304/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated304/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Προνοίας ή των παρ' αυτού εξουσιοδοτημένων οργάνων μετά σύμφωνον γνώμιν του Συμβουλίου Στεγάσεως..." και 3."πάσα δε παρά τας ανωτέρω απαγορεύσεις μεταβίβασις της κυριότητας ή της χρήσεως.. ..είναι αυτοδικαίως άκυρος". Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των αρθρ. 1, 2, 3, 6 και 10 του από 27- 1/9-2-1953 β.δ. "περί κωδικοποιήσεως διατάξεων αναφερομένων εις την αποκατάσταση αστών προσφύγων" και εκείνων των αρθρ. 1 § 1, 2 και 4 του υπ' αρίθμ. 80/19-2-1960 β.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 304 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 304/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1)Α. συζ. Α. Χ., το γένος Κ. Π., και 2)Π. χήρας Κ. Κ., το γένος Κ. Π., κατοίκου .... Η 1η δεν παραστάθηκε και η 2η εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Κωνσταντίνο Λιδωρίκη και Αντώνιο Δενδρινό, οι οποίοι δήλωσαν ότι η 1η απεβίωσε και κληρονομήθηκε από την Δ. Χ. του Α., κατοίκου Τριανδρίας Θεσσαλονίκης, η οποία συνεχίζει τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπείται από τους ίδιους.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Β. Μ. του Ε., 2)Α. συζ. Β. Μ., το γένος Τ. Κ., 3)Α. συζ. Ε. Δ., το γένος Γ. Π., 4)Σ. συζ. Γ. Κ., το γένος Γ. Π., 5)Β. χήρας Ε. Π., το γένος Κ. Κ., 6)Σ. Π. του Ε., 7)Κ. Π. του Ε., και 8)Α. Π. του Ε., κατοίκων .... Οι 1ος και 2η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Μπιλίση, οι 3η, 4η, 6η και 7ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπύρο Ασημακόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και οι 5η και 8ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/5/2005 (με αρ. κατάθεσης 21177/2005) αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, την από 8/8/2005 (με αρ. κατάθεσης 31381/2005) αγωγή των 1ου και 2ης των ήδη αναιρεσιβλήτων, την με αρ. κατάθεσης 57178/2006 πρόσθετη παρέμβαση των 3ης και 4ης των ήδη αναιρεσιβλήτων και την με αριθμό κατάθεσης 58538/2006 πρόσθετη παρέμβαση του αρχικού διαδίκου Ε. Π., οι οποίες κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 31836/2007 του ίδιου Δικαστηρίου, 2932/2009 μη οριστική και 2040/2011 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείουσες με την από 29/3/2012 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης, ανέγνωσε την από 14/1/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειουσών ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Μετά την άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και συγκεκριμένα στις 9.8.2014 πέθανε στην Τριανδρία Θεσσαλονίκης η πρώτη αναιρεσείουσα, Α. Χ.. Η Δ. Χ. του Α., μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος της, όπως προκύπτει από τα, με επίκληση, προσκομιζόμενα από την ίδια έγγραφα, αλλά και δεν αμφισβητείται από τους αναιρεσιβλήτους, με προφορική δήλωση των πληρεξούσιων δικηγόρων της Κ. Λιδωρίκη και Αντώνιου Δενδρινού, που καταχωρίστηκε στα πρακτικά, γνωστοποίησαν νόμιμα το θάνατο της πιο πάνω άμεσης δικαιοπαρόχου της και την εκούσια στο όνομά της επανάληψη της δίκης, που διακόπηκε βίαια, η οποία πλέον συνεχίζεται νόμιμα.
ΙΙ. Από τις 8000/28.11.2014 και 8005/1.12.2014 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Μ. Γ., στην πρώτη από τις οποίες προσαρτώνται η από 1.12.2014 απόδειξη παραλαβής από τον αρμόδιο αξιωματικό του δικογράφου που θυροκολλήθηκε και η υπό ίδια ημερομηνία βεβαίωση περί αποστολής της ταχυδρομικής ειδοποίησης που ορίζει το άρθρο 128 § 4γ ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξούσιου δικηγόρου των αναιρεσειουσών Αντώνιου Δενδρινού, που επισπεύδουν τη συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης - από 29.3.2012 - αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο (της 4.2.2015) επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους πέμπτη και όγδοο των αναιρεσιβλήτων, ήτοι α) στη Β. χήρα Ε. Π., το γένος Κ. Κ. και β) στον Α. Π. του Ε., οι οποίοι, όμως, κατά τη δικάσιμο αυτή και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το οικείο πινάκιο δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου τους, κατά τα άρθρα 242 § 2 και 573 § 1 ΚΠολΔ και πρέπει, επομένως, παρά την απουσία τους, να προχωρήσει η συζήτηση της αναίρεσης (άρθρο 476 § 2 ΚΠολΔ).
ΙΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ, η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους. Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 556 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι δικαίωμα αναίρεσης έχει ο διάδικος ο οποίος έχει έννομο συμφέρον κατά του νικήσαντος αντιδίκου του.
Στην προκείμενη περίπτωση, οι πέμπτη, έκτη, έβδομος και όγδοος των καθ'ων η ένδικη αίτηση αναίρεσης που φέρονται ως προσθέτως παρεμβάντες, ήτοι η Β. χήρα Ε. Π. το γένος Κ. Κ., η Σ. Π. του Ε., ο Κ. Π. του Ε. και ο Α. Π. του Ε., δεν άσκησαν πρόσθετη παρέμβαση στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ η τρίτη και η τέταρτη των καθών η ένδικη αίτηση αναίρεσης, ήτοι η Α.
σύζυγος Ε. Δ. το γένος Γ. Π. και η Σ. σύζυγος Γ. Κ. το γένος Γ. Π., άσκησαν στη δίκη εκείνη πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των αναιρεσιβλήτων αλλά απορρίφτηκε ως απαράδεκτη. Επομένως, οι προαναφερόμενοι καθ'ων η ένδικη αίτηση αναίρεσης δεν κατέστησαν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και ως εκ τούτου όχι ορθά απευθύνθηκε η ένδικη αίτηση αναίρεσης και κατ'αυτών η οποία και πρέπει για το λόγο αυτό και της έλλειψης έννομου συμφέροντος να απορριφθεί ως προς αυτούς ως απαράδεκτη, κατά τη βάσιμη ένσταση των παριστάμενων τρίτης, τέταρτης, έκτης και έβδομου εξ αυτών, η οποία, άλλωστε, εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως (ΚΠολΔ 577).
IV. Όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 1045, 1046 και 974 του ΑΚ, για την απόκτηση κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται η επί εικοσαετία νομή του πράγματος, χωρίς να έχει σημασία ο τρόπος με τον οποίο αποκτήθηκε η νομή αυτού. Για την ύπαρξη νομής, σύμφωνα με την τελευταία από τις διατάξεις αυτές, απαιτούνται δύο στοιχεία:
α) η φυσική εξουσίαση του πράγματος, την οποία αποτελεί η άσκηση πράξεων που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του πράγματος, ώστε, κατά την αντίληψη των συναλλαγών, να θεωρείται ότι αυτό βρίσκεται κατά τρόπο σταθερό στη διάθεση του νομέα, και η οποία υπάρχει, επίσης, όταν ο νομέας δεν βρίσκεται σε διαρκή σωματική επαφή με το πράγμα, αλλ' έχει την εποπτεία και τη δυνατότητα άσκησης φυσικής εξουσίας κάθε στιγμή και β) η διάνοια κυρίου, η πρόθεση, δηλαδή, για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση του πράγματος, όμοια ή ανάλογη με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας, η οποία εκδηλώνεται με τη μεταχείριση του πράγματος, κατά τον ίδιο τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να το μεταχειριστεί ο ιδιοκτήτης αυτού, χωρίς να απαιτείται απαραίτητα η πρόθεση αυτή να κατευθύνεται σε έννομη κτήση της κυριότητας, ούτε και να συνοδεύεται από την πεποίθηση αυτού που εξουσιάζει το πράγμα ότι έχει και την κυριότητα αυτού (ΟλΑΠ 15/2004).
Τέτοιες δε υλικές πράξεις νομής είναι, μεταξύ άλλων, η διαμονή στην επί του ακινήτου οικία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η φροντίδα και η περίφραξη του ακινήτου. Περί της συνδρομής δε ή όχι των ανωτέρω στοιχείων κρίνει το δικαστήριο κατά την κοινή αντίληψη με βάση τις εμφανείς υλικές πράξεις επί του πράγματος, οι οποίες προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και με τις οποίες εκδηλώνεται η θέληση εξουσιάσεως αυτού με διάνοια κυρίου.
β) Εξάλλου με το θεσμό της αστικής αποκατάστασης προσφύγων μεταβιβάζεται η κυριότητα κάποιου αστικού ακινήτου για ανέγερση οικίας με το σύστημα της αυτοστέγασης ή παραχωρείται η χρήση ακινήτου αντί τιμήματος ή με μίσθωση ή χωρίς οποιοδήποτε αντάλλαγμα, ύστερα από απόφαση του Υπουργού Κοινωνικής Πρόνοιας ή του οργάνου που εξουσιοδοτήθηκε προς τούτο.
Για την κτήση της κυριότητας από τον αποκατασταθέντα πρόσφυγα του παραχωρηθέντος κρατικού ακινήτου προβλέπει ειδικά η νομοθεσία αστικής αποκατάστασης προσφύγων, ήτοι ο Ν 6076/1938, το ΒΔ 15/28-7-1938, ο Ν.2044/1952, το ΒΔ 27-1/9-2-1953, το ΒΔ 330/1960 κλπ. Για να κριθεί όμως ποιο δίκαιο θα εφαρμοσθεί για την κτήση της κυριότητας από τον προς ον η παραχώρηση πρόσφυγα, πρέπει να ερευνάται ο χρόνος της παραχώρησης του ακινήτου.
Ειδικά, για τα ακίνητα που παραχωρήθηκαν υπό το καθεστώς του Ν. Ν. 2044/1952 και του ΒΔ 27-1/9-2-1953, ο πρόσφυγας αποκτούσε κυριότητα στο ακίνητο από τη μεταγραφή του οριστικού παραχωρητηρίου. Η κυριότητα όμως αυτή δεν ήταν απεριόριστη, αλλά τελούσε υπό τους περιορισμούς του ΒΔ 14/15-9-1951, όπως τροποποιήθηκε από το ΒΔ 7/10-6-1952, που απαγόρευαν τη μεταβίβαση της κυριότητας ή της χρήσης ή τη σύσταση εμπράγματου δικαιώματος για ορισμένο χρονικό διάστημα.
Ειδικότερα με το άρθρο 12 του Β.Δτος 15/28-7-1938, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Β.Δτος 14/15-9-1951, "Απαγορεύεται υπό των υπέρ ων η παραχώρησις α) Η μεταβίβασις της κυριότητος των μεν οικημάτων προ της παρελεύσεως δεκαπενταετίας από της κοινοποιήσεως της περί παραχωρήσεως αποφάσεως, των δε οικοπέδων προ της παρελεύσεως δεκαετίας από της ανεγέρσεως επ' αυτού πλήρους οικοδομής.
Της απαγορεύσεως ταύτης εξαιρείται η περίπτωσις της συστάσεως προικός ή ενναλαγής ταύτης υπέρ κατιόντος είτε της θετής κόρης, ως και τοιαύτη αφεύκτου ανάγκης εκτιμωμένης υπό του Υπουργ. Kοιν. Προνοίας ή του παρ' αυτού εξουσιοδοτουμένου οργάνου μετά σύμφωνον γνώμην του Συμβουλίου Στεγάσεως...." β) "η εντός των ανωτέρω προθεσμιών παραχώρησις της ολικής χρήσεως των παραχωρουμένων ακινήτων ή των επί παραχωρουμένων οικοπέδων ανεγειρομένων οικοδομών επί μισθώσει ή δωρεάν, ή κατά παράκλησιν ή καθ' οιονδήποτε άλλον τρόπον εξαιρέσει της περιπτώσεως καθ' ην υφίσταται αποχρών λόγος εκτιμώμενος παρά του Υπουργού Κοιν.
Προνοίας ή των παρ' αυτού εξουσιοδοτημένων οργάνων μετά σύμφωνον γνώμιν του Συμβουλίου Στεγάσεως..." και 3."πάσα δε παρά τας ανωτέρω απαγορεύσεις μεταβίβασις της κυριότητας ή της χρήσεως.. ..είναι αυτοδικαίως άκυρος". Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των αρθρ. 1, 2, 3, 6 και 10 του από 27- 1/9-2-1953 β.δ. "περί κωδικοποιήσεως διατάξεων αναφερομένων εις την αποκατάσταση αστών προσφύγων" και εκείνων των αρθρ. 1 § 1, 2 και 4 του υπ' αρίθμ. 80/19-2-1960 β.
δ. "περί καθορισμού δικαιούχων αστικής αποκαταστάσεως προσφύγων", προκύπτει ότι επί αστικής αποκαταστάσεως προσφύγων δια της μεταβιβάσεως οικίας, κύριος της παραχωρηθείσας οικίας καθίσταται μόνο ο αρχηγός της αποκατασταθείσας οικογενείας, επ' ονόματι του οποίου εκδίδεται το παραχωρητήριο, τα δε μέλη αυτής αποκτούν εκ του νόμου δικαίωμα οικήσεως κατά την έννοια του αρθρ. 1188 ΑΚ, ήτοι μόνο δικαίωμα συνοικήσεως στην κατοικία μετά του αρχηγού της οικογένειας, ενώ επί του τυχόν υπάρχοντος περί την οικίαν χώρου (οικοπέδου) τα μέλη της οικογένειας δεν αποκτούν κανένα δικαίωμα.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 980, 982 και 1045 ΑΚ προκύπτει ότι όταν η νομή ασκείται μέσω άλλου προσώπου, ήτοι αντιπροσώπου νομής, ο τελευταίος θεωρείται απλός κάτοχος και τεκμαίρεται ότι όσο διατηρεί την κατοχή, ασκεί αυτήν επ' ονόματι του νομέα, αν θελήσει δε να αντιποιηθεί τη νομή, δεν την αποκτά πριν λάβει γνώση της αντιποιήσεως ο μέχρι τότε νομέας, με αποτέλεσμα να μη τίθεται σε κίνηση η νόμιμη προθεσμία για την κτήση κυριότητας με χρησικτησία.
Επομένως, από τα προεκτεθέντα προκύπτει, ότι τα μέλη της αστικώς αποκατασταθείσας προσφυγικής οικογένειας, που συνοικούν με τον αρχηγό της δυνάμει του δικαιώματος περιορισμένης προσωπικής δουλείας οικήσεως που αποκτούν από το νόμο, βρίσκονται ως οιονεί νομείς κατά την έννοια του άρθρου 975 ΑΚ μαζί με το νομέα της οικίας-αρχηγό της οικογένειας στην κατοχή αυτής, ως αντιπρόσωποι του τελευταίου και γι' αυτό δεν μπορούν να μεταβάλλουν μονομερώς την αιτία της διακατοχής από οιονεί νομή περιορισμένης προσωπικής δουλείας σε νομή, κατά την έννοια του άρθρου 974 ΑΚ, που άγει στην κτήση της κυριότητας με χρησικτησία, πριν λάβει γνώση ο νομέας της αντιποίησης της νομής εκ μέρους των μελών της οικογένειάς του.
Σε κάθε περίπτωση, πάντως, τρίτος μπορεί να αποκτήσει στο προσφυγικό ακίνητο κυριότητα μόνο από τότε που αυτό θα χάσει την ιδιότητα του δημόσιου κτήματος, ήτοι όταν ο πρόσφυγας θα έχει αποκτήσει απεριόριστη κυριότητα επ' αυτού με την εξόφληση του τιμήματος και την άρση των περιορισμών διαθέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε - όσον αφορά τις συνεκδικασθείσες ένδικες αγωγές, ήτοι α) την από 25.5.2005 αναγνωριστική συγκυριότητα ακινήτου αγωγή των αναιρεσειουσών και β) την από 8.8.2005 αγωγή διανομής του ίδιου ακινήτου των αναιρεσιβλήτων - τα εξής: "Στην Ε.
χήρα Κ. Π., το γένος Α. και Π. Χ., που είχε κριθεί δικαιούχος στεγαστικής αποκατάστασης ως πρόσφυγας με την υπ1 αριθμόν 1261/21-4-1951 απόφαση του Συμβουλίου Πρόνοιας και Στεγάσεως της Γενικής Διεύθυνσης Βορείου Ελλάδος, παραχωρήθηκε για αστική αποκατάσταση της με το υπ' αριθμόν 880/15-10-1955 παραχωρητήριο (οριστικός τίτλος μεταβιβάσεως κυριότητας ακινήτου) του Κέντρου Κοινωνικής Πρόνοιας Νομαρχίας Θεσσαλονίκης, που μεταγράφηκε νόμιμα την 3-11-1955 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης στον τόμο 184 με αριθμό …, όπως αυτό διορθώθηκε ως προς τα στοιχεία της ταυτότητας της παραπάνω παραχωρησιούχου με την υπ' αριθμόν ΔΚΠ/Σ3/4393/16- 3-198 9 απόφαση της Διεύθυνσης Κοινωνικής Πρόνοιας της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης στον τόμο … με αριθμό 81, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή το με αριθμό 32 οικόπεδο του …ου οικοδομικού τετραγώνου του Αστικού Προσφυγικού Συνοικισμού Τριανδρίας Θεσσαλονίκης, εκτάσεως 207 τ.
μ., κείμενο επί της οδού Μεσολογγίου αριθ. 18, συνορευόμενο, κατά το παραπάνω παραχωρητήριο, βόρεια με ανώνυμη οδό και ήδη οδό Μεσολογγίου, νότια με το με αριθμό 38 οικόπεδο του ιδίου ΟΤ, ανατολικά με το με αριθμό 33 οικόπεδο του ιδίου ΟΤ και δυτικά με το με αριθμό 31 οικόπεδο του ιδίου ΟΤ, αντί τιμήματος 1863 δρχ., από το οποίο ποσό 38 δρχ.
προκαταβλήθηκε από την Ε. Π. και το υπόλοιπο ήταν καταβλητέο εκ του νόμου σε δέκα ίσες άτοκες εξαμηνιαίες δόσεις, αρχής γενομένης την 1η Μαρτίου 1956 και λήγουσες τον Σεπτέμβριο του 1960. Η Ε. Π., μόλις παρέλαβε στη νομή της το ανωτέρω οικόπεδο, ήδη από το έτος 1951, ανήγειρε επ' αυτού και μετά από δανειοδότηση της από τη Γενική Διεύθυνση Βορείου Ελλάδος με τις υπ' αριθμόν 31026 και 96613/1951, 44047/1952 και 81618/1953 αποφάσεις μία ισόγειο μεθ' υπογείου οικία, αποτελούμενη από δύο δωμάτια και λοιπούς αναγκαίους χώρους στο ισόγειο και από υπόγειο ενιαίο αποθηκευτικό χώρο.
Η ανωτέρω παραχώρηση τελούσε υπό τους όρους, περιορισμούς, υποχρεώσεις και κυρώσεις των ΒΔ 27- 1/9-2/1953, Ν.2044/1952 και ΒΔ 14/15-9-1951, οι οποίοι μάλιστα αναφέρονταν στο έντυπο του παραχωρητηρίου. Συγκεκριμένα, μεταξύ άλλων, απαγορευόταν...... στην παραχωρησιούχο η μεταβίβαση της κυριότητας του οικοπέδου "προ της παρελεύσεως δεκαετίας από της ανεγέρσεως επ' αυτού πλήρους οικοδομής" και "η εντός των ανωτέρω προθεσμιών παραχώρησις της ολικής χρήσεως των παραχωρουμένων ακινήτων ή των επί παραχωρουμένων οικοπέδων ανεγειρομένων οικοδομών επί μισθώσει ή δωρεάν, ή κατά παράκληση ή καθ' οιονδήποτε άλλον τρόπον εξαιρέσει της περιπτώσεως καθ' ην υφίσταται αποχρών λόγος εκτιμώμενος παρά του Υπουργού Κοιν.
Προνοίας ή των παρ' αυτού εξουσιοδοτημένων οργάνων μετά σύμφωνον γνώμιν του Συμβουλίου Στεγάσεως", ενώ "πάσα δε παρά τας ανωτέρω απαγορεύσεις μεταβίβασις της κυριότητας ή της χρήσεως.. ..είναι αυτοδικαίως άκυρος". Παράλληλα, τα μέλη της οικογένειας της παραχωρησιούχου Ε. Π., ήτοι οι θυγατέρες της Α. και Π. (ενάγουσες ήδη αναιρεσείουσες) και ο υιός της Ε.
καθότι ο έτερος υιός της Γ. είχε ήδη νυμφευθεί και κατοικούσε στην οικία της συζύγου του- απέκτησαν εκ του νόμου δικαίωμα συνοίκησης επί της ανεγερθείσας ως άνω οικίας επί του παραχωρηθέντος οικοπέδου, όπως προκύπτει και από την 31313/11-6- 1951 απόφαση της Διεύθυνσης Κοινωνικής Πρόνοιας Θεσσαλονίκης για τη χορήγηση στεγαστικού δανείου για ανέγερση επί του παραχωρηθέντος οικοπέδου οικίας.
Σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην προεκτεθείσα νομική σκέψη, η Ε. Π. απέκτησε απεριόριστη κυριότητα επί του ανωτέρω ακινήτου, όταν συνέτρεξαν αθροιστικά οι κάτωθι προϋποθέσεις, οπότε και τούτο απώλεσε το χαρακτήρα δημοσίου κτήματος, ήτοι α) η εξόφληση του τιμήματος, το Σεπτέμβριο του 1960 και β)η άρση των περιορισμών περί απαγορεύσεως της μεταβιβάσεως της κυριότητας ή της χρήσεως αυτού μετά την παρέλευση δέκα ετών από την αποπεράτωση της οικίας, δηλαδή το 1963, αφού αποδείχθηκε ότι το έτος 1953 αποπερατώθηκε το κυρίως κτίσμα της οικίας, δεδομένου ότι κατά το έτος αυτό με τη\/ προαναφερθείσα 81618/1953 απόφαση δανειοδοτήθηκε για τρίτη κατά σειρά φορά από τη Γενική Διεύθυνση Βορείου Ελλάδος για την ανέγερση της οικίας.
Συνεπώς, το παραπάνω ακίνητο κατέστη δεκτικό χρησικτησίας μετά το έτος 1963. Ο ισχυρισμός των εκκαλουσών ότι στην προκείμενη περίπτωση έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 21 του ΒΔ/τος 330/1960, που ορίζει μικρότερο χρόνο απαγόρευσης για τις μεταβιβάσεις (διετία από την αποπληρωμή του τιμήματος και από την ανέγερση επί του ακαλύπτου οικοπέδου πλήρους οικοδομής), είναι αβάσιμος, καθόσον και σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην ίδια ως άνω νομική σκέψη για να κριθεί ποιο δίκαιο θα εφαρμοσθεί για την κτήση της κυριότητας από τον προς ον η παραχώρηση πρόσφυγα, ερευνάται ο χρόνος της παραχωρήσεως του ακινήτου, που στην ένδικη περίπτωση έγινε με την 1261/21-4- 1951 απόφαση του αρμόδιου Συμβουλίου Πρόνοιας και Στεγάσεως της Γενικής Διεύθυνσης Βορείου Ελλάδος (Γ.Δ.Β.Ε), ενώ οι διατάξεις του παραπάνω ΒΔ/τος αφορούν τα από 5 Ιουνίου 1951 και εφεξής παραχωρούμενα ακίνητα και ως εκ τούτου δεν εφαρμόζονται επί της προγενέστερης εν λόγω παραχώρησης.
Οι εκκαλούσες Α. Χ. και Π. Κ. ισχυρίζονται ότι η μητέρα τους Ε. Π. το 1955 τους παραχώρησε άτυπα το ανωτέρω ακίνητο λόγω προίκας, αλλά και αν ακόμα είναι αληθής ο εν λόγω ισχυρισμός τους, η επικαλούμενη άτυπη παραχώρηση, ήταν αυτοδικαίως άκυρη λόγω των προεκτεθέντων νομοθετικών περιορισμών. Τέτοια έγκυρη παραχώρηση μπορούσε να γίνει μετά το 1963, με τη συμπλήρωση δηλαδή δεκαετίας από την ανέγερση της οικίας.
Αλλά όμως και μετά από αυτό το χρονικό σημείο δεν αποδείχθηκε τέτοια παραχώρηση, διότι η Ε. Π. μέχρι το θάνατο της το 1968 κατοικούσε στο επίδικο, μη απεκδυθείσα των δικαιωμάτων της επ' αυτού. Βέβαια, από τις προσκομιζόμενες επιστολές προς την θυγατέρα της Π., υπονοείται ότι είχε υποσχεθεί στις θυγατέρες της να τους το μεταβιβάσει κατ' ισομοιρία, καθόσον στην επιστολή έτους 1965 αναγράφεται "η Α.
χτίζει, μείνε ήσυχη δεν πήρε καθόλου μέρος από εσένα, παράθυρο δεν άφησε στο μέρος σου" και περί αυτού η Ε. Χ. στην .../22-2-2007 ένορκη βεβαίωση, κατέθεσε επί λέξει "τους το είχε τάξει ως προίκα τους και το δέχθηκαν τα αδέλφια τους χωρίς να φέρουν αντίρρηση", όμως, μία τέτοια υπόσχεση δεν γεννά έννομες συνέπειες, παρά μόνο, ενδεχομένως, ηθική υποχρέωση στους λοιπούς κληρονόμους της Ε.
Π. να σεβασθούν την επιθυμία της. Σημειώνεται ότι για να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 1α εδ. β του ΒΔτος 14/15-9-1951, που επιτρέπει κατ' εξαίρεση και πριν την παρέλευση της δεκαετίας τη μεταβίβαση της κυριότητας του παραχωρούμενου ακινήτου στην περίπτωση συστάσεως προικός, η εν λόγω σύσταση της προίκας θα έπρεπε να γίνει σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις (συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή) και είναι προφανές ότι δεν αφορά και την περίπτωση της άτυπης μεταβίβασης του ακινήτου λόγω προίκας, που επικαλούνται οι εκκαλούσες και ως εκ τούτου ο προβαλλόμενος ισχυρισμός τους ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν εφάρμοσε την προαναφερθείσα διάταξη περί εξαίρεσης (και του άρθρου 21 του ΒΔ/τος 330/1960 που επίσης επικαλούνται με τις προτάσεις τους) είναι αβάσιμος και απορριπτέος".
Περαιτέρω - το Εφετείο - αφού δέχτηκε, "ότι εμφανείς πράξεις νομής επί του επιδίκου υπό την έννοια του άρθρου 974 του ΑΚ άσκησε μόνο η 1η εκκαλούσα - ενάγουσα Α. Χ., για το χρονικό διάστημα από το θάνατο της μητέρας της το 1968 μέχρι και το έτος 1977, που μετοίκησε από την επ'αυτού οικεία, το διάστημα όμως αυτό των 11 (ορθά 9) ετών δεν είναι ικανό να οδηγήσει στη κτήση της κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, κατ'άρθρο 1045 ΑΚ του ΑΚ, αφού δεν συμπληρώθηκε η απαιτούμενη από την τελευταία διάταξη εικοσαετία.
Όσον αφορά δε τη δεύτερη εκκαλούσα Π. Κ. (ότι) ουδεμία πράξη νομής εκ μέρους της αποδείχθηκε ...", έκρινε την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας του επίδικου ακινήτου αγωγή των αναιρεσειουσών, που έχει ως βάση την έκτακτη χρησικτησία (ΑΚ 1045), ότι πρέπει να απορριφθεί ως κατ'ουσίαν αβάσιμη και απέρριψε την έφεση των ήδη αναιρεσειουσών κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου το οποίο είχε εκφέρει όμοια κρίση. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο, σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις για την αστική αποκατάσταση προσφύγων και του ΑΚ και μάλιστα εκείνη του άρθρου 1045 ΑΚ που επικαλούνται οι αναιρεσείουσες, ούτε παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 976 ΑΚ για παράγωγη κτήση της νομής, που επίσης επικαλούνται οι αναιρεσείουσες, την οποία ορθά δεν εφάρμοσε, εφόσον υπό τα προεκτιθέμενα δεδομένα δεν συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής της, και περιέλαβε στην απόφασή του πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία όσον αφορά την απόρριψη της αγωγής και συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, με τον οποίο υπό τις αντίστοιχες αιτιάσεις υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
V. Περαιτέρω, όσον αφορά την άνω - από 8.8.2005 - αγωγή διανομής των αναιρεσιβλήτων, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, κατά τα ενδιαφέροντα περιστατικά, τα εξής: " ... η αποβιώσασα την 28-5-1968 Ε. Π. δεν κατέλιπε διαθήκη και κληρονομήθηκε από τους μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους της, ήτοι τα τέκνα της Γ.
Π., Π. σύζυγο Κ. Κ., Α. σύζυγο Α. Χ. και Ε. Π., οι οποίοι και αποδέχθηκαν την επαχθείσα σε αυτούς κληρονομιά κατά το εξ αδιαθέτου ποσοστό 25% έκαστος, στην οποία συμπεριλαμβάνονταν και το ανωτέρω περιγραφέν οικόπεδο. Συγκεκριμένα: α)ο Γ. Π. προέβη στη σύνταξη της υπ' αριθμόν .../10-10-1990 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Βασιλικής Αργυροπούλου-Παπαευθυμίου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα Βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης στον τόμο …, με αριθμό 76, β)ο Ε.
Π. προέβη στη σύνταξη της υπ' αριθμόν .../30-12-2004 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αθηνάς Αρβανιτίδου-Δεληνάσιου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα Βιβλία του ίδιου παραπάνω Υποθηκοφυλακείου, στον τόμο ... με αριθμό 172 και γ) αναφορικά με τις Α. Χ. και Π. Κ. μεταγράφηκε στα Βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης στον τόμο ...
και αριθμό 72, με επιμέλεια του εφεσίβλητου Β. Μ., το υπ' αριθμόν .../2-6-2005 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης περί μη αποποιήσεως κληρονομιάς της Ε. Π.. Ο Γ. Π. με το υπ' αριθμόν .../13-10-1992 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Βασιλικής Αργυροπούλου -Παπαευθυμίου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα Βιβλία του ίδιου Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, στον τόμο ...
με αριθμό 150, μεταβίβασε το ποσοστό του 25% εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου κατ' ισομοιρία στις θυγατέρες του Α. σύζυγο Ε. Δ. και Σ. σύζυγο Γ. Κ.. Ακολούθως, οι τελευταίες με το υπ' αριθμόν .../27-12-2004 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Άννας Πουλουτίδου - Πασατσιφλικιώτη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα Βιβλία του ίδιου ως άνω Υποθηκοφυλακείου, στον τόμο ...
και με αριθμό 450, μεταβίβασαν το παραπάνω ποσοστό τους 25% εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου κατ' ισομοιρία στους εφεσίβλητους Β. Μ. και Α. Μ.. Τέλος, ο Ε. Π. με το υπ' αριθμόν .../4-5-2005 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Άννας Πουλουτίδου-Πασατσιφλικιώτη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα Βιβλία του παραπάνω Υποθηκοφυλακείου στον τόμο ...
με αριθμό 47, μεταβίβασε το ποσοστό του 25% εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου κατ' ισομοιρία στους εφεσίβλητους ενάγοντες στη πιο πάνω αγωγή διανομής Β. Μ. και Α. Μ.. Έτσι οι τελευταίοι κατέστησαν συγκύριοι αυτού κατά ποσοστό 25% έκαστος εξ αδιαιρέτου, το δε υπόλοιπο 50% ανήκει κατά κυριότητα και κατ' ισομοιρία στις εκκαλούσες- εναγόμενες Α.
Χ. και Π. Κ. και συνεπώς οι παραπάνω διάδικοι είναι συγκύριοι του επιδίκου κατά ποσοστό 25% ο καθένας. Η ένσταση ιδίας κυριότητας ολόκληρου του επιδίκου οικοπέδου, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, που προβλήθηκε παραδεκτά στην παρούσα δίκη από τις εκκαλούσες-εναγόμενες στην υπό κρίση αγωγή διανομής και περιλαμβάνει τα ίδια περιστατικά, που αποτέλεσαν περιεχόμενο της συνεκδικασθείσας από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αναγνωριστικής της κυριότητας αγωγής τους ...
πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη για τους ίδιους λόγους που αναφέρθηκαν στο αμέσως παραπάνω κεφάλαιο, με το οποίο κρίθηκε η ουσιαστική αβασιμότητα της αγωγής τους και απορρίφθηκε η έφεσή τους κατά το μέρος που αφορά την αγωγή αυτή". Περαιτέρω, - το Εφετείο - αφού δέχτηκε, " ... ότι η αυτούσια διανομή του επίδικου διανεμητέου οικοπέδου σε μέρη ανάλογα προς τις μερίδες των διαδίκων είναι προδήλως αδύνατη ... (και ότι) με τη σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας σε διακεκριμένα μέρη δεν είναι συμφέρουσα ...", κατέληξε στην κρίση, "ότι πρέπει να διαταχθεί η με πλειστηριασμό πώλησή του και η διανομή του εκπλειστηριάσματος μεταξύ των διαδίκων, κατ'αναλογία των ιδανικών τους μεριδίων ..." και δέχτηκε, εν τέλει, ως και κατ'ουσίαν βάσιμη την άνω περί διανομής αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1033 του ΑΚ που επικαλούνται οι αναιρεσείουσες, ενώ έλαβε υπόψη την άνω ένσταση ιδίας κυριότητας και την απέρριψε κατ'ουσίαν, περιέλαβε δε στην απόφασή του πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία όσον αφορά την απόρριψη της ένστασης αυτής ιδίας κυριότητας και συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1, 8 και 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο υπό τις αντίστοιχες αιτιάσεις υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29.3.2012 αίτηση των 1) Α. συζ. Α. Χ., το γένος Κ. Π. κ.ά. για αναίρεση της 2040/2011 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει για μεν τους πρώτο και δεύτερη εξ αυτών σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ και για τους τρίτη, τέταρτη, έκτη και έβδομο εξ αυτών σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 18 Μαρτίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ