Legislator Case Law & Legislation
304/2018 AI generated

Appeal allowed; appeal admissibility error reversed; case remanded for further trial on deceased heir's appeal.

Case Number 304/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Third-Instance Court of Athens, which had dismissed the appeal as inadmissible regarding the eighth defendant. The appellant argued the lower court erred by rejecting the appeal on the ground of the defendant's death rather than declaring the hearing inadmissible. The court held that under Article 559(14) of the Code of Civil Procedure, the lower court committed a procedural error by failing to declare the hearing inadmissible instead of rejecting the appeal itself, thus remanding the case for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576(1), 576(2), 559(14), 580(3), 495(4), 176, 183 of the Code of Civil Procedure; where a lower court rejects an appeal as inadmissible due to the death of a party without declaring the hearing inadmissible, it commits a procedural error under Article 559(14) requiring remand.

Keywords

AI generated
appeal admissibility death of party procedural error remand for retrial Code of Civil Procedure heir status inadmissible hearing

Cited Legislation

AI generated
Article 576(1) and (2) of the Code of Civil Procedure
Article 128(4) of the Code of Civil Procedure
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 1320/2011
Supreme Court Case 913/2009

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 304 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 304/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Ιωάννη Φιοράκη-εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος:1.Π. Κ. του Π. κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Μήνο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ Του αναιρεσίβλητου: Δ. Δ. του Γ., κατοίκου ... , ως μοναδικού εξ αδιαθέτου κληρονόμου και καθολικού διαδόχου της Ε. χήρας Κ. Ρ., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-3-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2563/2011 του ιδίου Δικαστηρίου,395/2016 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-6-2016 αίτησή του την οποία επαναφέρει μετά από ματαίωση με την από 13-2-2017 κλήση του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, διαφορετικά κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση.

Στην προκειμένη περίπτωση ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, τη συζήτηση της οποίας επισπεύδει ο αναιρεσείων, με πράξη ορισμού δικασίμου που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και κλήση του αναιρεσιβλήτου, ως μοναδικού εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αρχικής (πλην άλλων) εφεσίβλητης Ε. χήρας Κ.

Ρ., να παραστεί κατά την ανωτέρω συζήτηση επιδόθηκε σ' αυτόν νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τις με επίκληση προσαγόμενες από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθ. 36…/21-6-2017 και 36…/21-6-2017 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών Α. Κ. και τις από 21-6-2017 δυο αποδείξεις παραλαβής εγγράφου του Αξιωματικού Υπηρεσίας του Α.Τ.

… Αρχιφύλακα Χ. Κ. και δυο βεβαιώσεις του υπαλλήλου ΕΛΤΑ … Κ. Φ.. Κατά την προαναφερθείσα δικάσιμο ο ανωτέρω αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση, πλην όμως ως νομίμως κλητευθείς (άρθρο 128 παρ. 4 ΚΠολΔ), κατά τα προεκτεθέντα, πρέπει να δικασθεί ως να ήταν παρών και να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τούτου.

Κατά το άρθρo 62 εδαφ. α ΚΠολΔ, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, που ως διαδικαστική προϋπόθεση εξετάζεται κατά το άρθρo 73 ΚΠολΔ αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, παύει να υπάρχει για το φυσικό πρόσωπο με το θάνατό του (άρθρο 35 ΑΚ).

Εξ άλλου κατά το άρθρo 313 παρ. 1 εδαφ. δ ΚΠολΔ η απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη διεξαχθείσα κατά ανύπαρκτου φυσικού προσώπου, όπως είναι και αυτό που απεβίωσε, δεν έχει υπόσταση και ρητά χαρακτηρίζεται και αυτή ως ανύπαρκτη. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με τις εφαρμοζόμενες και στην έφεση (άρθρo 524 παρ. 1 ΚΠολΔ) διατάξεις των άρθρων 286 επ.

ΚΠολΔ, σύμφωνα με τις οποίες διακοπή της δίκης συνεπεία μεταβολής στο πρόσωπο διαδίκου επέρχεται, με τη συνδρομή και των λοιπών νόμιμων προϋποθέσεων, μόνον αν η μεταβολή συμβεί έως ότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, συνάγεται ότι αν ο θάνατος διαδίκου συμβεί μετά το τέλος της συζήτησης αυτής ή πολύ περισσότερο μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, δηλαδή σε χρόνο που δεν είναι πλέον εκκρεμής η δικαστική διαδικασία και συνεπώς δεν είναι εκ των πραγμάτων στην περίπτωση αυτή δυνατή η διακοπή και η επανάληψη της δίκης, πρέπει τα ένδικα μέσα κατά της ως άνω απόφασης, άρα και η έφεση, να απευθύνονται κατά των κληρονόμων του αποβιώσαντος, διαφορετικά η έφεση που απευθύνεται κατά του αποβιώσαντος είναι απαράδεκτη και απορριπτέα, εκτός αν ο εκκαλών αγνοούσε το γεγονός του θανάτου του αντιδίκου του, οπότε η έφεση παραδεκτά μεν θεωρείται ότι απευθύνθηκε κατά του αποβιώσαντος, η συζήτησή της όμως, εφόσον έχει μέχρι τότε γνωστοποιηθεί το γεγονός του θανάτου του, θα είναι απαράδεκτη αν δεν κλητεύθηκαν να παραστούν σ` αυτήν ή δεν παρέστησαν αυτοβούλως οι κληρονόμοι του (ΑΠ 1320/2011, ΑΠ 913/2009).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, σύμφωνα με το οποίο, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, ο λόγος αυτός αναίρεσης, ο οποίος αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο, ιδρύεται και όταν κηρύσσεται εσφαλμένα ορισμένο ένδικο μέσο παραδεκτό ή απαράδεκτο.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης υπ' αριθ. 395/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το τελευταίο απέρριψε, ως απαράδεκτη, την έφεση του αναιρεσείοντος ως προς την όγδοη εφεσίβλητη, με τη σκέψη ότι "... όπως προκύπτει από την προσκομισθείσα υπ' αριθ. 1…/2011 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιαρχείου ...

η 8η εφεσίβλητη Ε. Ρ. του Γ. απεβίωσε την 28-2-2011, δηλαδή μετά την συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και πριν την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης (6-6-2011) και την άσκηση της ένδικης έφεσης στις 13-9- 2011. Αν και από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι ο εκκαλών, κατά την άσκηση της έφεσης, δεν είχε λάβει γνώση του θανάτου της ανωτέρω, επειδή ουδείς εκ των κληρονόμων της θέλησε να συνεχίσει τη παρούσα δίκη, θα πρέπει ως προς αυτήν (λόγω και της σχέσης απλής ομοδικίας που τη συνδέει με τους λοιπούς εφεσίβλητους) να απορριφθεί ως απαράδεκτη η ένδικη έφεση, καθόσον στρέφεται κατά ανύπαρκτου προσώπου".

Κρίνοντας όμως έτσι το Εφετείο και απορρίπτοντας την έφεση ως απαράδεκτη ως προς την όγδοη εφεσίβλητη, αντί να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτησή της ως προς αυτήν, υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον βάσιμο περί τούτου πρώτο λόγο αναίρεσης.

Ακολούθως και δοθέντος ότι παρέλκει η έρευνα του ετέρου αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση μόνον ως προς τη διάταξή της, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η έφεση αναφορικά με την όγδοη εφεσίβλητη, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε και του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον καταθέσαντα αναιρεσείοντα (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 395/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, μόνο κατά τη διάταξή της, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η έφεση ως προς την όγδοη εφεσίβλητη.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο, ως άνω, Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον καταθέσαντα αυτό αναιρεσείοντα.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ