Legislator Case Law & Legislation
304/2011 AI generated

304/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 304/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

304/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά την § 2 του ίδιου άρθρου η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται, όμως, για το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ : (α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορούν να ρυθμισθούν κανονιστικά με βάση υπάρχουσα σχετική εξουσιοδότηση νόμου (β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης των θεμάτων της συμφωνίας.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 304 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 304/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον Παναγιώτη Δημόπουλο, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 2) Κ. Λ. του Δ., κατοίκου ..., 3) Β. Μ. του Π., κατοίκου ..., 4) Γ. Χ. του Ν., κατοίκου ..., 5) Γ. Π. του Ν., κατοίκου ..., 6) Μ. Ν. του Θ., κατοίκου ..., 7) Ι. Φ. του Γ., κατοίκου ..., 8) Ε. Κ. του Μ., κατοίκου ..., 9) Κ. Ν. του Ο., κατοίκου ..., 10) Β. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 11) Α. Σ. του Β., κατοίκου ..., 12) Β. Τ. του Κ., κατοίκου Αθηνών, 13) Ε. Α. του Δ., 2, 14) Γ. Τ. του Α., κατοίκου ..., 15) Π. Κ. του Π., κατοίκου ..., 16) Θ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 17) Γ. Δ. του Σ. - Α., κατοίκου ..., 18) Δ. Γ. του Ι., κατοίκου ... και 19) Β. Κ. του Κ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν όλοι από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαριέττα Κουκά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 779/2006 του ίδιου Δικαστηρίου, 324/2007 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 501/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 18-1-2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 29-12-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά την διάταξη του άρθ. 4§1 του Συντάγματος "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου". Με την διάταξη αυτή δεν θεσπίζεται μόνο η ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και η έναντι αυτών ισότητα του νόμου, με την έννοια ότι ο κοινός νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, ρυθμίζοντας με τον τρόπο αυτόν τις εν λόγω καταστάσεις ανόμοια, εκτός αν η διαφορετική τους ρύθμιση επιβάλλεται από λόγους γενικοτέρου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια, μπορεί, όμως, ο νόμος να ρυθμίζει διαφορετικά για όμοιες σχέσεις ή καταστάσεις προσώπων που ανήκουν σε διαφορετικές κατηγορίες λειτουργών ή υπαλλήλων ή εργαζομένων και δικαιολογείται η διάκριση αυτή, χωρίς να παραβιάζεται έτσι η αρχή της ισότητας (Ολ.ΑΠ 3/2009).

Κατά συνέπεια, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από την ρύθμιση αυτή κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική, τα παραπάνω δε ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικά μισθωτό.

Στην περίπτωση που γίνεται αδικαιολόγητη διάκριση τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτήν και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από την δικαστική εξουσία η αρχή της διάκρισης των εξουσιών που καθιερώνεται από τα άρθ. 1, 26, 73 επ. και 87 του Συντάγματος ή να αντίκειται στο άρθ. 80§1 αυτού.

Πρέπει, όμως, η παροχή αυτή να είναι νόμιμη, δηλ. να έχει χορηγηθεί με νόμιμο τρόπο. Διαφορετικά δεν παραβιάζεται η αρχή της ισότητας, διότι δεν νοείται ισότητα στην παρανομία. Περαιτέρω, κατά το άρθ. 13§1 ν. 2738/1999 (που εισήγαγε τον θεσμό των συλλογικών διαπραγματεύσεων) η συλλογική διαπραγμάτευση για ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθ. 3 του ίδιου νόμου λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως είναι ιδίως τα ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κλπ.) μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία.

Κατά την § 2 του ίδιου άρθρου η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται, όμως, για το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ : (α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορούν να ρυθμισθούν κανονιστικά με βάση υπάρχουσα σχετική εξουσιοδότηση νόμου (β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης των θεμάτων της συμφωνίας.

Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί ν' αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων κατά περίπτωση. Με το άρθ. 14 ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής : "§1.

Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθ. 13 ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν κατά το έτος 2001.

§2. Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται εν όλω ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και λοιπών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), που δεν συμμετείχε στην σύναψη συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ.

§3. Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των 176 ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές, όσον αφορά το προσωπικό των ΟΤΑ και το προσωπικό των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ., περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες.

§4. Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα : α) οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλομένων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των παροχών αυτών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγησή τους....§6.

Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1-1-2002". Με βάση την προαναφερθείσα εξουσιοδοτική διάταξη και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων (όπως προαναφέρθηκε, με την ως άνω εξουσιοδοτική διάταξη του άρθ. 14§2 ν. 3016/2002, η ρύθμιση της §1, δηλ.

της χορήγησης της ειδικής παροχής, μπορούσε να επεκτείνεται και στο προσωπικό της Δημόσιας Διοίκησης που δεν συμμετείχε στην σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθ. 13 ν. 2738/1999), εκδόθηκαν πολλές κοινές υπουργικές αποφάσεις (ΚΥΑ), με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω χρηματική παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως από 1-1-2002 και 176 ευρώ από 1-7-2002, σε όλους σχεδόν τους με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του Ελληνικού δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997 "αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις", μεταξύ δε αυτών και η ΚΥΑ 2/34608/ 0022/2003 ΦΕΚ Β' 335) των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Μεταφορών και Επικοινωνιών, με την οποία χορηγήθηκε η μηνιαία αυτή ειδική παροχή, ύψους 88€ από 1-1-2002 και 176€ από 1-7-2002 στους υπαλλήλους του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου που οι αποδοχές τους διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997, καθώς και στους αποσπασμένους από άλλα Υπουργεία, ΟΤΑ ή λοιπά ΝΠΔΔ, εφόσον δεν λαμβάνουν την αμοιβή της 2/1283/0022/1999 ΚΥΑ, όπως τροποποιήθηκε με τις 2/31564/ 0022/2002 και 2/10962/0022/2003 όμοιες ή την λαμβάνουν μειωμένη, κατά το μέρος που υπολείπεται αυτής και ορίσθηκε ότι η ειδική παροχή, εκτός της προαναφερομένης στην §1 αμοιβής, συμψηφίζεται και με οποιεσδήποτε άλλες παροχές, επιδόματα και αποζημιώσεις, εκτός των καταβαλλομένων από συμμετοχή σε συλλογικά όργανα αποζημιώσεων που λαμβάνουν οι δικαιούχοι αυτής, ανεξάρτητα από την πηγή που καταβάλλονται.

Με την ως άνω 2/81283/0022/1999 ΚΥΑ καθορίσθηκε η μηνιαία ειδική, κατ' αποκοπή, αμοιβή των υπαλλήλων των υπαλλήλων του υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών και των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων που εκτελούν, με βάση τις σχετικές διατάξεις και αποφάσεις, το έργο της πρακτικής εξέτασης των υποψηφίων οδηγών καθώς και το βοηθητικό έργο των εξετάσεων αυτών σε 120.000 δρχ.

για τους εξεταστές και σε 80.000 δρχ. για τους βοηθούς εξετάσεων, υπό τους εκτιθεμένους στην απόφαση αυτή όρους και προϋποθέσεις και ειδικότερα ότι αυτό πραγματοποιείται μετά την λήξη του κανονικού ωραρίου εργασίας των υπηρεσιών. Η απόφαση αυτή τροποποιήθηκε με την 2/31564/0022/2002 όμοια, με την οποία η πιο πάνω ειδική αμοιβή καθορίσθηκε σε 410,86€ για τους εξεταστές και σε 264,12€ για τους βοηθούς.

Εξάλλου, με το άρθ. 24§2 ν. 3205/2003 ορίσθηκε, μεταξύ άλλων, ότι ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθ. 14 ν. 3016/2002, ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειουμένη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημίωσης ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθ. 12 του παρόντος νόμου, από την έναρξη δε ισχύος του νόμου αυτού (1-1-2004) οι ανωτέρω ΚΥΑ καταργούνται (βλ.

και άρθ. 28§4 του ίδιου νόμου). Με την ίδια διάταξη ορίσθηκε επίσης ότι μετά την 31-12-2003 δεν καταβάλλεται σωρευτικά η ως άνω προσωπική διαφορά μαζί με οποιαδήποτε πρόσθετη μισθολογική παροχή που συμψηφιζόταν με αυτή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθ. 14 ν. 3016/2002 και τις κατ' εξουσιοδότηση αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις.

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι οι υπάλληλοι του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών που απασχολούνται με το έργο της πρακτικής εξέτασης των υποψηφίων οδηγών (εξεταστές και βοηθητικό προσωπικό) δεν δικαιούνται: (Α) Με βάση την ΚΥΑ 2/34608/ 0022/2003 και για το χρονικό διάστημα μέχρι την 31-12-2003 σωρευτικά την ειδική παροχή των 176€ και αυτή της ειδικής αμοιβής για το έργο των εξετάσεων των υποψηφίων οδηγών κλπ., εφόσον τούτο ορίζεται ρητά στην ως άνω ΚΥΑ που εκδόθηκε μέσα στα όρια της εξουσιοδοτικής διάταξης του άρθ. 14 ν. 3016/2002, με την παράγραφο 3 του οποίου ρητά απαγορεύεται η σωρευτική χορήγηση της παροχής των 176€ με άλλες πρόσθετες μισθολογικές παροχές.

Η υπουργική αυτή απόφαση δεν αντίκειται στο άρθ. 4 του Συντάγματος για τον λόγο ότι με άλλες υπουργικές αποφάσεις, που εκδόθηκαν με την ίδια εξουσιοδότηση, χορηγήθηκε ολόκληρη η πιο πάνω παροχή σε άλλους υπαλλήλους του Δημοσίου κλπ. χωρίς να εξαρτάται αυτή από την μη χορήγηση άλλων πρόσθετων μισθολογικών παροχών, τούτο δε διότι οι υπουργικές αυτές αποφάσεις κατά το μέρος αυτό εκδόθηκαν καθ' υπέρβαση των ορίων της νομοθετικής εξουσιοδότησης και κατά συνέπεια είναι, ως κανονιστικού χαρακτήρα εκτελεστές διοικητικές πράξεις, ανίσχυρες.

Έτσι, στην περίπτωση αυτή, και ανεξάρτητα αν οι εν λόγω υπουργικές αποφάσεις έχουν εκτελεσθεί με βάση το τεκμήριο της νομιμότητας, δεν μπορεί να θεμελιωθεί παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, διότι, όπως προαναφέρθηκε, δεν νοείται ισότητα στην παρανομία. (Β) Για το από 1-1-2004 και εντεύθεν χρονικό διάστημα (δεν δικαιούνται) στο σύνολό της την ως άνω παροχή των 176€ κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθ. 14 ν. 3016/2002, της κατ' εξουσιοδότηση αυτού 2/34608/ 0022/2003 ΚΥΑ και του άρθ. 24 ν. 2305/2003, ενόψει του ότι η ως άνω καταβαλλομένη στους υπαλλήλους αυτούς ειδική κατ' αποκοπή αμοιβή (για το έργο της εξέτασης των υποψηφίων οδηγών) υπερκαλύπτει την ένδικη παροχή.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών που δίκασε σε δεύτερο βαθμό αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά του τώρα αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, με την προσβαλλομένη 501/2009 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι οι αναιρεσίβλητοι ενάγοντες είναι υπάλληλοι του αναιρεσείοντος εναγομένου με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, υπαγόμενοι στο μισθολογικό καθεστώς του ν. 2470/1997 και γενικά του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης, και εργάζονται στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών από τα αναφερόμενα εκεί χρονικά σημεία, ότι με την ΚΥΑ 2/34608/0022/2003 η κατ' άρθ. 14 ν 3016/2002 ειδική παροχή επεκτάθηκε στους υπαλλήλους του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών, μόνιμους και με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ότι η παροχή αυτή του άρθ. 14 ν. 3016/2002 χορηγήθηκε με πληθώρα υπουργικών και σε σύντομο χρονικό διάστημα σε ευρείες και ετερόκλητες κατηγορίες μισθωτών με σχέση εργασίας δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου που υπάγονται στο μισθολογικό καθεστώς του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης 2470/1997, χωρίς ειδικές προϋποθέσεις και χωρίς οποιαδήποτε συνάρτηση με το είδος ή το εύρος της παρεχομένης εργασίας, με αποτέλεσμα η χορήγησή της να έχει προσλάβει, λόγω της ενγένει κανονιστικής αντιμετώπισής της, εξαρχής χαρακτήρα γενικής προσαύξησης των τακτικών αποδοχών των εργαζομένων αδιακρίτως του φορέα, του είδους και των συνθηκών εργασίας τους, ότι η κατ' εξαίρεση μη καταβολή της μισθολογικής αυτής παροχής σε ορισμένες μόνο κατηγορίες υπαλλήλων που τελούν υπό τις αυτές μισθολογικές συνθήκες, στερουμένη αιτιολογικού ερείσματος, συνιστά αδικαιολόγητη άνιση μεταχείριση αυτών έναντι των ρητά κατονομαζομένων ως δικαιούχων υπαλλήλων και οδηγεί σε ευθεία παραβίαση της κατ' άρθ. 4§1 του Συντάγματος αρχής της ισότητας, προς αποκατάσταση της οποίας η επίδικη παροχή πρέπει να καταβληθεί και στους ενάγοντες, ότι η καταβολή στους ενάγοντες ειδικής κατ' αποκοπή αμοιβής, σύμφωνα με την ΚΥΑ 2/81283/0022/1999, όπως τροποποιήθηκε με τις 2/31564/0022/2002 και 2/10962/0022/ 2003 όμοιες, για το έργο της πρακτικής εξέτασης των υποψηφίων οδηγών κλπ.

δεν παρεμποδίζει την γέννηση της επίδικης αξίωσης των εναγόντων σύμφωνα με την διάταξη του άρθ. 14§2 ν. 3016/2002, καθώς η εν λόγω παροχή είναι έκτακτη, μη προβλέψιμη, τελούσα υπό προϋποθέσεις, δυναμένη ν' ανακληθεί οποτεδήποτε και συνεπώς είναι καταφανώς ετεροειδής με την επίδικη, η οποία αποτελεί τακτική εισοδηματική παροχή και συνεπώς είναι ανεπίδεκτες αλληλοκάλυψης και συμψηφισμού κατά την ειδική έννοια του άρθ. 14 ν. 3016/2002, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά και αφού δέχθηκε, όπως είχε γίνει και πρωτοδίκως δεκτό, ότι είχαν παραγραφεί οι αξιώσεις των εναγόντων του χρονικού διαστήματος από 1-1-2002 έως 31-12-2003 έκρινε, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και απορρίπτοντας τις κατ' αυτής εφέσεις των διαδίκων, ότι οι ενάγοντες δικαιούνται την ειδική αυτή παροχή για το υπόλοιπο επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2004 μέχρι 31-12-2005 και τα επιδικασθέντα σ' αυτούς για την αιτία αυτή για το ως άνω διάστημα ποσά.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθ. 4§1 και 22§1 του Συντάγματος, 14 ν. 3016/2002, 24 ν. 2305/2003 και 2/34608/ 0022/2003 ΚΥΑ και επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος αναίρεσης από άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ως προς όλα τα σκέλη του, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, καθόσον μέρος της δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι δικαιούνται την ένδικη παροχή των 176€ για το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 έως 31-12-2006, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το μέρος τούτο στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, εφόσον μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθ. 580§3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος σύμφωνα με το άρθ. 22 ν. 3693/1957 και την 134423/1993 ΥΑ, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 501/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος τούτο προς περαιτέρω εκδίκαση στο παραπάνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, το οποίο ορίζει σε διακόσια (200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Ιανουαρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του την 1η Μαρτίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ