Legislator Case Law & Legislation
304/2020 AI generated

304/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 304/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Από τις διατάξεις των άρθρων 579 παρ. 1, 580 παρ. 3 και 581 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η αναίρεση της απόφασης και επομένως και η εξαφάνισή της μπορεί να είναι ολική ή μερική, ανάλογα αν έχουν προσβληθεί όλα ή κάποιο από τα κεφάλαιά της. Ειδικότερα, η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή ως προς τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), τα οποία αφορά ο λόγος αναίρεσης που έγινε δεκτός, καθώς και ως προς εκείνα που συνδέονται άρρηκτα με αυτά.

Legislator headnote

AI generated

304/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η έκταση αυτή της αναίρεσης προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης και κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατύπωσής της, όπως του τυχόν χαρακτηρισμού από αυτήν της έκτασης της αναίρεσης της προσβαλλόμενης απόφασης ως ολικής. Επομένως, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφοντα με την αναιρετική απόφαση.

Keywords

AI generated
nationality right to know one's parentage surname previous legal status descendant first name
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 304 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 304/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο-εισηγητή, Ανθή Γκάμαρη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας Φ. συζ. Κ. Χ., το γένος Π. Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περίανδρο Καραμανέ.

Των αναιρεσιβλήτων: α) Β. Π. Σ. και β) Ε. χας Π. Σ., το γένος Μ. Μ., κατοίκων ..., από τους οποίους ο πρώτος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευανθία Κατσίγιαννη και η δεύτερη εκπροσωπήθηκε από την ίδια πληρεξούσια δικηγόρο της.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-11-1995 αγωγή της αναιρεσείουσας στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 138/1997 του παραπάνω Δικαστηρίου, με την οποία η υπόθεση παραπέμφθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας, 238/2010 του τελευταίου αυτού Δικαστηρίου, 424/2012 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας και 1930/2014 του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η ανωτέρω 424/2012 απόφαση και αναπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο εξέδωσε τελικά την 183/2017 απόφασή του. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 27-11-2017 αίτησή της και τους από 24-7-2019 πρόσθετους αυτής λόγους. Για τη συζήτηση της αίτησης ορίστηκε δικάσιμος αυτή που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης.

Κατά την εκδίκαση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους ζήτησαν της αναιρεσείουσας την παραδοχή και των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της αίτησης και των πρόσθετων αυτής λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική τους δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΔΙΚ.: 22-1-2020 Διάσκεψη:

ΠΙΝ.: 16 Δημοσίευση:

Η Πρόεδρος Αναιρεσείουσα Φ. Χ..

Αναιρεσίβλητοι Β. Σ. κλπ.

Αριθμός: /2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπάγγελτα ή με αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Στην προκειμένη περίπτωση, στη δικάσιμο του Δικαστηρίου τούτου που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, συζητήθηκαν η από 27-11-2017 αίτηση αναίρεσης και το από 24-7-2019 δικόγραφο προσθέτων αυτής λόγων, που στρέφονται κατά της 183/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν παραδεκτά (άρθρο 569 ΚΠολΔ, σχετ. οι ... εκθέσεις του δικαστικού επιμελητή με έδρα το Πρωτοδικείο Λάρισας Δ. Κ. για την επίδοσή τους στους αναιρεσίβλητους). Η αίτηση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι πρέπει να συνεκδικασθούν, αφού είναι συναφείς, αλλά και διότι οι πρόσθετοι λόγοι δεν έχουν αυθυπαρξία και συζητούνται, υποχρεωτικά, μαζί με την αίτηση (ΑΠ 894/2018).

Με την προσβαλλόμενη 183/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας έγινε δεκτή, αντιμωλία των διαδίκων, έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της 238/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας και, αφού εξαφανίστηκε η απόφαση αυτή, απορρίφθηκε διεκδικητική συγκυριότητας ακινήτων αγωγή της αναιρεσείουσας, η οποία είχε γίνει δεκτή με την παραπάνω απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Είχε προηγηθεί η 1930/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε, μετά από αίτηση της αναιρεσείουσας, η 424/2012 απόφαση του ίδιου παραπάνω Εφετείου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η ανωτέρω έφεση των αναιρεσιβλήτων και είχε απορριφθεί η παραπάνω αγωγή της αναιρεσείουσας. Η αίτηση αναίρεσης και το δικόγραφο των πρόσθετων αυτής λόγων ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1, 569 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

1. Από τις διατάξεις των άρθρων 579 παρ. 1, 580 παρ. 3 και 581 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η αναίρεση της απόφασης και επομένως και η εξαφάνισή της μπορεί να είναι ολική ή μερική, ανάλογα αν έχουν προσβληθεί όλα ή κάποιο από τα κεφάλαιά της. Ειδικότερα, η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή ως προς τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), τα οποία αφορά ο λόγος αναίρεσης που έγινε δεκτός, καθώς και ως προς εκείνα που συνδέονται άρρηκτα με αυτά.

Η έκταση αυτή της αναίρεσης προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης και κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατύπωσής της, όπως του τυχόν χαρακτηρισμού από αυτήν της έκτασης της αναίρεσης της προσβαλλόμενης απόφασης ως ολικής. Επομένως, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφοντα με την αναιρετική απόφαση.

Αν η απόφαση αναιρεθεί μερικά, ως προς ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης, τότε μόνο ως προς τα κεφάλαια αυτά εξαφανίζεται η απόφαση και η εξουσία του δικαστηρίου της παραπομπής δεν εκτείνεται στα άλλα κεφάλαια, ως προς τα οποία διατηρείται το δεδικασμένο της απόφασης, εκτός από τα κεφάλαια που συνδέονται άρρηκτα με εκείνα που αναιρέθηκαν και τα οποία συναναιρούνται.

Αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολό της, αποβάλλει την ισχύ της και οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση πριν από αυτή. Στο σύνολό της θεωρείται ότι αναιρείται η απόφαση, όταν η απόφαση που την αναιρεί δεν περιορίζει με διάταξή της την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή σε μερικούς από τους διαδίκους.

Περίπτωση ολικής αναίρεσης συντρέχει και όταν ο αναιρετικός λόγος που έγινε δεκτός, πλήττει κατά νομική ακολουθία το κύρος της όλης απόφασης, σύμφωνα με το διατακτικό της αναιρετικής, αλλά σε συνδυασμό και με το αιτιολογικό της. Με την ολική αναίρεση της απόφασης, κατά το μέτρο παραδοχής της αντίστοιχης αίτησης, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση στην οποία εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας, έφεση, αγωγή κλπ.

Έτσι, αν αναιρεθεί η απόφαση του Εφετείου στο σύνολό της και δεν πρόκειται για τις περιπτώσεις του άρθρου 580 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων σχετικά με την αρμοδιότητα, αναβιώνει η πρωτόδικη απόφαση και η έφεση που ασκήθηκε εναντίον της, η οποία θα κριθεί από το εφετείο.

Το τελευταίο, ως δικαστήριο της παραπομπής, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, επανεκδικάζει την έφεση και τους λόγους της, η εξέταση των οποίων προϋποθέτει την ύπαρξη παραδεκτής έφεσης, για το παραδεκτό της οποίας αποφαίνεται το δικαστήριο της παραπομπής. Επομένως, από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται, ότι, αν η απόφαση αναιρεθεί μερικά, ως προς κάποιο μόνο κεφάλαιο της όλης δίκης, το δικαστήριο της παραπομπής δεν μπορεί να εξετάσει λόγους έφεσης που αναφέρονται στα λοιπά κεφάλαια, ως προς τα οποία δεν αναιρέθηκε η απόφαση, διότι τότε θα παραβίαζε το δεδικασμένο.

Ως προς το αναιρεθέν ή τα αναιρεθέντα κεφάλαιά της, η απόφαση αποβάλλει την ισχύ της και παύει να αποτελεί δεδικασμένο και συνεπώς η έρευνα στο δικαστήριο της παραπομπής εκτείνεται σε ολόκληρο το αναιρεθέν ή τα αναιρεθέντα κεφάλαια με βάση τους ισχυρισμούς των διαδίκων που έχουν υποβληθεί νόμιμα (ΑΠ 386/2014).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 9γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης.

Τέτοια αίτηση είναι ιδίως εκείνη της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, κάθε ένδικου μέσου, της ανακοπής και της τριτανακοπής, όχι όμως και εκείνη της ένστασης, της αντένστασης και γενικά εκείνη απόφανσης σε κάθε άλλου είδους "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ.

Επίσης, ως αίτηση, κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, θεωρείται και κάθε μη αυτοτελής αίτηση των διαδίκων στη διαδρομή του δικαστικού αγώνα, εφόσον προκαλεί ενέργεια του δικαστηρίου και έτσι συντελεί στην εξέλιξη της διαδικασίας για το σκοπό έκδοσης οριστικής απόφασης και εφόσον αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης (ΑΠ 615/2013).

Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο "αποδεικτικού", κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα, εγγράφου, στα οποία δεν περιλαμβάνεται η απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία γίνεται δεκτή η αναίρεση και αναπέμπεται η υπόθεση, κατά το άρθρο 580 ΚΠολΔ, στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 45/2013).

Παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού εγγράφου υπάρχει, όταν, από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου ή από παράλειψη ανάγνωσης κρίσιμου μέρους του, δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι περιέχει περιστατικά, με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει.

Αντίθετα, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας συνάγει από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, καθόσον πρόκειται, τότε, για παράπονο ως προς την εκτίμηση γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου.

Πάντως, για να θεμελιωθεί ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, θα πρέπει, επιπλέον, το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμόρφωσε, όχι δε και όταν έχει συνεκτιμήσει απλώς το έγγραφο αυτό, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να το εξαίρει, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008).

Εν προκειμένω, από την παραδεκτή επισκόπηση των κατωτέρω διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα εξής: Με την 424/2012 απόφαση του Εφετείου Λάρισας εξαφανίστηκε, μετά από έφεση των αναιρεσιβλήτων, η 238/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας και απορρίφθηκε ως αόριστη η από 16-11-1995 διεκδικητική ιδανικού μεριδίου ακινήτων αγωγή της αναιρεσείουσας κατά την κύρια βάση της κτήσης της συγκυριότητας των επιδίκων ακινήτων με παράγωγο τρόπο και, συγκεκριμένα, με κληρονομική διαδοχή, η οποία βάση είχε γίνει δεκτή με την πρωτοβάθμια απόφαση, ενώ απορρίφθηκε ως αβάσιμη η αγωγή αυτή κατά την επικουρική της βάση κτήσης της συγκυριότητας των επιδίκων με έκτακτη χρησικτησία, η οποία βάση δεν είχε ερευνηθεί από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.

Ο Άρειος Πάγος με την 1930/2014 απόφασή του αναίρεσε, μετά από αίτηση της αναιρεσείουσας, την ανωτέρω 424/2012 απόφαση μόνο ως προς το κεφάλαιό της το σχετικό με την παραπάνω επικουρική βάση της αγωγής για συγκυριότητα της αναιρεσείουσας στα επίδικα με έκτακτη χρησικτησία, όχι όμως και ως προς το κεφάλαιό της, με το οποίο είχε απορριφθεί ως αόριστη η παραπάνω κύρια βάση της αγωγής για συγκυριότητα της αναιρεσείουσας με παράγωγο τρόπο.

Τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της αναιρετικής αυτής απόφασης, καθόσον αναφέρεται σε αυτή, ότι "ειδικότερα το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα περιστατικά: "Τα επίδικα ακίνητα αποτελούν κληροτεμάχια γεωργικών κλήρων του Θεσσαλικού Γεωργικού Ταμείου και είναι τα εξής:...Η ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι ο ανωτέρω Π.

Σ. απέκτησε τη νομή των επιδίκων, κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου, από κληρονομιά της μητέρας της Χ. Σ., η οποία, κατά το χρόνο θανάτου της, στις 2-6-1946, ήταν νομέας αυτών, πλην όμως δεν ανέφερε ότι η τελευταία ήταν κληρονόμος των αρχικών κληρούχων (δηλ. του κληρούχου Γ. Γ. για τα ανωτέρω υπ' αρ. 6, 7 και 8 ακίνητα και μη κατονομαζομένου κληρούχου για τα λοιπά ακίνητα) και, εφόσον η κληρονομική διαδοχή έλαβε χώρα πριν από την εισαγωγή του ΑΚ και κατά το χρόνο θανάτου των αρχικών κληρούχων (ο οποίος δεν προσδιορίζεται), ήταν ενήλικη, ότι υπεισήλθε στην κληρονομιά αυτών, ρητά ή σιωπηρά με ανάμειξή της σ' αυτή.

Κατόπιν των ανωτέρω πριν από την 23-5-1968 ο δικαιοπάροχος της ενάγουσας δεν μπορούσε να χρησιδεσπόζει στα επίδικα ακίνητα και ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει λόγος για προσμέτρηση του χρόνου νομής του στο χρόνο νομής της ενάγουσας. Ενώ από την 23-5-1968 και μέχρι το έτος 1979, οπότε η ενάγουσα απώλεσε τη συννομή της στα επίδικα, αφού τότε έλαβε γνώση της αντιποίησης αυτής εκ μέρους των εναγομένων, δεν συμπληρώνεται εικοσαετία για κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία.

Επομένως η ένδικη αγωγή, καθόσον αφορά τα αναφερόμενα σ' αυτή με στοιχ. Αα, Αβ, Αγ, Αδ, Αε, 3α, 3β, 3γ επίδικα ακίνητα, κατά την επικουρική της βάση, που στηρίζεται σε κτήση της συγκυριότητας αυτών (επιδίκων) από την ενάγουσα με έκτακτη χρησικτησία πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές και ενόψει του ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε κρίνει διαφορετικά δεχόμενο εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη την ένδικη διεκδικητική αγωγή της αναιρεσείουσας, κατέληξε να δεχθεί ως βασίμους την από 15-10-2010 έφεση και τους από 10-4-2012 πρόσθετους λόγους έφεσης των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, εξαφανίζοντας δε την πρωτοβάθμια απόφαση κατά το κεφάλαιο που είχε δεχθεί εν μέρει την ένδικη αγωγή και κρατώντας την υπόθεση και δικάζοντας την ένδικη αγωγή κατά το μέρος που είχε γίνει δεκτή, την απέρριψε ως προς όλες τις βάσεις της, εξετάζοντας αυτεπαγγέλτως την επικουρική βάση της ένδικης αγωγής που δεν είχε εξετάσει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, μετά την απόρριψη της κυρίας βάσης της (κτήση της συγκυριότητας επί των επιδίκων με παράγωγο τρόπο - κληρονομία γονέων της).

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, απορρίπτοντας την επικουρική βάση της ένδικης αγωγής (κτήση της συγκυριότητας από την αναιρεσείουσα επί των επιδίκων ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία) παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 980, 981, 984 και επ., 994, 1045, 1052 και 1884 ΑΚ, 79 § 2 του Αγροτικού Κώδικα, 1 § 1 του αν 431/1968, 16 και 29 § 1 του ν. 3194/1955 και διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες περί ζητημάτων ασκούντων ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα δεν αναφέρεται στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης με πληρότητα και σαφήνεια γιατί η αναιρεσείουσα δεν κατέστη συγκυρία των 3/8 εξ αδιαιρέτου του 1/4 εξ αδιαιρέτου των οκτώ επιδίκων ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία, υπεισελθούσα στη νομή αυτών ως συγκληρονόμος εξ αδιαθέτου κατά τα 3/8 εξ αδιαιρέτου του αποβιώσαντος στις 10-10-1976 πατέρα της Π.

Σ., που νεμόταν τα επίδικα από τις 23-5-1968 και εντεύθεν συνεχώς μέχρι το θάνατό του ασκώντας επ' αυτών με διάνοια κυρίου όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό τους πράξεις νομής (καλλιέργεια, συγκομιδή καρότου και επιτήρηση), τις ίδιες δε πράξεις συννομής συνέχισαν μετά το θάνατό του (10-10-1976) οι αναιρεσίβλητοι για λογαριασμό όλων των συγκληρονόμων του, στους οποίους περιλαμβάνεται και η αναιρεσείουσα ως τέκνο αυτού από τον πρώτο γάμο του με την προαποβιώσασα αυτού σύζυγό του Χ.

Σ., με τη συμπλήρωση εικοσαετίας από τις 23-5-1968 και εντεύθεν. Επίσης δεν υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκής αιτιολογία ως προς το περιστατικό της γνώσης από την ενάγουσα - αναιρεσείουσα από το έτος 1979 και εντεύθεν της αντιποίησης της συννομής της επί των επιδίκων ακινήτων από τους εναγόμενους αναιρεσίβλητους συγκληρονόμους του κοινού δικαιοπαρόχου τους Π.

Σ., χωρίς εναντίωσή της και την επιρροή που ασκεί αυτή στην έκβαση της δίκης (παραγραφή ένδικης αγωγής), μη λαμβάνοντας υπόψη ότι από το έτος 1980 και εντεύθεν μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής (Νοέμβριος 1995) και τη συζήτηση αυτής με την από 12-8-2008 σχετική κλήση της αναιρεσείουσας, η τελευταία με σειρά δικαστικών αγώνων (ακύρωση της δημόσιας διαθήκης της μητέρας της, διεκδίκηση των 3/4 εξ αδιαιρέτου των επιδίκων ακινήτων ως κληρονόμος της μητέρας της Χ.

Σ.) με την ευνοϊκή τελικά, με αμετάκλητες αποφάσεις εξέλιξη υπέρ αυτής, δεν εφησύχασε ως προς την, πριν τη συμπλήρωση εικοσαετίας, διεκδίκηση του δικαιώματος της συγκυριότητας και επί των 3/32 εξ αδιαιρέτου (3/8 επί του 1/4) επί των επιδίκων ακινήτων, ούτε άφησε να δημιουργηθεί στους αντιδίκους της, συγκληρονόμους με αυτήν του Π.

Σ., η εύλογη πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκήσει ποτέ το δικαίωμά της που αποτελεί αντικείμενο της ένδικης διεκδικητικής αγωγής, ούτε ότι η ευδοκίμηση της ένδικης αξίωσής της δεν θα επιφέρει στους αντιδίκους της που είναι συγκύριοι των 5/32 (5/8 Χ 1/4) των επιδίκων ακινήτων δυσμενείς συνέπειες με την απόδοση στην αναιρεσείουσα του επιπλέον κατεχομένου απ' αυτούς μεριδίου της (3/32 εξ αδιαιρέτου).

Συνεπεία δε των ανεπαρκών αυτών αιτιολογιών δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση των εφαρμοσθεισών διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου και έτσι καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος. Κατ' ακολουθίαν των προεκτιθεμένων πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι οι από τους αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κύριοι και πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε το Εφετείο την από 16-11-1995 ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας, μετά ταύτα δε παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναίρεσης, παραπεμφθεί δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, το οποίο θα συμπληρωθεί από δικαστές άλλους εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως...

Για τους λόγους αυτούς:

Αναιρεί την 424/2012 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιό της.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Εφετείο...". Ρητά, συνεπώς, αναφέρεται στην απόφαση αυτή του Αρείου Πάγου ότι η ανωτέρω 424/2012 απόφαση αναιρείται μόνο ως προς το κεφάλαιό της το σχετικό με τη βάση της αγωγής από την έκτακτη χρησικτησία, ως προς το οποίο και παραπέμφθηκε στο Εφετείο που την εξέδωσε και όχι στο σύνολό της, ήτοι και ως προς το κεφάλαιό της σχετικά με τη βάση της αγωγής από την κληρονομική διαδοχή, ως προς την οποία, άλλωστε, βάση ουδεμία νύξη περιέχει η αναιρετική αυτή απόφαση, όπως, στην αντίθετη περίπτωση, θα συνέβαινε.

Συνεπώς, σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε, το Εφετείο, με το να μη ασχοληθεί με την προσβαλλόμενη απόφασή του με την παραπάνω κύρια βάση της αγωγής, η οποία ουδεμία συνάφεια έχει με την ανωτέρω επικουρική της βάση, δεν παρέλειψε να συμμορφωθεί με την ανωτέρω 1930/2014 αναιρετική απόφαση, όπως ψέγεται με τον έκτο, από το άρθρο 559 αριθ. 18 ΚΠολΔ, πρόσθετο λόγο αναίρεσης, ούτε άφησε αδίκαστη την κύρια αυτή βάση της αγωγής, όπως ψέγεται με τον πρώτο κύριο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 9γ ΚΠολΔ και όχι και από τον αριθμό 20 που αναφέρεται, αφού, κατά την προεκτεθείσα σκέψη, η παραπεμπτική απόφαση του Αρείου Πάγου δεν αποτελεί αποδεικτικό έγγραφο. Επομένως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι παραπάνω κύριος και πρόσθετος λόγοι αναίρεσης.

2. Επίσης, ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος, που, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση, για εσφαλμένη απόρριψη ως αόριστης της κύριας βάσης της αγωγής για συγκυριότητα της αναιρεσείουσας στα επίδικα με κληρονομική διαδοχή, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, κατά τα ανωτέρω, το εφετείο δεν απέρριψε ως αόριστη την παραπάνω βάση της αγωγής, αλλά, για τους λόγους που προεκτέθηκαν, δεν ασχολήθηκε με αυτή.

3. Με τον ίδιο παραπάνω πρόσθετο λόγο αναίρεσης ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραμόρφωση του περιεχομένου: α) της αγωγής της αναιρεσείουσας στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας με αριθ. κατάθ. 1090/21-12-1980 και αντικείμενο την αναγνώριση της ακυρότητας της διαθήκης της μητέρας της, η οποία παραμόρφωση συνίσταται στο ότι η αγωγή αυτή "είχε (εμμέσως) ως αντικείμενο, όχι μόνο την κληρονομία της μητέρας μου και πρώτης συζύγου του πατέρα μου [όπως...κατά εσφαλμένη διάγνωση του περιεχομένου της αγωγής αυτής δέχεται η αναιρεσιβαλλομένη], αλλά αντιθέτως είχε (εμμέσως) η αγωγή μου αυτή ως αντικείμενο, ενιαίως μετά της κληρονομίας της μητέρας μου και την ήδη επίδικη κληρονομία του πατέρα μου..." και β) των από 18-10-1996 και 8-7-1997 εξωδίκων γνωστοποιήσεων - δηλώσεων της αναιρεσείουσας, των οποίων η παραμόρφωση συνίσταται στο ότι εσφαλμένα δέχτηκε το Εφετείο "ότι εγώ με τις δηλώσεις μου αυτές, μη κάμνουσα ουδεμία αναφορά ή επιφύλαξη και για το επίδικο δικαίωμά μου κυριότητας των 3/8 εξ αδιαιρέτου επί του 1/4, δήθεν συνομολογώ εμμέσως ότι την επί των επιδίκων κληροτεμαχίων συννομή μου κατά το ποσοστό των 3/8 εξ αδιαιρέτου επί του 1/4 εξ αδιαιρέτου ως εξ αδιαθέτου πραγματική συγκληρονόμος του πατέρα μου την απώλεσα την 10-10-1976 από του θανάτου του πατέρα μου".

Επίσης, με τον τέταρτο, από τον ίδιο παραπάνω αριθμό του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρόσθετο λόγο αναίρεσης ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραμόρφωση του περιεχομένου της 169/1996 αμετάκλητης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, η οποία παραμόρφωση συνίσταται στο ότι ενώ "όπως με σαφήνεια προκύπτει εκ της ορθής επισκοπήσεως του όλου διεξοδικού σκεπτικού της αναφέρεται (η 169/1996 απόφαση) στα εν λόγω ακίνητα (επίδικα) κατά τα 4/4 στο καθένα εξ αυτών.

Δηλαδή αναφέρονται στη συνολική έκταση του κάθε ακινήτου, τουτέστι "στο όλον" εκάστου ακινήτου, συμπεριλαμβανομένου τόσο του αιτηθέντος εξ αδιαιρέτου ποσοστού των 3/4 που επιδικάσθηκαν τελικώς με την απόφαση αυτή σε εμένα ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της μητέρας μου, όσο και του 1/4 εξ αδιαιρέτου που περιήλθε στον πατέρα μου, επίσης ως εξ αδιαθέτου κληρονόμο της μητέρας μου και πρώτης συζύγου του", δέχτηκε εν τούτοις το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι "οι παραδοχές οι οποίες περιέχονται στην 169/1996 απόφαση δεν είναι δυνατόν να ληφθούν υπόψη σε τούτη τη δίκη και να επηρεάσουν διαφορετικά την έκβαση τούτης της δίκης, διότι το αντικείμενο εκείνων των δικών ήταν διαφορετικό από το αντικείμενο τούτης της δίκης (καθόσον)...αντικείμενο εκείνων των δικών ήταν η κληρονομία της Χ.

Σ. και αντικείμενο τούτης της δίκης είναι η κληρονομία του Π. Σ.". Οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, πρωτίστως, διότι, σύμφωνα με το προεκτεθέν περιεχόμενό τους, το σφάλμα που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν ανάγεται στην ανάγνωση, με την προεκτεθείσα έννοια, του περιεχομένου των παραπάνω εγγράφων, αλλά στο αποδεικτικό πόρισμα που συνήγαγε το Εφετείο από τα έγγραφα αυτά και το οποίο η αναιρεσείουσα δεν θεωρεί ορθό.

4. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 18 ΚΠολΔ δημιουργείται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί με το νομικό ζήτημα, που κρίθηκε από την αναιρετική απόφαση και το οποίο μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό, είτε στο δικονομικό δίκαιο.

Νομικό, όμως, ζήτημα δεν επιλύεται, αν η απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ και ειδικότερα για το λόγο ότι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτή, δεν καθιστούν δυνατή, λόγω της ανεπάρκειας και αντιφατικότητας των αιτιολογιών της, την υπαγωγή στον εφαρμοζόμενο κανόνα δικαίου, χωρίς να αμφισβητείται το εννοιολογικό περιεχόμενο αυτού (ΑΠ 128/2013).

Επίσης, αν η απόφαση αναιρέθηκε λόγω παραβίασης κανόνα του ουσιαστικού δικαίου κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 KΠολΔ, μη συμμόρφωση του δικαστηρίου της παραπομπής υπάρχει, όταν αυτό υιοθέτησε, ως προς το νοηματικό περιεχόμενο του κανόνα αυτού, εκδοχή ασυμβίβαστη με εκείνη στην οποία στηρίχθηκε η αναιρετική απόφαση (ΑΠ 935/2011).

Όταν δε η διαφορετική νομική λύση, που δέχτηκε το δικαστήριο της παραπομπής, στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνων δικαίου, επιτρέπεται αναίρεση για το λόγο που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 36/2012).

Εν προκειμένω, σύμφωνα με το προεκτεθέν περιεχόμενο της αναιρετικής 1930/2014 απόφασης, ο Άρειος Πάγος αναίρεσε με την απόφασή του αυτή την 424/2012 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, διότι "παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 980, 981, 984 και επ., 994, 1045, 1052 και 1884 ΑΚ, 79 παρ. 2 του Αγροτικού Κώδικα, 1 παρ. 1 του αν 431/1968, 16 και 29 παρ. 1 του ν. 3194/1955 και διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες περί ζητημάτων ασκούντων ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης".

Συνίστανται δε οι παραβιάσεις αυτές στο ότι "δεν αναφέρεται στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης με πληρότητα και σαφήνεια γιατί η αναιρεσείουσα δεν κατέστη συγκυρία των 3/8 εξ αδιαιρέτου του 1/4 εξ αδιαιρέτου των οκτώ επιδίκων ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία, υπεισελθούσα στη νομή αυτών ως συγκληρονόμος εξ αδιαθέτου κατά τα 3/8 εξ αδιαιρέτου του αποβιώσαντος στις 10-10-1976 πατέρα της Π.

Σ., που νεμόταν τα επίδικα από τις 23-5-1968 και εντεύθεν συνεχώς μέχρι το θάνατό του ασκώντας επ' αυτών με διάνοια κυρίου όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό τους πράξεις νομής (καλλιέργεια, συγκομιδή καρπών και επιτήρηση), τις ίδιες δε πράξεις συννομής συνέχισαν μετά το θάνατό του (10-10-1976) οι αναιρεσίβλητοι για λογαριασμό όλων των συγκληρονόμων του, στους οποίους περιλαμβάνεται και η αναιρεσείουσα ως τέκνο αυτού από τον πρώτο γάμο του με την προαποβιώσασα αυτού σύζυγό του Χ.

Σ., με τη συμπλήρωση εικοσαετίας από τις 23-5-1968 και εντεύθεν. Επίσης δεν υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκής αιτιολογία ως προς το περιστατικό της γνώσης από την ενάγουσα - αναιρεσείουσα από το έτος 1979 και εντεύθεν της αντιποίησης της συννομής της επί των επιδίκων ακινήτων από τους εναγόμενους αναιρεσίβλητους συγκληρονόμους του κοινού δικαιοπαρόχου τους Π.

Σ., χωρίς εναντίωσή της και την επιρροή που ασκεί αυτή στην έκβαση της δίκης (παραγραφή ένδικης αγωγής), μη λαμβάνοντας υπόψη ότι από το έτος 1980 και εντεύθεν μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής (Νοέμβριος 1995) και τη συζήτηση αυτής με την από 12-8-2008 σχετική κλήση της αναιρεσείουσας, η τελευταία με σειρά δικαστικών αγώνων (ακύρωση της δημόσιας διαθήκης της μητέρας της, διεκδίκηση των 3/4 εξ αδιαιρέτου των επιδίκων ακινήτων ως κληρονόμος της μητέρας της Χ.

Σ.) με την ευνοϊκή τελικά, με αμετάκλητες αποφάσεις εξέλιξη υπέρ αυτής, δεν εφησύχασε ως προς την, πριν τη συμπλήρωση εικοσαετίας, διεκδίκηση του δικαιώματός της συγκυριότητας και επί των 3/32 εξ αδιαιρέτου (3/8 επί του 1/4) επί των επιδίκων ακινήτων, ούτε άφησε να δημιουργηθεί στους αντιδίκους της, συγκληρονόμους με αυτή του Π.

Σ., η εύλογη πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκήσει ποτέ το δικαίωμά της που αποτελεί αντικείμενο της ένδικης διεκδικητικής αγωγής, ούτε ότι η ευδοκίμηση της ένδικης αξίωσής της δεν θα επιφέρει στους αντιδίκους της που είναι συγκύριοι των 5/32 (5/8 Χ 1/4) των επιδίκων ακινήτων δυσμενείς συνέπειες με την απόδοση στην αναιρεσείουσα του επιπλέον κατεχομένου απ' αυτούς μεριδίου της (3/32 εξ αδιαιρέτου).

Συνεπεία δε των ανεπαρκών αυτών αιτιολογιών δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση των εφαρμοσθεισών διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου και έτσι καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος". Εξάλλου, το Εφετείο απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από την επισκόπησή της προκύπτει, την αγωγή της αναιρεσείουσας για συγκυριότητά της στα επίδικα με έκτακτη χρησικτησία ασκηθείσα δια των συγκληρονόμων της του Π.

Σ. και αντιδίκων της, διότι δέχτηκε, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει, αποδείχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμησή του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι δεν συμπληρώθηκε στο πρόσωπό της εικοσαετής, από 23-5-1968, νομή, καθόσον, κατά την ανέλεγκτη παραδοχή του, στις 15-12-1980 οι αναιρεσίβλητοι της γνωστοποίησαν, ότι έκτοτε νέμονται τα επίδικα αποκλειστικά για τον εαυτό τους, χωρίς να αποκτήσει από τότε και μέχρι την άσκηση της αγωγής της τη συννομή τους.

Κατόπιν αυτών, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης για μη συμμόρφωση της προσβαλλόμενης απόφασης με την ανωτέρω αναιρετική απόφαση, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι ο Άρειος Πάγος δεν έλυσε με την απόφασή του αυτή, όπως από το προεκτεθέν περιεχόμενό της, προκύπτει, κάποιο νομικό ζήτημα, ώστε να ανακύψει υποχρέωση συμμόρφωσης με τη λύση αυτή του Εφετείου ως δικαστηρίου της παραπομπής, ενώ το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε ότι η παραπάνω γνωστοποίηση προέκυψε από τις αποδείξεις, επειδή δε συνιστά αυτή γεγονός που ανάγεται στην ουσία της υπόθεσης, η σχετική κρίση του είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.

5. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 785, 787, 947 παρ. 1, 948, 974, 976, 979, 980-983, 994, 1045, 1051, 1502, 1113 και 1884 ΑΚ προκύπτει ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής, με διάνοια κυρίου, για συνεχή εικοσαετία, με δικαίωμα εκείνου, που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο δικό του χρόνο νομής και το χρόνο της όμοιας νομής του δικαιοπάροχου του.

Η ειδική διαδοχή στη νομή επέρχεται με άτυπη αναιτιώδη σύμβαση, η οποία έχει την έννοια ότι στον αποκτώντα μεταβιβάζεται η ίδια νομή που είχε εκείνος, ο οποίος μεταβιβάζει και παραδίδει το ακίνητο (ΑΠ 210/2011). Ο κληρονόμος και χωρίς να αποκτήσει τη φυσική εξουσία στα κληρονομιαία πράγματα, ακόμη και χωρίς να γνωρίζει την επαγωγή της κληρονομίας και τα αντικείμενά της, θεωρείται, κατά πλάσμα δικαίου, ως νομέας αυτών, διαδεχόμενος ολόκληρη την έννομη σχέση της νομής και τα δικαιώματα που απορρέουν από αυτή και, συνεπώς, μπορεί να ασκήσει και τις σχετικές αγωγές (ΑΠ 122/2018).

Άσκηση νομής αποτελούν, όταν πρόκειται για ακίνητο, οι υλικές και εμφανείς πάνω σε αυτό πράξεις, που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του και με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα, να έχει το πράγμα δικό του. Αυτός που προβάλλει την έκτακτη χρησικτησία ως τρόπο κτήσης της κυριότητας του ακινήτου, πρέπει να επικαλεσθεί την εικοσαετή νομή του, καθορίζοντας ταυτόχρονα και τις μερικότερες εμφανείς υλικές διακατοχικές πράξεις στο ακίνητο, από τις οποίες, αν αποδειχθούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θέλησής του να κατέχει το ακίνητο ως κύριος (ΑΠ 608/2013).

Η νομή μπορεί να ασκείται είτε αυτοπροσώπως, είτε με αντιπρόσωπο. Ο εξ αδιαιρέτου συγκύριος ακινήτου, όπως είναι και ο συγκληρονόμος, θεωρείται ότι κατέχει αυτό και στο όνομα των λοιπών συγκυρίων και, επομένως, δεν μπορεί να αντιτάξει εναντίον αυτών αποσβεστική ή κτητική παραγραφή, προτού εκδηλώσει τη βούλησή του να νέμεται εφεξής ποσοστό μεγαλύτερο από τη μερίδα του ή ολόκληρο το πράγμα αποκλειστικά για δικό του λογαριασμό.

Το ίδιο ισχύει και για εκείνον που κατέχει το ακίνητο με βάση κάποια έννομη σχέση, αφού αυτός είναι αντιπρόσωπος του νομέα στην άσκηση της νομής και, επομένως, αν αντιποιηθεί τη νομή, ήτοι μεταστρέψει τη διάνοία του από διάνοια κατόχου ή βοηθού νομής σε διάνοια κυρίου, δεν μπορεί να αντιτάξει κατά του νομέα ή των συννομέων κτητική ή αποσβεστική παραγραφή πριν γνωστοποιήσει σε αυτούς με οποιονδήποτε τρόπο τη βούλησή του να νέμεται το πράγμα για δικό του αποκλειστικά λογαριασμό (ΟλΑΠ 485/1982).

Επομένως, στο χρόνο της εικοσαετούς νομής για την κτήση της κυριότητας του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, υπολογίζεται και ο χρόνος κατά τον οποίο ο νομέας νεμήθηκε το ακίνητο δια του αντιπροσώπου του, όχι, όμως και το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο ο αντιπρόσωπος του νομέα, αφού προηγουμένως γνωστοποίησε στον τελευταίο τη σχετική πρόθεσή του, νεμήθηκε το πράγμα αποκλειστικά για δικό του λογαριασμό.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 7/2006).

Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018).

Για να είναι, όμως, ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, πλην άλλων, οι ουσιαστικές διατάξεις που παραβιάστηκαν, καθώς επίσης και σε τι συνίσταται η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τους και, σε περίπτωση εφαρμογής περισσότερων διατάξεων, πρέπει να μνημονεύεται, χωριστά για κάθε μία, το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ερμηνεία ή εφαρμογή τους (ΑΠ 290/2013).

Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, κατά το νόμο, είναι αναγκαία είτε για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ενώ αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν, εξ αιτίας της, δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο, αν, δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 12/2016).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 608/2013).

Συνεπώς, η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση, που διατύπωσε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης για τα ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες παραδοχές το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση του για παραδοχή ή απόρριψη της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.

Εάν τα περιστατικά που προβάλλονται με τους λόγους αναίρεσης, δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο ή αν αυτά διατυπώθηκαν ως εκ περισσού ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος που προβάλλεται με την αγωγή κλπ και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε ισχυρισμό των διαδίκων που δεν προτάθηκε ως ένσταση ή αντένσταση αυτών, τότε οι αιτιάσεις που προβάλλονται για τη θεμελίωση των λόγων αυτών αναίρεσης στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή είναι αλυσιτελείς και οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι (ΑΠ 255/2010).

Για τη διαδικαστική πληρότητα του λόγου αυτού αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης και, ειδικότερα, όταν προβάλλεται αιτίαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες της, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση, ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία της (ΟλΑΠ 20/2005), ενώ, στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποία αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια" και "αντίφαση" (ΟλΑΠ 20/2005), καθώς και το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ως προς το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, γιατί το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα στην κρίση του αυτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 24/1992).

Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα ισχυρίσθηκε με την παραπάνω αγωγή της, όπως από την επισκόπησή της προκύπτει, ότι, ως εξ αδιαθέτου συγκληρονόμος, κατά 3/8 εξ αδιαιρέτου, του θανόντος στις 10-10-1976 πατέρα της Π. Σ., συννομέως των επιδίκων ακινήτων κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου, κατέστη συγκυρία αυτών κατά τα 3/8 του 1/4 του πατέρα της, ήτοι κατά 3/32 εξ αδιαιρέτου, με έκτακτη χρησικτησία, καθόσον οι αναιρεσίβλητοι, συγκληρονόμοι, επίσης, του ανωτέρω Π.

Σ. κατά 5/8 εξ αδιαιρέτου και οι δυο, τα νέμονται από του θανάτου του και μέχρι την άσκηση της αγωγής της, άρα και για δικό της λογαριασμό και με την προσμέτρηση στο χρόνο αυτό της νομής της και του χρόνου της από 23-5-1968 και μέχρι το θάνατό του νομής του πατέρα της. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σύμφωνα με το περιεχόμενο αυτής που προεκτέθηκε, απέρριψε ως αβάσιμη την παραπάνω αγωγή της αναιρεσείουσας, διότι δέχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμησή του, ότι οι αναιρεσίβλητοι γνωστοποίησαν στην αναιρεσείουσα το αργότερο στις 15-12-1980, ότι έκτοτε νέμονται τα επίδικα αποκλειστικά για δικό τους λογαριασμό, ήτοι και ως προς το παραπάνω ιδανικό μερίδιο της αναιρεσείουσας και, συνεπώς, από 23-5-1968 μέχρι και 15-12-1980 δεν είχε συμπληρωθεί ο χρόνος της εικοσαετούς νομής για την κτήση της συγκυριότητάς τους από την αναιρεσείουσα.

Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, ενώ διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ως προς το κρίσιμο ζήτημα της μη συμπλήρωσης χρόνου εικοσαετούς νομής της αναιρεσείουσας στα επίδικα, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των παραπάνω διατάξεων, αφού, σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε, ενόψει της γνωστοποίησης των αναιρεσιβλήτων προς την αναιρεσείουσα, ως συγκληρονόμων όλων του Π.

Σ., ότι από 15-12-1980 και εφεξής νέμονται τα επίδικα ακίνητα διανοία συγκυρίων και ως προς το ανωτέρω ιδανικό μερίδιο που διεκδικεί η αναιρεσείουσα, για δικό τους λογαριασμό, ο χρόνος της συννομής τους από 15-12-1980 και μετέπειτα δεν μπορεί να προσμετρηθεί στο χρόνο νομής της αναιρεσείουσας, ενώ ο από 23-5-1968 και μέχρι τότε (15-12-1980) διανυθείς χρόνος, ως μικρότερος της εικοσαετίας, δεν επαρκεί για να καταστεί η αναιρεσείουσα συγκυρία των επιδίκων με έκτακτη χρησικτησία.

Δεν απαιτούταν δε για την πληρότητα της αιτιολογίας του αυτής: α) διερεύνηση του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, ότι το ένδικο δικαίωμά της κατέστη δικαστικώς επιδιώξιμο την 11-6-1993 με τη δημοσίευση της 483/1993 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία ακυρώθηκε αμετάκλητα η διαθήκη της μητέρας της και β) αναφορά των "δυσμενών επιπτώσεων και γιατί των από 18-10-1996 και 8-7-1997 εξωδίκων γνωστοποιήσεων δηλώσεων της αναιρεσείουσας, που επέδωσε στους αναιρεσίβλητους στις 21-10-1996 και 14-7-1997, αντίστοιχα" και τις οποίες χρησιμοποίησε το Εφετείο, όπως από την απόφασή του προκύπτει, ως αποδεικτικά μέσα για το ότι η αναιρεσείουσα μέχρι την κατάθεση της αγωγής της, την 17-11-1995, δεν ανέκτησε τη νομή των επιδίκων, αφού πρόκειται για θέματα που δεν σχετίζονται και δεν αναιρούν τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Εφετείο στήριξε την απορριπτική της αγωγής της αναιρεσείουσας κρίση του.

Συνεπώς, οι λόγοι αναίρεσης τρίτος κύριος, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, πέμπτος κύριος και τρίτος πρόσθετος, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση από το Εφετείο με την παραπάνω κρίση του των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Ο πρώτος από τους λόγους αυτούς, κατά το μέρος που ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή του αναγκαστικού νόμου 431/1968, ενώ αυτός είχε καταργηθεί και για εσφαλμένη μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 251, 1049, 1050 και 261 ΑΚ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, πρωτίστως, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ήτοι στην εφαρμογή του αν 431/1968 και στο ότι ήταν εφαρμοστές οι ανωτέρω διατάξεις του ΑΚ, ενώ, βάσει των ανωτέρω παραδοχών του Εφετείου, που στηρίζουν το απορριπτικό της αγωγής πόρισμά του, ο ανωτέρω αναγκαστικός νόμος δεν εφαρμόστηκε, οι δε ανωτέρω διατάξεις του ΑΚ δεν ήταν εφαρμοστέες.

Επίσης, με το δεύτερο κύριο και τρίτο πρόσθετο από τους παραπάνω λόγους αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για ελλιπείς αιτιολογίες σχετικά: α) με το ότι ο χρόνος νομής του Π. Σ. προσμετρείται στο χρόνο νομής μόνο των αναιρεσιβλήτων και όχι και της αναιρεσείουσας, β) με το ότι ενώ η αναιρεσείουσα έχει καταστεί συγκυρία των επιδίκων με έκτακτη χρησικτησία ως προς τα 3/4 της κληρονομίας της μητέρας της, δεν συμβαίνει το ίδιο και ως προς τα 3/8 του 1/4 της κληρονομίας του πατέρα της και γ) δεν αναφέρεται, γιατί δεν παράγουν δεδικασμένο οι παραδοχές της ανωτέρω 169/1996 απόφασης.

Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως προς τα δυο πρώτα σκέλη, διότι στηρίζονται σε εσφαλμένες προϋποθέσεις, αφού, σύμφωνα με όσα προεξετέθησαν, το Εφετείο προσμέτρησε το χρόνο νομής του Π. Σ. και στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας, ενώ η συγκυριότητα της αναιρεσείουσας στα επίδικα ως κληρονόμου της μητέρας της, δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη συγκυριότητά της ως κληρονόμου του πατέρα της.

Ως προς το τρίτο σκέλος του ο λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού αναφέρονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι ανωτέρω λόγοι, για τους οποίους η 169/1996 απόφαση δεν παράγει δεδικασμένο. 6. Εξάλλου, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο, που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία τούτο έχει παραχθεί.

Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει με αφορμή άλλη δίκη, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η άσκηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.

Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού. Έννομη σχέση, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, είναι το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσίδικα και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απόσβεσαν τις έννομες συνέπειες.

Η ενέργεια αυτή του δεδικασμένου προϋποθέτει, ότι η νέα δίκη αναφέρεται στο ίδιο αντικείμενο και στηρίζεται στην ίδια ιστορική και νομική αιτία, δηλαδή στο ίδιο νομικό γεγονός το παραγωγικό, τροποποιητικό, καταργητικό ή αποσβεστικό της έννομης σχέσης, που αποτέλεσε το αντικείμενο της προηγούμενης δίκης.

Ειδικότερα, ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που εφαρμόσθηκε κατά την προηγούμενη δίκη, ήταν αναγκαία κατά το νόμο για την κατάφαση ή άρνηση της διαγνωσθείσας έννομης συνέπειας και τα ίδια συγκροτούν το πραγματικό εν όλω ή εν μέρει της νομικής διάταξης που πρέπει να εφαρμοσθεί στη νέα δίκη, ενώ η ταυτότητα της νομικής αιτίας προϋποθέτει θεμελίωση και των δύο αγωγών στο ίδιο νομικό γεγονός (νομικό κανόνα) που αφορά τη συγκεκριμένη έννομη σχέση.

Έτσι, το δεδικασμένο καλύπτει κατ' αρχήν το ζήτημα που κρίθηκε, δηλαδή τη συγκεκριμένη έννομη συνέπεια ή σχέση που διαγνώσθηκε με την τελεσίδικη απόφαση ότι υπάρχει, με το αντικείμενό της. Υπάρχει, όμως, δεδικασμένο και όταν στη νέα δίκη, που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων ή εκείνων που έγιναν διάδοχοί τους όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το τέλος της (άρθρο 325 εδάφ. 2 ΚΠολΔ), το αντικείμενο είναι μεν διαφορετικό από αυτό που ζητήθηκε στην προηγούμενη δίκη, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη τελευταία αυτή δίκη (ΑΠ 807/2015, ΑΠ 661/2013).

Εξάλλου, από το άρθρο 559 αριθ. 16α ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, συνάγεται ότι στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται τόσο η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτό συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και αν το δεδικασμένο έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η προσβαλλόμενη απόφασή του, όσο και η κρίση του για τη συνδρομή ή μη των πραγματικών, κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ, προϋποθέσεων του δεδικασμένου, εφόσον η κρίση αυτή στηρίζεται μόνο σε διαδικαστικά έγγραφα, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων υπόκειται, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, στον αναιρετικό έλεγχο, για την έρευνα της βασιμότητας του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης (ΑΠ 310/2012).

Εν προκειμένω, με τον τέταρτο, από το άρθρο 559 αριθ. 16α ΚΠολΔ, κύριο λόγο αναίρεσης ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση για μη λήψη υπόψη του δεδικασμένου από την 169/1996 αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, με την οποία, κατά τον ερευνώμενο λόγο, έγινε δεκτή, ως προς τα επίδικα ακίνητα, διεκδικητική αγωγή της αναιρεσείουσας για ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου, ως εξ αδιαθέτου, κατά το ποσοστό τούτο, συγκληρονόμου της θανούσης μητέρας της, τη νομή στα οποία ασκούσε με τον μεταποβιώσαντα και συγκληρονόμο της κατά το υπόλοιπο ποσοστό του 1/4 πατέρα της Π.

Σ. και μετά το θάνατο του τελευταίου δια των αναιρεσιβλήτων, ως συγκληρονόμων του τελευταίου με την ίδια. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, με βάση το παραπάνω περιεχόμενό του και σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε, ορθά το Εφετείο δεν δέχτηκε την ύπαρξη δεδικασμένου από την ανωτέρω απόφαση, αφού, πλην άλλων και το αντικείμενο των δυο δικών είναι διαφορετικό, καθόσον αντικείμενο της πρώτης δίκης ήταν τα 3/4 εξ αδιαιρέτου, ενώ της προκείμενης τα 3/8 του υπολοίπου 1/4 εξ αδιαιρέτου των επιδίκων ακινήτων, αλλά διαφορετικά είναι και τα δικαιώματα των δυο δικών, αφού αντικείμενο της πρώτης δίκης ήταν το δικαίωμα συγκυριότητας της αναιρεσείουσας στα επίδικα που απέκτησε ως συγκληρονόμος της μητέρας της, ενώ αντικείμενο της προκείμενης δίκης είναι το δικαίωμα συγκυριότητάς της στα ίδια ακίνητα, που απέκτησε ως συγκληρονόμος του πατέρα της.

7. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται, να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, χωρίς, όμως, να απαιτείται και ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1633/2009).

Αντίθετα, για την ίδρυση του παραπάνω λόγου αναίρεσης, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του, για την απόδειξη κρίσιμων, με την προεκτεθείσα έννοια, ισχυρισμών των διαδίκων, αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΟλΑΠ 2/2008).

Δεν ιδρύεται, όμως, ο παραπάνω λόγος, αν το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε μεν υπόψη του το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, πλην δεν το υιοθέτησε, διότι έκρινε πειστικότερα άλλα, αντίθετα προς αυτό, αποδεικτικά μέσα, στα οποία στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα.

Εν προκειμένω, με τους δεύτερο και πέμπτο, από το άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, πρόσθετους λόγους αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, κατά το σχηματισμό του παραπάνω αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη του: α) την 483/1993 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αφορά αγωγή της αναιρεσείουσας για την ακύρωση της διαθήκης της μητέρας της και β) τις αποφάσεις 169/1996 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας και 813/2005 του Εφετείου Λάρισας, που αφορούν αξιώσεις της αναιρεσείουσας στην κληρονομία της μητέρας της Χ. Σ.. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι, πρωτίστως, ως αβάσιμοι, διότι από τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι έλαβε υπόψη του και "όλα ανεξαίρετα τα έγγραφα, τα οποία προσκόμισαν οι διάδικοι ενώπιόν του νόμιμα με επίκληση του περιεχομένου τους, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια", σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενο της απόφασής του αυτής, καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο παραπάνω αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και τα ανωτέρω έγγραφα, στα οποία, μάλιστα, διεξοδικά και με λεπτομέρεια αναφέρεται.

Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι πρέπει να απορριφθούν, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, αφού ηττάται, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος αυτών (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-11-2017 αίτηση αναίρεσης και τους από 24-7-2019 πρόσθετους αυτής λόγους της Φ. συζ. Κ. Χ., το γένος Π. Σ., για αναίρεση της 183/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Φεβρουαρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Μαρτίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ