Legislator Case Law & Legislation
304/2014 AI generated

304/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 304/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-7-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 171/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 71/2012 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-4-2012 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

304/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 304 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 304/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Π. Κ. του Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Σδούκο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Δήμου Μετσόβου-Ο.Τ.Α. που εδρεύει στο Μέτσοβο και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Τατάγια και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-7-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 171/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 71/2012 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-4-2012 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Δημητρούλα Υφαντή, ανέγνωσε την από 7-5-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 29/1998). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.

ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Περαιτέρω, οι διατάξεις του ν. 813/1978 "περί εμπορικών και ετέρων τινών κατηγοριών μισθώσεων", όπως ισχύουν (μετά την ισχύ του π.δ. 34/10-2-1995 που κωδικοποίησε τις διατάξεις νόμων περί εμπορικών μισθώσεων), εφαρμόζονται και στις μισθώσεις ακινήτων, που καταρτίζονται με ΝΠΔΔ, ως εκμισθωτή, υπό την προϋπόθεση ότι οι μισθώσεις αυτές εμπίπτουν στις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 αυτού (ήδη 1 και 2, 3 του ανωτέρω π.δ.), διότι ο ν. 813/1978, σε σχέση με τις προστατευόμενες μισθώσεις επαγγελματικής στέγης, περιέχει ρύθμιση ειδική, η οποία, ως τέτοια, επικρατεί της νομοθεσίας που αναφέρεται στη διαχείριση της περιουσίας των ΝΠΔΔ.

Ενόψει αυτών, στις μισθώσεις, που υπάγονται στις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του ν. 813/1978, οι οποίες καταρτίζονται με ΝΠΔΔ, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 40 παρ. 1 περιπτ. ζ' και 44 παρ. 4 του π.δ. 715/1979 "περί τρόπου ενεργείας υπό των ΝΠΔΔ προμηθειών, μισθώσεων και εκμισθώσεων εν γένει, αγορών ή εκποιήσεων ακινήτων, εκποιήσεων κινητών πραγμάτων ως και εκτελέσεως εργασιών", το οποίο εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης του άρθρου 43 παρ. 4 του ν.δ. 496/1974, με τις οποίες διατάξεις (των άρθρων 40 παρ. 1 περ.

ζ' και 44 παρ. 4 του π.δ. 715/1979) ορίζονται, ότι "ο μισθωτής δεν δικαιούται εις μείωσιν του μισθώματος από της κατακυρώσεως της μισθώσεως και εφεξής. Το ΝΠΔΔ δεν ευθύνεται έναντι του μισθωτού δια την πραγματικήν κατάστασιν εις ην ευρίσκεται το μίσθιο και ης ώφειλεν να λάβει γνώσιν ούτος και δεν υποχρεούται εκ του λόγου τούτου, εις επιστροφήν ή μείωσιν του μισθώματος ούτε εις την λύσιν της μισθώσεως".

Και τούτο, διότι οι διατάξεις του ν. 813/1978 ως ειδικές, κατισχύουν των διατάξεων αυτών (ΑΠ 806/2012). Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη", εφαρμόζεται επί της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων τόσο του οφειλέτη όσο και του δανειστή, που απορρέουν από οποιαδήποτε έγκυρη ενοχική σχέση, ασχέτως αν αυτή προέρχεται από σύμβαση ετεροβαρή ή αμφοτεροβαρή ή από άλλη δικαιοπραξία ή αν πηγάζει ευθέως από το νόμο, εκτός αν προβλέπεται άλλη ανάλογη ειδική προστασία ή αν συντρέχουν οι ειδικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ.

Παρέχει η διάταξη αυτή στον δικαστή τη δυνατότητα, όταν λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών η εμμονή στην εκπλήρωση της παροχής είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που επιβάλλονται στις συναλλαγές, να την επεκτείνει ή να την περιορίσει με βάση αντικειμενικά κριτήρια στο μέτρο εκείνο, το οποίο ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης (ΑΠ 806/2012, 1487/2005).

Από τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 4 του ν. 818/1978, η οποία προβλέπει την εφαρμογή του άρθρου 388 ΑΚ, δεν προκύπτει ειδικώς, αν στην περίπτωση που δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου αυτού (ΑΚ 388), επιτρέπεται αναπροσαρμογή του μισθώματος με βάση το άρθρο 288 ΑΚ, εκ τούτου όμως δεν έπεται, ότι ο νομοθέτης θέλησε να αποκλείσει την εφαρμογή της.

Η αναφορά στο νόμο του άρθρου 388 ΑΚ, οφείλεται στο ότι η διάταξη αυτή αποτελεί τυπική περίπτωση εφαρμογής της καλής πίστης επί των αμφοτεροβαρών, όπως η μίσθωση, συμβάσεων, καθώς και στη θέληση του νομοθέτη να άρει τις αμφισβητήσεις, που είχαν ανακύψει υπό το προϊσχύσαν νομοθετικό καθεστώς εμπορικών μισθώσεων, ως προς την έκταση της εφαρμογής της και δεν υποδηλώνει βούληση αποκλεισμού αναπροσαρμογής του μισθώματος υπό τις προϋποθέσεις της εφαρμοστέας, όπως προαναφέρθηκε, σε κάθε οφειλή, διατάξεως του άρθρου 288 του ΑΚ.

Αν τέτοια βούληση υπήρχε, θα έπρεπε, ενόψει του χαρακτήρα της διάταξης αυτής ως γενικής και αναγκαίας για την περιστολή ή αποφυγή των ακυροτήτων, στις οποίες θα μπορούσε να καταλήξει το ανωτέρω σύστημα αναπροσαρμογής του μισθώματος, όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 288 ΑΚ, να δηλωθεί ρητώς (Ολ.

ΑΠ 9/1997). Η διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ είναι αναγκαστικού δικαίου και συνεπώς η εφαρμογή της καλής πίστης στην εκπλήρωση των ενοχικών σχέσεων δεν μπορεί να αποκλεισθεί γενικά εκ των προτέρων με παραίτηση του ενός ούτε με συμφωνία και των δύο μερών και, επομένως, τέτοια παραίτηση ή συμφωνία είναι άκυρη. Περαιτέρω, βασική εκδήλωση της καλής πίστης με αντίκτυπο στην κύρια παροχή είναι η αναπροσαρμογή του ύψους αυτής.

Έτσι, με βάση την ΑΚ 288, μπορεί να επιβάλλεται μείωση του ύψους της παροχής, όταν αυτή έγινε δυσβάστακτη, για τον οφειλέτη, εξαιτίας π.χ. μεταγενέστερης μεταβολής συνθηκών. Μεταβολή των συνθηκών, με την έννοια του άρθρου 288 ΑΚ, μπορεί να αποτελέσουν η σημαντική αύξηση ή μείωση της μισθωτικής αξίας του μισθίου και άλλων όμορων και ομοειδών ακινήτων, η υποτίμηση του νομίσματος, η από διαφόρους λόγους αυξομείωση της ζητήσεως των ακινήτων και άλλοι λόγοι.

Με βάση τα στοιχεία αυτά, το δικαστήριο οφείλει πρώτα να διαγνώσει, αν μεταξύ του οφειλομένου, κατά το σύστημα της συμβατικής ή αντικειμενικής αναπροσαρμογής, μισθώματος και εκείνου που μπορεί να επιτευχθεί υπό καθεστώς ελεύθερης μισθώσεως ("ελεύθερου"), υπάρχει διαφορά τόσο σημαντική, ώστε επιβάλλεται κατά τις αρχές της καλής πίστεως, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, η αναπροσαρμογή του πρώτου (οφειλομένου), και ύστερα, αν διαπιστώσει τέτοια διαφορά, να αναπροσαρμόσει το ίδιο αυτό μίσθωμα στο επίπεδο, το οποίο αίρει τη δυσαναλογία και αποκαθιστά τη διαταραχθείσα καλή πίστη (ΑΠ 508/2010 633/2007).

Ως καλή πίστη νοείται η ενδεδειγμένη συμπεριφορά σε σχέση με τις συναλλακτικές συνθήκες σε δεδομένο τόπο και χρόνο. Η καλή πίστη πρέπει να συνδυάζεται με τα συναλλακτικά ήθη, δηλαδή την συμπεριφορά που εκδηλώνεται κατά τις συναλλαγές και συνάδει με όσα έχουν επικρατήσει κατά την μακραίωνη εξέλιξη, έχουν δε παγιωθεί ως αρχές που διέπουν τις σχέσεις μεταξύ των συναλλασσομένων (ΑΠ 1171/2004).

Ενόψει των ανωτέρω, για την αναπροσαρμογή του μισθώματος κατά την γενική δικονομική αρχή που συνάγεται από τις διατάξεις των αρθρ. 69, 70, 223, 224, 269 και 281 ΚΠολΔ ως απώτερος χρόνος κατά τον οποίο κρίνεται η συνδρομή των στοιχείων της κτήσεως και του απαιτητού του επιδίκου δικαιώματος του ενάγοντος είναι ο χρόνος της πρώτης συζητήσεως της αγωγής του στο ακροατήριο, δηλαδή εκείνης κατά την οποία εκφωνείται η υπόθεση και αρχίζει η κατ' ουσίαν εκδίκαση της.

Έτσι επί αγωγής αναπροσαρμογής του μισθώματος με βάση την διάταξη του αρθρ. 288 ΑΚ ως κρίσιμος χρόνος συνδρομής των προβλεπομένων από την διάταξη αυτή προϋποθέσεων είναι ο χρόνος της πρώτης συζητήσεως της αγωγής. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων έγιναν δεκτά ότι αποδεικνύονται τα εξής: (Α) Σε πλειοδοτικό διαγωνισμό, που διενήργησε ο εναγόμενος Δήμος Μετσόβου την 23-11 -2007, για την εκμίσθωση του υπ' αριθμ. 8 δημοτικού καταστήματος, εμβαδού 75 τ.μ., πλειοδότης αναδείχθηκε η ενάγουσα, προσφέροντας μηνιαίο μίσθωμα 8.000 ευρώ.

Στην συνέχεια με βάση το από 27 - 12 - 2007 ιδιωτικό συμφωνητικό καταρτίσθηκε η σύμβαση μισθώσεως του ως άνω καταστήματος για χρονική διάρκεια 10 ετών, ήτοι από 1-1-2008 μέχρι την 31-12-2017, αντί του ως άνω μηνιαίου μισθώματος των 8.000 ευρώ, πλέον χαρτοσήμου 3,6%. Συμφωνήθηκε ότι το μίσθωμα θα αναπροσαρμόζεται κατ' έτος, κατά το προβλεπόμενο από τον νόμο ποσοστό 75% της ετήσιας αυξήσεως του δείκτη τιμών καταναλωτή.

Η ενάγουσα στο μίσθιο ασκεί εμπορική επιχείρηση. Το επίδικο κατάστημα ευρίσκεται στην κεντρική πλατεία του Μετσόβου, στην οποία υπάρχουν πολλά καταστήματα και η οποία έχει μεγάλη επισκεψιμότητα από τους τουρίστες που το επισκέπτονται. Τα καταστήματα της πλατείας ήταν περιζήτητα, γι' αυτό και στον ως άνω διαγωνισμό συμμετείχαν πολλοί ενδιαφερόμενοι (βλ.

κατάθεση μάρτυρα αποδείξεως "Υπήρχαν ενδιαφερόμενοι που τα ανέβαζαν τα ενοίκια"). Είναι χαρακτηριστικό ότι για το επίδικο κατάστημα είχε ορισθεί μίσθωμα εκκινήσεως της δημοπρασίας το ποσό των 1.500 ευρώ και τελικά το μίσθωμα έφθασε στο παραπάνω ποσό των 8.000 ευρώ. Το ίδιο συνέβη και με άλλα δύο καταστήματα, εμβαδού 20 τ.μ., που περιλήφθησαν στον διαγωνισμό, ήτοι για τα καταστήματα που κατείχαν οι μισθωτές Β.

Τ. και Γ. Γ. είχε ορισθεί μίσθωμα εκκινήσεως το ποσό των 1.000 ευρώ και τα μισθώματα κατά τον διαγωνισμό έφθασαν σε 6.100 και 6.000 ευρώ αντίστοιχα (βλ. κατάθεση μάρτυρα αποδείξεως). Αξίζει δε να σημειωθεί ότι μέχρι τότε οι ανωτέρω κατέβαλαν ως μηνιαίο μίσθωμα τα ποσά των 850 ευρώ (η ενάγουσα) και τα ποσά των 600 και 400 ευρώ αντίστοιχα οι άλλοι προαναφερθέντες μισθωτές.

Είναι γεγονός ότι η ενάγουσα κατά την συμμετοχή της στην πλειοδοσία, αλλά και κατά την σύναψη της επίδικης συμβάσεως απέβλεψε στην μεγάλη επισκεψιμότητα του Μετσόβου και ειδικότερα της πλατείας του. Κατά το διάστημα από την σύναψη της συμβάσεως (1 -1-2008) μέχρι την άσκηση της αγωγής (Ιούλιος 2010) δεν αποδείχθηκε ότι επήλθε μείωση στην κίνηση των επισκεπτών προς το Μέτσοβο, αλλά αντίθετα αποδείχθηκε ότι αυτή αυξήθηκε.

Στην διαπίστωση αυτή συμφωνούν και οι δύο εξετασθέντες μάρτυρες. Ο μάρτυρας αποδείξεως κατέθεσε ότι παρά την αύξηση της επισκεψιμότητας μέχρι την πρώτη συζήτηση της αγωγής στο ακροατήριο επήλθε μείωση της αγοραστικής κινήσεως στην περιοχή του μισθίου κατά 40%, ενώ ο μάρτυρας ανταποδείξεως - Αντιδήμαρχος του Δήμου Μετσόβου κατέθεσε ότι, παρά την αύξηση της επισκεψιμότητας στην περιοχή του μισθίου, δεν γνωρίζει αν αυξήθηκε ο τζίρος των επιχειρηματιών.

Είναι γεγονός, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας (αρθρ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), ότι κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής (Ιούλιος 2010) η Ελλάδα είχε εισέλθει στην "οικονομική κρίση" και είχε αρχίσει να αλλάζει η ψυχολογία των καταναλωτών, όσον αφορά τις μέχρι τότε καταναλωτικές συνήθειες, με την έννοια ότι οι καταναλωτές είχαν αρχίσει να γίνονται πιο προσεκτικοί στις αγορές τους και γενικά στην κατανάλωση χρήματος.

Η κατάσταση αυτή στην οικονομία είχε επιδεινωθεί σημαντικά κατά τον χρόνο της πρώτης συζητήσεως της αγωγής (2-3-2011). Είναι κοινώς γνωστό ότι μέχρι τότε είχαν μεσολαβήσει σοβαρές μειώσεις των μισθών και των συντάξεων τόσο του δημοσίου όσο και του ιδιωτικού τομέα, ενώ η γενικότερη οικονομική δυσπραγία είχε συνέπειες και στους ελεύθερους επαγγελματίες, εμπόρους κ.τ.λ., αφού μειώθηκαν σημαντικά όλες οι οικονομικές δραστηριότητες, γεγονός που είχε σαν συνέπεια την μείωση των εσόδων και της καταναλώσεως και των επαγγελματικών αυτών τάξεων.

Από την εκτίμηση όλων των ανωτέρω στοιχείων συνάγεται το συμπέρασμα ότι (ι) στην Ελλάδα μετά διετία από την σύναψη της επίδικης συμβάσεως ενέσκηψε οικονομική κρίση (άνοιξη 2010), που είχε εξελιχθεί σε οξεία φάση κατά τον χρόνο της πρώτης συζητήσεως της αγωγής (Μάρτιος 2011), όμως (ιι) στο Μέτσοβο, στην περιοχή που βρίσκεται το μίσθιο, η κρίση αυτή εξουδετερώθηκε κατά μεγάλο μέρος από την σημαντική αύξηση των επισκεπτών, αφού ναι μεν οι καταναλωτές δαπανούσαν πλέον λιγότερα χρήματα, η μείωση όμως αυτή της ατομικής καταναλωτικής δαπάνης ισοσκελίσθηκε από τα έσοδα που προήλθαν από την αύξηση των επισκεπτών.

Η ενάγουσα πέραν από την κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως - πατέρα της, η οποία δεν αποτελεί πλήρως αξιόπιστο αποδεικτικό στοιχείο περί της οικονομικής της καταστάσεως, δεν προσκομίζει κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο (φορολογικές δηλώσεις κ.τ.λ.), από το οποίο να προκύπτει έστω και έμμεσα η επικαλούμενη από αυτή μείωση των εσόδων της από την άσκηση της επιχειρήσεως της στο μίσθιο κατά το διάστημα από τις αρχές του 2010 μέχρι την πρώτη συζήτηση της αγωγής, σε σχέση με το προηγούμενο διάστημα (2008 - 2009).

Ούτε η καθυστέρηση της καταβολής του μισθώματος (βλ. και κατάθεση μάρτυρα ανταποδείξεως) μπορεί να οδηγήσει σε ασφαλή κρίση περί της επικαλούμενης σημαντικής μεταβολής των οικονομικών δεδομένων της επιχειρήσεως της εξ αιτίας της επικαλούμενης οικονομικής κρίσεως. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι από την σύναψη της συμβάσεως μέχρι την άσκηση της αγωγής, αλλά και μέχρι την πρώτη συζήτηση αυτής δεν επήλθε στην περιοχή που βρίσκεται το μίσθιο ουσιώδης μεταβολή των οικονομικών και εμπορικών συνθηκών.

Β. Περαιτέρω και αναφορικά με την μισθωτική αξία των ακινήτων στην περιοχή του μισθίου κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής δεν προσκομίζονται έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία. Η ενάγουσα επικαλείται και προσκομίζει το από 9 - 8 - 2007 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως κατά το οποίο ο Γ. Γ. του Χ. μίσθωσε από τον Χ.

Γ. του Γ. ένα κατάστημα εμβαδού 105,22 τ.μ., στην συνοικία "..." …, αντί μηνιαίου μισθώματος 360 ευρώ. Το συγκριτικό όμως αυτό στοιχείο δεν μπορεί να ληφθεί υπ' όψη γιατί αφ' ενός μεν πρόκειται για σύμβαση μεταξύ συγγενών, αφ' ετέρου δεν πρόκειται για εξαιρετική περίπτωση χαμηλού μισθώματος στην περιοχή. Κυρίως όμως πρόκειται περί συμβάσεως συναφθείσας πριν από την επίδικη, που δεν μπορεί να αποτελέσει συγκριτικό στοιχείο στην προκειμένη περίπτωση κατά τα κατωτέρω εκτιθέμενα.

Περαιτέρω ο μάρτυρας αποδείξεως κατέθεσε ότι (ι) για το κατάστημα του Ι. Μ. (εστιατόριο) εμβαδού 150 τ.μ. στην περιοχή του μισθίου, καταβάλλεται μηνιαίο μίσθωμα 4.000 ευρώ, (ιι) για το κατάστημα "ΔΙΕΘΝΕΣ" εμβαδού 120 τ.μ., που ανήκει επίσης στο Δήμο Μετσόβου και είναι σε πλεονεκτικότερη θέση από το επίδικο, καταβάλλεται μηνιαίο μίσθωμα 2.700 ευρώ.

Τα συγκριτικά όμως αυτά στοιχεία δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, αφού, πέραν από το ότι δεν προσκομίσθηκαν σχετικά, πλέον αξιόπιστα, έγγραφα στοιχεία περί των μισθώσεων αυτών, κυρίως δεν αποδείχθηκε ο χρόνος συνάψεως των μισθώσεων των ακινήτων αυτών, δεδομένου ότι είναι δυνατόν να είναι παλαιές μισθώσεις και να διέπονται από συμφωνίες καταρτισθείσες πολύ παλαιότερα από την επίδικη και υπό άλλες συνθήκες.

Ειδικότερα, αν τα μισθώματα των προαναφερθέντων μισθίων καταστημάτων είχαν συμφωνηθεί πριν από την σύναψη της επίδικης συμβάσεως, τότε δεν μπορούν να αποτελέσουν συγκριτικά στοιχεία για το επίδικο μίσθιο. Τούτο διότι το μίσθωμα του επιδίκου μισθίου διαμορφώθηκε ύστερα από πλειοδοτικό διαγωνισμό, το ύψος δε αυτού προτάθηκε από την ενάγουσα, στο πλαίσιο της πλειοδοσίας, και έγινε αποδεκτό από τον εναγόμενο.

Έτσι δεν μπορεί να γίνει και λόγος στην προκειμένη περίπτωση για εκμετάλλευση της υπερέχουσας θέσεως του εκμισθωτή - εναγομένου, η οποία είχε σαν συνέπεια τον καθορισμό υπερβολικού μισθώματος. Στην συγκεκριμένη δηλαδή περίπτωση και αν το συμφωνημένο, εκ της πλειοδοσίας, μίσθωμα ήταν ανώτερο του "ελευθέρου" μισθώματος, εκ μόνου του λόγου τούτου δεν συγχωρείται αναπροσαρμογή του με βάση την διάταξη του αρθρ. 288 ΑΚ.

Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε αν, στο διάστημα που μεσολάβησε από την σύναψη της επίδικης μισθώσεως μέχρι την πρώτη συζήτηση της αγωγής, εκμισθώθηκαν καταστήματα στην περιοχή του μισθίου με μίσθωμα αναλογικά κατώτερο του καταβαλλομένου για το επίδικο ή αν μειώθηκαν τα μισθώματα κατά το ίδιο διάστημα. Τα τελευταία θα μπορούσαν να αποτελέσουν συγκριτικά στοιχεία, αφού στην περίπτωση αυτή θα μπορούσε να εκτιμηθεί αν μετά την σύναψη της επίδικης μισθώσεως επήλθε ή όχι μεταβολή των μισθωτικών δεδομένων στην περιοχή του μισθίου.

Τέλος δεν αποδείχθηκε ούτε ότι έχει μεσολαβήσει ουσιώδης μεταβολή (μειωτική) της μισθωτικής αξίας του επιδίκου μισθίου, ούτε ότι έχει μεσολαβήσει μείωση της ζητήσεως των μισθίων της περιοχής λόγω μειώσεως της εμπορικής κινήσεως σε αυτήν. Η ενάγουσα επικαλείται και προσκομίζει (α) την υπ' αριθμ. πρωτ. 8225/917/22-3-2011 απόφαση της Γενικής Γραμματέως Αποκεντρωμένης Διοικήσεως Ηπείρου - Δυτικής Μακεδονίας που ενέκρινε απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Κοζάνης με την οποία μειώθηκαν τα μισθώματα δημοτικών καταστημάτων από 1-11-2010 κατά 20%, (β) απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, σε δημοσίευμα εφημερίδας, με την οποία μειώθηκε μίσθωμα λόγω της οικονομικής κρίσεως και (γ) δημοσίευμα στο διαδίκτυο περί μειώσεως των μισθωμάτων στα Γρεβενά κατά 25%.

Τα στοιχεία όμως αυτά δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη στην κρινομένη περίπτωση, κυρίως επειδή αφορούν περιοχές με εντελώς διαφορετικές μισθωτικές και λοιπές συνθήκες από την περιοχή του Μετσόβου. Ειδικότερα και όσον αφορά την ως άνω δικαστική απόφαση σε αυτήν γίνεται δεκτό, για να καταλήξει στην μείωση του μισθώματος, ότι έχει σημειωθεί σημαντική μείωση της ζητήσεως των ακινήτων της περιοχής Ζαγοράς (Βόλου), με συνέπεια να υπάρχουν πολλά κενά Ι καταστήματα στο εμπορικό κέντρο της πόλεως, μνημονεύονται δε μειώσεις μισθωμάτων σε άλλες πόλεις (Κέρκυρα, Αθήνα, Νέα Ιωνία Αττικής).

Τα στοιχεία όμως αυτά δεν συντρέχουν στην κρινομένη περίπτωση, αφού ουδόλως αποδείχθηκε μείωση της ζητήσεως καταστημάτων στην περιοχή του μισθίου ή ότι υπάρχουν κενά καταστήματα, ενώ οι ως άνω μνημονευθείσες πόλεις δεν είναι συγκρίσιμες με το Μέτσοβο από απόψεως τουριστικής κινήσεως, στο οποίο υπάρχει υψηλή επισκεψιμότητα όλο το χρόνο.

Ενόψει των ανωτέρω δεν αποδείχθηκε, ότι μετά την σύναψη της επίδικης συμβάσεως και μέχρι την πρώτη συζήτηση της αγωγής σημειώθηκε ουσιώδης απόκλιση (μείωση) ανάμεσα στο επιβαλλόμενο αφενός από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και στο καταβαλλόμενο για το επίδικο μίσθιο μίσθωμα αφετέρου. Συνακόλουθα δεν αποδείχθηκε ότι η διατήρηση του καταβαλλομένου μισθώματος επιφέρει ζημία στην ενάγουσα, η οποία υπερβαίνει τον αναληφθέντα από αυτήν, με την αρχική, κατά τον πλειοδοτικό διαγωνισμό, προσφορά του μισθώματος, κίνδυνο.

Γ . Κατά συνέπεια και με βάση τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση της διατάξεως του αρθρ. 288 ΑΚ και πρέπει η αγωγή να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. 'Ετσι έκρινε και η εκκαλουμένη απόφαση, αν και με συνοπτικότερη αιτιολογία, που πρέπει να συμπληρωθεί με την ανωτέρω, η οποία ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο μοναδικός λόγος της εφέσεως και η κρινόμενη έφεση στο σύνολό της".

Το Εφετείο με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις τον αντίστοιχο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας κατά της ομοίως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή που είχε ασκήσει η ίδια για την αναπροσαρμογή με μείωση του καταβαλλομένου από αυτήν στον αναιρεσίβλητο Δήμο μισθώματος λόγω της απρόβλεπτης και ιδιαίτερης μεταβολής των συνθηκών, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 288 του ΑΚ, 1 και 2 του ν.813/1978 καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν δικαιολογούν την επέλευση από τη σύναψη της συμβάσεως και μέχρι την άσκηση της αγωγής αλλά και μέχρι την πρώτη συζήτησή της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ουσιώδους μεταβολής των οικονομικών και εμπορικών συνθηκών στην περιοχή που βρίσκεται το επίδικο μίσθιο ώστε να μη πληρούνται οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση της διάταξης του άρθρου 288 ΑΚ.

Εξάλλου η παραδοχή της προσβαλλόμενης (σελ. 6 πρώτοι στίχοι) ότι: "στη συγκεκριμένη περίπτωση και αν το συμφωνημένο εκ της πλειοδοσίας μίσθωμα ήταν ανώτερο "του ελευθέρου" μισθώματος, εκ μόνου του λόγου τούτου δεν συγχωρείται αναπροσαρμογή του με βάση τη διάταξη του άρθρου 288 του Α.Κ. δεν οδηγεί σε ελεγχόμενη παραβίαση της ίδιας διάταξης, ούτε και εκείνης του άρθρου 44 του π.δ. 34/1995, εφ'όσον δεν αποκλείστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση γενικά η εφαρμογή των ίδιων διατάξεων σε σχέση με τη μεταγενέστερη εξέλιξη των οικονομικών και νομισματικών συνθηκών και για το λόγο άλλωστε αυτό κρίθηκε με την προσβαλλόμενη ότι η διατήρηση του συμφωνημένου και καταβαλλομένου μισθώματος δεν επέφερε τέτοια ζημία στην αναιρεσείουσα ενάγουσα μισθώτρια, η οποία να υπερβαίνει τον αναληφθέντα από αυτήν με την αρχική κατά τον πλειοδοτικό διαγωνισμό προσφορά του μισθώματος, κίνδυνο.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.1 του αρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό του εφαρμοστέου εδώ κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 288 του ΑΚ, τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του αρθ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα.. Ειδικότερα οι αιτιολογίες αυτές δεν είναι ελλειπείς και ανεπαρκείς, αλλά ούτε και αντιφατικές, διότι κρίνουν ότι αποκαταστάσθηκε τελικά η ισορροπία των εκατέρωθεν παροχών των διαδίκων μερών, ώστε να μην τελούν μεταξύ τους σε σημαντική δυσαναλογία και δεν συνέτρεχε κατά τις αρχές της καλής πίστης προϋπόθεση μείωσης του συμφωνημένου μισθώματος για οποιοδήποτε μέρος του ένδικου χρονικού διαστήματος, εφ' όσον η αντιπαροχή (μίσθωμα) της αναιρεσείουσας μισθώτριας κατά μέσο όρο και για όλο το ένδικο χρονικό διάστημα τελούσε σε αναλογία προς την παροχή του μισθίου, εφ' όσον στο Μέτσοβο, στην περιοχή δηλαδή που βρίσκεται το μίσθιο, η οικονομική κρίση που ενέσκηψε μετά τη σύναψη της ένδικης μίσθωσης ('Ανοιξη του 2010) και μέχρι την εξέλιξή της κατά το χρόνο της πρώτης συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Μάρτιος 2011) εξουδετερώθηκε από τη σημαντική αύξηση των επισκεπτών ώστε ναι μεν οι καταναλωτές δαπανούσαν πλέον λιγότερα χρήματα, η μείωση όμως αυτή της ατομικής καταναλωτικής δαπάνης ισοσκελίσθηκε από τα έσοδα που προήλθαν από την αύξηση των επισκεπτών.

Εξ άλλου, ο ίδιος πρώτος λόγος της αναίρεσης κατά την σ' αυτόν κατά τα άλλα μέρη του περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ.19 και 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα της επελεύσεως δηλαδή ουσιώδους μεταβολής των οικονομικών και νομισματικών συνθηκών που ήταν απρόβλεπτη κατά την κατάρτιση της ένδικης σύμβασης αλλά και συνεπαγόταν ανατροπή των εκατέρωθεν παροχών, ώστε να τελούν σε σημαντική δυσαναλογία και τα αντίστοιχα επιχειρήματα του αναιρεσίβλητου, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά την αναιρεσείουσα σε αντίθεση:

α) με το ότι δέχεται η προσβαλλόμενη ότι το μίσθωμα που κατέβαλε η αναιρσείουσα πριν την ένδικη μίσθωση ανερχόταν σε 600 Ευρώ, β) ότι κατά την κατάρτιση της μίσθωσης με πλειοδοτική δημοπρασία προσέβλεψε στην αύξηση της αγοραστικής κίνησης, γ)ότι η αγοραστική κίνηση μειώθηκε κατά 40% λόγω των μνημονίων είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος αφού κατά τα προεκτιθέμενα το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τις προαναφερθείσες παραδοχές της, οι οποίες δεν εμφανίζονται ούτε αυθαίρετες ούτε αναιτιολόγητες, με τον ίδιο δε λόγο κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας, που αφορούν αποκλειστικά την εκτίμηση των αποδείξεων η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

ΙΙ. Τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (Κ.Πολ.Δ 336 παρ. 4), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (Κ.Πολ.Δ 559 αριθ. 1) (Ολ.

Α.Π. 8/2005). Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. β' του Κ.Πολ.Δ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δημιουργεί λόγο αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας παρέβη δίδαγμα της κοινής πείρας, που αφορά την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ' αυτόν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ιδρύεται λόγος αναίρεσης που για να είναι ορισμένος θα, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτόν τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάστηκαν ,όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα από την κοινή πείρα, έστω και αυτεπάγγελτα, για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ή για την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν το Δικαστήριο παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 120/2004), οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1β' του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ ότι το Εφετείο για να καταλήξει στην απορριπτική του κρίση με τις αιτιολογίες που προαναφέρθηκαν παραβίασε τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 288 του ΑΚ, με την υπαγωγή σ' αυτό του διδάγματος της κοινής πείρας ότι "επήλθε μεν στην Ελληνική κοινωνία μεγάλη οικονομική ανατροπή των οικονομικών και νομισματικών συνθηκών, πλην όμως για την περιοχή του Μετσόβου αυτό ισοσταθμίστηκε με την σημαντική αύξηση των επισκεπτών και την ανάλογη αύξηση των εσόδων που προήλθαν με τα οποία ισοσκελίσθηκε η εμφανισθείσα μείωση της καταναλωτικής δαπάνης".

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, γιατί η αναιρεσείουσα υπό το πρόσχημα της παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου (αρθρ. 288 του ΑΚ) μέσω της χρησιμοποίησης του πιο πάνω διδάγματος της κοινής πείρας για τη διαπίστωση της βασιμότητας πραγματικών περιστατικών πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων.

ΙΙΙ. Ο εκ του άρθρου 559 αριθ.10 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο την κρίση του σχημάτισε από τα μνημονευόμενα σ αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (A.Π.772/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, αφού έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα της υπόθεσης (καταθέσεις εξετασθέντων μαρτύρων και με επίκληση προσκομισθέντα έγγραφα) σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, με το οποίο, μεταξύ άλλων, δέχθηκε ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του άρθρου 288 του Α.Κ. Επομένως, το Εφετείο δεν δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ο εκ του άρθρου 559 αριθ.10 του Κ.Πολ.Δ. δεύτερος λόγος αναιρέσεως κρίνεται αβάσιμος.

Μετά τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου Δήμου που κατέθεσε και προτάσεις (άρθρο 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-4-2012 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 71/2012 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) Ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2014.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Φεβρουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ