG EUROBANK ERGASIAS Α.Ε.» του έχουν χορηγηθεί:
(6/α) με τη με αριθμ. ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου, δάνειο με υπόλοιπο οφειλής, στις 26.01.2011, συνολικά το ποσό των 6.448,11€,
(6/β) με την με αριθ. ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας, δάνειο, με υπόλοιπο οφειλής στις 26.01.2011, συνολικά το ποσό των 6.256,71€,
(6/γ) με τη με αριθ. ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας, δάνειο, με υπόλοιπο οφειλής στις 26.01.2011, συνολικά το ποσό των 2.025,71€,
(6/δ) με την με αριθ. ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας, δάνειο, με υπόλοιπο οφειλής στις 26.01.2011, συνολικά το ποσό των 10.850,85€ (βλ την από 26.01.2011 απάντηση της ως άνω τράπεζας).
Συνολικά δε οι απαιτήσεις της πιστώτριας αυτής από τις παραπάνω συμβάσεις ανέρχονται στο ποσό των 25.581,38€.
Με βάση τα παραπάνω προκύπτει ότι ο αιτών δεν επέδειξε συμπεριφορά συνετού καταναλωτή, ανεξάρτητα από τον τρόπο προώθησης από τη πλευρά των πιστωτικών ιδρυμάτων των προιόντων τους, αφού παρά το ύψος της υποχρέωσης που ανέλαβε προς την πιστώτρια Τράπεζα «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.», για τις ανάγκες λήψης του στεγαστικού δανείου, συνέχιζε να δανείζεται παρότι διέβλεπε ως ενδεχόμενη την αδυναμία της αποπληρωμής των υποχρεώσεών του στο μέλλον, αποδεχόμενος το τελευταίο αυτό, καθόσον παρά τον ισχυρισμό των πιστωτριών Τραπεζών περί δόλιας περιέλευσής του στην σημερινή κατάσταση της υπερχρέωσης, ο ίδιος δεν ανταπέδειξε ότι κατά την ανάληψη των επίδικων οφειλών του, ανέμενε ή ήλπιζε σε μεταγενέστερη βελτίωση των οικονομικών του, ώστε να υπάρχει δυνατότητα αποπληρωμής τους.
Περαιτέρω, ούτε από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού προέκυψε αναμενόμενη βελτίωση των εισοδημάτων του, ο οποίος, όπως προεκτέθηκε, λαμβάνει σταθερό εισόδημα, από τη σύνταξή του και δεν διαθέτει άλλους πόρους εισοδημάτων. Για την υπέρβαση του ορίου οικονομικής δυνατότητας του αιτούντος κατέθεσε και η μάρτυρας, που εξετάστηκε στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι ο εφεσίβλητος σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει περιέλθει σε αδυναμία πληρωμής τέτοια που να του δίνεται η δυνατότητα υπαγωγής στις διατάξεις του Ν. 3869/2010, καθώς έχει ικανοποιητικό εισόδημα, ενώ η αλόγιστη από την πλευρά του διόγκωση του παθητικού της περιουσίας του καταδεικνύει την πρόθεσή του να εξασφαλίσει ανώτερο επίπεδο διαβίωσης από αυτό, που του επέτρεπε το εισόδημά του, υπερβαίνοντας το μέτρο και τη σύνεση του μέσου καταναλωτή. Άλλωστε, το ενδεχόμενο αποδοχής ως ουσιαστικά βάσιμων των ισχυρισμών του αιτούντος θα ερχόταν σε αντίθεση με την αιτιολογική ερμηνεία του ως άνω Νόμου, του οποίου κύριος σκοπός είναι η αντιμετώπιση των προβλημάτων που προέκυψαν από την οικονομική συγκυρία και όχι η απάλειψη χρεών που προέκυψαν από τον υπέρμετρο και επιπόλαιο δανεισμό.
Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει ως βάσιμη η έφεση της εκκαλούσας. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δίκασε την αίτηση και την έκανε κατά ένα μέρος δεκτή, πλημμελώς το νόμο εφάρμοσε και έσφαλε, προς τούτο δε η εκκαλούμενη απόφαση πρέπει να εξαφανιστεί. Ακολούθως [...]|».
[VI] Με βάση τις παραδοχές αυτές στην προπαρατιθέμενη (κύρια) αιτιολογία, οι οποίες (παραδοχές) στηρίζουν αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ’ αριθμ. 413/2014 απόφασης, το Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας, δικάζοντας κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, δέχθηκε με την πληττόμενη απόφαση του ως ουσιαστικά βάσιμη, την από 18.07.2013 και με αρ. κατάθ. ΜΕ 120/2013 έφεση της εκκαλούσας - εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης κατά της υπ'αρ. 6/2013 απόφασης του Ειρηνοδικείου Πύργου, [με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει ως κατ’ ουσίαν βάσιμη η από 11.10.2011 αίτηση του τώρα αναιρεσείοντος, με την οποία αυτός ζητούσε την υπαγωγή του στις ρυθμίσεις του νόμου 3869/2010 (περί ρυθμίσεως οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων)], εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ’ αρ. 6/2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πύργου, διακράτησε την υπόθεση και στην συνέχεια, δικάζοντας κατ’ ουσία, απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη την από 11.10.2011 αίτηση του τώρα αναιρεσείοντος.
Ειδικότερα, με βάση τις πιο πάνω παραδοχές του, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας δέχτηκε, ότι ο αναιρεσείων προέβη σε συνεχόμενο υπερδανεισμό υψηλών ποσών, με ελεύθερη βούληση, αν και μπορούσε να προβλέψει την αδυναμία πληρωμής, στην οποία θα περιερχόταν, αποδεχόμενος τις συνέπειες του υπερδανεισμού του, ενόψει της αναντιστοιχίας των αναφερόμενων στην προσβαλλόμενη εισοδημάτων του κατά τον χρόνο σύναψης των ως άνω υπέρογκων δανείων, σε συνδυασμό με τις βιοτικές ανάγκες του και την συνακόλουθα διαβλεπόμενη υπ'αυτού ενδεχόμενη αδυναμία αποπληρωμής των εξ αυτών των δανειακών συμβάσεων υποχρεώσεών του.
Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης ο αιτών και ήδη αναιρεσείων, «παρά το ύψος της υποχρέωσης που ανέλαβε προς την πιστώτρια Τράπεζα ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε., για τις ανάγκες λήψης του στεγαστικού δανείου, συνέχιζε να δανείζεται παρότι διέβλεπε ως ενδεχόμενη την αδυναμία της αποπληρωμής των υποχρεώσεών του στο μέλλον, αποδεχόμενος το τελευταίο αυτό, καθόσον παρά τον ισχυρισμό των πιστωτριών Τραπεζών περί δόλιας περιέλευσής του στην σημερινή κατάσταση της υπερχρέωσης, ο ίδιος δεν ανταπέδειξε ότι κατά την ανάληψη των επίδικων οφειλών του, ανέμενε ή ήλπιζε σε μεταγενέστερη βελτίωση των οικονομικών του, ώστε να υπάρχει δυνατότητα αποπληρωμής τους.
Περαιτέρω, ούτε από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού προέκυψε αναμενόμενη βελτίωση των εισοδημάτων του, ο οποίος, όπως προεκτέθηκε, λαμβάνει σταθερό εισόδημα, από τη σύνταξή του και δεν διαθέτει άλλους πόρους εισοδημάτων [...]. Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι ο εφεσίβλητος σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει περιέλθει σε αδυναμία πληρωμής τέτοια που να του δίνεται η δυνατότητα υπαγωγής στις διατάξεις του Ν. 3869/2010, καθώς έχει ικανοποιητικό εισόδημα, ενώ η αλόγιστη από την πλευρά του διόγκωση του παθητικού της περιουσίας του καταδεικνύει την πρόθεσή του να εξασφαλίσει ανώτερο επίπεδο διαβίωσης από αυτό, που του επέτρεπε το εισόδημά του, υπερβαίνοντας το μέτρο και τη σύνεση του μέσου καταναλωτή».
Οι παραδοχές αυτές αρκούσαν για να καταγνωστεί σε βάρος του αναιρεσείοντος ενδεχόμενος δόλος, που μπορεί να είναι και αρχικός, κατά τη λήψη του δανείου, όπως στην ένδικη περίπτωση και περιορίζεται στην πρόθεση του ίδιου του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο. Επομένως, το Δικαστήριο της ουσίας, καταγιγνώσκοντας με την προσβαλλόμενη σε βάρος του αιτούντος - ήδη αναιρεσείοντος ενδεχόμενο δόλο κατά το χρόνο ανάληψης του χρέους του προς τις πιστώτριες Τράπεζες (εκκαλούσα -ήδη 1η αναιρεσίβλητη, υπέρ αυτής προσθέτως παρεμβαίνουσες και ήδη 2η και 3η αναιρεσίβλητες), με βάση τα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά που κατά την ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, και δεχόμενο με την προσβαλλόμενη, επίσης με βάση τα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά που κατά την ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, ότι ο αιτών - ήδη αναιρεσείων δεν υπαγόταν στις ρυθμίσεις του νόμου 3869/2010 (περί ρυθμίσεως οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων ) και απορρίπτοντας συνακόλουθα (κατά τα αναλυτικά ανωτέρω εκτεθέντα ) ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη την από 11.10.2011 αίτηση του τώρα αναιρεσείοντος, με την οποία αυτός ζητούσε την υπαγωγή του στις ρυθμίσεις του νόμου 3869/2010 (περί ρυθμίσεως οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων ), ορθά ερμήνευσε και δεν παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 περ.
α` Ν. 3869/2010 και του άρθρου 330 ΑΚ, στις οποίες ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν. Συνεπώς, ο προαναφερθείς πρώτος λόγος της κρινόμενης από 19.11.2014 αίτησης αναίρεσης, κατά το ανωτέρω εκτεθέν πρώτο σκέλος αυτού, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη την αιτίαση της παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 330 ΑΚ και του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
[VII] Περαιτέρω κατά τις διατάξεις του άρθρου 560 ΚΠολΔ όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 (Έναρξη ισχύος, σύμφωνα με το άρθρο ένατο παρ.2 του αυτού άρθρου και νόμου, από 01.01.2016), έχει δε στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή, καθόσον η από 19.11.2014 αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε πριν την 01.01.2016, «Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο:
(1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές,
(2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση,
(3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ` ύλην Αρμοδιότητα,
(4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας».
Κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο για τους (περιοριστικά) αναφερόμενους στο προαναφερθέν άρθρο 560 ΚΠολΔ λόγους, οι οποίοι είναι, όπως συνάγεται από τη χρήση της λέξης «μόνο», περιοριστικοί numerus clausus (ΟλΑΠ 45/1987, ΑΠ 110/2010, ΑΠ 1032/2019, ΑΠ 1370/2008, ΑΠ 600/2007, ΑΠ 1082/2007, Μαργαρίτη Μιχ. -Άντα Μαργαρίτη ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΚΠολΔ, υπό το άρθρο 560 περ. 2 Β)&(ΟλΑΠ 45/1987, ΑΠ 1032/2019, ΑΠ 1370/2008, ΑΠ 600/2007). Στους προαναφερθέντες περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 560 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, δεν περιλαμβάνεται ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δηλαδή η περίπτωση κατά την οποία αποδίδεται στο δικαστήριο η πλημμέλεια ότι εφάρμοσε εσφαλμένα τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, λόγος που αφορά άλλωστε την παραβίαση κανόνων δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου.
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου της από 19.11.2014 αναίρεσης ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το προαναφερθέν άρθρο 560 παρ. 1 ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη την αιτίαση της παραβίασης της διάταξης της παρ. 1 εδαφ. β του άρθρου 1 του Ν.3869/2012, κατά την οποία «Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής».
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, με τον οποίο γίνεται επίκληση παραβίασης διατάξεως του δικονομικού δικαίου, ειδικότερα δε διατάξεως που ρυθμίζει το βάρος της Απόδειξης και με τον οποίο δεν γίνεται επίκληση παραβίασης διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου (όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων), είναι λόγος αναίρεσης που εμπίπτει στη ρύθμιση του άρθρου 559 αρ. 13 ΚΠολΔ και δεν εμπίπτει στη περιοριστική ρύθμιση του άρθρου 560 ΚΠολΔ (όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων), το οποίο αφορά τους περιοριστικά αναφερόμενους στον ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των Ειρηνοδικείων.
Επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, κατά τα ανωτέρω στην μείζονα σκέψη της παρούσης εκτεθέντα, καθόσον με τον λόγο αυτόν αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση του Πρωτοδικείου Ηλείας που εκδόθηκε σε έφεση κατά αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Πύργου, η πλημμέλεια ότι εφάρμοσε εσφαλμένα τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, ήτοι ότι παραβίασε διατάξεις του δικονομικού δικαίου, συνακόλουθα αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση απαραδέκτως πλημμέλεια που δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά απαριθμούμενους προαναφερθέντες αναιρετικούς λόγους του άρθρου 560 ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των Ειρηνοδικείων.
[VIII] Περαιτέρω, όπως και ανωτέρω εξετέθη, κατά τις διατάξεις του άρθρου 560 ΚΠολΔ. όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 (Έναρξη ισχύος, σύμφωνα με το άρθρο ένατο παρ.2 του αυτού άρθρου και νόμου, από 01.01.2016), έχει δε στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή, καθόσον η από 19.11.2014 αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε πριν την 01.01.2016, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο (εκτός των άλλων, περιοριστικά αναφερόμενων λόγων που απαριθμήθηκαν αναλυτικά ανωτέρω, σχετικά με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης):
(1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς, ο λόγος δε αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές.
Ως διδάγματα της κοινής πείρας, νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα, μπορούν δε να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 και 560 παρ. 1β’ ΚΠολΔ)-(ΑΠ 40/2020, βλ.
και ΑΠ 69/2019 ). Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες, που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ` αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.
Δεν ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ. κατά την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 40/2020, ΑΠ 518/2017, ΑΠ 2086/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ερειδόμενη στο άρθρο 560 παρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας και συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι, εάν η πληττόμενη απόφαση είχε ερμηνεύσει ορθά τα διδάγματα της κοινής πείρας, έπρεπε να αχθεί στα συμπεράσματα:
(α) ότι κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας υπήρχε πλήρης αδυναμία του αναιρεσείοντος να ανταποκριθεί στις δανειακές του υποχρεώσεις, αφού, κατά τα γενόμενα δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων ήταν συνταξιούχος του ΙΚΑ και η σύνταξή του ανερχόταν στο ποσό των 1.480 ευρώ μηνιαίως, συμπεριλαμβανομένης και της Επικουρικής, ενώ μέχρι του έτους 2006, οπότε συνταξιοδοτήθηκε, οι μηνιαίες αποδοχές του ενέρχονταν σε 1.600 ευρώ πλέον δώρων, ώστε κατά τους υπολογισμούς του αναιρεσείοντος είχε λάβει χώρα μείωση των αποδοχών του κατά 386 ευρώ, αντιστοιχούσα σε ποσοστό 20,69 % από της συνταξιοδοτήσεώς του μέχρι σήμερα,
(β) ότι κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας το επίπεδο ζωής του αναιρεσείοντος υπολειπόταν και αυτού του επιπέδου του χαρακτηριζόμενου ως πτωχού, αφού, κατά τα γενόμενα δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων είχε ως μοναδικά περιουσιακά στοιχεία μία (μονοκατοικία 84,60 τ.μ. στο ... Ηλείας, αντικειμενικής αξίας 48.870,90 ευρώ, βεβαρημένη με δύο προσημειώσεις υποθήκης υπέρ της 3ης και της 1ης των αναιρεσιβλήτων και ένα αυτοκίνητο κυβισμού 1349 κ.ε. πρώτης κυκλοφορίας 16.03.2001,
(γ) ότι εάν η πληττόμενη απόφαση δεν παραβίαζε τα διδάγματα της κοινής πείρας θα έπρεπε να είχε δεχθεί (με βάση κατά τα γενόμενα δεκτά υπ'αυτής ως αποδειχθέντα) ότι η ανακυκλούμενη πίστωση του αναιρεσείοντος δεν αποτελεί ένδειξη δόλιας αδυναμίας πληρωμών και δεν αποτελεί δόλια πράξη για να εξασφαλίσει ο αναιρεσείων οφειλέτης επίπεδο ζωής ανώτερο από αυτό που του επέτρεπε το εισόδημά του,
(δ) ότι, εάν η πληττόμενη απόφαση δεν παραβίαζε τα διδάγματα της κοινής πείρας θα έπρεπε να είχε δεχθεί ότι δεν μπορεί να απαιτηθεί από τον αναιρεσείοντα, ως μέσο κοινωνό να σκεφθεί «εμπειρότερα» και με μεγαλύτερη γνώση των οικονομικών δεδομένων από τα ίδια τα τραπεζικά ιδρύματα, τα οποία προωθούν τα προιόντα τους όχι μόνο με παραπλανητικές μεθόδους και προσφορές, εν είδει super markets, αλλά και έχουν στη διάθεσή τους και τη γνώση και τα μέσα να πληροφορούνται για την πιστοληπτική ικανότητα των πελατών τους και την εν γένει οικονομική τους κατάσταση, τα ίδια δε διδάγματα της κοινής πείρας τοποθετούν τον οφειλέτη σε ασθενέστερη θέση (νομικά, οικονομικά, διαπραγματευτικά κλπ.) από την δανείστρια Τράπεζα, αλλά και τον θεωρούν ευάλωτο στις μεθοδεύσεις των Τραπεζών, οι οποίες γίνονται τόσο επικινδυνότερες όσο μεγαλύτερος είναι ο μεταξύ των τραπεζών ανταγωνισμός,
(ε) ότι, εάν η πληττόμενη απόφαση δεν παραβίαζε τα διδάγματα της κοινής πείρας, θα είχε δεχθεί ότι ο τρόπος ζωής του αναιρεσείοντος (όπως τον δέχθηκε η εκκαλούμενη) ήκιστα αλόγιστος μπορούσε να θεωρηθεί, και δεν θα είχε παραβιάσει το περί δόλου διατάξεων αλλά και τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεχόμενη ότι υπήρξε δολία συμπεριφορά του αναιρεσείοντος ως οφειλέτη, αποτρεπτική της υπαγωγής του στις διατάξεις του ν. 3869/2010.
Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι η επικαλούμενη με αυτόν παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δεν αφορά στην εφαρμογή των κανόνων του δικαίου των διατάξεων του άρθρου 330 ΑΚ και του ν. 3869/2010 ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς (περί της οποίας, ορθής υπαγωγής σε αυτούς, αναλυτικά εξετέθη ήδη ανωτέρω, σχετικά με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης), αλλά αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ.1 σε συνδυασμό με το άρθρο 559 ΚΠολΔ.).
[IX] Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη από 19.11.2014 και με αριθμό κατάθεσης 110/24-11-2014 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ'αρ. 413/2014 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ (όπως η παράγραφος 4 προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 του Ν.4055/2012, - ΦΕΚ Α 51/12.3.2012, είχε έναρξη ισχύος από 2.4.2012, και ίσχυε κατά τον χρόνο άσκησης της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης). Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β` Ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 ΚΠολΔ., καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β’ του Ν. 3869/2010, κατά την οποία «[…]δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται [...]» και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 65/2017).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19.11.2014 και με αριθμό κατάθεσης 110/24-11-2014 αίτηση για την αναίρεση της υπ’ αρ. 413/2014 τελεσίδικης αποφάσεως του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας (ειδική διαδικασία εκουσίας δικαιοδοσίας). Και
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Ιανουαρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Μαρτίου 2021.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ