304/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 304 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated304/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 304 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Full text
Απόφαση 304 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 304/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χαρίκλειας Ιατροπούλου του Γεωργίου, κατοίκου Θεσσαλονίκης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ιγνατιάδη.
Της αναιρεσίβλητης: Αθηνάς χήρας Δημητρίου Μακροπούλου, το γένος Νικολάου Τσαγκαράκη, κατοίκου Θεσσαλονίκης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παπαδημητράκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-2-1997 αγωγή του αρχικά ενάγοντος Δημητρίου Μακρόπουλου, του οποίου καθολική διάδοχος είναι η ήδη αναιρεσίβλητη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19167/1998 μη οριστική, 12450/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2725/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε η από 28-1-2010 αίτηση αναιρέσεως του τότε αναιρεσείοντος και εκδόθηκε η 405/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η πιο πάνω εφετειακή απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο, αποτελούμενο από άλλους δικαστές. Με κλήση της ήδη αναιρεσίβλητης η υπόθεση επαναφέρθηκε στο Εφετείο Θεσσαλονίκης και εκδόθηκε η 1568/2014 απόφασή του, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-11-2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 2-10-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αναιρεσίβλητης στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 169 Κ.Πολ.Δ. το δικαστήριο, ύστερα από αίτηση του εναγομένου ή του διαδίκου εναντίον του οποίου ασκήθηκε κύρια παρέμβαση ή ένδικο μέσο, μπορεί να υποχρεώσει σε εγγυοδοσία τον ενάγοντα ή το διάδικο που άσκησε κύρια παρέμβαση ή ένδικο μέσο για τα έξοδα της διαδικασίας που γίνεται στο ίδιο δικαστήριο, αν αυτό κρίνει ότι υπάρχει προφανής κίνδυνος αδυναμίας να εκτελεστεί η ενδεχόμενη καταδίκη του στα έξοδα. Από τη διάταξη αυτή, που αποσκοπεί στην εξασφάλιση του εναγομένου, του καθ' ου η κύρια παρέμβαση ή εκείνου κατά του οποίου ασκήθηκε το ένδικο μέσο για την είσπραξη των εξόδων της διαδικασίας ενώπιον του οικείου δικαστηρίου και εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη αφού δεν γίνεται σ' αυτή διάκριση μεταξύ τακτικών και εκτάκτων ενδίκων μέσων, δεν προσήκει δε μόνο στη διαγνωστική δίκη, προκύπτει ότι: α) για να υπάρξει υποχρέωση προς παροχή εγγυοδοσίας του ενεργούντος την επιθετική πράξη διαδίκου υπέρ του αντιδίκου του απαιτείται να υποβληθεί αίτηση του τελευταίου και μάλιστα κατά την πρώτη συζήτηση επί ποινή απαραδέκτου (άρθρο 263 περ.γ Κ.Πολ.Δ.), β) κριτήριο της υποχρεώσεως εγγυοδοσίας είναι η προφανής οικονομική αδυναμία του επιτιθέμενου διαδίκου, ανεξάρτητα από τις πιθανότητες ουσιαστικής κρίσεως της διαφοράς υπέρ του ενός ή του άλλου διαδίκου μέρους. Ο σχετικός κίνδυνος πρέπει να είναι προφανής και τούτο ισχύει για παράδειγμα όταν ο επιτιθέμενος διάδικος στερείται εμφανούς περιουσίας, είναι άγνωστης διαμονής, αναξιόχρεος λόγω πολλαπλών χρεών έναντι τρίτων ή και του ίδιου του διαδίκου και ήδη αιτούντος και εν γένει αφερέγγυος, γ) για να διαταχθεί η ανωτέρω εγγυοδοσία πρέπει, κατά την κρίση του δικαστηρίου που δικάζει και σχηματίζεται με ελεύθερη απόδειξη από τα στοιχεία που έχουν τεθεί υπόψη του, να υπάρχει προφανής κίνδυνος για τη μη εκτέλεση της διατάξεως για τα δικαστικά έξοδα σε περίπτωση ενδεχόμενης καταδίκης σ' αυτά του υπόχρεου στην εγγυοδοσία διαδίκου, δ) το δικαστήριο που δέχεται τη διακωλυτική ένσταση για εγγυοδοσία καθορίζει όχι μόνο το μέγεθος αυτής αλλά και την προθεσμία εντός της οποίας οφείλει ο υπόχρεος να την καταβάλει, ενώ αν η προθεσμία αυτή παρέλθει άπρακτη το δικαστήριο με αίτηση εκείνου που ζήτησε την εγγυοδοσία ανακαλεί την αγωγή, κύρια παρέμβαση ή το ένδικο μέσο. Η ανάκληση αυτή θεωρείται ότι αφορά το δικόγραφο και όχι το δικαίωμα προς άσκηση της αγωγής, της κυρίας παρεμβάσεως ή του ένδικου μέσου (άρθρα 171, 172 και 162 Κ.Πολ.Δ.). Το βάρος αποδείξεως των προϋποθέσεων της εν λόγω αναβλητικής ενστάσεως (που εισάγει εξαιρετικού χαρακτήρα δικονομικό κανόνα) φέρει ο εναγόμενος, ο καθ' ου η κύρια παρέμβαση ή εκείνος κατά του οποίου ασκείται το ένδικο μέσο, ενώ αυτή (η ένσταση) είναι βάσιμη αν αποδειχθεί πλήρως, χωρίς να αρκεί απλή πιθανολόγηση. Στην προκειμένη περίπτωση με τις έγγραφες προτάσεις που υπέβαλε ενώπιον αυτού του δικαστηρίου η αναιρεσίβλητη ζητεί να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα σε εγγυοδοσία για το λόγο ότι υπάρχει προφανής κίνδυνος αδυναμίας εισπράξεως των δικαστικών εξόδων που τυχόν θα επιβληθούν σε βάρος της σε περίπτωση ήττας της, αφού αυτή είναι άγνωστης διαμονής και δεν διαθέτει εμφανή περιουσιακά στοιχεία. Το αίτημα αυτό πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, αφού από τα υπάρχοντα στο φάκελο της δικογραφίας στοιχεία δεν αποδεικνύεται ότι υπάρχει προφανής κίνδυνος αδυναμίας εισπράξεως των δικαστικών εξόδων που τυχόν θα επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας και ειδικότερα δεν αποδείχθηκε ότι αυτή είναι άγνωστης διαμονής ούτε η επικαλούμενη οικονομική αδυναμία της.
Κατά μεν το άρθρο 579 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. αν αναιρεθεί η απόφαση οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, κατά δε το άρθρο 581 παρ.1 και 2 του ίδιου κώδικα, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση εισάγεται και συζητείται με κλήση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 237. Από τις τελευταίες διατάξεις προκύπτει ότι αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολό της αποβάλλει πλήρως την ισχύ της, μη παράγουσα δεδικασμένο επί οποιουδήποτε ζητήματος έκρινε αυτή, οι δε διάδικοι επανέρχονται στην προ της εκδόσεως αυτής κατάσταση. Στο σύνολό της θεωρείται ότι αναιρείται η απόφαση όταν η αναιρετική, κατά το διατακτικό της, δεν περιορίζει με σχετική διάταξη αυτού την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς μόνο από τους διαδίκους (Ολ.Α.Π.27/2007). Το αν η αναίρεση της αποφάσεως και επομένως και η εξαφάνισή της είναι ολική ή μερική εξαρτάται από το κατά πόσο έχουν προσβληθεί όλα ή κάποιο από τα περισσότερα κεφάλαια αυτής. Ειδικότερα η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναιρέσεως, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας) τα οποία αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναιρέσεως, καθώς και εκείνα που συνάπτονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα. Η έκταση αυτή της αναιρέσεως προκύπτει οπό το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής αποφάσεως, κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατυπώσεως αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού της από αυτήν της εκτάσεως της αναιρέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως ως ολικής (Α.Π.386/2014). Στην προκειμένη περίπτωση με την από 3-2-1997 αγωγή του ο αρχικώς ενάγων, του οποίου καθολική διάδοχος είναι η ήδη αναιρεσίβλητη, ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της συμβάσεως πωλήσεως του αναφερομένου ακινήτου του προς την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, λόγω εικονικότητας. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη. Μετά από έφεση της ήδη αναιρεσείουσας εκδόθηκε η 2725/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία αφενός μεν απορρίφθηκε ο λόγος εφέσεως με τον οποίο η αναιρεσείουσα παραπονούνταν για τη μη απόρριψη της αγωγής ως αόριστης, αφετέρου δε, κατά παραδοχή άλλων λόγων εφέσεως, απορρίφθηκε η αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Μετά από αίτηση αναιρέσεως του αρχικά ενάγοντος εκδόθηκε η 405/ 2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η εφετειακή απόφαση για το λόγο του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ Κ.Πολ.Δ. (ήτοι διότι δεν καθίστατο απολύτως βέβαιο ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα έγγραφα) και για εκείνον του άρθρου 559 αριθ.12 Κ.Πολ.Δ. (ήτοι διότι έλαβε υπόψη μόνο ως δικαστικό τεκμήριο την κατάθεση μάρτυρος με την αιτιολογία ότι έμεινε ημιτελής, ενώ αυτή είχε ολοκληρωθεί και έπρεπε να ληφθεί υπόψη ως ολοκληρωμένη). Με βάση τ' ανωτέρω, παρά την αναφορά στην τελευταία (αρεοπαγιτική) απόφαση ότι με αυτήν αναιρείτο η τότε προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση και όχι ότι αυτή αναιρείτο μερικώς, εν τούτοις η τελευταία (εφετειακή απόφαση) δεν αναιρέθηκε στο σύνολό της. Τούτο διότι η κρίση της για το ορισμένο της αγωγής, η οποία δεν προσβλήθηκε από την τότε εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα με αίτηση αναιρέσεως, κατέστη αμετάκλητη και αποτελεί δεδικασμένο μεταξύ των διαδίκων.
Συνεπώς είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ.18 και 16 Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα αφενός μεν ότι δεν συμμορφώθηκε προς την απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία αναιρέθηκε στο σύνολό της η εφετειακή απόφαση, αφετέρου δε ότι κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπήρχε δεδικασμένο ως προς το ορισμένο της αγωγής του δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης που απέρρεε από την αναιρεθείσα στο σύνολό της ανωτέρω εφετειακή απόφαση. Εξάλλου ο δεύτερος κατά το πρώτο σκέλος του λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.1 εδ.α Κ.Πολ.Δ. (και συγκεκριμένα ότι, μη απορρίπτοντας ως αόριστη την αγωγή του δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 138, 513 και 1033 Α.Κ.) είναι αβάσιμος ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν αποφάνθηκε για το ορισμένο ή μη της αγωγής, δεχόμενο ότι αυτό είχε κριθεί με δύναμη δεδικασμένου από την ανωτέρω εφετειακή απόφαση.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 138, 180, 211, 214, 513 και 1033 Α.Κ. προκύπτουν τα εξής: Στην περίπτωση καταχωρημένης σε συμβολαιογραφικό έγγραφο συμβάσεως πωλήσεως και (εξαιτίας της πωλήσεως) μεταβιβάσεως της κυριότητας ακινήτου από τον κύριό του σε άλλον, αν οι αντίστοιχες για την πώληση δηλώσεις βουλήσεως του πωλητή και του αγοραστή ήταν εικονικές (υπό την έννοια ότι δεν έγιναν στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά, διότι οι βουλήσεις εκείνων ήταν είτε να μην υπάρχουν η υποχρέωση του πωλητή να μεταβιβάσει την κυριότητα και παραδώσει το πωλούμενο και η υποχρέωση του αγοραστή να πληρώσει το τίμημα, είτε να μην υπάρχει η μία μόνο από αυτές τις εκατέρωθεν υποχρεώσεις) η σύμβαση πωλήσεως είναι άκυρη λόγω της εικονικότητας, θεωρούμενη γι' αυτό ως μη γενόμενη, αυτή δε η ακυρότητα επισύρει την ακυρότητα της συμβάσεως μεταβιβάσεως της κυριότητας λόγω του αιτιώδους χαρακτήρα της τελευταίας.
Συνεπώς δεν είναι ανάγκη να προκύπτει και ο σκοπός για τον οποίο έγινε η ελαττωματική αυτή δήλωση, εκτός αν υποκρύπτει άλλη δικαιοπραξία και μόνο για την έρευνα του κύρους ή μη αυτής σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο του ίδιου άρθρου. Καμία επιρροή δεν ασκεί επί του κύρους της καταρτισμένης συμβάσεως πωλήσεως το αν ο αγοραστής κατέβαλε πράγματι και με ποιο τρόπο το συμφωνημένο τίμημα, αφού αυτό μπορεί να χαριστεί ή να εξοφληθεί με δόση αντί καταβολής ή μπορεί η σχετική αξίωση να αποσβεσθεί με παραγραφή ή κατ' άλλο τρόπο. Απλώς το δικαστήριο κατά την έρευνα της υπάρξεως συναλλακτικής προθέσεως των συμβαλλομένων μπορεί να συναγάγει τεκμήριο ή επιχείρημα για το ότι η σύμβαση πωλήσεως είναι ή δεν είναι εικονική από το γεγονός της καταβολής ή μη του τιμήματος (Α.Π.1153/2011). Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "Ο ενάγων τελούσε, κατά τον εν προκειμένω κρίσιμο χρόνο, σε νόμιμο γάμο με την Αθηνά Τσαγκαράκη, πλην όμως στο χρόνο αυτό είχε απομακρυνθεί ψυχικά από τη σύζυγό του, με συνέπεια την ψυχρότητα στις σχέσεις τους. Υπό τις περιστάσεις αυτές ο ενάγων γνωρίσθηκε και ακολούθως συνδέθηκε αισθηματικά με την εναγομένη, λόγω δε της κατά τα άνω κακής συναισθηματικής του καταστάσεως ευρέθη σε σύντομο χρόνο υπό απόλυτη εξάρτηση από την τελευταία, θεωρών ότι θα μπορούσε να κάνει μαζί της μια νέα αρχή στη ζωή του, απεμπλεκόμενος δια διαζυγίου από το γάμο του. Η εναγομένη, διαβλέποντας την εξάρτησή του από το πρόσωπό της, που της παρείχε δυνατότητα επηρεασμού των αποφάσεών του, τον έπεισε ότι προς τούτο θα έπρεπε να διαφυλαχθεί η περιουσιακή του αυτοτέλεια με διασφάλιση των ακινήτων περιουσιακών του στοιχείων από τις πολύ πιθανές διεκδικήσεις της συζύγου του που θα εγείροντο μετά την κατ' αυτής άσκηση αγωγής διαζυγίου, του υπέβαλε δε ως τον πλέον πρόσφορο προς τούτο τρόπο την προς αυτή εικονική μεταβίβασή τους. Να σημειωθεί ότι στο χρόνο εκείνο ο ενάγων ήταν κύριος δύο και μοναδικών ακινήτων περιουσιακών στοιχείων και δη ενός διαμερίσματος, που αποτελούσε και την οικογενειακή του κατοικία, επιφανείας 102,71 Μ2, κειμένου στη Θεσσαλονίκη και στον τέταρτο όροφο πολυωρόφου οικοδομής παρά την οδό Λ. Μαργαρίτη αριθ.9 και ενός οικοπέδου κειμένου στον οικισμό Ωραιοκάστρου Θεσσαλονίκης, την αξιοποίηση του οποίου είχε αναθέσει σε εργολάβο εταιρεία στα πλαίσια συμβάσεως αντιπαροχής κατά τους συναφείς όρους της οποίας θα ελάμβανε ως αντιπαροχή μία πλήρως αποπερατωμένη διώροφη κατοικία ολικής επιφανείας 117,50 Μ2. Υπό τις άνω περιστάσεις ο ενάγων φέρεται μεταβιβάσας στην εναγομένη, με το υπ' αριθμ.1091/6-9-1996 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Στέλλας Στοϊλοπούλου-Μαναβή, κατά πλήρη κυριότητα το προαναφερόμενο διαμέρισμα στη Θεσσαλονίκη και επί της οδού Λ. Μαργαρίτη αριθ.9 λόγω πωλήσεως και αντί τιμήματος 15.000.000 δραχμών, το οποίο κατά τα αναφερόμενα στο πωλητήριο συμβόλαιο φέρεται να προκαταβλήθηκε σ' αυτόν εκτός του γραφείου της συμβολαιογράφου. Ταυτοχρόνως καταρτίσθηκε μεταξύ τους και μισθωτήριο συμφωνητικό, με το οποίο η εναγομένη φέρεται να εκμισθώνει στον ενάγοντα το πωληθέν διαμέρισμα αντί μηνιαίου μισθώματος 100.000 δραχμών. Λίγο αργότερα, δυνάμει του υπ' αριθμ.1178/8-11-1996 προσυμφώνου της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου ο ενάγων φέρεται αναλαβών την υποχρέωση να μεταβιβάσει στην εναγομένη κατά πλήρη κυριότητα και το έτερο περιουσιακό του κατά τα άνω στοιχείο και δη την προαναφερομένη διώροφη κατοικία στο Ωραιόκαστρο Θεσσαλονίκης λόγω πωλήσεως και αντί τιμήματος 15.000.000 δραχμών, εκ του οποίου φέρεται να καταβλήθηκε ποσόν 300.000 δραχμών. Δια του ιδίου προσυμφώνου μάλιστα προβλέφθηκε δυνατότητα της εναγομένης να προέλθει μόνη δι' αυτοσυμβάσεως στην κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου μεταβιβάσεως στο πρόσωπό της της κυριότητος του άνω ακινήτου. Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται όμως ότι αμφότερες οι άνω συμβάσεις, ενόψει άλλωστε και των περιστάσεων υπό τις οποίες ενεργήθηκαν και του αιτίου που παρακίνησε τον ενάγοντα προς κατάρτισή τους, ήταν εικονικές οπωσδήποτε και σε κάθε περίπτωση τουλάχιστον ως προς την φερομένη αιτία μεταστάσεως της κυριότητος, ήτοι αυτή της πωλήσεως, αφού τίμημα ως αναγκαίο στοιχείο της τοιαύτης συμβάσεως ουδέποτε συνομολογήθηκε μεταξύ των μερών, ενώ εικονική μετά ταύτα ήταν και η ως ανωτέρω μεταξύ των μερών μισθωτική σύμβαση, στα πλαίσια της οποίας άλλωστε ουδέν μίσθωμα καταβλήθηκε. Αποδεικνύεται περαιτέρω ότι πολύ σύντομα οι ενέργειες αυτές του εναγομένου έγιναν γνωστές στο οικείο και φιλικό του περιβάλλον, υπό τις παραινέσεις του οποίου τούτος συνειδητοποίησε το μέγεθος των επιπτώσεων των ενεργειών στις οποίες είχε προέλθει και σε άμεσο χρόνο και δη την 14-1-1997, δηλονότι ένα σχεδόν δίμηνο μετά την κατάρτιση του προαναφερομένου προσυμφώνου, προήλθε, με την υπ' αριθμ.15677/10-1-1997 πράξη της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Κλεοπάτρας Χειμωνίδου, σε υπαναχώρησή του εξ αυτού και ανακάλεσε τη δοθείσα με το ίδιο προσύμφωνο πληρεξουσιότητά του προς την εναγομένη όπως καταρτίσει δι' αυτοσυμβάσεως την οριστική μεταβιβαστική πράξη. Μετά ταύτα η εναγομένη άσκησε κατά του ενάγοντος και της συζύγου του την ενώπιον του ενταύθα Μονομελούς Πρωτοδικείου απευθυνθείσα υπ' αριθμ. καταθέσεως 10959/ 2002 αγωγή της, με την οποία, διατεινομένη υπαιτία αδυναμία εκτελέσεως του άνω προσυμφώνου, ζήτησε την αποκτάσταση της εκ του λόγου τούτου θετικής και αποθετικής της ζημίας. Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη με την υπ' αριθμ.21362/2004 απόφαση του άνω δικαστηρίου, το οποίο, κατά παραδοχή της αντιστοίχου ενστάσεως των εναγομένων, έκρινε ότι η επίδικη σύμβαση ήταν εικονική και συνεπώς άκυρη. Ήδη, μετά και την απόρριψη ως ανυποστηρίκτου της κατά της αποφάσεως αυτής ασκηθείσης εφέσεως της εδώ εναγομένης, έχει κριθεί πλέον τελεσιδίκως η εικονικότητα του προαναφερθέντος προσυμφώνου. Εν τω μεταξύ ο ενάγων, μετά την ανάκληση του προσυμφώνου αυτού, προχώρησε άμεσα και στην άσκηση της ενδίκου αγωγής αιτούμενος κατά τα προαναφερόμενα την ακύρωση λόγω εικονικότητος και της ενδίκου εν προκειμένω συμβάσεως πωλήσεως του ανωτέρω περιγραφομένου διαμερίσματος στην εναγομένη. Όπως ήδη ανωτέρω αναφέρθηκε αποδεικνύεται από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία ότι και η σύμβαση αυτή, ενόψει και των περιστάσεων υπό τις οποίες καταρτίσθηκε και το αίτιο που παρακίνησε τον ενάγοντα προς κατάρτισή της, είναι εικονική οπωσδήποτε και σε κάθε περίπτωση, τουλάχιστον ως προς την φερομένη αιτία μεταστάσεως της κυριότητος του ενδίκου διαμερίσματος, ήτοι αυτή της πωλήσεώς του, αφού τίμημα, ως αναγκαίο στοιχείο της τοιαύτης συμβάσεως, ουδέποτε συνομολογήθηκε μεταξύ των μερών και βεβαίως ουδέποτε καταβλήθηκε ούτε άλλωστε μπορούσε να συνομολογηθεί, δεδομένου ότι η εναγομένη ευρίσκετο, πράγμα γνωστό και στον ενάγοντα, σε παντελή αδυναμία να συμφωνήσει και καταβάλει οποιοδήποτε τοιούτο, η δε φερομένη συνομολόγησή του στο προαναφερόμενο πωλητήριο συμβολαιογραφικό έγγραφο εγένετο, εν πλήρει επιγνώσει των συμβληθέντων, ουχι σπουδαίως αλλά κατά το φαινόμενο μόνο και χωρίς αληθή πρόθεσή τους όπως η εναγομένη-αγοράστρια αναλάβει υποχρέωση για πληρωμή τιμήματος και ο ενάγων-πωλητής ν' αποκτήσει δικαίωμα αναζητήσεώς του. Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι υπήρξε αληθής συμφωνία για το τίμημα της ενδίκου πωλήσεως στο ύψος που αναγράφηκε στο πωλητήριο συμβόλαιο και καταβολή του από πλευράς της, το οποίο κατά τους περαιτέρω ισχυρισμούς της εξασφάλισε κατά το μεγαλύτερο μέρος του από γονική παροχή, ύψους 10.000.000 δραχμών, της μητέρας της Σταυρούλας Ιατροπούλου και από δωρεά, ύψους 3.300.000 δραχμών, της θείας της Αικατερίνης Βαρσάλη, για τις οποίες υποβλήθηκαν στην αρμόδια ΔΟΥ Κομοτηνής οι υπ' αριθμ. 966 και 967/6-9-1996 δηλώσεις για τη φορολόγησή τους, παρίσταται αβάσιμος, του δικαστηρίου πεισθέντος ότι οι επικαλούμενες χαριστικές συμβάσεις ουδέποτε καταρτίσθηκαν, η δε υποβολή στην αρμοδία ΔΟΥ των προαναφερομένων δηλώσεων εχώρησε προσχηματικά και για τον προφανή σκοπό να δικαιολογηθεί η αδυναμία της εναγομένης να ανταποκριθεί στην κάλυψη του φερομένου τιμήματος της ενδίκου πωλήσεως. Και τούτο γιατί από τα αντίγραφα των τραπεζικών λογαριασμών τόσο της ιδίας της εναγομένης όσο και της μητέρας της, ατομικών ή κοινών μεταξύ τους ή με τρίτους, που προσκομίζονται με επίκληση από αμφότερα τα διάδικα μέρη, προκύπτει ότι κατά το περί τον κρίσιμο χρόνο χρονικό διάστημα αφενός τα υπόλοιπά τους ήταν πολύ μικρά σε σχέση τόσο με το ποσό του φερομένου τιμήματος της ενδίκου πωλήσεως όσο και με αυτό της φερομένης δωρεάς της μητέρας της προς την ενάγουσα και αφετέρου οι κινήσεις τους και δη οι εισροές και εκροές από αυτούς χρηματικών ποσών αφορούν μικρού ύψους ποσά, πλην μιας, την προτεραία της καταρτίσεως του ενδίκου συμβολαίου, αναλήψεως 200.000 δραχμών, ποσού που προφανώς χρησιμοποιήθηκε για να καλύψει τα συμβολαιογραφικά και λοιπά έξοδα της ενδίκου πωλήσεως. Τούτο άλλωστε σε σχέση με τη μητέρα της εναγομένης ήταν και αναμενόμενο, αφού τα μηνιαία εισοδήματά της, ανερχόμενα σύμφωνα με τα στοιχεία της περί τον κρίσιμο χρόνο φορολογικής της δηλώσεως στο ύψος των 230.000 δραχμών περίπου, αναγκαιούσαν για τη συντήρησή της, με συνέπεια να μην υπάρχει περιθώριο αποταμιεύσεων και δη μεγάλου ύψους. Ο περαιτέρω ισχυρισμός της εναγομένης ότι η μητέρα της είχε διαθέσιμα χρηματικά ποσά από την εκτός τραπεζικού συστήματος ρευστοποίηση χρυσών λιρών, τα οποία κρατούσε στην οικία της, όπως είθισται για τους κατοίκους της περιοχής Κομοτηνής όπου διαμένει, οι οποίοι φυλάσσουν μεγάλα ποσά στις κατοικίες τους αντί να τα καταθέτουν στις τράπεζες, κρίνεται απορριπτέος ως προσχηματικός και αναπόδεικτος, ιδία ενόψει του γεγονότος ότι, αν έτσι είχαν τα πράγματα, δεν υπήρχε λόγος η προαναφερομένη να διατηρεί ενεργό τραπεζικό λογαριασμό. Υπό τα δεδομένα αυτά παρίσταται μη ποσώς πειστική για το δικαστήριο και η κατάθεση του μάρτυρα ανταποδείξεως, μνηστήρα της εναγομένης, που καταθέτει ότι η εναγομένη διατηρούσε εκτός τραπεζικού συστήματος το μεταφερθέν από την Κομοτηνή τίμημα της ενδίκου πωλήσεως, το οποίο και κατέβαλε στον ενάγοντα την πρωία της καταρτίσεως της ενδίκου συμβάσεως στην οικία της. Εξάλλου αντίθετο των προαναφερομένων συμπέρασμα δεν μπορεί να συναχθεί, όπως η εκκαλούσα προβάλλει μετ' επιτάσεως, εκ των προανακριτικών ενώπιον του πταισματοδίκη Θεσσαλονίκης καταθέσεων των Βασιλείας Μαυροδόντη, δικηγόρου του ενάγοντος κατά την κατάρτιση των ως άνω συμβολαιογραφικών πράξεων, Ζαχαρούλας Σουσουρογιάννη, συνεργάτιδος της προαναφερομένης και Στέλλας Στοϊλοπούλου, συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ενώπιον της οποίας συνετάγη το ένδικο πωλητήριο συμβόλαιο, αφού όλες καταθέτουν το προφανές, ότι δηλαδή ο ενάγων δήλωσε ενώπιον απασών ότι είχε λάβει ήδη εκτός του συμβολαιογραφικού γραφείου το τίμημα της ενδίκου πωλήσεως, πράγμα αυτονόητο αφού στο χρόνο εκείνο ο ενάγων είχε προφανείς λόγους να μη διατυμπανίζει την εικονικότητα της ενδίκου συμβάσεως. Ομοίως δεν μεταβάλλει τα πράγματα το γεγονός ότι, κατόπιν εκατέρωθεν εγκλήσεων σε σχέση με τις περιστάσεις καταρτίσεως της ενδίκου συμβάσεως, η μεν εναγομένη και ο μνηστήρας και μάρτυράς της Κωνσταντίνος Καματάκης αθωώθηκαν αμετακλήτως για τις πράξεις της ψευδορκίας και ηθικής αυτουργίας, ο δε ενάγων καταδικάσθηκε αμετακλήτως για ψευδορκία, ψευδή καταμήνυση και συκοφαντική δυσφήμηση της εναγομένης, αφού οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων, εκτιμώμενες ελευθέρως κατά τα προαναφερθέντα, δεν δεσμεύουν την κρίση του παρόντος δικαστηρίου. Ενόψει πάντων τούτων, αφού αποδεικνύεται ότι η φερομένη στο ένδικο πωλητήριο συμβολαιογραφικό έγγραφο συνομολόγηση τιμήματος για την πώληση του ενδίκου ακινήτου-διαμερίσματος εγένετο ουχί σπουδαίως αλλά κατά το φαινόμενο μόνο και χωρίς αληθή πρόθεση των συμβληθέντων όπως η εναγομένη-αγοράστρια αναλάβει υποχρέωση για πληρωμή του και ο ενάγων-πωλητής ν' αποκτήσει δικαίωμα αναζητήσεώς του, παρέπεται... ότι η ένδικη σύμβαση πωλήσεως είναι λόγω της προαναφερθείσης εικονικότητος άκυρη, θεωρουμένη ως μη γενομένη, αυτή δε η ακυρότητα επισύρει και την ακυρότητα της συμβάσεως μεταβιβάσεως προς την εναγομένη της κυριότητος του ενδίκου ακινήτου λόγω του αιτιώδους χαρακτήρα της τελευταίας. Ενόψει πάντων τούτων και δεδομένου ότι... το δικαστήριο δεν μπορεί, υπό την απλή παρά της εναγομένης άρνηση της εικονικότητας της ενδίκου συμβάσεως πωλήσεως, να ερευνήσει την τυχόν ύπαρξη άλλης, καλυπτομένης δικαιοπραξίας, η οποία να δικαιολογεί την προς αυτή μεταβίβαση του ενδίκου ακινήτου, αφού τοιούτος ισχυρισμός δεν προβλήθηκε από μέρους της, η ένδικη αγωγή, υπό τα αποδειχθέντα ως άνω πραγματικά περιστατικά, παρίσταται βάσιμη στην ουσία της". Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο απέρριψε την έφεση και τους πρόσθετους λόγους της αναιρεσείουσας κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή του αρχικώς ενάγοντος και είχε αναγνωρισθεί η ακυρότητα της ένδικης συμβάσεως. Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 138, 513 και 1033 Α.Κ., διέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της εικονικότητας της ένδικης συμβάσεως πωλήσεως. Εξάλλου το εφετείο δεν θεμελίωσε την κρίση του περί εικονικότητας της ένδικης συμβάσεως πωλήσεως αποκλειστικά και μόνο στο γεγονός της μη καταβολής του τιμήματος εκ μέρους της φερομένης ως αγοράστριας αναιρεσείουσας αλλά απλώς χρησιμοποίησε το γεγονός αυτό ως επιχείρημα για το ότι η σύμβαση πωλήσεως ήταν εικονική. Τέλος το εφετείο, για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, δεν όφειλε να απαντήσει στο ερώτημα (επιχείρημα) της αναιρεσείουσας γιατί για το επίδικο διαμέρισμα συνετάγη οριστικό συμβόλαιο, ενώ για τη διώροφη μεζονέτα που θα κατασκευαζόταν συνετάγη προσύμφωνο.
Συνεπώς οι δεύτερος κατά το δεύτερο σκέλος του και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους η αναιρεσείουσα, κατ' επίκληση πλημμελειών από το άρθρο 559 αριθ.1 εδ.α και 19 Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως παρέχεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα νομίμως προσκομισθέντα με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα. Στην προκειμένη περίπτωση με τους τρίτο και έκτο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη τα εξής αποδεικτικά μέσα που αυτή επικαλέστηκε και προσκόμισε για την απόδειξη του αρνητικού της αγωγής ισχυρισμού της ότι η ένδικη σύμβαση πωλήσεως δεν ήταν εικονική: Α) α) το 9377/2-5-1997 πιστοποιητικό της ΔΟΥ Κομοτηνής, β) την από 14-1-1998 ένορκη εξέταση της μάρτυρος Σταυρούλας Ιατροπούλου (μητέρας της) ενώπιον του Πταισματοδίκη Κομοτηνής, γ) την από 26-9-1997 ένορκη εξέταση της ίδιας μάρτυρος, δ) την από 16-9-1997 ένορκη εξέταση της μάρτυρος Δήμητρας Καπιτσόγλου ενώπιον του Πταισματοδίκη Κομοτηνής (τρίτος λόγος) και Β) Τις κατωτέρω ποινικές αποφάσεις: α) 1091/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης, β) 3657/2003, γ) 9858/2003, δ) 15533/2002 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης και ε) τις περιεχόμενες σ' αυτές καταθέσεις μαρτύρων και απολογίες. Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι διότι από τη γενική μνεία της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι το εφετείο σχημάτισε την κρίση του και από "όλα γενικώς τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (μεταξύ των οποίων, προσκομιζόμενες για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, και προγενέστερες επί συναφών με την παρούσα υποθέσεων δικαστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων της Θεσσαλονίκης, καθώς και αντίγραφα προανακριτικών καταθέσεων μαρτύρων και σειράς αποφάσεων των ποινικών δικαστηρίων της Θεσσαλονίκης που ελήφθησαν και εκδόθηκαν αντιστοίχως στα πλαίσια του λαβόντος ευρεία διάσταση ποινικού σκέλους της ενδίκου υποθέσεως)", σε συνδυασμό με τις προπαρατεθείσες αιτιολογίες της προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη και τα έγγραφα αυτά, των οποίων δεν ήταν αναγκαίο να γίνει ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68 και 556 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το έννομο συμφέρον αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως αλλά και των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (Α.Π.145/2014). Εξάλλου ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.8 περ.β Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα με την έννοια της πιο πάνω διατάξεως είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (Ολ.Α.Π.25/2003). Τέλος κατά το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες: α) ότι δεν έλαβε υπόψη τον αγωγικό ισχυρισμό του αρχικώς ενάγοντος, δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης, ότι προέβη στην επίδικη μεταβίβαση από ερωτικό πάθος προς αυτήν και διότι εξαιτίας της απειρίας και της ελαφρότητας του χαρακτήρα του πείσθηκε ότι έπρεπε να την εξασφαλίσει και β) ότι δεν περιέχει οποιαδήποτε αιτιολογία σχετικά με τον ισχυρισμό αυτό. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και κατά τα δύο σκέλη του προεχόντως διότι η αναιρεσείουσα δεν έχει έννομο συμφέρον να προβάλει λόγο αναιρέσεως για τη μη λήψη υπόψη ισχυρισμού του αντιδίκου της, δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης, σε κάθε δε περίπτωση διότι ο ισχυρισμός αυτός (ο οποίος κατά τα προεκτεθέντα δεν αποτελούσε αναγκαίο στοιχείο για τη νόμιμη θεμελίωση της ένδικης αγωγής) δεν συνιστούσε πράγμα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.8 περ.β Κ.Πολ.Δ. ούτε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κατά την έννοια του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου.
Συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (η οποία κατέθεσε προτάσεις) σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) και να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου (άρθρο 495 παρ.4 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21 Νοεμβρίου 2014 αίτηση της Χαρίκλειας Ιατροπούλου για αναίρεση της 1568/2014 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκηση της αιτήσεως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Νοεμβρίου 2015.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στις 18 Απριλίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Σελίδα 2 της 304/2016 πολιτικής αποφάσεως του Αρείου Πάγου