Legislator Case Law & Legislation
304/2012 AI generated

304/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 304/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 304 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Aριθμός 304/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και ΔηÎ...

Legislator headnote

AI generated
304/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 304 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Aριθμός 304/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και ΔηÎ... «Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.»

Keywords

AI generated
adaptation of working hours exemption from unemployment insurance fluctuating incapacity for work unemployment benefits for executives occupational disability benefits requirement of adapted work

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 304 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Aριθμός 304/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - καλούσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" (ΟΤΕ ΑΕ), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Ηλιοπιερέα - Πιερράκο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η κλήση: 1) Α. Τ., 2) Κ. Π., 3) Ε. Γ., 4) Ι. Μ., 5) Α. Μ. και 6) Π. Ν., όλων κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-11-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου.

Εκδόθηκε η 1179/2001 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 7-11-2007 αίτησή της, με τις δε από 24-1-2011 προτάσεις της ζήτησε την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.

Εκδόθηκε η 228/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 4-7-2011 κλήση της καλούσας, η οποία με τις από 19-1-2012 προτάσεις της ζητεί την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Λυκούδης διάβασε την από 23-9-2008 έκθεση της Αρεοπαγίτου Ειρήνης Αθανασίου, που έχει ήδη αποχωρήσει από την Υπηρεσία, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή ως βασίμου του μοναδικού λόγου αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες: 1) Β/4002/3-7-2008, 2) Β/3996/1-7-2008, 3) Β/4024/15-7-2008, 4) Β/4014/9-7-2008, 5) Β/4003/3-7-2008, 6) Β/4022/10-7/2008 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ... και από τις: 7) Β/5617/12-10-2011, 8) Β/5610/6-10-2011, 9) Β/5616/12-10-2011, 10) Β/5613/7-10-2011, 11) Β/5609/4-10-2011, 12) Β/5615/11-10-2011, εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ... καθώς και από τις κάτω από κάθε μία από τις 3η, 7η, 8η, 9η, 10η και 12η από αυτές έγγραφες αποδείξεις του αρμόδιου αξιωματικού του οικείου Αστυνομικού Τμήματος και από τις έγγραφες βεβαιώσεις των εν λόγω δικαστικών επιμελητών που έχουν προσυπογραφεί από τους αρμόδιους ταχυδρομικούς υπαλλήλους, αποδεικνύεται ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με τις κάτω από αυτήν πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, νόμιμα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε σε κάθε ένα από τους αναιρεσιβλήτους, με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση. Επομένως, εφόσον οι αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν στην παραπάνω δικάσιμο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου δια ή μετά νομίμως διορισμένου δικηγόρου (94, 96, 97 Κ.Πολ.Δ.) ούτε κατατέθηκε δήλωση του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ., πρέπει η υπόθεση να συζητηθεί σαν να ήταν παρόντες και αυτοί (άρθρο 576§2 Κ.Πολ.Δ.).

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 και 321 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για να προσβληθεί με αναίρεση απόφαση πρωτοβαθμίου πολιτικού δικαστηρίου, που εκδόθηκε, όπως στην προκειμένη περίπτωση, κατ' αντιμωλία των διαδίκων, πρέπει να είναι τελεσίδικη, τελεσίδικη δε γίνεται η υποκείμενη σε έφεση πρωτόδικη απόφαση για κάποια επελθούσα αιτία και δη, εκτός των άλλων, και λόγω παρόδου της προθεσμίας για έφεση. Η προθεσμία της έφεσης σε περίπτωση μη επίδοσης της απόφασης είναι, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, τρία χρόνια, που αρχίζουν από την δημοσίευση της απόφασης, μετά την πάροδο των οποίων η απόφαση δεν υπόκειται σε έφεση, γίνεται τελεσίδικη και προσβάλλεται τότε παραδεκτά με αναίρεση. Περαιτέρω, η προθεσμία της αναίρεσης, που αρχίζει μετά την πάροδο της προθεσμίας της έφεσης, στην ίδια περίπτωση κατά την οποία δεν επιδόθηκε η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, είναι κατά το άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ τρία χρόνια και αρχίζει από την δημοσίευση της απόφασης που περατώνει την δίκη, είναι δηλ. συνολικά έξι χρόνια από την δημοσίευση της προσβαλλομένης πρωτόδικης απόφασης.

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσιβαλλομένη πρωτόδικη 1179/2001 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, εκδοθείσα κατ' αντιμωλία των διαδίκων, δημοσιεύθηκε, όπως προκύπτει απ' αυτήν, την 31-12-2001, ενώ δεν προκύπτει, ούτε υπάρχει σχετικός ισχυρισμός, ότι αυτή επιδόθηκε έκτοτε και δη πριν από την παρέλευση τριών ετών από την δημοσίευσή της, η δε αίτηση για αναίρεση αυτής ασκήθηκε την 7-11-2007, όπως προκύπτει από την κάτω από την αίτηση αναίρεσης πράξη του γραμματέα του ως άνω δικαστηρίου, δηλ. πριν από την πάροδο έξι συνολικά ετών από την δημοσίευση της ως άνω απόφασης. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, είναι παραδεκτή ως ασκηθείσα εμπρόθεσμα και κατά τελεσίδικης απόφασης.

III.- Με την 130558/12.6.1989 Κ.Υ.Α. των Υπουργών Προεδρίας της Κυβερνήσεως, Εθνικής Άμυνας, Εσωτερικών, Οικονομικών, Εργασίας και Υγείας - Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Φ.Ε.Κ. 471/16.6.1989), με τον τίτλο "Υγιεινή και Ασφάλεια των εργαζομένων στα Μηχανογραφικά Κέντρα του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και ΟΤΑ" και ενόψει της ανάγκης "λήψης πρόσθετων μέτρων για τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας και του εργασιακού χώρου γενικότερα των εργαζομένων στα Μηχανογραφικά Κέντρα του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και ΟΤΑ", όπως αναφέρεται στο προοίμιο της ως άνω ΚΥΑ, ορίστηκε ότι "Χορηγείται στους εργαζόμενους μπροστά σε οθόνες οπτικής καταγραφής μία ημέρα αδείας μετ' αποδοχών ανά δίμηνο πέρα της κανονικής ύστερα από αίτηση του εργαζομένου. Το δικαίωμα αυτό θα πρέπει να ασκηθεί εντός του συγκεκριμένου διμήνου, άλλως χάνεται ...". Έτσι, μεταξύ του ΟΤΕ ΑΕ και της ΟΜΕ - ΟΤΕ καθορίστηκε: α) Με την Ειδική Συλλογική Σύμβαση εργασίας από 7.3.1990 υπό τον όρο 27 ότι: "Χορηγείται στους εργαζόμενους μπροστά σε οθόνες οπτικής καταγραφής μία ημέρα αδείας μετ' αποδοχών ανά δίμηνο πέραν της κανονικής, ύστερα από αίτηση του εργαζομένου", β) με την Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας από 10.5.1996 με τον όρο 28 ότι: "Η ειδική άδεια που χορηγείται στο προσωπικό που εργάζεται μπροστά σε οθόνες οπτικής καταγραφής, σύμφωνα με τον όρο 27 της από 7.3.1990 ΕΣΣΕ, στα Μ/Κ των Δ/νσεων Μηχανογράφησης και καταλόγων επεκτείνεται από 1.9.1996 και στο προσωπικό που εργάζεται συνεχώς και κατά πλήρες ωράριο στα Υπεραστικά Κέντρα και Υπηρεσίες πληροφοριών καταλόγου (151, 161, 131, 132) Αθήνας, Θεσσαλονίκης και Πάτρας. Το ίδιο ισχύει και για το προσωπικό που εργάζεται με τις ίδιες προϋποθέσεις στα βλαβοληπτικά κέντρα, σύμφωνα με τους όρους και περιορισμούς που θα καθορίσει η διοίκηση με σχετική εγκύκλιο ..." και γ) με την Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση εργασίας από 10.6.1999, υπό τον όρο 1 ότι: "Η προβλεπόμενη άδεια με αποδοχές που χορηγήθηκε με τον όρο 28 της από 10.9.1996 ΕΣΣΕ στο προσωπικό που εργάζεται μπροστά σε οθόνες απεικόνισης επεκτείνεται από 1.7.1999 και στο προσωπικό που εργάζεται συνεχώς και κατά πλήρες ωράριο στα Κέντρα Εξυπηρέτησης του Πολίτη (1502, 155 και 158) του Συγκροτήματος Τηλεγραφικών Ανταποκρίσεων και Ναυτιλιακών Επικοινωνιών". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, αναφορικά και με τις ως άνω ΕΣΣΕ, οι κανονιστικοί όροι των οποίων, κατά νομοθετική εξουσιοδότηση εκ των άρθρων 22 παρ. 2, 23 παρ. 1 του Συντάγματος και 7 παρ. 1 ν. 1876/1990, αποτελούν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, συνάγεται, ειδικότερα ως προς τον παραπάνω όρο 27 της από 7.3.1990 ΕΣΣΕ, κατά λογική - συσταλτική ερμηνεία των διατάξεών του, περιορίζουσα την έννοια του γράμματος αυτών εις το έλασσον, το οποίο πράγματι σκοπήθηκε, ύστερα και από την αναδρομή στα προκαλέσαντα τη θέσπισή τους αίτια και στην καταγωγή τους από τις αντίστοιχες διατάξεις της ως άνω ΚΥΑ 130558/12.6.1989, ότι την ειδική αυτή άδεια δικαιούνται οι εργαζόμενοι στα Μηχανογραφικά Κέντρα των Δ/νσεων Μηχανογράφησης και Καταλόγων του Ο.Τ.Ε., μπροστά σε οθόνες οπτικής καταγραφής και όχι γενικώς οι εργαζόμενοι μπροστά σε οθόνες οπτικής καταγραφής, ενώ και με τις ως άνω μεταγενέστερες, διαδοχικές ΕΣΣΕ από 10.5.1996, ερμηνευτική της πρώτης (από 7.3.1990), υπό τον όρο 28 και από 10.6.1999, υπό τον όρο 1 επεκτάθηκε ειδικά η επίμαχη παροχή μόνο στις αναφερόμενες κατηγορίες εργαζομένων της αναιρεσείουσας. Εάν την ως άνω ειδική άδεια που χορηγήθηκε με τον όρο 27 της από 7-3-1990 ΕΣΣΕ δικαιούνταν όλοι ανεξαιρέτως οι μισθωτοί της αναιρεσείουσας που εργάζονται μπροστά σε οθόνες οπτικής καταγραφής, ουδείς λόγος υπήρχε να επεκταθεί ρητά η παροχή αυτή με τον όρο 28 της από 10-5-1996 ΕΣΣΕ και 1 της από 10-6-1999 ΕΣΣΕ στις αναφερόμενες σ' αυτές ειδικά και περιοριστικά κατηγορίες εργαζομένων της αναιρεσείουσας. Σημειώνεται δε ότι η ερμηνεία αυτή των όρων 27 της από 7-3-1990 Ε.Σ.Σ.Ε. και 28 της από 10-5-1996 Ε.Σ.Σ.Ε. και η περιεχόμενη στον τελευταίο ρύθμιση για την επέκταση της ειδικής αδείας μίας ημέρας ανά δίμηνο στους περιοριστικά αναφερόμενους εκεί εργαζομένους της αναιρεσείουσας δεν αντίκεινται στις διατάξεις των διαταγμάτων που εκδόθηκαν σε συμμόρφωση και εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας με την κοινοτική και δη τις αναφερόμενες στην συνέχεια Οδηγίες του Συμβουλίου της ΕΟΚ και ήδη Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως οι διατάξεις αυτές του εσωτερικού δικαίου ερμηνεύονται σύμφωνα με τον σκοπό των Οδηγιών και τις αρχές του κοινοτικού δικαίου (ΟλΑΠ 31/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Ειρηνοδικείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: "Οι ενάγοντες προσλήφθηκαν από την εναγομένη τα έτη 1977, 1970, 1976, 1981, 1972 και 1971 αντίστοιχα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, υπάγονται στο προσωπικό του Τεχνικού Κλάδου και εξελίχθηκαν όλοι κατά τον Οργανισμό της εναγομένης μέχρι το βαθμό ΥΠΟΤ7Τ, εκτός από τον τέταρτο που φέρει το βαθμό ΤΠΟ/Δ. Οι ενάγοντες εργάσθηκαν μπροστά στις οθόνες του Κάρτεξ Θεσσαλονίκης, του Γραφείου Νέων Συνδέσεων και του Γραφείου Συνδέσμου Θεσσαλονίκης, καθ' όλο το ωράριο της ημερήσιας απασχόλησής τους, όπως προκύπτει από την παραπάνω ένορκη βεβαίωση, αλλά και δεν αμφισβητείται ειδικά από την εναγομένη, η οποία δεν προσκομίζει κανένα έγγραφο από τις υπηρεσίες όπου εργάζονται, που να αποδεικνύει τα αντίθετα. Σύμφωνα με τον όρο 27 της από 7-3-1990 Ε.Σ.Σ.Ε. για τη "ρύθμιση διαφόρων θεμάτων προσωπικού του ΟΤΕ", που καταρτίστηκε μεταξύ ΟΤΕ και ΟΜΕ - ΟΤΕ: "χορηγείται στους εργαζομένους μπροστά σε οθόνες οπτικής καταγραφής μία ημέρα άδειας μετ' αποδοχών ανά δίμηνο πέραν της κανονικής, ύστερα από αίτηση του εργαζομένου". Σύμφωνα με την 43/332/30-4-1990 ειδική εγκύκλιο του Τομέα Γεν. Εργ. Θεμάτων της εναγομένης: "την άδεια αυτή δικαιούνται οι μισθωτοί που εργάζονται μπροστά σε οθόνες στις οποίες απεικονίζονται οπτικά τα δεδομένα (ΟΑΤΑ) κάθε καταγραφής, που πρέπει να τύχει περαιτέρω επεξεργασίας με τη μεσολάβηση των υπόψη μισθωτών, εφόσον η απασχόλησή τους είναι συνεχής και καλύπτει καθημερινά το μισό τουλάχιστον του ημερήσιου ωραρίου τους. Στους εργαζόμενους αυτούς θα χορηγείται μία ημέρα άδεια για κάθε δίμηνο συνεχούς απασχόλησής τους ...". Μετά από αυτά η εναγομένη χορήγησε την παραπάνω άδεια μόνο στο προσωπικό του μηχανογραφικού της κέντρου. Στη συνέχεια, σύμφωνα με τον όρο 28 της 10-5-1996 Ε.Σ.Σ.Ε. επέκτεινε τη χορήγηση της επίμαχης άδειας στους εργαζόμενους στα Υπεραστικά Κέντρα, Βλαβοληπτικά κέντρα και Κέντρα Εξυπηρέτησης του Πολίτη, τα οποία απέκτησαν μηχανογραφική υποστήριξη το έτος 1996. Ο όρος 27 της από 7-3-1990 Ε.Σ.Σ.Ε. δεν αφήνει κανένα περιθώριο αμφισβήτησης ή διευκρίνισης ότι η άδεια πρέπει να δίνεται σε όλους τους εργαζόμενους που εργάζονται μπροστά σε οθόνες οπτικής καταγραφής κατά το μισό τουλάχιστον του ωραρίου εργασίας τους, ανεξάρτητα από την απάντηση της Δ/νσης Συνθηκών Εργασίας του Υπουργείου Εργασίας με το υπ' αριθμ. 130393/31-5-90 έγγραφό της προς τον Τομέα Γεν. Εργατικών Θεμάτων της εναγομένης που αναφέρεται στην εφαρμογή της υπ' αριθμ. 130558/12-6-89 κοινής υπουργικής απόφασης στα μηχανογραφικά κέντρα του Δημοσίου. Το γεγονός ότι η επίμαχη άδεια χορηγείται από την εναγομένη μόνο σε μέρος από τους εργαζομένους μπροστά στις οθόνες εισάγει άνιση αυτών μεταχείριση. Πουθενά στη προαναφερόμενη Ε.Σ.Σ.Ε. δεν τίθεται ως προϋπόθεση για τη χορήγηση της άδειας, η εργασία των υπαλλήλων σε χώρους με δυσμενείς, ανθυγιεινές συνθήκες εργασίας, όπου απασχολούνται πολλά άτομα κ.λπ., όπως ισχυρίζεται η εναγομένη. Εξάλλου, ο δικαιολογητικός σκοπός της άδειας που θεσπίζεται στην από 7-3-1990 Ε.Σ.Σ.Ε. είναι η ανάκτηση των σωματικών και πνευματικών δυνάμεων του εργαζομένου, συνεπεία των σοβαρών επιπτώσεων από τη συνεχή και εντατική παρακολούθηση των δεδομένων της οθόνης του ηλεκτρονικού υπολογιστή που χειρίζεται, ανεξάρτητα από το πλήθος των εργαζόμενων ή του χώρου εργασίας τους. Η κανονιστική διάταξη του άρθρου 27 είναι σαφής και δεν αφήνει περιθώρια αμφιβολίας, ότι μοναδική προϋπόθεση για την υπαγωγή του προσωπικού του ΟΤΕ στη ρύθμιση αυτή, είναι η απασχόλησή του κατά το μισό τουλάχιστον του ωραρίου εργασίας μπροστά στις οθόνες οπτικής καταγραφής, ανεξάρτητα από την υπηρεσιακή μονάδα στην οποία εργάζεται, ανεξάρτητα από τον χώρο (μεγάλο ή μικρό), ανεξάρτητα από τον μεγάλο ή μικρό αριθμό εργαζομένων κ.λπ., γιατί τέτοιες διακρίσεις δεν προκύπτουν ούτε από το γράμμα, ούτε από τον σκοπό της παραπάνω διάταξης, πέραν της απασχόλησης μπροστά στις οθόνες οπτικής καταγραφής. Είναι δε πρόδηλο, ότι οι δυσμενείς επιπτώσεις στην υγεία των εργαζομένων και η χορήγηση της ένδικης άδειας ως αντιστάθμισμα για την ανάκτηση των σωματικών και πνευματικών δυνάμεων, οφείλονται στην απασχόλησή τους μπροστά στις οθόνες και όχι στο μεγάλο χώρο με πολλούς εργαζόμενους, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη. Άλλωστε, την άδεια αυτή την χορηγεί η εναγομένη σε προσωπικό της που εργάζεται σε περιορισμένο χώρο με μικρό αριθμό εργαζομένων ενός και δύο ατόμων, όπως στα κέντρα εξυπηρέτησης του πολίτη, βλαβοληπτικά κέντρα κλπ ...". Ακολούθως, το Δικαστήριο της ουσίας, αφού απέρριψε τον περί καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία, δέχτηκε την αγωγή, ως κατ' ουσίαν βάσιμη και επιδίκασε στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσιβλήτους τα χρηματικά ποσά που αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Με αυτά που δέχτηκε το Ειρηνοδικείο παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προδιαληφθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του όρου 27 της από 7.3.1990 ΕΣΣΕ και του όρου 28 της από 10-5-1996 ΕΣΣΕ, οι οποίοι δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση των αναιρεσιβλήτων, αφού αυτοί δεν περιλαμβάνονται στις κατηγορίες των δικαιούχων της επίδικης αξίωσης, κατά τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι βάσιμος, πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την πληττόμενη απόφαση, προς περαιτέρω εκδίκαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή (άρθρο 580 § 3 Κ.Πολ.Δ.). Οι αναιρεσίβλητοι, θα καταδικασθούν σε πληρωμή των εξόδων της αναιρεσείουσας (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΙV. Κατά την διάταξη του άρθρου 579 § 2 Κ.Πολ.Δ., εάν αποδεικνύεται προαποδεικτικά εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάσσει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση. Με την αίτηση επαναφοράς ζητείται η απόδοση των καταβληθέντων από την αναιρεσείουσα προς τους αναιρεσίβλητους χρηματικών ποσών, δηλ. του καταβληθέντος κεφαλαίου, των τόκων αυτού και των επιδικασθέντων δικαστικών εξόδων, όχι όμως και των επί των πρώτων αναλογούντων και παρακρατηθέντων από την αναιρεσείουσα φόρων και λοιπών κρατήσεων, τα ποσά των οποίων δεν εισέπραξαν οι αναιρεσίβλητοι (Ολ.ΑΠ 31/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου που κατέθεσε την 19-1-2012, δηλ. πριν από την συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αυτής, υπέβαλε παραδεκτό αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση σε περίπτωση αναίρεσης της προσβαλλόμενης απόφασης, ζητώντας να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι σε επιστροφή των ποσών που κατέβαλε σ' αυτούς σε εκούσια εκτέλεση της ως άνω απόφασης με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αναιρετικής απόφασης, και συγκεκριμένα του ποσού των: 1) 2.291,86 ευρώ για κεφάλαιο, ποσό 943,59 ευρώ για νόμιμους τόκους και ποσό 36,68 ευρώ για δικαστική δαπάνη και συνολικά το ποσό των 3.272,13 ευρώ, που κατέβαλε στον πρώτο των αναιρεσιβλήτων, 2) 3.693,22 ευρώ για κεφάλαιο, ποσό 2.541,75 ευρώ για τόκους και ποσό 36,68 ευρώ για δικαστική δαπάνη και συνολικά το ποσό των 6.271,65 ευρώ, που κατέβαλε στον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων, 3) 1.170,06 ευρώ για κεφάλαιο, ποσό 451,51 ευρώ για τόκους και 36,68 ευρώ για δικαστική δαπάνη και συνολικά το ποσό των 1.658,25 ευρώ, που κατέβαλε στον τρίτο των αναιρεσιβλήτων, 4) 1.890,49 ευρώ για κεφάλαιο, ποσό 1.742,19 ευρώ για τόκους και 36,68 ευρώ για δικαστική δαπάνη και συνολικά το ποσό των 3.669,36 ευρώ που κατέβαλε στον τέταρτο των αναιρεσιβλήτων, 5) 3.409,23 ευρώ για κεφάλαιο, ποσό 2.51 7,06 ευρώ και ποσό 36,68 ευρώ για δικαστική δαπάνη και συνολικά το ποσό των 5.962,97 ευρώ, που κατέβαλε στον πέμπτο των αναιρεσιβλήτων και 6) 1.752,81 ευρώ για κεφάλαιο, ποσό 730,72 ευρώ για τόκους και ποσό 36,68 ευρώ για δικαστική δαπάνη και συνολικά το ποσό των 2.520,21 ευρώ που κατέβαλε στον έκτο των αναιρεσιβλήτων.

Από τις προσκομιζόμενες από την αιτούσα - αναιρεσείουσα με επίκληση εξοφλητικές αποδείξεις, προκύπτει ότι αυτή σε εκούσια εκτέλεση της αναιρούμενης απόφασης κατέβαλε στους ενάγοντες και αναιρεσίβλητους, για τα ως άνω ποσά και μετ' αφαίρεση κρατήσεων για χαρτόσημο, ΤΑΠ ασθενείας κ.λπ.: 1) Στον πρώτο των αναιρεσιβλήτων Α. Τ., 1859,32 ευρώ. 2) Στον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων Κ. Π., 3571,53 ευρώ. 3) Στον τρίτο των αναιρεσιβλήτων Ε. Γ., 937,34 ευρώ. 4) Στον τέταρτο των αναιρεσιβλήτων Ι. Μ., 2071,31 ευρώ. 5) Στον πέμπτο των αναιρεσιβλήτων Α. Μ., 3.406,40 ευρώ και 6) Στον έκτο των αναιρεσιβλήτων Π. Ν., 1421,37 ευρώ, ποσά τα οποία και εισέπραξαν αυτοί. Τα πράγματι δε καταβληθέντα ως άνω ποσά πρέπει να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι να επιστρέψουν και όχι τα ζητούμενα υπέρτερα (στα οποία περιλαμβάνονται και τα ήδη παρακρατηθέντα, από την αναιρεσείουσα και άρα μη καταβληθέντα απ' αυτήν), κατά παραδοχή του αιτήματος επαναφοράς, ως εν μέρει βάσιμου κατ' ουσίαν.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1179/2001 τελεσίδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

Δέχεται εν μέρει το αίτημα της αναιρεσείουσας περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.

Υποχρεώνει τους αναιρεσιβλήτους να καταβάλουν στην αναιρεσείουσα, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αναιρετικής απόφασης, τα ακόλουθα ποσά: 1) Τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων Α. Τ., το ποσό των χιλίων οκτακοσίων πενήντα εννέα ευρώ και τριάντα δύο λεπτών (1859,32). 2) Τον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων Κ. Π., το ποσό των τριών χιλιάδων πεντακοσίων εβδομήντα ενός ευρώ και πενήντα τριών λεπτών (3571,53). 3) Τον τρίτο των αναιρεσιβλήτων Ε. Γ., το ποσό των εννιακοσίων τριάντα επτά ευρώ και τριάντα τεσσάρων λεπτών (937,34). 4) Τον τέταρτο των αναιρεσιβλήτων Ι. Μ., το ποσό των δύο χιλιάδων εβδομήντα ευρώ ενός και τριάντα ενός λεπτών (2071,31). 5) Τον πέμπτο των αναιρεσιβλήτων Α. Μ., το ποσό των τριών χιλιάδων τετρακοσίων έξι ευρώ και σαράντα λεπτών (3.406,40) και 6) Τον έκτο των αναιρεσιβλήτων Π. Ν., το ποσό των χιλίων τετρακοσίων είκοσι ενός ευρώ και τριάντα επτά λεπτών (1421,37). Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία προσδιορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Φεβρουαρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ