Legislator Case Law & Legislation
304/2017 AI generated

304/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 304/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

304/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος, ανέγνωσε την από 13-12-2016 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Keywords

AI generated
previous legal status changed financial circumstances impropriation of public property deportation despite health issues action for disturbance of possession unchanged state of health
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 304 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 304/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., ως αρμοδίου για τη διαχείριση των κοινωφελών περιουσιών και σχολαζουσών κληρονομιών, κατ άρθρο 69 Ν4182/2013, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιό του Ελένη Κωστάντη Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσίβλητου: Α. Λ. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Παναγιώτη Ανδρονόπουλο.

Υπέρ: Δήμου ... που εκπροσωπείται νόμιμα, εδρεύει στην … και εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους Αντώνη Βγόντζα και Φαίδωνα Κουλούρη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-12-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου και την από 28-2-2009 αγωγή του υπέρ ου η αίτηση, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών και συνεκδικάσθηκαν.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 254/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 256/2015 Τριμελούς Εφετείου Πατρών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 2-12-2015 αίτησή του .

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος, ανέγνωσε την από 13-12-2016 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Οι πληρεξούσιοι του υπερ ου η αίτηση, ζήτησαν να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε να απορριφθεί καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.1 εδ. α’ ΚΠολΔ. ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών.

Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 Α.Κ., υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας ή όταν γεννιέται αμφιβολία για την έννοια απευθυντέων δηλώσεων βουλήσεως, μολονότι κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία ή η δήλωση είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, αν και ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 Α.Κ.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 173 και 1781 Α.Κ., κατά την ερμηνεία της διαθήκης αναζητείται μόνο η αληθινή βούληση του διαθέτη χωρίς προσήλωση στις λέξεις και δεν έχουν εφαρμογή τα κριτήρια του άρθρου 200 Α.Κ. που αναφέρονται σε συμβάσεις και όχι σε μονομερείς δικαιοπραξίες. Σκοπείται, δηλαδή, η ανεύρεση της υποκειμενικής άποψης του διαθέτη, χωρίς να ερευνάται η αντικειμενική έννοια με την οποία αντιλαμβάνονται τη βούλησή του οι τρίτοι, κατά τη συναλλακτική καλή πίστη.

Η κρίση αυτή του δικαστηρίου για την αληθινή θέληση του διαθέτη, ως τοιαύτη περί πραγμάτων, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης, δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.

ΑΠ 12-13/1995). Ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται, όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας περιέχει ελλείψεις στην αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και μάλιστα στην ανάλυση ή στάθμιση ή αιτιολόγηση του πορίσματος, που προκύπτει από αυτές, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, αλλά όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση της συνδρομής των όρων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας της.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ως προς την ουσία της υπόθεσης, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.), ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "Ο Γ. Σ., ιατρός, κάτοικος εν ζωή ..., ήταν κύριος, νομέας και κάτοχος ενός οικοπέδου εκτάσεως 2.504,60 τ.μ.

μετά της επ’ αυτού πεπαλαιωμένης τριωρόφου οικοδομής μετά υπογείου, συνολικού εμβαδού 724,45 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "...", του Δήμου ... και επί της δημοσίας οδού .... Το ως άνω ακίνητο είχε περιέλθει σ’ αυτόν κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή δυνάμει του ...1942 συμβολαίου δωρεάς αιτία θανάτου του συμβολαιογράφου ...

Γεωργίου Κούκου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο ... και στον αριθμό ..., από τον πατέρα του, Β. Σ., ο οποίος απεβίωσε το έτος 1943. Στις 27. 12.1994 ο Γ. Σ. απεβίωσε στην Πάτρα. Με την από 15.9.1994 ιδιόγραφη διαθήκη του, η οποία δημοσιεύτηκε νόμιμα με τα 328/10.11.1995 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...

και κηρύχθηκε κυρία με την 745/1995 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, ο ως άνω διαθέτης όρισε τα εξής : "Αφήνω γενικό και μοναδικό κληρονόμο μου την αδελφή μου Β. Σ. του Β., εκτός από δύο ακίνητα στις ... ..., από τα οποία το ένα, στην οδό ..., το αφήνω στο Δήμο ... για να το κάνει γηροκομείο και το άλλο, στην οδό ..., το αφήνω στο Ελληνικό Δημόσιο να το κάνει κοινωφελές έργο ή φοιτητική εστία, με τον όρο ότι και τα δύο ακίνητα θα φέρουν το όνομά μου και ότι η λειτουργία τους θα ξεκινήσει το αργότερο δύο χρόνια μετά το θάνατό μου.

Αν δεν γίνει αυτό να περιέρχονται και αυτά στην αδελφή μου Β. Σ.. Εκτελεστή διαθήκης ορίζω την ανεψιά μου Ε. Χ. Ρ.". Η οριζόμενη εκτελεστής διαθήκης, Ε. Ρ., η οποία με την υπ’ αριθμ. …/1996 δήλωση αποδοχής λειτουργήματος διαθήκης ενώπιον της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Πατρών, είχε αποδεχθεί το έργο της, απεβίωσε στην Αθήνα στις 2.3.1997.

Από το κείμενο της διαθήκης προκύπτει με σαφήνεια ότι η θέληση του διαθέτη ήταν να συστήσει κληροδοσία υπέρ κοινωφελούς σκοπού στο πρώτο από τα ανωτέρω ακίνητα, υπέρ του Δήμου .... Η κληροδοσία όμως αυτή συστήθηκε υπό διπλή διαλυτική αίρεση, ήτοι πρώτον να λειτουργήσει εντός αυτού γηροκομείο και δεύτερον να φέρει το τελευταίο το όνομά του.

Ότι οι ανωτέρω όροι τέθηκαν από το διαθέτη ως διαλυτικές αιρέσεις προκύπτει με σαφήνεια από το ίδιο το κείμενο της διαθήκης, στην οποία ρητά όρισε ο διαθέτης, ότι σε περίπτωση που δεν τηρηθούν οι ανωτέρω όροι, να περιέλθει το ανωτέρω ακίνητο στην αδελφή του (γενική και μοναδική κληρονόμο του). Ο Δήμος ...

προέβη στην αποδοχή της κληροδοσίας αυτής με την υπ’ αριθμ. .../1996 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου ... Ελένης Ραγιά. Προγενέστερα, όμως, με την από 15.7.1995 αίτησή του (αρ. εκθ. καταθ. .../1995) απευθυνόμενη στο Εφετείο Αθηνών, επικαλούμενος αφενός ότι τα λειτουργικά έξοδα ενός γηροκομείου είναι υψηλά, μη δυνάμενα να αντιμετωπισθούν από το Δήμο, αφετέρου ότι στην περιφέρειά του υφίσταται ήδη γηροκομείο, ήτοι το "...

Ίδρυμα", η λειτουργία του οποίου ικανοποιεί με επάρκεια τις ανάγκες του Δήμου, ζήτησε να βεβαιωθεί δικαστικά η αδυναμία πραγματοποιήσεως της θελήσεως του ανωτέρω διαθέτη, συνιστάμενης στην ίδρυση επί του επιδίκου ακινήτου γηροκομείου και ότι η θέλησή του ικανοποιείται πληρέστερα με την ίδρυση και λειτουργία στο ίδιο ακίνητο "...".

Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 826/1997 "απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία έκανε δεκτή την αίτηση του Δήμου. Από την ημερομηνία έκδοσης, επομένως, της παραπάνω απόφασης, ήτοι από 6.2.1997, ο Δήμος ... είχε τη δυνατότητα να προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για την ίδρυση και λειτουργία Κ.Α.Π.Η., όπως το ίδιο ζήτησε.

Ωστόσο, όπως αποδείχθηκε, ο Δήμος ... δεν προέβη σε καμία απολύτως ενέργεια για να υλοποιήσει τον ανωτέρω σκοπό. Τέσσερα έτη μετά, επανήλθε με την από 25 Σεπτεμβρίου 2001 νέα αίτησή του ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, ζητώντας να βεβαιωθεί δικαστικώς ότι η βούληση του ανωτέρω διαθέτη δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί ούτε με την ίδρυση και λειτουργία Κ.Α.Π.Η., αλλά μπορούσε να πραγματοποιηθεί πληρέστερα με την ίδρυση και λειτουργία "...

Κοινότητας απεξάρτησης εφήβων από τα ναρκωτικά". Στην παραπάνω ανοιγείσα δίκη ενώπιον του Εφετείου Αθηνών η Β. Σ. άσκησε την από 17.6.2002 αυτοτελή παρέμβασή της με την οποία, επικαλούμενη έννομο συμφέρον ως κληρονόμος του διαθέτη, ισχυρίστηκε ότι παρήλθαν 7 έτη και 8 μήνες από το θάνατο του αδελφού της χωρίς να εκπληρωθεί ο όρος της διαθήκης και ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως.

Το παραπάνω Δικαστήριο , αφού συνεκδίκασε την αίτηση και την ανωτέρω παρέμβαση, εξέδωσε την 148/2003 απόφασή του με την οποία δέχθηκε την παρέμβαση της Β. Σ. και απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την αίτηση του Δήμου. Ειδικότερα, με την απόφασή του το Εφετείο Αθηνών δέχθηκε ότι "δεν αποδεικνύονται βάσιμοί οι ισχυρισμοί του αιτούντος (Δήμου), ότι τάχα τώρα η θέληση του διαθέτου, όπως αυτή ερμηνεύτηκε με την παραπάνω 826/1997 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί, είτε αμέσως, είτε στο εγγύς μέλλον.

Δεν προσκομίζεται καμία απόδειξη από την οποία να προκύπτει ότι ο Δήμος ... πράγματι από αντικειμενική αδυναμία δεν έχει προβεί μέχρι σήμερα σε καμία ενέργεια προκειμένου να λειτουργήσει στο ανωτέρω ακίνητο του διαθέτη .... Αντιθέτως, από την ένορκη κατάθεση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, της μάρτυρα του αιτούντος Μ.

Σ., Αντιδημάρχου, του αιτούντος Δήμου ..., προκύπτει ότι το κληροδότημα αυτό λειτούργησε για έξι μήνες ως "ΚΑΠΗ", χωρίς να διευκρινίζει περαιτέρω κατά τρόπο σαφή γιατί έκτοτε έπαυσε η λειτουργία του". Η. κατάθεση της ανωτέρω αντιδημάρχου ενώπιον του Εφετείου Αθηνών περί λειτουργίας του επιδίκου ακινήτου ως ΚΑΠΗ για έξι μήνες, αναιρείται από την ίδια στην υπ’ αριθμ. .../22.2.2007 ένορκη βεβαίωσή της ενώπιον της συμβολαιογράφου ...

Αγγελικής Σακελλάρη, (η οποία λαμβάνεται υπόψη ως δικαστικό τεκμήριο, καθόσον λήφθηκε σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων), στην οποία διευκρινίζει σχετικά με την άνω κατάθεσή της ότι "ποτέ δεν λειτούργησε ως ΚΑΠΗ αλλά προ εξαμήνου από την κατάθεσή μου, είχε συνταχθεί από τον Δήμο ... μελέτη για την ανακαίνισή του και τη λειτουργία του ως "ΚΑΠΗ", η οποία και δεν πραγματοποιήθηκε μέχρι σήμερα".

Ούτε, εξάλλου, και ο Δήμος ... με τις έγγραφες προτάσεις του ισχυρίζεται ότι το επίδικο ακίνητο λειτούργησε ποτέ ως ΚΑΠΗ. Ισχυρίζεται, όμως ότι από το έτος 1996 ασκούσε διακατοχικές, πράξεις επί του επιδίκου, ήτοι το επισκεύαζε, το συντηρούσε, το καθάριζε, αντλούσε τα όμβρια ύδατα, που εισέρχονταν στο υπόγειο χώρο με τη βοήθεια των συνεργείων .του κλπ.

Τα παραπάνω ουδόλως αποδεικνύονται. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι ο Δήμος εγκατέλειψε εντελώς το επίδικο ακίνητο, χωρίς να ενδιαφερθεί ούτε να το συντηρήσει, όπως ψευδώς διατείνεται, ούτε να λειτουργήσει σ’ αυτό ΚΑΠΗ, όπως ο ίδιος είχε ζητήσει και είχε γίνει δεκτό από το Εφετείο, σεβόμενος τη βούληση του διαθέτη και προσφέροντας στο κοινωνικό σύνολο.

Εξάλλου, όπως κατέθεσε και η μάρτυρας του ενάγοντος, Α. Μ., η οποία είχε επισκεφτεί το επίδικο ακίνητο όταν ζούσε ο Γ. Σ., η οικοδομή κατά τον χρόνο εκείνο ήταν σε καλή κατάσταση (βλ. κατάθεσή της "είχε ακόμη και τα κρεβάτια μέσα, ήταν έτοιμο το ακίνητο") και μπορούσε να αξιοποιηθεί. Την πλήρη εγκατάλειψη του επιδίκου βεβαιώνει και με την τεχνική του έκθεση ο Γ.

Σ., πολιτικός μηχανικός, ο οποίος επισκέφθηκε το ακίνητο μετά από δεκαετή αχρησία του και διαπίστωσε εικόνα γενικότερης εγκατάλειψης της οικοδομής (βλ. την από 5. 12.2005 τεχνική έκθεσή του). Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται και από την 1/2006 απόφαση της Εισαγγελέας Εφετών Πατρών, η οποία μετά από επιτόπια θεώρηση, διαπίστωσε ότι η εγκατάλειψη σε όλο το κτίριο ήταν εμφανής.

Στην ως άνω απόφασή της, επίσης, αναφέρει ότι ο Δήμος "δεν κατείχε κανένα κλειδί καμίας εξωτερικής εισόδου είτε στην πρόσοψη είτε στο μέρος της οικοδομής που οδηγεί στον κήπο". Τέλος, όσον αφορά την άντληση υδάτων, που ισχυρίζεται ο Δήμος ότι εκτελούσαν τα συνεργεία του στο υπόγειο, της οικοδομής, τούτο ουδέποτε έλαβε χώρα, καθόσον από την υπ’ αριθμ. ...28.7.2006 βεβαίωση της ΔΕΗ αποδεικνύεται ότι από 3.11.1994 έως 28.7.2006 η κατανάλωση ρεύματος είναι μηδενική.

Περαιτέρω, ο Δήμος ισχυρίζεται με τις προτάσεις του και με την έφεσή του ότι δεν μπόρεσε να το λειτουργήσει ως ΚΑΠΗ, διότι δεν είχε τα αναγκαία χρήματα για να το πράξει. Ο ισχυρισμός αυτός, πέραν της αοριστίας του, είναι αναπόδεικτος, καθόσον δεν προσκομίζει κανένα στοιχείο που να τον αποδεικνύει, όπως ετήσιους ισολογισμούς, έργα που είχε αναλάβει να εκτελέσει, τα κονδύλια αυτών των έργων, ώστε να κριθεί εάν και σε ποιο βαθμό η δημοσιονομική κατάσταση του Δήμου δεν του επέτρεπε να καλύψει τη λειτουργία του παραπάνω έργου.

Ακόμη και ο μάρτυράς του, ερωτηθείς για ποιο λόγο δεν λειτούργησε το ΚΑΠΗ, κατέθεσε ότι "δεν είχε εκείνη τη στιγμή την οικονομική ευρωστία να κάνει συνολική παρέμβαση σ’ αυτό", χωρίς να εξειδικεύει. Άλλωστε, ο ισχυρισμός αυτός έρχεται και σε πλήρη αντίθεση με τις ενέργειές του. Και τούτο διότι δεν θα υπήρχε κανένας λόγος να υποβάλει αίτηση στο Εφετείο Αθηνών να του επιτραπεί να λειτουργήσει στο επίδικο ακίνητο "ΚΑΠΗ", το οποίο έχει λιγότερες λειτουργικές δαπάνες από ένα γηροκομείο, εάν δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να το πράξει.

Περαιτέρω, ο Δήμος, ερμηνεύοντας εξ ιδίων τη διαθήκη, ισχυρίζεται με την έφεσή του ότι η διετία που τέθηκε από τον διαθέτη για να λειτουργήσει στο επίδικο ακίνητο το γηροκομείο ήταν ενδεικτική και τέθηκε για να επιταχυνθούν οι διαδικασίες προς το σκοπό αυτό. Καταρχάς η παραπάνω διαθήκη ήταν σαφής και δεν χρήζει ερμηνείας, επιπλέον δε, εάν η διετία ήταν ενδεικτική, τότε ο διαθέτης δεν θα συνέδεε την παραβίαση του όρου με κάποιο αποτέλεσμα.

Θέτοντας όμως ότι μετά τη διετία ανατρέπεται η διαθήκη είναι σαφές ότι υπάρχει βούληση του διαθέτη να πραγματοποιηθεί το κοινωφελές έργο εντός της διετίας. Όπως, λοιπόν, αποδεικνύεται ο Δήμος δεν τήρησε τους παραπάνω δύο όρους της διαθήκης, εξαντλώντας τη διετία, ακόμη και αν αυτή υπολογιστεί αρξάμενη, επ’ ωφελεία του από τη δημοσίευση της 826/1997 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, ήτοι από 6.2.1997.

Επομένως, από το χρόνο πλήρωσης της ως άνω διαλυτικής αίρεσης, ήτοι από 6.2.1999, το επίδικο ακίνητο περιήλθε αυτοδικαίως στην αδελφή του διαθέτη Γ. Σ., ήτοι στη Β. Σ., κατά ρητό όρο της διαθήκης, καθόσον η πλήρωση της αίρεσης ή προθεσμίας επάγεται ματαίωση και ανατροπή της κληροδοσίας ex nunc. Στις 25 Αυγούστου 2005 η Β.

Σ. απεβίωσε και με την από 1.7. 2005 ιδιόγραφη διαθήκη της, που δημοσιεύτηκε με τα υπ’ αριθμ. 517/21.10.2005 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, εγκατέστησε τον ενάγοντα- εναγόμενο, Α. Λ., μοναδικό της κληρονόμο σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία της, στην οποία περιέχεται και το ανωτέρω ακίνητο. Ο τελευταίος αποδέχθηκε τόσο για λογαριασμό της ήδη αποβιωσάσης, ως υπόχρεος κληρονόμος της και το ως άνω ακίνητο της κληρονομίας του Γ.

Σ., που περιήλθε στην κυριότητά της λόγω πλήρωσης της διαλυτικής αίρεσης της διαθήκης του Γ. Σ., όσο και για λογαριασμό δικό του όλη την κληρονομία της αποβιωσάσης, με την υπ’ αριθμ. .../2007 πράξη της συμβολαιογράφου ... Χριστίνας Δημητρακοπούλου - Παπαδάκη , η οποία καταχωρήθηκε νόμιμα στις 14.8.2007 με ΚΑΕΚ ... στο Κτηματολογικό Γραφείο ...

με α.α .../14.8.2007. Με τον τρόπο αυτόν ο Α. Λ. κατέστη εκ διαθήκης κληρονόμος της ανωτέρω αποβιωσάσης στην κληρονομία της οποίας περιλαμβανόταν και το επίδικο ακίνητο, το κληρονομικό του δε αυτό δικαίωμα το αμφισβητεί ο Δήμος. Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, η από 31.1212007 αγωγή έπρεπε να γίνει δεκτή και να αναγνωρισθεί το κληρονομικό δικαίωμα του ενάγοντος επί του επιδίκου ακίνητου.

Εφόσον τα ίδια είπε και η εκκαλούμενη απόφαση, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και εφάρμοσε το νόμο, η δε έφεση και ο τρίτος λόγος των. προσθέτων λόγων με τα οποία ο εκκαλών υποστηρίζει τα’ αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα. Περαιτέρω, ο εκκαλών με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της έφεσης ισχυρίζεται ότι η εκκαλούμενη απόφαση έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 173 ΑΚ, διότι ενώ διαπίστωσε ότι υπάρχει κενό και αμφιβολία σχετικά με τη διατυπωθείσα βούληση του διαθέτη προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία.

Ο λόγος αυτός ερείδεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον από το περιεχόμενο της εκκαλουμένης απόφασης προκύπτει ότι δεν διαπιστώθηκε κενό, ούτε αμφιβολία σχετικά με τη βούληση του διαθέτη και ως εκ τούτου δεν προέβη σε ερμηνεία αυτής, παρά μόνο ως προς την έναρξη της διετίας που έταξε ο διαθέτης, την οποία ερμήνευσε υπέρ του Δήμου, καθόσον την οριοθέτησε ως αρξάμενη όχι από τη δημοσίευση της διαθήκης, αλλά από την έκδοση της προαναφερόμενης 826/1997 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, παρέχοντας με αυτόν τον τρόπο μεγαλύτερο χρονικό διάστημα στο Δήμο για να ενεργήσει.

Επομένως, ο πρώτος λόγος των προσθέτων λόγων πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Με το δεύτερο λόγο των προσθέτων λόγων της έφεσης ο εκκαλών ισχυρίστηκε ότι η εκκαλουμένη απόφαση παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 208 και .1799 ΑΚ, διότι για την πλήρωση της αίρεσης που έθεσε ο διαθέτης απαιτείτο η σύμπραξη τρίτου, και δη του Δημοσίου και εφόσον ο τελευταίος αρνείται να συμπράξει εν αμφιβολία θεωρείται ότι η αίρεση πληρώθηκε.

Ο λόγος αυτός συναρτάται με την επικαλούμενη εκ μέρους του οικονομική αδυναμία, πλην όμως, όπως λέχθηκε, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών ζήτησε από το Δημόσιο χρήματα για τη λειτουργία ΚΑΠΗ και το τελευταίο αρνήθηκε". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο αφενός απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη την από 28-2-2009 ένδικη αγωγή του Δήμου ..., υπέρ του οποίου παρενέβη στη δίκη εκείνη ο ήδη αναιρεσείων ασκώντας αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, με την οποία (αγωγή) ο ενάγων ζήτησε να αναγνωριστεί το κληρονομικό του δικαίωμα επί του επίδικου ακινήτου, δυνάμει της από 15-9-1994 ιδιόγραφης διαθήκης του αποβιώσαντος στις 27-12-1994 Γ.

Σ., και να διαταχθεί η απόδοση της εν λόγω κληρονομίας σ’ αυτόν και αφετέρου δέχθηκε ως κατ’ ουσίαν βάσιμη την από 31-12-2007 αγωγή του αναιρεσίβλητου με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί το κληρονομικό του δικαίωμα επ’ αυτού (επιδίκου), το οποίο αμφισβητεί ο εναγόμενος Δήμος ..., επειδή αυτός δεν εκτέλεσε τους αναφερόμενους στην ως άνω διαθήκη όρους, με αποτέλεσμα η διαλυτική αίρεση, που είχε τεθεί, να πληρωθεί και ο τελευταίος να εκπέσει της υπέρ αυτού κληρονομίας, και στη συνέχεια απέρριψε την έφεση και τους πρόσθετους αυτής λόγους κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε κρίνει ομοίως, καθώς και την ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος.

Από το ανωτέρω περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν διέγνωσε ασάφεια και εντεύθεν αμφιβολία και κενό ως προς το κρίσιμο ζήτημα της αληθούς βούλησης του διαθέτη Γ. Σ. κατά τη διατύπωση του περιεχομένου της διάταξης της επίμαχης ιδιόγραφης διαθήκης, της οποίας το περιεχόμενο, κατά την κρίση του, ήταν σαφές και δεν έχρηζε ερμηνείας ως προς τη σύσταση κληροδοσίας υπέρ κοινωφελούς σκοπού στο επίδικο ακίνητο, υπέρ του τότε εκκαλούντος Δήμου ..., που συναρτάται με τον τρόπο συστάσεως αυτής υπό διπλή διαλυτική αίρεση, ήτοι πρώτο να λειτουργήσει εντός του επίδικου ακινήτου γηροκομείο και δεύτερο να φέρει το τελευταίο το όνομά του και συνέχεται με την επέλευση του διαγνωσθέντος δικαιώματος του αναιρεσίβλητου ως κληρονόμου της αδελφής του διαθέτη Β.

Σ., ότι σε περίπτωση που δεν τηρηθούν οι ανωτέρω όροι, να περιέλθει το επίδικο ακίνητο στην τελευταία (γενική και μοναδική κληρονόμο του), ώστε να προσφύγει στον ερμηνευτικό κανόνα του άρθρου 173 του Α.Κ., τον οποίο και ορθώς δεν εφάρμοσε. Από δε την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν προέβη σε ερμηνεία του περιεχομένου της επίμαχης διαθήκης, ούτε δέχθηκε έμμεσα τέτοια κενά ή αμφίβολα σημεία προκειμένου να υπολογίσει το χρόνο έναρξης της διετούς διαλυτικής αίρεσης, ώστε να επιβάλλεται η προσφυγή στους παραπάνω ερμηνευτικούς κανόνες των διαθηκών.

Τέλος, η αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση πρόσθετων επιχειρημάτων γίνεται όχι με σκοπό την ερμηνευτική κάλυψη ελλείμματος σαφήνειας της διαθήκης προς διαμόρφωση της αντίληψης του δικαστηρίου της ουσίας για την αληθή βούληση του διαθέτη, ως προς το παραπάνω ουσιώδες ζήτημα, για την οποία ήδη σαφώς έχει εκφρασθεί, αλλά προς ενίσχυση του αποδεικτικού του πορίσματος.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, κατά την κύρια διατύπωσή του, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.1 εδ. α’ ΚΠολΔ., ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο, αν και δέχεται ότι η επίμαχη διαθήκη ήταν σαφής και δεν έχρηζε ερμηνείας, εκφέρει κρίση ως προς το χρόνο έναρξης της διετίας, εντός της οποίας έπρεπε να πραγματωθεί η βούληση του διαθέτη, χωρίς να λάβει υπόψη την ύπαρξη ή μη αντικειμενικής δυνατότητας υλοποίησης της κληροδοσίας εντός αυτής, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τους ως άνω ερμηνευτικούς κανόνες, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, γιατί με την ανωτέρω κρίση του δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 173 Α.Κ.

Περαιτέρω, κρίνοντας έτσι το Εφετείο ως προς το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα της αληθούς βούλησης του διαθέτη Γ. Σ. κατά την εν λόγω διατύπωση του περιεχομένου της διάταξης της επίμαχης διαθήκης και των τεθέντων με αυτήν όρων, διέλαβε πλήρεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της παραπάνω ουσιαστικής διατάξεως, και στήριξε επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις την κρίση του περί μη διαπίστωσης κενού ή ασάφειας της επίμαχης διαθήκης ώστε να προσφύγει στην ερμηνεία και εφαρμογή αυτής (διατάξεως).

Συνεπώς, ο ίδιος λόγος της αίτησης αναίρεσης και κατά την επικουρική του διατύπωση, με την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., δηλαδή της εκ πλαγίου παραβίασης λόγω αντιφατικών αιτιολογιών της ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 173 Α.Κ., κρίνεται απορριπτέος ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον ρητά αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η επίμαχη διαθήκη ήταν σαφής και δεν έχρηζε ερμηνείας, παραδοχή η οποία δεν ενέχει έστω και έμμεση διαπίστωση της υπάρξεως κενού ή αμφιβολίας στην περιεχόμενη στην επίμαχη διαθήκη βούληση του διαθέτη να πραγματοποιηθεί το κοινωφελές έργο εντός δύο ετών από το θάνατό του και ότι μετά την άπρακτη παρέλευση του εν λόγω χρονικού διαστήματος επέρχεται ανατροπή των αποτελεσμάτων της προκείμενης κληροδοσίας.

Τέλος, ο ίδιος λόγος, κατά το υπόλοιπο μέρος του, στο οποίο διαλαμβάνονται αντίθετα επιχειρήματα του αναιρεσείοντος ως προς τις παραπάνω παραδοχές και το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας και ειδικότερα ότι αυτό δεν έλαβε υπόψη τη δυνατότητα ή μη του Δήμου ... να υλοποιήσει την τελευταία βούληση του διαθέτη καθώς και αν ο τελευταίος γνώριζε την αντικειμενική αδυναμία του Δήμου να εξεύρει τους αναγκαίους πόρους, θα τροποποιούσε τη βούλησή του ως προς τον παρεχόμενο χρόνο για την πλήρωση της τεθείσας αίρεσης ή το χρονικό σημείο έναρξης αυτού, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται αποκλειστικά η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.).

Κατ’ ακολουθίαν τούτων, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου βαρύνουν τον ηττηθέντα διάδικο ( άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ.), πρέπει όμως να επιβληθούν μειωμένα, σύμφωνα με τα άρθρα 22 παρ.1, 3 του ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ.18 Εις Ν.ΚΠολΔ και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ’ αριθ.134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β’ 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ.12 του Ν.1738/1987, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-12-2015 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ’ αριθ. 256/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Φεβρουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ