304/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated304/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Full text
Απόφαση 304 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 304/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δήμου Θεσσαλονίκης, που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχό του. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Στράνη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ..., 2) ..., 3) ..., 4) ..., 5) ..., 6) ..., 7) ..., 8) ..., 9) ..., 10) ..., 11) ..., 12) ..., 13) ..., 14) ..., 15) ..., 16) ..., 17) ... και 18) ..., όλων κατοίκων ... . Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Σαρακενίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 32530/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 1982/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-3-2008 αίτησή του και τους από 5-12-2008 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 31-12-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του κύριου και του πρώτου πρόσθετου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Σύμφωνα με το άρθρο 873 ΑΚ "Η σύμβαση με την οποία γίνεται υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους, έτσι ώστε να γεννιέται ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία του χρέους, είναι έγκυρη αν η υπόσχεση ή η δήλωση για την αναγνώριση γίνει εγγράφως. Έγγραφη υπόσχεση ή δήλωση αναγνώρισης, που δεν αναφέρει την αιτία του χρέους, λογίζεται σε περίπτωση αμφιβολίας ότι έγινε με τέτοιο σκοπό".
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, αν στην έγγραφη υπόσχεση ή στην δήλωση αναγνώρισης μνημονεύεται η αιτία του χρέους, δεν αποκλείεται και πάλι να πρόκειται για ενοχή αναιτιώδη, εφόσον τα μέρη ήθελαν ν' αποσυνδέσουν το χρέος από την αιτία του. Η αιτιώδης αυτή αναγνώριση δεν υποβάλλεται σε συστατικό τύπο, ούτε παράγεται από αυτήν αυτοτελής αιτία ενοχής, αφού εξαρτάται από την αναφερομένη αιτία.
Η σημασία μιας τέτοιας επιβεβαιωτικής δήλωσης είναι καταρχήν αποδεικτική, εάν, όμως, παρά την μνεία στην δήλωση της αιτίας του χρέους προκύπτει, ότι οι συμβαλλόμενοι δεν απέβλεψαν στην απλή επιβεβαίωση προϋφισταμένης ενοχής, αλλά θέλησαν την ίδρυση νέας, απαιτείται έγγραφος τύπος. Εξάλλου, σύμφωνα με το αρθ. 106 § 1 του κωδικοποιηθέντος σε ενιαίο κείμενο με το ΠΔ 410/1995 Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, που ίσχυε κατά τον κρίσιμο εδώ χρόνο, το δημοτικό συμβούλιο αποφασίζει για κάθε θέμα σχετικό με τις αρμοδιότητες του δήμου, εκτός από τα θέματα που ανήκουν στην αρμοδιότητα του δημάρχου ή της δημαρχιακής επιτροπής, ενώ κατά το άρθρο 114 του αυτού Κώδικα ο Δήμαρχος α) εκπροσωπεί τον δήμο στα δικαστήρια και σε κάθε άλλη δημόσια αρχή β) εκτελεί τις αποφάσεις του δημοτικού συμβουλίου και της δημαρχιακής επιτροπής στ) υπογράφει τις συμβάσεις που συνάπτει ο δήμος.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Θεσσαλονίκης κρίνοντας, ύστερα από έφεση του ήδη αναιρεσείοντος Δήμου Θεσσαλονίκης, επί αγωγής των αναιρεσιβλήτων κατ' αυτού, δέχθηκε με την προσβαλλομένη 1982/2007 απόφαση του και όπως απ' αυτήν προκύπτει, ότι με διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, που συνήψαν με τον εναγόμενο Δήμο Θεσσαλονίκης και που κατ' επίφαση χαρακτηρίσθηκαν από τα συμβαλλόμενα μέρη ως συμβάσεις έργου, προσέφεραν τις υπηρεσίες τους ως μουσικοί στην Συμφωνική Ορχήστρα του εναγομένου Δήμου για την εξυπηρέτηση παγίων και διαρκών αναγκών αυτού, ότι με την παρ. 1 της ΥΑ 2024387/2870/0020/1990, (ΦΕΚ Α' 81/1990) θεσπίσθηκε η χορήγηση πρόσθετης μισθολογικής παροχής ως κίνητρο, κατά παρέκκλιση των κειμένων διατάξεων, στους υπαλλήλους (μονίμους και εκτάκτους) του Υπουργείου Οικονομικών και των εποπτευομένων από αυτό Ν.Π.Δ.Δ., στους δικαστικούς υπαλλήλους του Ελεγκτικού Συνεδρίου, καθώς και στους υπαλλήλους άλλων Υπουργείων ή Ν.Π.Δ.Δ.
που καθοιονδήποτε τρόπο υπηρετούν με πλήρες ωράριο στις παραπάνω υπηρεσίες, ότι με την 2085240/6951/0022/1990 Α Υ Οικονομικών (εκδοθείσα κατ' εξουσιοδότηση από την ως άνω ΥΑ) καταβάλλεται ειδική υπερωριακή αποζημίωση στους υπαλλήλους (μονίμους και εκτάκτους) του Υπουργείου Οικονομικών, στους δικαστικούς υπαλλήλους του Ελεγκτικού Συνεδρίου καθώς και στους υπαλλήλους άλλων Υπουργείων ή Ν.Π.Δ.Δ.
που εποπτεύονται από το Υπουργείο Οικονομικών και του ΤΑΥΟΥ, ότι κατ' αρθ. 27 § 6α ν.3013/2002 θεωρούνται ως νομίμως καταβληθέντα ποσά που βαρύνουν νομίμως τους προϋπολογισμούς των Δήμων και αφορούν καταβολές αμοιβών και πάσης φύσεως επιδομάτων του προσωπικού τους (μεταξύ των οποίων και το κίνητρο παραγωγικότητας) μέχρι την 31-12-1996, με την προϋπόθεση ότι η σχετική απόφαση των οικείων οργάνων των ΟΤΑ θα ληφθεί μέχρι και την 1-11-2002 (ενώ με το αρθ. 25 § 1 ν. 3156/2003 ορίσθηκε ότι η αληθής έννοια της ως άνω διάταξης είναι ότι τ' αναφερόμενα σ' αυτήν ποσά καταβάλλονται σε όλους τους δικαιούχους υπαλλήλους των ΟΤΑ Α' βαθμού, ανεξάρτητα εάν ασκήθηκαν αγωγές ή υποβλήθηκαν αιτήσεις εξώδικης αναγνώρισης των απαιτήσεων, η δε καταβολή των οφειλομένων ποσών θεωρείται νόμιμη, ακόμη και στις περιπτώσεις που έχουν απορριφθεί τελεσίδικα οι σχετικές αγωγές ή έχει συμπληρωθεί ο χρόνος παραγραφής των απαιτήσεων), ότι ο εναγόμενος Δήμος με βάση την παραπάνω διάταξη και μετά από πιέσεις των εργαζομένων του, στους οποίους περιλαμβάνονταν και οι ενάγοντες, με την 2189/10-10-2002 ομόφωνη απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του αναγνώρισε και εγγράφως την ύπαρξη του ως άνω χρέους του προς όλους τους εργαζομένους του, υποσχέθηκε να το καταβάλει και αποφάσισε την καταβολή του επιδόματος-κινήτρου παραγωγικότητας σε όλους τους εργαζομένους σ' αυτόν για το χρονικό διάστημα από 1-1-1993 μέχρι 31-12-1996 αναγνωρίζοντας ρητά και εγγράφως με την ως άνω απόφασή του την υποχρέωση καταβολής του ποσού που αναλογεί στον κάθε έναν εργαζόμενο, η οποία (απόφαση) γνωστοποιήθηκε άμεσα στους ενάγοντες που παρευρίσκονταν στην συνεδρίαση και με τον τρόπο αυτόν περιήλθε σ' αυτούς η αναγνώριση του χρέους και η υπόσχεση καταβολής του, ότι οι ενάγοντες πληρούσαν τις προϋποθέσεις υπαγωγής τους στις διατάξεις του αρθ. 27 ν. 3013/2002 και δικαιούνται το επίδομα παραγωγικότητας, για την καταβολή του οποίου οι ένδικες απαιτήσεις των εναγόντων γεννήθηκαν το πρώτον την 10-10-2002 με την ως άνω 2189/2002 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του εναγομένου Δήμου, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Δήμου Θεσσαλονίκης κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά την ως άνω βάση της.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, δεχθέν ότι γενεσιουργός αιτία των ενδίκων απαιτήσεων των αναιρεσιβλήτων εναγόντων και της αντίστοιχης υποχρέωσης του αναιρεσείοντος εναγομένου Δήμου για την καταβολή του επιδόματος παραγωγικότητας ήταν η αφηρημένη αναγνώριση του χρέους αυτού και η υπόσχεση καταβολής του, ότι δηλ.
με την 2389/10-10-2002 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του ο εναγόμενος Δήμος προέβη εγγράφως σε έγκυρη και δεσμευτική γι' αυτόν αφηρημένη αναγνώριση χρέους και υπόσχεση καταβολής του, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των αρθ. 873 ΑΚ και 114 του κωδικοποιηθέντος με το ΠΔ 410/1995 Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, για την αφηρημένη αναγνώριση χρέους απαιτείται σύμβαση, για την υπογραφή δε, και συνακόλουθα έγκυρη σύναψη, αυτής, για την οποία απαιτείται επιπλέον να γίνει εγγράφως τουλάχιστον η δήλωση του εναγομένου Δήμου για την αναγνώριση, τέτοια, όμως, έγγραφη δήλωση δεν αποτελεί η ως άνω απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου, αρμόδιος ήταν ο Δήμαρχος και όχι το Δημοτικό Συμβούλιο του εναγομένου.
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο μοναδικός λόγος αναίρεσης από το αρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παρελκούσης της έρευνας των προσθέτων λόγων, ν' αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, εφόσον μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθ. 580 § 3 ΚΠολΔ), και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, μειούμενα στο ήμισυ (αρθ. 281 § 2 του κυρωθέντος με το ν. 3463/2006 Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1982/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει του αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια (1.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ