Legislator Case Law & Legislation
304/2019 AI generated

304/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 304/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή, Λάμπρο Καρέλο, εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

304/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο χαρακτήρας των επιπτώσεων από την άσκηση του δικαιώματος ως ιδιαίτερα επαχθών είναι αόριστη νομική έννοια και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το αν οι επιπτώσεις που ανέλεγκτα δέχτηκε, ότι θα επέλθουν για τον υπόχρεο από την άσκηση του δικαιώματος, είναι ιδιαίτερα επαχθείς ή όχι υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1439/2007).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 304 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 304/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή, Λάμπρο Καρέλο, εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Δεκεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: α) Μ. χας Β. Θ., το γένος Σ. Θ., β) Σ. Β. Θ. και γ) Δ. Β. Θ., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πολυχρόνη Θωμόπουλο.

Των αναιρεσιβλήτων: α) Γ. Χ. Δ. και β) Ι. συζ. Χ. Δ., το γένος Δ. Θ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Μίχο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-8-2010 αγωγή των αναιρεσειουσών στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1999/2012 του παραπάνω Δικαστηρίου, 157/2015 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά και 631/2016 του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η ανωτέρω 157/2015 απόφαση και αναπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε τελικά την 180/2018 απόφασή του. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 4-6-2018 αίτησή τους, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που έγινε με τη σειρά εγγραφής της στο πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους ζήτησαν των αναιρεσειουσών την παραδοχή και των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της αίτησης, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική του δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση αίτηση στρέφεται κατά της 180/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά. Με την απόφαση αυτή απερρίφθη, αντιμωλία των διαδίκων, έφεση των αναιρεσειουσών κατά της 1999/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία είχε απορριφθεί, ως καταχρηστική, αγωγή των ίδιων (αναιρεσειουσών) κατά των αναιρεσιβλήτων, για αναγνώριση της συγκυριότητάς τους σε μελλοντικούς ορόφους οικοδομής κλπ. Είχε προηγηθεί η 631/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία είχε αναιρεθεί, μετά από αίτηση των αναιρεσειουσών, η 157/2015 απόφαση του ίδιου Εφετείου, για παραβίαση, με την απόρριψη ως καταχρηστικής της παραπάνω αγωγής, της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ και είχε παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω έρευνα, στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε, εν τέλει, την προσβαλλομένη απόφασή του. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 7/2006).

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή από τον κοινωνικό ή οικονομικό του σκοπό, οπότε, ως μη ανεκτή, κατά τις αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου για το δίκαιο και την ηθική, θεωρείται καταχρηστική και απαγορεύεται, όταν, πλην άλλων, είναι ιδιαίτερα επαχθείς για τον υπόχρεο οι επιπτώσεις από την ανατροπή της κατάστασης, που θα επέλθει με την άσκηση του δικαιώματος αυτού και η οποία κατάσταση δημιουργήθηκε από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνδυασμό και με εκείνη του υποχρέου ή από ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο (ΟλΑΠ 10/2012).

Ο χαρακτήρας των επιπτώσεων από την άσκηση του δικαιώματος ως ιδιαίτερα επαχθών είναι αόριστη νομική έννοια και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το αν οι επιπτώσεις που ανέλεγκτα δέχτηκε, ότι θα επέλθουν για τον υπόχρεο από την άσκηση του δικαιώματος, είναι ιδιαίτερα επαχθείς ή όχι υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1439/2007).

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), η εν λόγω απόφαση εκδόθηκε μετά την 631/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η 157/2015 απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, επειδή τούτο είχε αρκεσθεί σε λιγότερες από τις προϋποθέσεις του άρθρου 281 ΑΚ για την παραδοχή της ένστασης των αναιρεσιβλήτων για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος των αναιρεσειουσών να αναγνωρισθεί η συγκυριότητάς τους στους αναφερόμενους μελλοντικούς ορόφους οικοδομής και, συγκεκριμένα, επειδή "δεν διελάμβανε παραδοχές, ως προς το αν από την περιγραφόμενη συμπεριφορά των αναιρεσειουσών και την ικανοποίηση των πιο πάνω δικαιωμάτων τους προκαλούνται ιδιαίτερα επαχθείς συνέπειες, και ποιές, σε βάρος της υπόχρεης πρώτης αναιρεσίβλητης".

Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, συμμορφούμενο στην παραπάνω αναιρετική απόφαση, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ως προς τις προαναφερθείσες επαχθείς συνέπειες, ότι "...με την άσκηση δε αυτών προκαλούνται ιδιαίτερα επαχθείς συνέπειες. Ειδικότερα η πρώτη (είναι η δεύτερη) εναγομένη (δεύτερη αναιρεσίβλητη) δίδοντας πίστη στη συμφωνία να περιέλθει το ως άνω ακίνητο στην ίδια, ήδη από το έτος 1972, επιμελήθηκε με δικές της δαπάνες και με τη συμμετοχή του συζύγου της Χ.

Δ., ο οποίος έλαβε στεγαστικό δάνειο, της έκδοσης οικοδομικής άδειας (εκπόνηση μελέτης και σχεδίων από πολιτικό μηχανικό) και της νομιμοποίησης των αυθαιρέτων κτισμάτων στον ακάλυπτο χώρο της οικοδομής, στη μελέτη δε αυτή προβλεπόταν το σύνολο των επιπλέον ορόφων, που θα μπορούσαν να ανεγερθούν στο μέλλον, καθώς και της κατασκευής του πρώτου ορόφου, που περιελάμβανε και τη στατική υποστήριξη των πιθανών να ανεγερθούν στο μέλλον ορόφων.

Επιπροσθέτως η πρώτη (είναι η δεύτερη) εναγομένη (δεύτερη αναιρεσίβλητη) δίδοντας πίστη στη συμφωνία να περιέλθει το ως άνω ακίνητο στην ίδια, προέβαινε συνεχώς και αδιαλείπτως στην καταβολή των αναλογούντων φόρων (κρατικών και δημοτικών), που επιβαρύνουν το ακίνητο, με την προσδοκία ανέγερσης στο μέλλον και επιπλέον ορόφων, ενώ η ανατροπή της ως άνω περιγραφείσας κατάστασης, που αφορά το εν λόγω ακίνητο και παγιώθηκε με την παρέλευση δεκαετιών, με ενδεχόμενη αναγνώριση συγκυριότητας επί των επιδίκων προβλεπομένων να χτιστούν στο μέλλον οριζοντίων ιδιοκτησιών επιφέρει όχι απλώς δυσμενείς, αλλά ιδιαιτέρως επαχθείς συνέπειες στους εναγομένους (αναιρεσιβλήτους), αφού εκ των πραγμάτων και λόγω της διαταραχθείσας σχέσης με τις συγγενείς τους και της μακροχρόνιας αντιδικίας, περιορίζεται η απόλαυση του ακινήτου τους λόγω της έλλειψης συνεννόησης μεταξύ τους για τα ζητήματα, που αφορούν τα κοινόχρηστα και κοινόκτητα μέρη της οικοδομής ενώ επηρεάζεται αρνητικά και η αξία του ακινήτου".

Τις συνέπειες δε αυτές έκρινε ως απότοκες της αναφερόμενης στην απόφασή του συμπεριφοράς των αναιρεσειουσών και του δικαιοπαρόχου τους, η οποία συμπεριφορά έχει, κατά τις σχετικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ως εξής: "Η Ε. συζ. Δ. Θ....είχε στην κυριότητα της ένα οικόπεδο εμβαδού 258,04 τ.μ....Στο εν λόγω οικόπεδο...προέβη σε ανέγερση ισόγειας οικοδομής αποτελούμενης από δύο διαμερίσματα και μία αποθήκη.

Η οικοδομή αυτή ακολούθως...υπήχθη στις διατάξεις του ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ. Ειδικότερα επί της εν λόγω οικοδομής συστάθηκαν οι εξής οριζόντιες ιδιοκτησίες - διαμερίσματα: α) το διαμέρισμα του ισογείου ορόφου (Ι1) εμβαδού 105 τ.μ....β) το διαμέρισμα του ισογείου ορόφου (Ι2) εμβαδού 32 τ.μ....γ) την αποθήκη του ισογείου ορόφου (Ι3) εμβαδού 16 τ.μ....δ) το προβλεπόμενο να χτιστεί στο μέλλον διαμέρισμα του πρώτου υπέρ του ισογείου ορόφου (Α1) εμβαδού 62 τ.μ....ε) το προβλεπόμενο να χτιστεί στο μέλλον διαμέρισμα του πρώτου υπέρ του ισογείου ορόφου (Α2) εμβαδού 109 τ.μ....στ) το προβλεπόμενο να χτιστεί στο μέλλον διαμέρισμα του δευτέρου υπέρ του ισογείου ορόφου (Β1) εμβαδού 62 τ.μ....ζ) το προβλεπόμενο να χτιστεί στο μέλλον διαμέρισμα του πρώτου (είναι του δευτέρου) υπέρ του ισογείου ορόφου (Β2) εμβαδού 109 τ.μ....η) το προβλεπόμενο να χτιστεί στο μέλλον διαμέρισμα του τρίτου υπέρ του ισογείου ορόφου (Γ1) εμβαδού 62 τ.μ....θ) το προβλεπόμενο να χτιστεί στο μέλλον διαμέρισμα του τρίτου υπέρ του ισογείου ορόφου (Γ2) εμβαδού 109 τ.μ....και ι) τον προβλεπόμενο να χτιστεί στο μέλλον υπέρ του τρίτου ορόφου όροφο (ή ορόφους)...Με το ίδιο ως άνω συμβόλαιο η Ε.Θ.

μεταβίβασε λόγω σύστασης προίκας στη δεύτερη εναγομένη κόρη της: α) την ψιλή κυριότητα των υπό στοιχεία Ι1, Ι2 και Ι3 διαμερισμάτων και αποθήκης του ισογείου ορόφου (ανωτέρω υπό στοιχεία α, β και γ), τη δε επικαρπία του υπό στοιχείο Ι1 διαμερίσματος (και τη διοίκηση) μεταβίβασε στον προικολήπτη σύζυγο (Χ. Δ.), ενώ την επικαρπία των υπό στοιχεία 2 και Ι3 διαμερισμάτων παρακράτησε η ίδια εφ' όρου ζωής και β) την ψιλή κυριότητα των προβλεπομένων να χτιστούν στο μέλλον υπό στοιχεία Α1 και Α2 διαμερισμάτων του πρώτου υπέρ του ισογείου ορόφου (ανωτέρω υπό στοιχεία δ και ε), τη δε επικαρπία (και διοίκηση) αυτών μεταβίβασε στον προικολήπτη σύζυγο.

Ακολούθως...η ίδια ως άνω προικοδότις μεταβίβασε λόγω σύστασης (συμπληρωματικής) προίκας στη δεύτερη εναγομένη -προικολήπτρια την ψιλή κυριότητα των υπό στοιχεία Β1 και Β2 διαμερισμάτων του δευτέρου υπέρ του ισογείου ορόφου (ανωτέρω υπό στοιχεία στ και ζ), τη δε επικαρπία (και διοίκηση) αυτών μεταβίβασε στον προικολήπτη σύζυγο της.

Δυνάμει της …61/1973 άδειας του Γραφείου Πολεοδομίας Δυτικού Διαμερίσματος Αττικής και της 2002/1983 άδειας της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Δυτικής Αττικής, οι ανωτέρω προικολήπτες (δεύτερη εναγομένη και ο σύζυγος της Χ. Δ.) προέβησαν στην ανέγερση των προαναφερθεισών οριζοντίων ιδιοκτησιών του πρώτου και του δευτέρου υπέρ του ισογείου ορόφων.

Στις 24-11-1973 η Ε. Θ. απεβίωσε αδιάθετη καταλείποντας μόνους πλησιέστερους συγγενείς και ως εκ τούτου εξ αδιαθέτου κληρονόμους της το σύζυγο της Δ. Θ. του Β., τον υιό της Β. Θ. του Δ. (σύζυγο και πατέρα των εναγουσών) και τη δεύτερη εναγομένη κόρη της, οι οποίοι και κληρονόμησαν αυτή κατά ποσοστό 2/8, 3/8 και 3/8 εξ αδιαιρέτου αντίστοιχα.

Μοναδικά στοιχεία της κληρονομίας αποτελούσαν τα προαναφερθέντα προβλεπόμενα να χτιστούν στο μέλλον υπό στοιχεία Γ1 και Γ2 διαμερίσματα του τρίτου υπέρ του ισογείου ορόφου (ανωτέρω υπό στοιχεία η και θ) και ο προβλεπόμενος να χτιστεί στο μέλλον υπέρ του τρίτου ορόφου όροφος (ή όροφοι) (ανωτέρω υπό στοιχείο ι) (Πρόκειται για τα επίδικα)....Ακολούθως στις 18-6-1982 απεβίωσε και ο Δ.

Θ. αδιάθετος καταλείποντας μόνους πλησιέστερους συγγενείς και ως εκ τούτου εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, τα δύο τέκνα του δηλ. το Β. Θ. (σύζυγο και πατέρα των εναγουσών) και τη δεύτερη εναγομένη, οι οποίοι και κληρονόμησαν αυτόν κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου αντίστοιχα. Την ανωτέρω κληρονομία του Δ. Θ., που αποτελείται για καθένα από τους προαναφερθέντες (συγ)κληρονόμους εκ ποσοστού 1/8 εξ αδιαιρέτου επί των προαναφερθέντων προβλεπομένων να χτιστούν στο μέλλον υπό στοιχεία Γ1 και Γ2 διαμερισμάτων του τρίτου υπέρ του ισογείου ορόφου (ανωτέρω υπό στοιχεία η και θ) και τον προβλεπόμενο να χτιστεί στο μέλλον υπέρ του τρίτου ορόφου, όροφο (ή ορόφους) (ανωτέρω υπό στοιχείο ι), εν όψει του ότι ο κληρονομούμενος ήταν (συγ)κληρονόμος αυτών κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου, οι εν λόγω (συγ)κληρονόμοι ουδέποτε αποδέχθηκαν.

Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι ο Β. Θ., αλλά και ο προαναφερθείς κληρονομούμενος πατέρας του ουδέποτε είχαν προβεί σε αποδοχή της κληρονομίας της μητέρας και συζύγου τους Ε. Θ.....Περαιτέρω στις 11-10-2002 απεβίωσε αδιάθετος ο σύζυγος και πατέρας των εναγουσών Β. Θ. καταλείποντας αυτές μόνες πλησιέστερες συγγενείς του και ως εκ τούτου εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, οι οποίοι και τον κληρονόμησαν κατά ποσοστό 2/8, 3/8 και 3/8 εξ αδιαιρέτου αντίστοιχα....Ωστόσο από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η αναγνώριση του ανωτέρω δικαιώματος συγκυριότητας των εναγουσών και ήδη εκκαλουσών, όπως και η αναγνώριση της υποχρέωσης συνεισφοράς της δεύτερης εναγομένης και ήδη δεύτερης εφεσίβλητης στην κληρονομία της Ε.

Θ. και ο μηδενισμός της κληρονομικής της μερίδας, η αναγνώριση του εξ αδιαθέτου κληρονομικού δικαιώματος του δικαιοπαρόχου τους Β. Θ. και, τέλος, η διόρθωση των ανωτέρω ανακριβών κτηματολογικών εγγραφών, προσκρούουν στα αξιολογικά κριτήρια, που θέτει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, καθώς υπερβαίνουν και μάλιστα προφανώς τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός των δικαιωμάτων αυτών.

Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι οι γονείς του δικαιοπαρόχου των εναγουσών και της δεύτερης εναγομένης Ε. Θ. και Δ. Θ. διέμεναν από το έτος 1964 με τη δεύτερη εναγομένη και από το έτος 1966, όταν αυτή τέλεσε γάμο με τον Χ. Δ. με την οικογένεια της αποτελούμενη από το σύζυγο και τρία τέκνα στην προαναφερθείσα επίδικη οικοδομή, η οποία αποτελείτο τότε μόνο από τον ισόγειο όροφο.

Λίγο χρονικό διάστημα μετά το γάμο της δεύτερης εναγομένης η Ε. Θ. προσβλήθηκε από εκφυλιστική βιοτροφία του εγκεφάλου, η οποία της απέκλειε τη χρήση του λογικού και για το λόγο αυτό κατόπιν αίτησης του συζύγου της κηρύχθηκε δυνάμει της 1562/1969 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς σε κατάσταση δικαστικής απαγόρευσης σύμφωνα με το τότε ισχύον νομοθετικό καθεστώς, στα δε προαναφερθέντα …00/1972 και …701/1973 συμβόλαια συνεβλήθη ως νόμιμος επίτροπος αυτής ο σύζυγος της Δ.

Θ.. Εξάλλου στη δυνάμει των ανωτέρω συμβολαίων σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας και μεταβιβάσεις λόγω σύστασης προίκας συναίνεσε και ο δικαιοπάροχος των εναγουσών Β. Θ. με την ιδιότητα του μέλους του συγγενικού συμβουλίου, εκδόθηκαν δε σχετικά οι 683/1972 και 344/1973 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (εκουσία δικαιοδοσία).

Ο τελευταίος αναγνώριζε τη μεγάλη προσφορά της δεύτερης εναγομένης αδελφής του στην άρρωστη μητέρα τους, η οποία πρέπει να σημειωθεί ότι έχασε σταδιακά τη χρήση του λογικού και την πλήρη επικοινωνία της με το περιβάλλον (εκφυλιστική ασθένεια) και πάντως σίγουρα μετά το έτος 1968...και επίσης γνώριζε την επιθυμία της να περιέλθουν τελικά στην κυριότητα της δεύτερης εναγομένης όλες οι οριζόντιες ιδιοκτησίες της οικοδομής (ανεγερθείσες και προβλεπόμενες να ανεγερθούν στο μέλλον).

Αυτός ήταν ο λόγος, για τον οποίο ο Β. Θ. ουδέποτε ασχολήθηκε με τα σχέδια (εμβαδόν, διαρρύθμιση κλπ.) των προβλεπομένων να ανεγερθούν στο μέλλον διαμερισμάτων και ορόφου (ή ορόφων), για τη σύνταξη των οποίων μερίμνησαν αποκλειστικά η δεύτερη εναγομένη και ο σύζυγος της Χ. Δ., όπως επίσης ουδέποτε ασχολήθηκε με οτιδήποτε αφορούσε το ακίνητο εν γένει.

Κατά τα ανωτέρω έτη (1972, 1973), όταν και έλαβαν χώρα οι μεταβιβάσεις στη δεύτερη εναγομένη, το προαναφερθέν οικόπεδο και η υπάρχουσα εντός αυτού οικοδομή με τις συσταθείσες επ' αυτής οριζόντιες ιδιοκτησίες, αποτελούσαν το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο της Ε. Θ.. Η επιλογή της οικογένειας συμπεριλαμβανομένου του Β.

Θ. να μεταβιβαστούν στη δεύτερη εναγομένη μόνο ο ισόγειος και οι πρώτος και δεύτερος υπέρ του ισογείου όροφοι με αποτέλεσμα τα λοιπά προβλεπόμενα να χτιστούν στο μέλλον διαμερίσματα και όροφος (ή όροφοι) να παραμείνουν στην κυριότητα της Ε. Θ. υπαγορεύθηκε, προκειμένου να μην υπάρχει κίνδυνος μη έγκρισης των μεταβιβάσεων από το αρμόδιο Δικαστήριο καθώς η μεταβίβαση και των προβλεπομένων να χτιστούν στο μέλλον διαμερισμάτων και ορόφου (ή ορόφων) θα είχε ως συνέπεια την απώλεια κάθε δικαιώματος κυριότητας της υπό δικαστική απαγόρευση τελούσας Ε.

Θ.. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η δεύτερη εναγομένη φρόντιζε την άρρωστη μητέρα της, η οποία με το πέρασμα του χρόνου, καθηλώθηκε σε ακινησία, συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι και το θάνατο της το έτος 1973, όπως επίσης και τον πατέρα της Δ. Θ. μέχρι το θάνατο του το έτος 1982 από καρκίνο. Η εν λόγω προσφορά της δεύτερης εναγομένης, σε συνδυασμό με την επιθυμία της κληρονομουμένης Ε.

Θ. εκτιμήθηκαν ιδιαιτέρως από το Β. Θ., αλλά και από τον πατέρα του Δ. Θ. και για το λόγο αυτό κανείς από (τους) δύο δεν προέβη σε αποδοχή της επαχθείσας κληρονομίας ασκώντας το εξ αδιαθέτου κληρονομικό του δικαίωμα στην κληρονομία αυτής. Ομοίως ο Β. Θ. μετά το θάνατο του πατέρα του Δ. Θ. το έτος 1982 δεν προέβη σε αποδοχή της επαχθείσας κληρονομίας ασκώντας το εξ αδιαθέτου κληρονομικό του δικαίωμα στην κληρονομία αυτού.

Εξάλλου η πρώτη ενάγουσα τελούσε εν γνώσει της προαναφερθείσας επιθυμίας της Ε. Θ., ήτοι η δεύτερη εναγόμενη να καταστεί τελικά αποκλειστική κυρία όλων (και όχι ''λόγων'', όπως από προφανή παραδρομή αναγράφεται στην απόφαση) των οριζοντίων ιδιοκτησιών της οικοδομής από το έτος 1971, οπότε τέλεσε νόμιμο γάμο με τον Β.

Θ. και έγινε μέλος της οικογένειας και ακολούθως, όταν ενηλικιώθηκαν, οι λοιπές ενάγουσες. Οι ενάγουσες και ήδη εκκαλούσες...τελούσαν εν γνώσει του γεγονότος ότι, τόσο ο σύζυγος και πατέρας τους Β. Θ., όσο και ο πεθερός και παππούς τους Δ. Θ. ουδέποτε μέχρι το θάνατο τους τα έτη 2002 και 1982 αντίστοιχα, προέβησαν σε άσκηση του εξ αδιαθέτου κληρονομικού τους δικαιώματος στην κληρονομία της Ε.

Θ., ο δε πρώτος από αυτούς ουδέποτε επίσης άσκησε το κληρονομικό του δικαίωμα στην κληρονομία του δευτέρου. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι σχέσεις των δύο αδελφών, αλλά και οι σχέσεις της δεύτερης εναγομένης με τον πατέρα τους ήταν πάντα άριστες και ουδέποτε είχε εγερθεί οποιαδήποτε αμφιβολία ή αμφισβήτηση ως προς τη μεταβίβαση στη δεύτερη εναγομένη των κληρονομικών τους μεριδίων....Επιπροσθέτως δεν μπορεί να παραβλεφθεί το γεγονός ότι οι τελευταίες μετά το θάνατο του δικαιοπαρόχου τους ουδέποτε επισκέφθηκαν το ακίνητο ούτε επέδειξαν οποιοδήποτε ενδιαφέρον γι' αυτό, ενώ ακολούθως προέβησαν σε δήλωση αποδοχής της κληρονομίας του μόλις το έτος 2008 δηλ.

μετά την πάροδο έξι ετών από το θάνατο του αν και τελούσαν εν γνώσει της κήρυξης της περιοχής υπό κτηματογράφηση και, ως εκ τούτου, ήταν αναγκαία η δήλωση αποδοχής κληρονομίας, προκειμένου να προβούν σε δήλωση εγγραπτέου δικαιώματος. Η ανωτέρω περιγραφείσα συμπεριφορά των εναγουσών, σε συνδυασμό με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιοπαρόχου τους δημιούργησε εύλογα στους εναγομένους την πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκήσουν τα επίδικα δικαιώματα τους...".

Οι παραπάνω, όμως, συνέπειες που δέχτηκε το Εφετείο, δεν εμπίπτουν στην έννοια των ιδιαίτερα επαχθών, για τους αναιρεσίβλητους, συνεπειών από την άσκηση του ανωτέρω δικαιώματος των αναιρεσειουσών, καθόσον δεν ενέχουν κάτι, εντόνως μάλιστα, δυσμενές γι' αυτούς, διότι: α) με την αναφερόμενη οικοδομική άδεια επιδιώχθηκε, κατά την προσβαλλομένη απόφαση, η κατασκευή του πρώτου ορόφου και η νομιμοποίηση των αυθαιρέτων κτισμάτων του ακαλύπτου χώρου της οικοδομής, που, όμως, ανήκαν στη δεύτερη αναιρεσίβλητη και έτσι φυσικό ήταν η σχετική δαπάνη, όπως και εκείνη για την εκπόνηση της μελέτης και των σχεδίων, να βαρύνουν την ίδια (δεύτερη αναιρεσίβλητη) και, ως εκ τούτου, δεν συνιστούν καν και, πολύ περισσότερο, επαχθή γι' αυτή συνέπεια.

β) αναφορικά με την παραδοχή ότι στην παραπάνω μελέτη "προβλεπόταν το σύνολο των επιπλέον ορόφων", άρα και εκείνων που διεκδικούνται από τις αναιρεσείουσες, όπως και "η στατική υποστήριξη των πιθανόν να ανεγερθούν στο μέλλον ορόφων", ενέργειες που ενδεχομένως αύξησαν τις σχετικές δαπάνες των αναιρεσιβλήτων, εκτός του ότι υπαίτια της αύξησης αυτής, λόγω των παραπάνω πράξεών της, είναι η ίδια η δεύτερη αναιρεσίβλητη, αυτή, σε κάθε περίπτωση, δικαιούται να αξιώσει το σχετικό όφελος των αναιρεσειουσών, οπότε δεν πρόκειται καν για συνέπειες και, μάλιστα, επαχθείς.

γ) η καταβολή από τους αναιρεσίβλητους των φόρων που αναλογούσαν στα παραπάνω κτίσματα του οικοπέδου, τα οποία τους ανήκαν, αποτελεί εκπλήρωση νόμιμης υποχρέωσής τους, η οποία ουδεμία σχέση έχει με τυχόν προσδοκία τους ανέγερσης από τους ίδιους των μελλοντικών ορόφων. δ) δεν αποτελεί επαχθή συνέπεια για τους αναιρεσίβλητους, που να επιβάλλει, μάλιστα, τη ματαίωση του παραπάνω δικαιώματος των αναιρεσειουσών, η παραδοχή του Εφετείου, ότι, λόγω "της διατάραξης των σχέσεων των αντιδίκων, της μακροχρόνιας αντιδικίας και της έλλειψης συνεννόησης μεταξύ τους για τα ζητήματα, που αφορούν τα κοινόχρηστα και κοινόκτητα μέρη της οικοδομής, περιορίζεται η απόλαυση του ακινήτου τους και επηρεάζεται αρνητικά η αξία του", πολύ δε περισσότερο, αφού η συνέπεια αυτή αποδίδεται μόνο στη μακροχρόνια αντιδικία των διαδίκων.

ε) πρόκειται για μελλοντικούς ορόφους, για τους οποίους δεν έχει διαμορφωθεί, ούτε, άλλωστε, ήταν δυνατόν να διαμορφωθεί κάποια κατάσταση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί, στη συνέχεα, αν από την, τυχόν, ανατροπή της με την άσκηση του ενδίκου δικαιώματος, πρόκειται να επέλθουν ιδιαίτερα επαχθείς συνέπειες σε βάρος των αναιρεσιβλήτων.

Κρίνοντας, επομένως, το Εφετείο, ότι τα ανωτέρω περιστατικά συνιστούν επαχθείς γι' αυτούς συνέπειες, για την αποτροπή των οποίων ενδείκνυται η ματαίωση του παραπάνω δικαιώματος των αναιρεσειουσών και επικυρώνοντας, στη συνέχεια, την εκκληθείσα από τις αναιρεσείουσες απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί ως καταχρηστική η παραπάνω αγωγή των τελευταίων, κατά παραδοχή της σχετικής ένστασης των αναιρεσιβλήτων, παραβίασε με την προσβαλλόμενη απόφασή του την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αφού δεν συνιστούν ιδιαίτερα επαχθείς συνέπειες τα όσα παραπάνω ανελέγκτως δέχτηκε και, ως εκ τούτου, εφαρμόζοντας την παραπάνω διάταξη, παρά τη μη συνδρομή της ανωτέρω προϋπόθεσης, αρκέστηκε σε λιγότερες, σε σχέση με εκείνες που απαιτούνται, για την εφαρμογή της, προϋποθέσεις.

Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η ανωτέρω πλημμέλεια, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών.

Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και, αφού πρόκειται για απόφαση, που εκδόθηκε μετά από αναίρεση της προηγούμενης 157/2015 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου, να κρατηθεί και να εκδικασθεί η υπόθεση από το Τμήμα τούτο, σε νέα συζήτηση, μετά από κλήση του επιμελεστέρου των διαδίκων (ΑΠ 1593/2014), κατ' άρθρο 580 παρ. 3 εδ. τελευταίο ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του νόμου 4335/2015, να διαταχθεί η επιστροφή στις αναιρεσείουσες του παραβόλου που κατέθεσαν (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, αφού ηττώνται, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειουσών, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος αυτών (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 180/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά.

Κρατεί την υπόθεση, για ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση, με επίσπευση του επιμελέστερου των διαδίκων.

Διατάσσει την επιστροφή στις αναιρεσείουσες του παραβόλου που κατέθεσαν. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειουσών, που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Μαρτίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ