Legislator Case Law & Legislation
304/2008 AI generated

304/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 304/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

304/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ακόμη οι αναιρεσείοντες δεν εκθέτουν με τρόπο σαφή ποιές είναι ακριβώς οι ασάφειες και οι αντιφάσεις στην ελάσσονα πρόταση της αναιρεσιβαλλομένης έτσι ώστε να στερείται αυτή νόμιμης βάσης λόγω ασάφειας (ανεπάρκειας) και αντιφατικότητας του αποδεικτικού της πορίσματος, αλλ' αρκούνται σε επιγραμματικές ασαφείς φράσεις.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 304 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 304/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.χ1 και 2. Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΣΤΑΡ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΚΑΤΑ ΖΗΜΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Βρώτσο.

Των αναιρεσίβλητων: 1. ....... για τον εαυτόν της ατομικά και ως ασκούσα την γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της : α)...... και β) ......., 2. ........., 3. .........., 4. ..........., 5. ........... και 6. .........., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Λέντζιο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-12-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 917/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 7995/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-11-2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Πολυζωγόπουλος ανέγνωσε την από 21-11-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ (όχι και από τον αρ. 12 της ΚΠολΔ 559), διότι στην προσβαλλόμενη απόφασή του δεν εξειδικεύονται τα πραγματικά περιστατικά που θεώρησε ως συνομολογημένα από τους διαδίκους, και έτσι υφίσταται έλλειψη νόμιμης βάσης υπό τη μορφή ασαφών αιτιολογιών σε σχέση με τον εφαρμοσθέντα κανόνα δικαίου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρονται τα συνομολογημένα από τους διαδίκους πραγματικά περιστατικά, ήτοι ο τόπος και ο χρόνος του τροχαίου ατυχήματος, η κυριότητα επί το ζημιογόνου αυτοκινήτου, η ταυτότητα του οδηγού του, η ασφάλιση αυτού, ο θανάσιμος τραυματισμός του ........, καθώς και η συγγενική σχέση με αυτόν των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων.

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4 566 παρ.1, 577 παρ.3 και 578 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, αν η αγωγή ή άλλη αυτοτελώς αίτηση ή ανταίτηση κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίον προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ 559 αριθ. 1 και 19) δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, η έννοια που αποδίδει αυτός στη φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή μη της αγωγής (ή άλλης αυτοτελούς αιτήσεως ή ανταιτήσεως), διότι η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού, αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης (ΚΠολΔ 578), το τελευταίο δε συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου.

Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία, προκειμένου να ελεγχθεί είτε αν η αποδιδόμενη στην απόφαση ευθεία παραβίαση ουσιαστικού νόμου οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό, είτε αν τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις (χωρίς δηλαδή η ύπαρξη του ενός να αποκλείει λογικά την ύπαρξη του άλλου), ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα δε και ο έλεγχος του διατακτικού της αποφάσεως.

Εξάλλου, η αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής ή της εφέσεως ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΟλΑΠ 27/1998). Στην προκειμένη περίπτωση, με τους διαλαμβανόμενους στο αναιρετήριο δεύτερο, πέμπτο και έκτο κατά το πρώτο μέρος λόγους αναιρέσεως προσάπτουν οι αναιρεσείοντες στο Εφετείο αιτιάσεις ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου κανόνες ουσιαστικού δικαίου.

Πιο συγκεκριμένα, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως αποδίδουν οι αναιρεσείοντες στο Εφετείο πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες αναφορικά με τις συνθήκες του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος, με τον πέμπτο λόγο παραβίαση ως προς το εφαρμοστέο ουσιαστικό δίκαιο των διατάξεων των άρθρων 14, 15 και 18 ΑΚ, ήτοι κανόνων του ιδιωτικού Διεθνούς Δικαίου, που αποτελούν μέρος του εγχώριου ουσιαστικού δικαίου και τον έκτο λόγο αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος του ευθεία παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 29 αριθ. 1 του Κ.Ο.Κ που απαγορεύει την κυκλοφορία πεζών σε αυτοκινητοδρόμους.

Στο αναιρετήριο όμως εκτίθενται μόνο οι πραγματικοί ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων (που αποτέλεσαν τους αρνητικούς ισχυρισμούς αυτών κατά της αγωγής), η άποψή τους για την έννοια των ως άνω διατάξεων που φέρονται ότι παραβιάστηκαν και η καταληκτική κρίση του Εφετείου για τη συνδρομή των όρων της εφαρμογής αυτών, χωρίς να αναφέρονται με πληρότητα, αλλά εντελώς αποσπασματικά, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο, προκειμένου να στηρίξει τη νομική κρίση του περί συνδρομής των όρων των διατάξεων που εφάρμοσε.

Ακόμη οι αναιρεσείοντες δεν εκθέτουν με τρόπο σαφή ποιές είναι ακριβώς οι ασάφειες και οι αντιφάσεις στην ελάσσονα πρόταση της αναιρεσιβαλλομένης έτσι ώστε να στερείται αυτή νόμιμης βάσης λόγω ασάφειας (ανεπάρκειας) και αντιφατικότητας του αποδεικτικού της πορίσματος, αλλ' αρκούνται σε επιγραμματικές ασαφείς φράσεις.

Επίσης, οι αναιρεσείοντες δεν εκθέτουν το νομικό σφάλμα, δηλαδή που ακριβώς εντοπίζεται η παράβαση κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα. Επομένως, οι ως άνω λόγοι (δεύτερος, πέμπτος και έκτος κατά το πρώτο μέρος) είναι απορριπτέοι ως αόριστοι. Περαιτέρω, ο έκτος λόγος αναιρέσεως (κατά το δεύτερο μέρος του) με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την προβληθείσα από τους αναιρεσείοντες ένσταση συνυπαιτιότητας του θανατωθέντος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η παραπάνω ένσταση ελήφθη υπόψη από το Εφετείο και έγινε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη.

Ως εκ τούτου, δεν ιδρύεται στην προκειμένη περίπτωση ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' λόγος αναιρέσεως.

ΙΙΙ. Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού αυτή σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (αρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ), χωρίς την υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου ή παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας.

Η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο ούτε από άποψη παραβιάσεως ή μη της αρχής της αναλογικότητας, που εισάγεται ως νομικός κανόνας με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ.1 του Συντάγματος. Και τούτο, διότι ο δικαστικός έλεγχος της τηρήσεως της αρχής της αναλογικότητας περιορίζεται στον έλεγχο της συνταγματικότητας διατάξεως νόμου και συγκεκριμένα, αν ο νομοθετικός περιορισμός ενός συνταγματικώς προστατευομένου δικαιώματος σέβεται ή όχι την αρχή της αναλογικότητας.

Δηλαδή ο έλεγχος από άποψη τηρήσεως της αρχής αυτής γίνεται μεταξύ της συνταγματικής διατάξεως που προστατεύει κάποιο δικαίωμα και της νομοθετικής διατάξεως, που το περιορίζει. Έξω, όμως, από το πεδίο αυτό τα δικαστικά όργανα δεν έχουν εξουσία να εφαρμόζουν απ' ευθείας την αρχή της αναλογικότητας, κατά την ενάσκηση της δικαιοδοτικής λειτουργίας τους, σε συγκεκριμένη υπόθεση, αλλά εφαρμόζουν την οικεία διάταξη του νόμου, ο οποίος αναθέτει σ' αυτά ν' αποφασίσουν.

Επομένως, δικαστική απόφαση, που δεν πέτυχε σε συγκεκριμένη περίπτωση στον προσδιορισμό της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως του άρθρου 932 ΑΚ, δεν είναι αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας, αλλά εσφαλμένη και θα ελεγχθεί με τα επιτρεπόμενα ένδικα μέσα, με βάση τους κανόνες, που το ίδιο το άρθρο θέτει και μέσα στα πλαίσια, που οι ρυθμίζουσες τα ένδικα μέσα διατάξεις οριοθετούν τον έλεγχο.

Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο ευθεία παραβίασή της κατά το άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος αρχής της αναλογικότητας κατά τον προσδιορισμό της οφειλομένης στους αναιρεσιβλήτους χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης. Ο πιο πάνω λόγος, με βάση τα όσα προεκτέθηκαν, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Περαιτέρω, και ο τέταρτος λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο ευθεία παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 932 ΑΚ, διότι κατά τον προσδιορισμό του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως παραβίασε τα, μη προσδιοριζόμενα μάλιστα, "κοινώς παραδεκτά" ακραία προς τα άνω όρια της διακριτικής του ευχέρειας, είναι επίσης απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, αφού η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΚΠολΔ 561 παρ. 1).-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-11-2006 αίτηση των χ1 κλπ για αναίρεση της 7995/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Φεβρουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ